ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 59/26)
20 Μαΐου, 2026
[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1960 (Ν.14/60), ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1970 (Ν.97/70) ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟΥ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1970 (Ν.95/70)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ G.V.
, ΝΥΝ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ 97/70 (ΕΚΔΟΣΗ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ) ΚΑΙ 95/70 (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ – ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΜΕ ΑΡ. 2/26 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/03/2026 ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΑΝΩ V.G..
..................................
Α. Τσαγγαρίδης με M. Hakki, για τον Αιτητή.
Α. Ελευθερίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικόν Εισαγγελέα, Καθ’ ου η Αίτηση.
…………
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus με το οποίο να κηρύσσεται η κράτηση του παράνομη, λόγω
(i) «κατάχρησης της διαδικασίας έκδοσης», και
(ii) «ότι με κακόπιστο τρόπο ζητείται η έκδοση του στη Μολδαβία για σκοπούς εκδίκασης ποινικής υπόθεσης εναντίον του παρόλο που υπάρχει καταδίκη που δεν έχει παραμεριστεί από 7/11/2022 ώστε η απόδοση του να αποτελεί άδικο και/ή καταπιεστικό μέτρο».
Ο Αιτητής είναι Τουρκοκυπριακής καταγωγής και μόνιμος κάτοικος στις Κατεχόμενες Περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 16.3.2026, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ένταλμα σύλληψης εναντίον του, σύμφωνα με το οποίο ένταλμα, αυτός καταζητείται από τις Αρχές της Μολδαβίας για να εκτίσει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που του επιβλήθηκε για αδικήματα μαστροπείας και εκμετάλλευσης πορνών με επίμονη άγρα πελατών. Εναντίον του καταχωρίστηκε η αίτηση υπ’ αρ. 2/2026 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (το κατώτερο Δικαστήριο) για την έκδοση του στη Μολδαβία για σκοπούς έκτισης της εν λόγω ποινής. Κατά την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ο Αιτητής ήγειρε διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες το κατώτερο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερ. 18.3.2026, απέρριψε. Ακολούθως, στην ίδια απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα για την κράτηση του Αιτητή εκκρεμούσης της αίτησης έκδοσης και κατέληξε ότι αυτό δικαιολογείται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Επομένως διέταξε την κράτηση του Αιτητή μέχρι την επόμενη δικάσιμο που η αίτηση έκδοσης ορίστηκε για ακρόαση, ήτοι τις 30.3.2026.
Στις 30.3.2026 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. Αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών παραθέτει το ιστορικό των γεγονότων, υποστηρίζοντας ότι το προσωρινό ένταλμα σύλληψης του Αιτητή εξεδόθη στη βάση ελαττωματικού και ή παραπλανητικού υλικού και επομένως η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου για την κράτηση του εκκρεμούσης της αίτησης έκδοσης του, η οποία (απόφαση) βασίζεται στο εν λόγω ένταλμα, είναι νομικά ανυπόστατη και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή. Καταλογίζει επίσης στις Αρχές της Μολδαβίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας κακή πίστη και καταχρηστική συμπεριφορά ως προς την ακολουθητέα διαδικασία για την έκδοση του, καθιστώντας έτσι την κράτηση του παράνομη.
Με την ένσταση ο Καθ’ ου προβάλλει διάφορους λόγους οι οποίοι ουσιαστικά συνοψίζονται ως εξής:
(α) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν είναι νομότυπη,
(β) Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει λόγους που εμπίπτουν εντός της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
(γ) Η όλη διαδικασία και η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου είναι καθόλα νόμιμες και όλοι οι ισχυρισμοί που εγείρονται στην παρούσα ηγέρθησαν και αποφασίστηκαν από το κατώτερο Δικαστήριο, και
(δ) Η παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη καθότι η διαδικασία έκδοσης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αστ. 3492, ανακρίτριας της υπόθεσης, στην οποία επίσης περιγράφει τα γεγονότα και επαναλαμβάνει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση.
Το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Έχει ήδη λεχθεί ότι αυτή προέρχεται από δικηγόρο, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί στη δήλωση και ότι τα όσα αναφέρει σε αυτή, τα γνωρίζει από πληροφορίες που έλαβε από τον Αιτητή και από μελέτη του φακέλου. Επεξηγεί ότι ο Αιτητής βρίσκεται κρατούμενος στα αστυνομικά κρατητήρια Λακατάμειας και ότι, παρά τις προσπάθειες των δικηγόρων του, κατέστη αδύνατο είτε ο Αιτητής να μεταφερθεί στο Δικαστήριο για να προβεί σε ένορκη δήλωση είτε Πρωτοκολλητής να μεταβεί στα αστυνομικά κρατητήρια για τον ίδιο σκοπό.
Η υπόθεση Sardar (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1896, την οποία επικαλέστηκε ο Καθ’ ου, δεν υποστηρίζει τη θέση του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Σύμφωνα με το σχετικό αγγλικό Διαδικαστικό Κανονισμό, η αίτηση θα έπρεπε να συνοδευόταν από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον κρατούμενο, τον αιτητή δηλαδή, εκτός αν αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω του περιορισμού της ελευθερίας του, οπότε και θα μπορούσε να γίνει από άλλο πρόσωπο. Στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού δεν αναγράφεται ρητά οτιδήποτε σε σχέση με οποιαδήποτε αδυναμία του αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση, λόγω του περιορισμού της ελευθερίας του από τις 9/9/2011. Όμως, από τα όσα ανέφερε ο κ. Στυλιανού στην ένορκη δήλωση του, ημερομηνίας 21/9/2011, ο αιτητής βρισκόταν υπό κράτηση στις κεντρικές φυλακές από τις 9/9/2011 και ο ίδιος ο κ. Στυλιανού ήταν εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση, η οποία προετοιμάστηκε στη βάση των όσων ο αιτητής είχε αναφέρει στο δικηγόρο του και στη βάση των όσων περιήλθαν εις γνώση του δικηγόρου στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 15986/2011, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Θεωρώ επομένως ότι στην ένορκη δήλωση υπάρχει επαρκής εξήγηση γιατί την ένορκη δήλωση δεν υπέγραψε ο ίδιος ο αιτητής, αλλά ο δικηγόρος του.»
Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 82, στην οποία αποφασίστηκε ότι εάν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη.
Επομένως, παρόλο που είναι επιθυμητό η ένορκη δήλωση να γίνεται από τον αιτητή, στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί στη δήλωση, την πηγή γνώσης των γεγονότων και εξήγησε ρητώς και επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος προέβη σε αυτή.
Ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση είναι νομότυπη και δύναται να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης.
Για να γίνει αντιληπτή η θέση και των δύο πλευρών, είναι αναγκαία αρχικά μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων μέχρι και την έκδοση του προαναφερόμενου εντάλματος σύλληψης του Αιτητή, όπως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο και των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση, σε συνάρτηση με τα σχετικά έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ακολούθως:
1. Ο Αιτητής συνελήφθη αρχικά στις 4.11.2025 και εναντίον του καταχωρίστηκε η αίτηση έκδοσης του υπ’ αρ. 4/2025 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο πλαίσιο της οποίας παρέμεινε υπό κράτηση. Στις 12.12.2025, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέκοψε την αίτηση, λόγω μη παραλαβής των εγγράφων από τις Αρχές της Μολδαβίας. Ο Αιτητής συνελήφθη αμέσως για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και, αφού εξακριβώθηκε ότι είναι παντρεμένος με Τουρκοκύπρια και πατέρας δύο παιδιών με πιστοποιητικά γέννησης εκδοθέντα από την Κυπριακή Δημοκρατία, αφέθηκε ελεύθερος.
2. Στις 13.2.2026 οι Αρχές της Μολδαβίας απέστειλαν νέα έγγραφα για σκοπούς σύλληψης και έκδοσης του, στις 20.2.2026 εκδόθηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ακολούθως καταχωρίστηκε η αίτηση έκδοσης του υπ’ αρ. 1/2026 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στο πλαίσιο αυτής, στις 26.2.2026, με απόφαση του το Δικαστήριο αποφάσισε όπως ο Αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τις 16.3.2026, ημερομηνία ορισμού της αίτησης για ακρόαση.
3. Την 1.3.2026 ο Αιτητής καταχώρισε την αίτηση υπ’ αρ. 41/2026 για Habeas Corpus. Στις 16.3.2026 ο δικηγόρος για τον Γενικό Εισαγγελέα απέσυρε την αίτηση έκδοσης 1/2026 καθότι τα έγγραφα δεν ήταν επικαιροποιημένα. Ακολούθως απεσύρθη και η αίτηση 41/2026.
4. Την ίδια μέρα, 16.3.2026 εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης του Αιτητή και ακολούθησε η καταχώριση της αίτησης έκδοσης 2/2026, ως αναφέρεται ανωτέρω.
Αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή ότι το αρχικό αίτημα για τη σύλληψη του για σκοπούς έκδοσης του βασίστηκε στο Diffusion το οποίο στάληκε από τις Αρχές της Μολδαβίας με σκοπό την έκδοση του για την εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον του για τα εν λόγω αδικήματα. Αργότερα, η υπόθεση του Αιτητή εκδικάστηκε στην απουσία του και του επιβλήθηκε η προαναφερόμενη ποινή. Τόσο η δεύτερη (αποσυρθείσα) όσο και η τρίτη (εκκρεμούσα) αίτηση έκδοσης του Αιτητή αποσκοπούν στην έκδοση του για σκοπούς έκτισης της ποινής του, ενώ το Diffusion παραμένει για σκοπούς εκδίκασης του. Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι οι Αστυνομικές Αρχές παραπλάνησαν το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης του εντάλματος σύλληψης του και της διαδικασίας έκδοσης του, εφόσον στηρίχθηκαν στο Diffusion το οποίο δεν μιλά για καταδίκη του Αιτητή αλλά για εκδίκαση υπόθεσης εναντίον του. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, το όλο ιστορικό με την καταχώριση τριών αιτήσεων έκδοσης καθ’ ον χρόνο ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση, καταδεικνύει το κακόπιστο και καταχρηστικό της όλης διαδικασίας, καθιστώντας την κράτηση του Αιτητή παράνομη και αντισυνταγματική.
Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/1970, ως έχει τροποποιηθεί, το οποίο παρέχει την εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο, μη επηρεαζόμενης οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, να διατάξει την αποφυλάκιση του υπό έκδοση προσώπου στο πλαίσιο αίτησης για Habeas Corpus εφόσον ήθελε κρίνει ότι
«(α) λόγω της ασημάντου φύσεως του αδικήματος, δι’ ο διώκεται ή κατεδικάσθη. ή
(β) λόγω της παρόδου μακρού χρόνου, αφ’ ου εγένετο η διάπραξις του αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, αφ’ ου καταζητείται προς έκτισιν ποινής μετά καταδίκην αυτού. ή
(γ) λόγω του ότι η κατ’ αύτου κατηγορία δεν εγένετο καλή τη πίστει ή εν τω συμφέροντι της δικαιοσύνης,
η απόδοσις αυτού θα απετέλει, λαμβανομένων υπ’ όψιν απασών των περιστάσεων, άδικον ή καταπιεστικόν μέτρον.»
Στην υπόθεση Lakoud v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 77/2020, ημερ. 8.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A231, αναφέρθηκε ότι το προνομιακό ένταλμα Habeas Corpus διασφαλίζει την ελευθερία του ατόμου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χ’’Σάββας (1993) 1 ΑΑΔ 102, «Το Habeas Corpus ad subjiciendum είναι προνομιακή διαδικασία … Παρέχει αποτελεσματικό μέσο άμεσης απελευθέρωσης από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση, είτε στη φυλακή, είτε σε ιδιωτικό χώρο, από Αρχή ή ιδιώτη». Απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση του εντάλματος συνιστά η απόδειξη, εκ μέρους του αιτούντος, του παράνομου της κράτησης ή φυλάκισης (βλ. Καλφοπούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 55).
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.97/1970, η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδώσει Habeas Corpus είναι περιορισμένη. Η αίτηση για την έκδοση Habeas Coprus αποσκοπεί στην απελευθέρωση του αιτητή από κράτηση στην οποία τελεί για σκοπούς έκδοσης του. Στο πλαίσιο άσκησης της προνομιακής αυτής δικαιοδοσίας του, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επενεργεί ως Εφετείο και δεν δύναται να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που αποφάσισε την έκδοση ή να ελέγξει κατά πόσο υπήρχε ή όχι ικανοποιητική μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση και κατά πόσο η υπόθεση εξετάστηκε στο ορθό δικαιοδοτικό πλαίσιο (βλ. Koretska, Πολ. Αίτηση Αρ. 71/2020, ημερ. 31.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:D280, Dzhandzhgava (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2880, Χαρατσίδη (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 825, Golov (2001) 1(B) A.A.D. 1109 και Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 191). Στην υπόθεση Emam (Αρ.3) (2017) 1(Β) Α.Α.Δ. 1315, λέχθηκαν τα εξής:
«Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, μετά που αποφασίζεται η προφυλάκιση προσώπου μέχρι την έκδοσή του, ο φυγόδικος έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus και, ακολούθως, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματός του, σε δικαίωμα έφεσης κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, διαβήματα τα οποία έχει λάβει ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση.
……………………………………………………………………………………..
Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι δεν υπάρχει δυνατότητα στο δικό μας νομικό σύστημα άσκησης έφεσης εναντίον απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου όταν εγκρίνεται αίτηση για έκδοση προσώπου και διατάσσεται η προφυλάκισή του μέχρι την έκδοση. Ο Νόμος καθορίζει με σαφήνεια τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεση του ο εφεσείων. Η σαφήνεια με την οποία εκφράζεται η πρόθεση του νομοθέτη, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να διευρύνει το πεδίο του νόμου σε άλλο πλαίσιο (βλ. Dias United Publishing Co Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550).»
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι πρόνοιες του άρθρου 10 του Ν.97/1970 δεν τυγχάνουν εφαρμογής, εφόσον η αίτηση έκδοσης του Αιτητή εκκρεμεί και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί για να αποφασιστεί από το κατώτερο Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του. Επομένως, οι ισχυρισμοί του Αιτητή για κατάχρηση της διαδικασίας, κακοπιστία και παραπλάνηση του κατώτερου Δικαστηρίου, τόσο αναφορικά με την όλη διαδικασία όσο και αναφορικά με το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης του και την εκκρεμούσα αίτηση έκδοσης 2/2026, δεν δύνανται να εξεταστούν στο πλαίσιο της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ούτε και ο ισχυρισμός για ελλιπή παράδοση όλων των εγγράφων στον Αιτητή στο πλαίσιο της αίτησης έκδοσης, εμπίπτει εντός της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Σημειώνεται ότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί τέθηκαν υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αίτησης έκδοσης 2/2026, για τις οποίες εξεδόθη η απόφαση ημερ. 18.3.2026. Μάλιστα, το κατώτερο Δικαστήριο ανέφερε καταληκτικά ρητώς ότι κάποιοι εκ των ισχυρισμών του Αιτητή είναι πρόωροι και επομένως, αυτοί πιθανόν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης σε κατοπινό στάδιο στη διαδικασία της αίτησης έκδοσης. Ειδικότερα ανέφερε τα ακόλουθα:
«… κρίνω ότι πρόωρα ηγέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό σωρεία ζητημάτων προς εξέταση, υπό μορφή αόριστων ισχυρισμών, χωρίς κανένα παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο ή άλλο έρεισμα, πραγματικό ή νομικό, στο οποίο να μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί για να τους εξετάσει. Μόνο στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης μπορούν να εξεταστούν τέτοια ζητήματα, όταν ενδεχομένως να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά γεγονότα για να μπορεί να εξετάσει το ζήτημα.»
Ενδεχομένως, αυτοί οι ισχυρισμοί δύνανται να εξεταστούν στο κατάλληλο στάδιο κατόπιν απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του Αιτητή και για την κράτηση του μέχρι την έκδοση του. Ακόμη και ο ισχυρισμός ότι τυχόν έκδοση του Αιτητή ενέχει τον κίνδυνο ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), με παραπομπή στην υπόθεση Soering v. UK, Application 14038/88, ημερ. 7.7.1989, είναι θέμα που δεν δύναται να αποφασιστεί στο παρόν πλαίσιο και στάδιο, χωρίς απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του Αιτητή.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έκδοση Habeas Corpus δύναται να εγερθεί εκεί όπου εγείρεται ζήτημα παράνομης κράτησης του αιτητή, στη βάση της σχετικής απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου ημερ. 18.3.2026 για την κράτηση του Αιτητή η οποία βασίστηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας, εκδόθηκε στο πλαίσιο άσκησης της νόμιμης δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου και επομένως, δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας της κράτησης δυνάμει της εν λόγω απόφασης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
€800 έξοδα Αίτησης επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο