ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολ. Αίτηση αρ. 140/2026)
29 Ιουνίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής]
Αναφορικά με το άρθρο 155.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα άρθρα 3 και 9 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964.
-και-
Αναφορικά με τον Περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018.
-και-
Αναφορικά με την Αίτηση της LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD (ΗΕ 45049), από Γρηγόρη Αυξεντίου, 63, Αναλιόντας, 2641 Λευκωσία, Κύπρος, για ΑΔΕΙΑ για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari.
-και-
Αναφορικά με την Ενδιάμεση Απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 04/06/2026 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό εκδίκαση αγωγής 124/2015.
Μονομερής αίτηση υπό Loizos Iordanou Constructions Ltd - αιτήτριας
Δημήτρης Αραούζος για Chrysses Demetriades & Co LLC, για την αιτήτρια.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα αίτηση, η αιτήτρια επιζητεί την άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκειμένου να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 04/06/2026, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής 124/2015.
Με την εν λόγω ενδιάμεση απόφασή του, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέγραψε μέρος της γραπτής δήλωσης του πρώτου μάρτυρα της αιτήτριας στη διαδικασία εκδίκασης της ανταπαίτησης του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) εναντίον της αιτήτριας, ενώ είχαν ολοκληρωθεί η εκδίκαση της κυρίως απαίτησης της αιτήτριας και η μαρτυρία για το ΣΑΠΑ στην ανταπαίτησή του.
Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αιτήτρια, όπως εκτίθεται στην επισυναπτόμενη με την αίτηση ένορκη δήλωση, έχει ως ακολούθως:
1. Η αιτήτρια, που είναι εργοληπτική εταιρεία, σε κοινοπραξία μαζί με την εργοληπτική εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ, υπέγραψε συμφωνία με το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ), μετά την επιτυχία της προσφοράς τους στον διαγωνισμό για ανάληψη συγκεκριμένης εργοληπτικής εργασίας με τον τίτλο «Διαγωνισμός για κατασκευή αγωγών λυμάτων και όμβριων αντλιοστασίων και συναφών εργασιών Β φάσης».
2. Η αιτήτρια, ως ενάγουσα 1, και η πιο πάνω κοινοπραξία, ως ενάγουσα 2, καταχώρισαν στις 29/01/2015 την αγωγή 124/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου κατά του ΣΑΠΑ, με την οποία αξίωσαν το ποσό των €2.780.453,65 ως το κατ’ ισχυρισμό ποσό, το οποίο ήταν το σύνολο από απλήρωτα υπόλοιπα εγκεκριμένων ενδιάμεσων Πιστοποιητικών Πληρωμής που είχε εκδώσει ο Μηχανικός του έργου, τον οποίο είχε διορίσει ο ΣΑΠΑ.
3. Ο ΣΑΠΑ καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή, με την οποία αρνείται ότι οφείλει το πιο πάνω ποσό ως υπόλοιπο ενδιάμεσων πιστοποιητικών πληρωμής, αλλά ανταπαιτεί και το ποσό των €9.217.023,58.
4. Με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, το Δικαστήριο καθόρισε όπως η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικαστούν ξεχωριστά, δηλαδή: (α) πρώτα να παρουσιαστεί η μαρτυρία από πλευράς της αιτήτριας για την απαίτησή της, (β) στη συνέχεια να παρουσιαστεί η μαρτυρία του ΣΑΠΑ, τόσο για την υπεράσπιση στην απαίτηση όσο και για την ανταπαίτησή του, και τέλος (γ) να παρουσιαστεί, από την αιτήτρια, η μαρτυρία της σε σχέση με την υπεράσπισή της, στην ανταπαίτηση του ΣΑΠΑ.
5. Αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία για την απαίτηση από πλευράς της αιτήτριας και η μαρτυρία για την υπεράσπιση και ανταπαίτηση από πλευράς ΣΑΠΑ, στις 07/05/2026 προσήλθε να καταθέσει ως πρώτος μάρτυρας από πλευράς της αιτήτριας ο κ. Μιχαήλ, για σκοπούς υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Όταν επιχείρησε να καταθέσει τη Γραπτή του Δήλωση, υπεβλήθη ένσταση από τους συνηγόρους του ΣΑΠΑ σε ό,τι αφορά τη σχετικότητα με τα επίδικα θέματα συγκεκριμένων παραγράφων της δήλωσης, των οποίων ζητήθηκε η διαγραφή.
6. Το Ε.Δ. Πάφου, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, εξέδωσε στις 04/06/2026 την υπό κρίση ενδιάμεση απόφασή του, αποδεχόμενο τις ενστάσεις του ΣΑΠΑ και διατάσσοντας τη διαγραφή από την πιο πάνω δήλωση, των παραγράφων 4 (μέρος της), 7 (μέρος της), 10(ii), 11-15, 16-17, 37-43, 60 (μέρος της), 61-62, 64-65, 66-78, 80 (i–vi), 81-94, 172-181, 182 (μέρος της), 183-186, 187-188, 208, 276(i) και 276(ii).
7. Μέρος του σκεπτικού του Ε.Δ. Πάφου για τη διαγραφή κάποιων από τις εν λόγω παραγράφους είναι ότι αφορούσαν ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής τα οποία δεν πληρώθηκαν και έτσι δεν σχετίζονταν με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που καταχώρισε η αιτήτρια και για την οποία κατέθετε ο εν λόγω μάρτυρας.
Είναι, εντούτοις, η θέση της αιτήτριας ότι οι διαγραφείσες παράγραφοι απαντούσαν στις επιμέρους αξιώσεις και θέσεις του ΣΑΠΑ, που διατυπώνονταν στην ενότητα της Τεχνικής Έκθεσης της ΜΥ2, η οποία κατέθεσε για την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του ΣΑΠΑ. Η αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω, στους λόγους υποστήριξης της παρούσας αίτησής της, ότι καταπατήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, καθότι, κατά παράβαση της Δ.33 των παλαιών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέγραψε τις πιο πάνω παραγράφους.
Ισχυρίζεται επίσης ότι, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, με την υπό κρίση ενδιάμεση απόφαση, χωρίς δέουσα αιτιολογία, αφού δεν παρέθεσε και δεν ανέλυσε την επιχειρηματολογία της αιτήτριας κατά της διαγραφής, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αποστέρησε από την αιτήτρια το δικαίωμα να καταθέσει όλη τη δυνατή μαρτυρία της, προς απάντηση και αντίκρουση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες του ΣΑΠΑ, επί του συνόλου των πτυχών και ισχυρισμών της ανταπαίτησης, παραβιάζοντας, με αυτό τον τρόπο, το θεμελιακό δικαίωμα της αιτήτριας να τύχει δίκαιης δίκης.
Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, ο συνήγορος της αιτήτριας, μετά και από σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα προσβολής της ενδιάμεσης απόφασης με έφεση στο τελικό στάδιο της δίκης, ισχυρίστηκε ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά μια απλή ενδιάμεση απόφαση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου για την αποδεκτότητα μέρους συγκεκριμένης μαρτυρίας κατά τη δίκη. Ισχυρίστηκε, αντιθέτως, ότι με την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην ουσία αποστερείται το δικαίωμα της αιτήτριας να υπερασπιστεί στον πυρήνα των ισχυρισμών της ανταπαίτησης, όπως αυτός παρουσιάστηκε με τη μαρτυρία του ΣΑΠΑ, ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
Σημειώνεται ότι στο δικόγραφο της ανταπαίτησης παρατίθενται ισχυρισμοί για συμπαιγνία της αιτήτριας με τους συμβούλους-μηχανικούς του έργου για καταδολίευση και εξαπάτηση του ΣΑΠΑ. Παρατίθενται, επίσης, ισχυρισμοί για δωροδοκίες σε αξιωματούχους του ΣΑΠΑ, ως αποτέλεσμα των οποίων, ήταν οι παράνομες υπερπληρωμές από τον ΣΑΠΑ προς την αιτήτρια και την κοινοπραξία που ανέλαβε το έργο.
Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και οι τοποθετήσεις του συνηγόρου ως προς τη σχετικότητα των παραγράφων που διαγράφηκαν με το δικόγραφο της ανταπαίτησης του ΣΑΠΑ. Υπενθυμίζεται ότι στην αιτιολογία που έδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για τη διαγραφή κάποιων παραγράφων ήταν ότι αυτές σχετίζονταν με διατακτικά τα οποία δεν πληρώθηκαν και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να συνδέονται με την ανταπαίτηση του ΣΑΠΑ, με την οποία επιζητείται η επιστροφή ποσών, τα οποία όμως δεν σχετίζονται με τα εν λόγω διατακτικά.
Ο συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίστηκε, επί του προκειμένου, ότι με τις εν λόγω παραγράφους επιχειρείται να δοθεί μια απάντηση στους γενικότερους ισχυρισμούς του ΣΑΠΑ περί καταδολίευσής του με την έκδοση παράνομων πιστοποιητικών. Κατά συνέπεια, και ανεξάρτητα από το αν πληρώθηκαν ή όχι τα εν λόγω πιστοποιητικά, η διαγραφή αυτών των παραγράφων στερεί, κατά τον συνήγορο, στην ουσία, το δικαίωμα της αιτήτριας να αντικρούσει τους γενικότερους ισχυρισμούς του ΣΑΠΑ, όπως προβάλλονται στην ανταπαίτησή του, για την κατ’ ισχυρισμό καταδολίευσή του από την αιτήτρια.
Ήταν, τέλος, η θέση του συνηγόρου ότι, λόγω των πιο πάνω, ισχύουν στην παρούσα περίπτωση εξαιρετικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες συνηγορούν υπέρ της έκδοσης της αιτούμενης άδειας για καταχώριση αιτήματος έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari.
Έχω εξετάσει με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, αλλά και την εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια. Κρίνω, για τους λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος.
Εν πρώτοις, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος παρέχεται όπου, από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου, διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.
Στην υπόθεση Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, που αφορούσε αίτημα για άδεια καταχώρισης αίτησης Certiorari, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Για την υποβολή αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος είναι αναγκαία η άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι προφανής. Η δικαιοδοσία αυτή είναι το κατάλοιπο της εξουσίας του Δικαστηρίου και ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για καθορισμένους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Για την χορήγηση άδειας ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι έχει "εκ πρώτης όψεως" υπόθεση και/ή ότι υπάρχει "συζητήσιμο ζήτημα", στην έννοια που δόθηκε στις φράσεις αυτές στις Αγγλικές υποθέσεις Sidnell v. Wilson [1966] 1 All E.R. 681 και Land Securities v. Metropolitan Police [1983] 2 All E.R. 254,258, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση In re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250. Η πλάνη περί το νόμο πρέπει να είναι έκδηλη στο πρακτικό. Το πρακτικό είναι η ελεγχόμενη απόφαση και το πρακτικό του Δικαστηρίου χωρίς προσθήκες ή ενόρκους ομολογίες - (Rex v. Nat Bell Liquors Ld. [1922] 2 A.C. 128, στη σελ. 159 Baldwin & Francis v. Patent Appeal Tribunal /1959] 2 All E.R. 433, In re Argyrides (1987) 1 C.L.R. 23). Πλάνη νόμου, (error of law), όπως ειπώθηκε στην υπόθεση R. v. Preston Appeal Tribunal [1975] 2 All E.R. 807, στη σελ. 810 από τον Λόρδο Denning MR., περιλαμβάνει εσφαλμένη ερμηνεία νόμου, ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης.»
Αλλά, ακόμη και αν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (βλ. Vesko Michailovic (1997) 1 Α.Α.Δ. 729 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878).
Προκύπτει σαφώς από τη νομολογία ότι η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας. Δεν συνιστά, δηλαδή, υποκατάστατο της έφεσης. Ό,τι εξετάζεται είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών.
Στην απόφαση Παπαδοπούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 748, λέχθηκε ότι η αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ούτε σαν έφεση υπό μεταμφίεση ούτε σαν μέσο επανακρόασης του ζητήματος που εγείρεται. Τονίστηκε, ταυτόχρονα, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, ακόμα κι όταν δεν χωρεί η έκδοση άδειας προνομιακού διατάγματος λόγω του ότι ο αιτητής διαθέτει άλλα ένδικα μέσα, σε σπάνιες περιπτώσεις και κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να χορηγήσει σχετική άδεια (βλ. Ανθίμου ανωτέρω). Λέχθηκε, επίσης, με παραπομπή στην απόφαση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 A.A.Δ. 116, ότι το ένταλμα Certiorari παρέχει τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου κατώτερου Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει όμως αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασής του. Αντικείμενο της διαδικασίας για την έκδοση εντάλματος Certiorari δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας, αλλά της νομιμότητας της απόφασης.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζει με σαφήνεια ότι αποφάσεις που έχουν να κάνουν με άσκηση διακριτικής ευχέρειας του κατώτερου Δικαστηρίου, εφόσον δεν επηρεάζεται η νομιμότητά τους, δεν ελέγχονται με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Σχετική είναι η υπόθεση Sayakhat Air Company (1999) 1 Α.Α.Δ. 454, η οποία επαναλαμβάνει την πιο πάνω αρχή, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, ως ακολούθως:
«Παρόμοιο θέμα απασχόλησε τον Τριανταφυλλίδη Π. στην υπόθεση In Re Malikides and Others (1980) 1 C.L.R. 472. Υιοθέτησε απόσπασμα από την υπόθεση Rex v. Marshland Smeeth and Fen District Commissioners [1920] 1 K.B. 155 σύμφωνα με το οποίο, όταν το κατώτερο δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία αναφορικά με την απόφαση που μπορεί να εκδώσει, εφόσον αυτή ασκείται καλόπιστα και όχι αυθαίρετα ή παράνομα και χωρίς αναφορά σε εξωγενή κριτήρια, το Δικαστήριο δεν θα ελέγξει την άσκησή της. Τονίστηκαν στην πιο πάνω υπόθεση και τα πιο κάτω στη σελίδα 478:
"Ιt should be stressed that a prerogative order cannot be made for the purpose of dictating to a Court in what manner it is to decide on a certain matter within its jurisdiction".
Σε μετάφραση:
"Πρέπει να τονιστεί ότι δεν μπορεί να εκδοθεί προνομιακό διάταγμα προς το σκοπό υπαγόρευσης σε Δικαστήριο του τρόπου με τον οποίο θα αποφασίσει συγκεκριμένο θέμα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του".
Με την ίδια έννοια, όπου τίθεται θέμα ρύθμισης διαδικασίας από το κατώτερο Δικαστήριο, δεν δικαιολογείται η ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, αφού η επίλυση τέτοιων θεμάτων ανάγεται στη δικαιοδοσία του κατώτερου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. (αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 828, Ιορδάνου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 914 και Κλεάνθους, Πολ. Αίτηση 46/2021, 5/4/2021).
Το ίδιο ισχύει, κατά την κρίση μου, και ως προς το αποδεκτό (admissible) ή όχι μιας μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις του κατώτερου Δικαστηρίου, ως προς το αν θα αποδεχθεί ή όχι μια μαρτυρία, εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του και δεν ελέγχονται με Certiorari.
Στην υπόθεση Ανδρέας Κωνσταντινίδης κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 847, εξετάστηκε η δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία ενώπιον του κατώτερου Ποινικού Δικαστηρίου με ένταλμα Certiorari, για ακύρωση ενδιάμεσης απόφασης περί αποδοχής γραπτών καταθέσεων των κατηγορούμενων ως μαρτυρίας. Αποφασίστηκε ότι:
(1) Το παραδεκτό των γραπτών καταθέσεων ως μαρτυρίας, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
(2) Δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση προνομιακού εντάλματος με σκοπό την υπαγόρευση στο εκδικάζον Δικαστήριο του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να αποφασίσει επί θέματος που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του.
(3) Επιδιώχθηκε η ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου ως εσφαλμένης για να αποκλειστούν οι γραπτές καταθέσεις των αιτητών που ήδη έγιναν δεκτές ως μαρτυρία.
(4) Δεν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης με προνομιακό ένταλμα τύπου Certiorari προς αποκλεισμό μαρτυρίας που ήδη έγινε αποδεκτή.
Οι ίδιες αρχές ισχύουν και ως προς την απόρριψη κατάθεσης συγκεκριμένης μαρτυρίας από το εκδικάζον Δικαστήριο. Σχετική είναι η απόφαση Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 1066, που αφορούσε απόρριψη αιτήματος προσφοράς μαρτυρίας προς απόδειξη γεγονότων ενόρκου δηλώσεως συνοδεύουσας αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αίτηση για άδεια καταχώρισης αίτησης Certiorari, με σκοπό την ακύρωση του αποκλεισμού της μαρτυρίας αυτής, δεν έγινε αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε ότι η απόφαση εκδόθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο κατά άσκηση διακριτικής ευχέρειας και, επιπλέον, το θέμα αποκλεισμού μαρτυρίας δεν επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης. Λέχθηκε ότι, ακόμα και αν το Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τη Δ.48 θ.4 και δεν επέτρεψε την προσφορά μαρτυρίας, αυτό δεν επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης και, συνεπώς, δεν μπορεί να ακυρωθεί με ένταλμα Certiorari.
Η ίδια αρχή εφαρμόζεται, κατά την κρίση μου, και στην παρούσα περίπτωση. Το εκδικάζον την υπόθεση Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αποφάσισε τη διαγραφή των υπό κρίση παραγράφων ως μαρτυρίας, κρίνοντας ότι είναι άσχετες με την ανταπαίτηση της αιτήτριας. Η εν λόγω ενδιάμεση δικαστική κρίση, ως θέμα αποκλεισμού μαρτυρίας κατά την ακρόαση, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και δεν είναι τέτοια που να επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης, ώστε να δικαιολογείται ο έλεγχός της με προνομιακό ένταλμα Certiorari.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που είναι λανθασμένη η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου να διαγράψει τις υπό κρίση παραγράφους ως άσχετες με την ανταπαίτηση, αυτό δεν επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης αυτής, ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για αίτηση Certiorari (βλ. Λυσιώτης ανωτέρω).
Ο συνήγορος της αιτήτριας, κατά την αγόρευσή του προς υποστήριξη της αίτησης, απαντώντας σε υποδείξεις του Δικαστηρίου ως προς την εμβέλεια του προνομιακού εντάλματος Certiorari, δεν αμφισβήτησε τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Εισηγήθηκε, όμως, ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά μια απλή απόρριψη μαρτυρίας που ενδεχομένως να μην μπορεί να προσβληθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Υποστήριξε, αντιθέτως, ότι, ακόμα και αν η απορριφθείσα μαρτυρία αφορά διατακτικά που δεν πληρώθηκαν, η διαγραφή της συνιστά θεμελιακό λάθος που επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης, με την έννοια ότι στερεί από την αιτήτρια το δικαίωμα να αμφισβητήσει τον πυρήνα της ανταπαίτησης, που είναι οι ισχυρισμοί για συνομωσία και απάτη από την αιτήτρια, προς τον σκοπό της καταδολίευσης του ΣΑΠΑ.
Με όλο τον σεβασμό προς τον συνήγορο, δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Δεν είναι αντιληπτό πώς, με τη διαγραφή των υπό κρίση παραγράφων που αφορούν διατακτικά άσχετα με την ανταπαίτηση, θα πληγεί το δικαίωμα της αιτήτριας να αμφισβητήσει τον πυρήνα της ανταπαίτησης του ΣΑΠΑ. Τίποτα δεν εμποδίζει την αιτήτρια να προβάλει την υπεράσπισή της επί της ουσίας της ανταπαίτησης, αφού οι διαγραφείσες παράγραφοι δεν θα προσέθεταν οτιδήποτε προς την κατεύθυνση αυτή. Υπό τις περιστάσεις, οι ισχυρισμοί για παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων παρέμειναν ατεκμηρίωτοι από πλευράς αιτήτριας.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται.
Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο