ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ v. ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΦΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2017, 5/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ v. ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΦΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2017, 5/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2017)

 

 

5 Μαΐου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ,

 

 

 

Εφεσείουσα/Ενάγουσα,

 

ν.

 

 

 

ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΦΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ

ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΤΡΙΜΙΘΙΑΣ,

 

 

 

Εφεσίβλητης/Εναγόμενης.

 

 

_____________________________________________________________________

 

      Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.

 

  Στ. Οικονόμου με Γ. Κουτρουζά (κα) και Π. Δημητρίου (κα) για                        Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

___________________________________________________________________

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση Έφεση η Εφεσείουσα/Ενάγουσα (εφεξής «η Εφεσείουσα») αντιτίθεται στην Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο») στην Αγωγή υπ’ αρ. 7460/2010, που εκδόθηκε στις 14/2/2017 (εφεξής «η πρωτόδικη Απόφαση»), με την οποία απερρίφθη η αξίωση της Εφεσείουσας για επιδίκαση ποσού €25.000 ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους Έφεσης και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης τους, κρίνεται σκόπιμη η καταγραφή των παραδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση.

 

Τον Ιούνιο του 2008 η Εφεσίβλητη/Εναγόμενη (εφεξής «Εφεσίβλητη»), η οποία είναι η Σχολική Εφορεία Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς, προκήρυξε προσφορές για την εκμετάλλευση του κυλικείου του εν λόγω Γυμνασίου για την περίοδο από 1/9/2008 μέχρι 31/8/2011.

Η Εφεσείουσα υπέβαλε στις 27/6/2008 νομότυπα προσφορά αφού κατέθεσε προς την Εφεσίβλητη τα σχετικά έγγραφα που προνοούσε η προσφορά.

 

Στις 30/7/2008 ανακοινώθηκε στην Εφεσείουσα προφορικώς ότι η προσφορά της απερρίφθη και ότι κατεκυρώθη σε τρίτο πρόσωπο. Στις 6/8/2008 η Εφεσείουσα με επιστολή των δικηγόρων της ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους απόρριψης της προσφοράς. Ακολούθησε επιστολή της Εφεσίβλητης, ημερ. 20/8/2008, με την οποία πληροφόρησε την Εφεσείουσα για τους λόγους απόρριψης της προσφοράς, με κοινοποίηση της επιστολής και προς τους δικηγόρους της.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόρριψης η Εφεσείουσα καταχώρισε την Προσφυγή υπ’ αρ. 1517/2008.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του, ημερ. 30/4/2010, απεδέχθη την Προσφυγή υπ’ αρ. 1517/2008 της Εφεσείουσας και ακύρωσε την απόφαση λόγω κακής συγκρότησης της Καθ’ης η Αίτηση και έλλειψη δέουσας έρευνας κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με επιστολή των δικηγόρων της, ημερ. 11/5/2010, προς την Εφεσίβλητη, η οποία παρελήφθη στις 17/5/2010 και κατ’ επίκληση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, η Εφεσείουσα αξίωσε το ποσό των €207.000,44 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη.

 

Η Εφεσίβλητη παρέλειψε να απαντήσει στην ως άνω επιστολή της Εφεσείουσας.

 

Στις 19/8/2010 η Εφεσίβλητη με επιστολή της πληροφόρησε την Εφεσείουσα ότι θα προχωρούσε σε επανεξέταση των προσφορών, ως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 30/4/2010 και ζήτησε από την Εφεσείουσα να της επισυνάψει ορισμένα στοιχεία.

 

Στις 31/8/2010 με επιστολή μέσω των δικηγόρων της η Εφεσείουσα πληροφόρησε την Εφεσίβλητη τα ακόλουθα:

 

i)             Ότι επιφύλαξε πλήρως τα δικαιώματα της που πήγαζαν από την ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή 1517/2008 και ότι επροτίθετο να καταχωρίσει αγωγή για αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

ii)            Ότι η επιστολή της Εφεσίβλητης, ημερ. 19/8/2010, παρελήφθη καθυστερημένα και ότι ήταν αδύνατο η Εφεσείουσα να ανταποκριθεί στα όσα η Εφεσίβλητη ζητούσε και αν της εδίδετο εύλογη παράταση θα την εφοδίαζε με τα ζητηθέντα στοιχεία.

 

Η Εφεσείουσα, την 1/9/2010 καταχώρισε την Αγωγή υπ’ αρ. 7460/2010 αξιώνοντας αποζημιώσεις από την Εφεσίβλητη ύψους €207.144.

 

Η Εφεσίβλητη με επιστολή της, ημερ. 3/9/2010, πληροφόρησε τους δικηγόρους της Εφεσείουσας ότι έδιδε παράταση 10 ημερών στην Εφεσείουσα για να προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία ζητούσε με την επιστολή της ημερ. 19/8/2010 και αρνήθηκε τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των δικηγόρων της Εφεσείουσας.

 

Στις 13/9/2010 η Εφεσείουσα με επιστολή των δικηγόρων της απέστειλε στην Εφεσίβλητη τα στοιχεία που ζητούσε με την επιστολή της ημερ. 19/8/2010, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ως αυτά πήγαζαν από την Προσφυγή 1517/2008.

 

 

Η Εφεσίβλητη υπέβαλε την Εφεσείουσα σε συνέντευξη η οποία πραγματοποιήθηκε στις 11/11/2010, αποφασίζοντας τελικώς να κατακυρώσει την προσφορά σε άλλο πρόσωπο. Η εν λόγω απόφαση της Εφεσίβλητης αμφισβητήθηκε από την Εφεσείουσα, η οποία καταχώρισε την Προσφυγή υπ’ αρ. 266/2011.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 16/10/2012 αποδέχθηκε την Προσφυγή της Εφεσείουσας και ακύρωσε την απόφαση για κατακύρωση της προσφοράς, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εφεσείουσα με επιστολή της ημερ. 4/1/2011, λόγω εσφαλμένης σύνθεσης των Καθ’ων η Αίτηση δυνάμει εσφαλμένης κλήσης των μελών αυτών.

 

Η απόφαση για επανεξέταση ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 30/4/2010 (στην Προσφυγή υπ’ αρ. 1517/2008), λήφθηκε στις 19/8/2010 και η επανεξέταση έλαβε χώρα στις 11/11/2010.

 

Έχοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώπιον του τα πιο πάνω Παραδεχτά Γεγονότα, καθώς και το ότι το ποσό των €25.000 ήτο δίκαια και εύλογη αποζημίωση σε περίπτωση που αποφασίζετο ότι η Εφεσείουσα δικαιούτο σε αποζημίωση με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος, παρέμεινε ως μόνο επίδικο θέμα προς επίλυση το κατά πόσο η Εφεσείουσα δικαιούτο σε τέτοια αποζημίωση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στη νομική πτυχή του θέματος, έκρινε ότι η αγωγή για αποζημιώσεις με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος ήταν πρόωρη, με αποτέλεσμα να την απορρίψει.  Ως επιπρόσθετο δε λόγο για απόρριψη της Αγωγής, επεσήμανε τη μη προσκόμιση μαρτυρίας «που να υποδηλώνει ότι θα κατακυρωνόταν η επίδικη Προσφορά στην Ενάγουσα».

 

Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται με εννέα συνολικά Λόγους Έφεσης.

 

Με τον 1ο Λόγο Έφεσης, προβάλλεται ως λανθασμένη η κρίση του Δικαστηρίου ότι η αγωγή ήταν πρόωρη. Με το 2ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα δεν εδικαιούτο σε αποζημίωση, γιατί δεν είχε παρέλθει η χρονική περίοδος που αφορούσε την εκμετάλλευση του κυλικείου. Μέσω του 3ου Λόγου Έφεσης, προσβάλλεται ως εσφαλμένο το ακόλουθο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Εάν από τη νέα διοικητική πράξη, σε περίπτωση κατακύρωσης της προσφοράς στην ενάγουσα, ετίθετο θέμα αποζημιώσεων λόγω απώλειας διαφυγόντος κέρδους επειδή δεν είχε δοθεί η εκμετάλλευση του κυλικείου για όλο το χρονικό διάστημα που αφορούσε η προσφορά, τότε η ενάγουσα θα μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση για την απωλεσθείσα περίοδο». Με τον 4ο Λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να υπεισέλθει στην ουσία του ισχυρισμού ως προς το κατά πόσο υπήρχε, εκ των πραγμάτων, αδυναμία επανεξέτασης και/ή εκτελέσεως της ακυρωτικής απόφασης, γιατί στην υπόθεση είχε γίνει επανεξέταση και θα μπορούσε να αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του εξουσίας στην Προσφυγή με αρ. 266/2011 και όχι από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο της ενώπιον του διαδικασίας. Μέσω του 5ου Λόγου Έφεσης κρίνεται ως εσφαλμένο και αντιφατικό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε απώλεια δυνατό να δημιουργήθηκε με την έκδοση ακυρωτικής απόφασης στην Προσφυγή υπ’ αρ. 266/2011, θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της αγωγής που θα καταχωρείτο και θα στηρίζετο στην εν λόγω ακυρωτική απόφαση και όχι στην ενώπιον του Αγωγή. Με τον 6ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα καταχώρισε την αγωγή χωρίς να δώσει στην Εφεσίβλητη τον αναγκαίο χρόνο να ενεργήσει προς συμμόρφωση και αποκατάσταση της νομιμότητας. Αντικείμενο του 7ου Λόγου Έφεσης είναι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εξάλειψη της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει αφ’ εαυτής ζημιά, καθότι η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί, συμπέρασμα το οποίο η Εφεσείουσα προβάλλει ως εσφαλμένο. Με τον 8ο Λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα προκρίνει ότι είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ζήτημα αποζημίωσης τίθετο μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Μέσω του 9ου Λόγου Έφεσης η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της αγωγής και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι θα κατακυρωνόταν η επίδικη προσφορά σε αυτήν, είναι εσφαλμένη.

 

Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Αγωγή ήταν πρόωρη, η οποία αποτελεί αντικείμενο του 1ου Λόγου Έφεσης, βασίστηκε στα παραδεκτά γεγονότα με βάση τα οποία προέκυπτε πως, μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε γίνει, ως σημείωσε, επανεξέταση από την Εφεσίβλητη και είχε εκδοθεί νέα διοικητική πράξη στις 11/11/2010, με την οποία η προσφορά κατακυρώθηκε, εκ νέου, στη δεύτερη προσφοροδότη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, έκρινε πως η Αγωγή, η οποία είχε καταχωρηθεί προγενέστερα της επανεξέτασης της διοικητικής πράξης και ενώ η Εφεσείουσα είχε πληροφορηθεί από την Εφεσίβλητη την πρόθεση της να επανεξετάσει την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, ήταν πρόωρη αφού, ως σημείωσε, μεσολάβησε νέα δοικητική πράξη και η Αγωγή δεν στηριζόταν στην ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή υπ’ αρ. 266/2011 που αφορούσε τη νέα διοικητική πράξη, ημερ. 11/11/2010. Επικαλέστηκε προς τούτο την υπόθεση Gremona Advertising Ltd v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (2006)                      1 Α.Α.Δ. 1149, στην οποία αποφασίστηκε πως το γεγονός ότι η Εφεσείουσα είχε προχωρήσει αμέσως μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης με την οποία είχε ακυρωθεί η απόφαση του Εφεσίβλητου ΚΟΤ, για κατακύρωση προσφοράς διαφήμισης όχι στην Εφεσείουσα αλλά σε άλλο προσφοροδότη, να ζητήσει  αποζημιώσεις από τον Εφεσίβλητο, χωρίς προηγουμένως να ολοκληρωθεί η διαδικασία συμμόρφωσης του Εφεσίβλητου με το ακυρωτικό αποτέλεσμα, καθιστούσε εκ των πραγμάτων αβάσιμη την αγωγή. Συναφής με τον 1ο Λόγο Έφεσης είναι και ο                         6ος Λόγος Έφεσης με τον οποίο, ως ήδη πιο πάνω έχει αναφερθεί, προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα καταχώρισε την Αγωγή χωρίς να δώσει στην Εφεσίβλητη τον αναγκαίο χρόνο να ενεργήσει προς συμμόρφωση και αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό την πάγια επί του θέματος νομολογία ότι μετά την ακύρωση διοικητικής πράξης υπάρχει συνταγματική υποχρέωση, με βάση το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, σε κάθε όργανο ή αρχή στη Δημοκρατία για ενεργό συμμόρφωση με αυτή, η οποία επιβάλλει την αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασης. Επομένως, για τη θεμελίωση του αγώγιμου δικαιώματος για αποζημιώσεις το οποίο διαλαμβάνεται στο Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, αποτελεί προϋπόθεση, όχι μόνο η ακύρωση της διοικητικής πράξης αλλά επιπλέον και η άρνηση της διοίκησης για αποκατάσταση της νομιμότητας, καθώς και η απόδειξη ζημιάς – (βλ. Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1 Α.Α.Δ. 342, «Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει, αφ' εαυτής, ζημία. Η ζημία πρέπει να αποδειχθεί. Η ζημία συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα».[1]

 

Η πλευρά της Εφεσείουσας υποστήριξε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ετίθετο θέμα επανεξέτασης. Τούτο, ως σημείωσε, ενόψει της παρέλευσης περιόδου 2/3, από τη συνολική περίοδο της προσφοράς, με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τη θέση της, η αποκατάσταση εκ των πραγμάτων να είναι αδύνατη, με συνεπακόλουθο να προκύπτει αστική ευθύνη για αποζημιώσεις.

 

Η πιο πάνω αντίκρυση του όλου ζητήματος από μέρους της Εφεσείουσας δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

 

Η προσέγγιση της νομολογίας μας είναι σαφής και διαχρονική.

 

Στην υπόθεση της Ολομέλειας στην Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 629, ο εφεσείων είχε προβάλει, παρόμοια  με την Εφεσείουσα επιχειρηματολογία, ότι, δηλαδή, στις περιπτώσεις όπου η φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους θέση είναι αδύνατη, η επανεξέταση είναι αχρείαστη και, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποκατάσταση θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική αποζημίωση. Είχε και εκείνος επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, όπως και η πλευρά της Εφεσείουσας, το απόσπασμα που ακολουθεί από το Σύγγραμμα της             Δ. Θεοχαροπούλου-Κοντόγιωργα, «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως», σελ. 285, ότι:

 

«Οσάκις υπάρχει η ως άνω αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως in natura, η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται εις χρηματικήν αποζημίωσιν, όταν όμως υπάρξη ζημιά και εφ΄ όσον συντρέχουν αι λοιπαί προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν. Ο χαρακτήρας της αποζημιώσεως αυτής είναι επανορθωτικός υπό την έννοιαν ότι αυτή ισοδυναμεί με αποκατάστασιν (retroactivite par equivalence) και αντιδιαστέλλεται της αποζημιώσεως ως κυρώσεων διά την μη εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως. Πάντως και εν προκειμένω, η υποχρέωσις προς αποζημίωσιν δεν είναι αυτόματος και αυτοδικαία, διότι είναι δυνατόν π.χ. η Διοίκησις να υποστηρίξη ότι ουδεμία ζημία επροξενήθη από την ακυρωθείσαν πράξιν

 

 

 

 Αποφάνθηκε η Ολομέλεια στην Κυριακίδης (σελ. 634-5), ότι: 

 

« … σε κάθε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης αποτελεί καθήκον της Διοίκησης να προβαίνει σε επανεξέταση - ή, όταν διαπιστώνεται λόγος, σε επαναδιερεύνηση (βλ. Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ. (2007) 3 Α.Α.Δ. 38) - για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως αυτή διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση. Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για καθήκον που τονίζεται από διαχρονικά σταθερή και σαφή νομολογία (βλ. Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1(A) Α.Α.Δ. 697, η οποία παραπέμπει στην προγενέστερη επί του θέματος νομολογία, καθώς και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 342), το οποίο η νομολογία δεν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι υποχωρεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Σε σχέση δε με την αναφορά στην οποία προέβη ο κ. Αγγελίδης από το σύγγραμμα της κας Θεοχαροπούλου-Κοντόγιωργα, την οποία παραθέσαμε αυτούσια πιο πάνω, παρατηρούμε ότι από τη μελέτη της εν λόγω αναφοράς δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η συγγραφέας υποστηρίζει τη θέση ότι οποτεδήποτε υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης in natura η Διοίκηση δεν προχωρεί σε επανεξέταση, αλλά σ' αυτό που φαίνεται να αποβλέπει είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς δικαιούται σε αποζημίωση επανορθωτικού χαρακτήρα η οποία αντιδιαστέλλεται της αποζημίωσης ως κυρώσεως για τη μη εκτέλεση της ακυρωτικής απόφασης, διαφοροποίηση που δεν γίνεται από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος το οποίο προνοεί για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σε κάθε περίπτωση που προκλήθηκε ζημιά                   από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη. (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1(B) Α.Α.Δ. 969, Frangoulides v. The Republic (1982) 1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (ανωτέρω).»

 

 

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κοινοπραξία A.D.T. - ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 42/2015, ημερ. 12/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:C4, αφού υιοθέτησε το σκεπτικό της υπόθεσης Κυριακίδης (ανωτέρω), ανέφερε ότι η διοίκηση δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να ανταποκριθεί είτε θετικά είτε αρνητικά στην επιστολή απαίτησης της εφεσείουσας για αποζημιώσεις, προτού διενεργηθεί επανεξέταση. Και αυτό γιατί όταν μια διοικητική απόφαση ακυρώνεται λόγω έλλειψης αιτιολογίας, δεν διαγιγνώσκεται η ουσία του ζητήματος.

 

Στις δύο πιο πάνω υποθέσεις Κοινοπραξία A.D.T. - ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. και Κυριακίδης, η ακυρωτική απόφαση δεν έκρινε κατά πόσον η απόφαση απόρριψης ήταν ορθή ή εσφαλμένη. Επομένως, κατά την επανεξέταση θα μπορούσε να προκύψει απόφαση με την οποία να απορριπτόταν η προσφορά της εφεσείουσας. Επίσης, ακόμα και στην περίπτωση που ο διαγωνισμός δεν υπήρχε πλέον, δυνατόν να διαφαινόταν πως, αν δεν λαμβανόταν η ακυρωθείσα απόφαση, ο διαγωνισμός θα είχε κατακυρωθεί στην εφεσείουσα, αφού πληρούσε τις προϋποθέσεις. Τότε μόνο θα τεκμηριωνόταν και η αξίωση της για αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ A.D.T. - ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. (ανωτέρω) ήταν ότι αναμφίβολα η απαίτηση της εφεσείουσας για αποζημίωση, αναδείκνυε «την πρακτική σημασία της επανεξέτασης και την αναγκαιότητα διενέργειας της». Αυτό ισχύει, ως λέχθηκε, ακόμα και αν δεν υφίσταντο άλλοι προσφοροδότες, αφού δεν μπορούσε να αποκλειστεί η περίπτωση η αιτήτρια να μην ικανοποιούσε τα κριτήρια της προσφοράς, οπόταν το έργο δεν θα μπορούσε να κατακυρωθεί σε αυτή.

 

Οι ίδιες αρχές που τέθηκαν στις υποθέσεις της Ολομέλειας  Κοινοπραξία A.D.T. -– ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. και Κυριακίδης (ανωτέρω), για την αναγκαιότητα επανεξέτασης προκειμένου να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, επαναλαμβάνονται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου            (βλ., μεταξύ άλλων, Νικόλας ν. Δημοκρατίας (2001) 1(Β) Α.Α.Δ 983).

Τα ίδια ισχύουν κατ’ αναλογία και στην υπό συζήτηση περίπτωση. Προτού διενεργηθεί επανεξέταση η Εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε, στις περιστάσεις της υπόθεσης, να ανταποκριθεί, είτε θετικά είτε αρνητικά, στην επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας, ημερ. 11/5/2010, για αποζημιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση η ακυρωτική απόφαση δεν έκρινε κατά πόσο η απόφαση απόρριψης ήταν ορθή ή εσφαλμένη. Η διοικητική απόφαση απόρριψης ακυρώθηκε λόγω κακής συγκρότησης και έλλειψης δέουσας έρευνας. Ως εκ τούτου δεν είχε διαγνωσθεί η ουσία του ζητήματος. Επομένως, κατά την επανεξέταση θα μπορούσε, όπως υπεδείχθη και στις πιο πάνω αποφάσεις, να προκύψει απόφαση απόρριψης της προσφοράς της Εφεσείουσας ή απόφαση ότι η προσφορά της πληρούσε τις προϋποθέσεις του διαγωνισμού, οπόταν και κανονικά θα συγκρινόταν με τις άλλες αιτήσεις που πληρούσαν τις προϋποθέσεις, ώστε να προκύψει ο επιτυχών προσφοροδότης στη βάση των κριτηρίων του διαγωνισμού. Η ακύρωση και μόνο μιας διοικητικής πράξης, όπως εν προκειμένω, δεν γεννά ipso facto δικαίωμα αποζημίωσης και αυτό καθότι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου έχει ακυρωτικό χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν επιβάλλεται στη Διοίκηση συγκεκριμένη πορεία, ούτε και προοιωνίζει το αποτέλεσμα της επανεξέτασης.

 

Σε ό,τι αφορά τα ζητήματα που εγείρονται μέσω του 7ου , 8ου και του                 9ου Λόγου Έφεσης αυτά καλύπτονται από νομολογιακές αρχές οι οποίες είναι από πολλού χρόνου αποκρυσταλλωμένες. Η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφεαυτής (ipso facto) δικαίωμα για αποζημίωση. Το δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της.

 

Στην υπόθεση Νίκολας ν. Δημοκρατίας (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 983, στο λόγο της οποίας παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέρθηκε ότι ζήτημα αποζημίωσης τίθεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της.  Έτσι ο Εφεσείων για να μπορούσε στην εν λόγω υπόθεση να επιτύχει στην αξίωσή του, έπρεπε να είχε αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη και επειδή δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία η απαίτηση του δεν μπορούσε να επιτύχει.

 

Στη θεμελιακής σημασίας απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στη Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 969, ο απαιτητής, Ρωσική αεροπορική εταιρεία, έπρεπε να αποδείξει ότι θα ελάμβανε, στην περίπτωση εκείνη, την άδεια διενέργειας ναυλωμένων πτήσεων από Μόσχα σε Κύπρο, αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη. Έπρεπε να είχε αποδείξει πως θα εξασφάλιζε την επίδικη άδεια αν το αίτημα του εξεταζόταν από το αρμόδιο όργανο. Τέτοια απόδειξη δεν έχει προσφερθεί. Υπό αυτά τα δεδομένα κρίθηκε πως το βάθρο της απαίτησης του είχε καταρρεύσει. (Βλ. Attorney-General ν. Andreas Marcoullides and Another (1966) 1 C.L.R. 242, Costas Tsakkistos v. Attorney-General (1969) 1 C.L.R. 355, Kambis v. Republic (1984) 1 C.L.R. 314, Christofides v. Attorney-General (1981) 1 C.L.R. 18, Frangoullides v. Republic (1982) 1 C.L.R. 462, Εγγλεζάκης και Άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας (1992) 1(A) A.A.Δ. 697, Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρης Θεοδωρίδης (1993)                     1 Α.Α.Δ. 420 και Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως Κύπρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 612).

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 342, την οποία επίσης επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τονίστηκε πως «η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει, αφ' εαυτής, ζημία. Η ζημία πρέπει να αποδειχθεί. Η ζημία συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα».

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση θα έπρεπε, ως ορθά υπεδείχθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αποδειχθεί πως, σε περίπτωση που δεν παρεμβάλλετο η ακυρωθείσα πράξη, η προσφορά θα είχε κατακυρωθεί στην Εφεσείουσα. Διαπιστώνεται ότι η ακυρωτική απόφαση δεν επέφερε χωρίς άλλο τέτοιο αποτέλεσμα, αφού παρέμενε αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο η προσφορά θα κατακυρώνετο στην Εφεσείουσα. Τότε και μόνο τότε θα τεκμηριωνόταν και η αξίωση της για αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, οι πιο πάνω Λόγοι Έφεσης, 1ος, 6ος, 7ος, 8ος και 9ος είναι άνευ ερείσματος και, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

Ενόψει της επικύρωσης της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστήριο ότι η Αγωγή ήταν πρόωρη, καθώς και της μη τεκμηρίωσης ζημιάς ως άμεσης συνέπειας της ακυρωθείσας απόφασης της Εφεσίβλητης λόγω της μη ύπαρξης μαρτυρίας ότι η επίδικη Προσφορά θα κατακυρωνόταν στην Εφεσείουσα, η εξέταση των υπόλοιπων Λόγων Έφεσης καθίσταται πλέον  εντελώς ακαδημαϊκής φύσεως και, ως τέτοια, αχρείαστη.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας ύψους €5.200, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.

 

 

 

 

                                      Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.



[1] Βλ. Ευτυχία Κυπριανού v. Γενικού Εισαγγελλέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2015 (σχ. με 7/2015), ημερ. 13/9/2023.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο