EASY RENT A CAR LIMITED κ.α. v. EASY GROUP LIMITED, πρώην EASYGROUP IP LICENCING LIMITED, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 5/2025, 22/5/2026
print
Τίτλος:
EASY RENT A CAR LIMITED κ.α. v. EASY GROUP LIMITED, πρώην EASYGROUP IP LICENCING LIMITED, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 5/2025, 22/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ 

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν.33/1964 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 5/2025

 

22 Μαΐου, 2026

 

 [ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές] 

 

Αναφορικά με την Αίτηση των:

1.   EASY RENT A CAR LIMITED ΗΕ 103244

           2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΕΣΤΩΡΟΣ

 

Αναφορικά με νομικά θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Ε90/2018, ημερ. 14/01/2025, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 

 

ΜΕΤΑΞΥ: 

1. EASY RENT A CAR LIMITED HE 103244 

2. ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΕΣΤΩΡΟΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ 

Εφεσείοντες στο Εφετείο 

ΚΑΙ 

 EASY GROUP LIMITED, πρώην EASYGROUP IP LICENCING

  LIMITED, από Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο,

Εφεσίβλητοι στο Εφετείο.  

Δ. Λαδά (κα) για G. & A. Ladas LLC, για τους Αιτητές

Α. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ, για τους Καθ’  ων η Αίτηση 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Στις 22.5.2018, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας παραμέρισε και/ή ακύρωσε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα επίδοσης του στην εναγόμενη 1 εταιρεία στην πρωτόδική διαδικασία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, απόφαση που επικυρώθηκε κατ’ έφεση, αφού το Εφετείο, στις 14.1.2025, απέρριψε σχετική έφεση των εναγόντων στην πρωτόδικη διαδικασία κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του εξουσία, αποφασίζοντας να αποδεχθεί την αίτηση και να ακυρώσει τα σχετικά διατάγματα σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος και της άδειας για επίδοση του στο Ηνωμένο Βασίλειο. 

 

Ακολούθησε η καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητείται η εξασφάλιση άδειας για την υποβολή αίτησης εκδίκασης από το Ανώτατο Δικαστήριο «Νομικών Θεμάτων» που, ως αναφέρεται, προκύπτουν από την ως άνω απόφαση του Εφετείου. Τούτο, κατ’ επίκληση του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024. 

 

Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην αίτηση για άδεια, καταγράφονται τέσσερα «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία.  Μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει. Ειδικότερα προβάλλεται : 

 

«1.  Το Εφετείο παράλειψε να εφαρμόσει και/ή υλοποιήσει το ουσιώδες θέμα της υπεροχής του Ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του Κυπριακού δικαίου κατά παράβαση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης (ΣΛΕΕ), του Άρθρου 1Α του Συντάγματος, του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: όταν υπάρχει ξεκάθαρη πρόνοια Ευρωπαϊκού Κανονισμού αναφορικά με θέμα δικαιοδοσίας και πως αντιμετωπίζεται από το εθνικό δικαστήριο, και παράλληλα υπάρχει εθνική πρόνοια η οποία προβλέπει το αντίθετο, το κυπριακό Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει την πρόνοια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και να μην εφαρμόσει την εθνική πρόνοια κατά παρέκκλιση εν ανάγκη και της μέχρι τότε ισχύουσας νομολογίας και πρακτικής. 

 

2. Το Εφετείο παράλειψε και/ή αρνήθηκε να εφαρμόσει και/ή να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του Κανονισμού αναφορικά με την Διεθνή Δικαιοδοσία των εθνικών Δικαστηρίων και αρνήθηκε ή παράλειψε ή απότυχε να ασκήσει την δικαιοδοσία του, κατά παράβαση των προνοιών του Κανονισμού, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωσης (ΣΕΕ) και της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Το ουσιώδες ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: πώς αντιλαμβάνονται, εφαρμόζουν και ερμηνεύουν τα Κυπριακά Δικαστήρια την Διεθνή τους Δικαιοδοσία όπως τους δόθηκε με τον Κανονισμό 1215/2012, και πώς εν τέλει την ασκούν; 

 

3. Το Εφετείο παράλειψε να εφαρμόσει την νομολογία του ΔΕΕ, ως αυτή διατυπώθηκε στην απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2017, M.S. v. P.S., C-283/16, στην απόφαση Simmenthal, 106/77, EU:C:1978:49, σκέψεις 21 και 24, στην απόφαση της 22ας  
Ιουνίου 2010 Melki και Abdeli, C-188/10 και C-189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 43, και της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C-5/14, EU:C:2015:354 σκέψη 32).   To ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν και να ακολουθούν τις αποφάσεις του ΔΕΕ, έστω και εάν αυτό έρχεται σε αντίθεση με την μέχρι τότε ισχύουσα εθνική νομολογία. 

 

4.  Το Εφετείο με την επίδικη απόφαση παράλειψε να εφαρμόσει και/ή ερμηνεύσει ομοιόμορφα τον Κανονισμό 1215/2012 κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής του Ευρωπαϊκού δικαίου για ομοιόμορφη εφαρμογή και ερμηνεία των Ευρωπαϊκών κανονισμών εντός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, ως αυτό θεσπίζεται από την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και την Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο στην πράξη οι πολίτες της Κυπριακής  Δημοκρατίας έχουν τα ίδια δικαιώματα και την ίδια απρόσκοπτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη όπως οι υπόλοιποι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα κράτη μέλη τα οποία έχουν εφαρμόσει στην πράξη τον Κανονισμό 1215/2012 και έχουν ακολουθήσει την ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΕ σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται από αυτόν.» 

  

Οι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια, προκρίνουν οι αιτητές, έγκειται στο γεγονός ότι τα νομικά θέματα που εγείρονται, συνιστούν μείζονα θέματα δημοσίου συμφέροντος και γενικής δημόσιας σημασίας, καθότι άπτονται της ασφάλειας δικαίου και του αισθήματος δικαίου όσων προσφεύγουν στα Δικαστήρια. Αφορούν θεμελιώδους σημασίας υποχρεώσεις που η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε με την υπογραφή της Συνθήκης για την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο έναντι των πολιτών της όσο και τον υπόλοιπων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως ειδικότερα υποδεικνύουν, αποτελεί μείζον θέμα δημόσιου συμφέροντος, η ερμηνεία και η εφαρμογή στην πράξη από τα Κυπριακά Δικαστήρια, του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας που τους δόθηκε με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις (Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012).   

 

Με την ένσταση τους οι καθ’  ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα προβαλλόμενα ως «Νομικά Θέματα», δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο 9(3)(γ) του Ν.33/1964, ούτε προσδιορίζονται με την απαιτούμενη σαφήνεια. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνουν, τα προβαλλόμενα κατ’ επίκληση του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2112  ζητήματα, δεν είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, ούτε απασχόλησαν ούτε προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Καταληκτικά, υποδεικνύουν πως πάγια και καλά καθιερωμένη είναι η νομολογία που αναλύει και αφορά την εφαρμογή σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως τότε ίσχυαν, (Δ.2 θ.2 και Δ.6 θ.θ.1 και 4), που αφορούν την σφράγιση και επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, σε συνδυασμό θεωρούμενοι με τον σχετικό επί του ζητήματος Κανονισμό (ΕΕ) 1393/2007, η οποία και έτυχε εφαρμογής από το Εφετείο, χωρίς να δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβαση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964.

 

Το άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο: 

«(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου·»

 

Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, τα «Νομικά Θέματα» τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλύσει, πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και θα πρέπει να συναρτώνται: 

 

-      με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή

-      με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή

-      γενικής δημόσιας σημασίας, ή

-      ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.

 

Το σύνολο των λόγων για τους οποίους προβάλλεται ότι θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια, ως αυτοί έχουν διατυπωθεί στην υπό συζήτηση αίτηση, σε συνάρτηση πάντα με την αιτιολογία που τους συνοδεύει, αναδεικνύει ότι μέσω τους εγείρονται ισχυρισμοί για παράλειψη του Εφετείου να πραγματευτεί ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και κατ’ επέκταση, δικαιωμάτων και/ή δυνατοτήτων που μέσω αυτού διασφαλίζονται.  

 

Απασχολεί πρωτίστως, η θέση των καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, ότι τα ζητήματα για τα οποία επιχειρείται να εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου για συζήτηση τους ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, τα οποία ουσιαστικά συναρτώνται αποκλειστικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 ούτε προκύπτουν ούτε απασχόλησαν στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 14.1.2025. Με δεδομένη την ρητή προϋπόθεση του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964, ότι τα «Νομικά Θέματα» τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλύει στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου, τυχόν αποδοχή της ως άνω εισήγησης, είναι δυνατόν να σφραγίσει, από μόνη της, την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. 

 

Είναι γεγονός ότι στην απόφαση του Εφετείου, ημερ. 14.1.2025, το ζήτημα της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ)1215/2012 και της τυχόν διασύνδεσής του με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ως τότε ίσχυαν, οι οποίοι σχετίζονταν με τα ζητήματα σφράγισης, καταχώρησης και επίδοσης κλητηρίου στο εξωτερικό, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην πραγματικότητα, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, ο εν λόγω Κανονισμός (ΕΕ)1215/2012, δεν αποτέλεσε τη βάση για την εξασφάλιση της σχετικής άδειας καταχώρησης και επίδοσης στο εξωτερικό, ούτε και της αίτησης για παραμερισμό και/ή ακύρωση του σχετικού κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του, η απόφαση επί της οποίας αποτέλεσε το αντικείμενο Έφεσης που εδώ απασχολεί. Το ζήτημα φαίνεται να τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, από τους εφεσείοντες,  μέσω της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε προς υποστήριξη ενός εκ των λόγων έφεσης (6ος λόγος έφεσης). Ωστόσο, το Εφετείο, εντοπίζοντας το γεγονός ότι το ζήτημα δεν προωθήθηκε ούτε απασχόλησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή καλά εδραιωμένης νομολογίας, δεν προχώρησε στην εξέταση του, ούτε αποφάνθηκε επί των ζητημάτων που κατά τον πιο πάνω τρόπο επιχειρήθηκε να προωθηθούν ενώπιον του.

 

Συνακόλουθα, με δεδομένο ότι τα ζητήματα που επιδιώκει η πλευρά των αιτητών να  εξασφαλίσει άδεια για να συζητηθούν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, δεν απασχόλησαν στην απόφαση του Εφετείου, ούτε προκύπτουν από αυτή, δεν βλέπουμε πώς θα δικαιολογείτο η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Ελλείπει προς τούτο, βασική προϋπόθεση για την προώθηση αίτησης ως η υπό συζήτηση. 

 

Η ως άνω κατάληξη σφραγίζει από μόνη της την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. 

 

Η αίτηση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών €1.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει. 

 

 

 

                                         Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π. 

 

 

                                             Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ. 

 

 

                                             Α. ΔΑΥΙΔ, Δ. 

 

 

 

/γκ 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο