ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 5/2026)
(i-justice)
10 Ιουνίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 8/2026.
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (πρ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ CERTIORARI, MANDAMUS, PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.2.2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ)
______________________________________
Στ. Οικονόμου με Ειρ. Μενεγάκη (κα) για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Ειρ. Γιακουμάκης, για τον Εφεσείοντα.
______________________________________________________________
Η ομόφωνη Απόφαση του Εφετείου θα δοθεί από τη Δημητριάδου-Ανδρέου, Δ.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με δέκα Λόγους Έφεσης προσβάλλεται η Απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, με την οποία απέρριψε την Αίτηση του Εφεσείοντα για επέκταση της προθεσμίας για καταχώριση αίτησης για άδεια, για την καταχώριση αίτησης Certiorari, Mandamus και Prohibition αναφορικά με δύο αποφάσεις, η πρώτη εκδοθείσα από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου στις 22/5/2025 και η δεύτερη από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 17/10/2025.
Ο Κανονισμός 5(1) των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Κανονισμών του 2018 έως 2024, προβλέπει ότι:
«Αίτηση για άδεια καταχωρείται το συντομότερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης.»
Ο Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Κανονισμό του 2024, που δημοσιεύθηκε στις 26/4/2024. Προηγουμένως, ο χρόνος των 45 ημερών καθοριζόταν «από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης».
Το Ανώτατο Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί την ευχέρεια, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5(2): «… να επεκτείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρίσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας».
Η πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου για την καταχώριση αίτησης για άδεια, σκοπεί στο να μην γίνεται κατάχρηση όσον αφορά τον χρόνο επίκλησης της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι εκτός και πέραν του τι είναι εύλογο και κατ' αναλογία επιτρεπτό υπό τις δοσμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δικονομικής ρύθμισης, προνοείται χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να υποβληθεί αίτηση για άδεια. Επίσης, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα για επέκταση του προβλεπόμενου χρόνου εφόσον καταδειχθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δεν επέτρεψαν την έγκαιρη καταχώριση της (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ξένιας Χαραλάμπους Κριθαρίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2023, ημερ. 24/9/2024).
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους Έφεσης με τους οποίους προσβάλλεται η ως άνω Απόφαση, κρίνεται σκόπιμη η συνοπτική αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, όπως αυτά προέκυπταν από την Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την υπό κρίση Αίτηση για επέκταση της προθεσμίας.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου με απόφαση της, ημερ. 22/5/2025, κήρυξε τον Εφεσείοντα έκπτωτο από τη θέση του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου.
Την ίδια ημέρα ο Εφεσείων έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης προφορικά κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου και μέσω ανακοινωθέντος αυτής ίδιας ημερομηνίας.
Στις 29/5/2025 ο Εφεσείων υπέβαλε δια του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έγγραφο αίτημα στη Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου, ζητώντας να του δοθούν αντίγραφα της απόφασης και των σχετικών πρακτικών και άλλων εγγράφων. Την ίδια ημέρα του παρεδόθη μόνο το ανακοινωθέν ημερ. 22/5/2025.
Ο Εφεσείων επανέλαβε το αίτημα του δι’ επιστολής του ημερ. 18/6/2025, χωρίς θετική ανταπόκριση.
Εν τω μεταξύ, στις 5/6/2025, κατέθεσε Προσφυγή ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία ορίστηκε στις 17/10/2025.
Στις 17/10/2025 ήταν παρών κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τη συζήτηση της Προσφυγής του, στην οποία του υπεβλήθησαν ορισμένα ερωτήματα. Δεν επετράπη στο δικηγόρο του να εμφανιστεί, παρά μόνο ο Εφεσείων παρέδωσε υπόμνημα το οποίο είχε ετοιμαστεί από το δικηγόρο του.
Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέδωσε απόφαση την ίδια ημέρα επικυρώνοντας την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ημερ. 22/5/2025.
Αυθημερόν εξεδόθη από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακοινωθέν, το οποίο αναρτήθηκε στο διαδικτυακό τόπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Λίγες ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερ. 17/10/2025, ο Εφεσείων αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας, για το οποίο εισήχθη σε κλινική στην Αθήνα από 23/10 μέχρι 27/10/2025 και ακολούθως του συνεστήθη ιατρική παρακολούθηση και ξεκούραση.
Ενώ ευρισκόταν στην Αθήνα για ιατρικούς λόγους, με επιστολή του ημερ. 19/11/2025 ζήτησε από το Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου να αποστείλει την επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικό Πατριάρχη για να του δοθούν αντίγραφα της απόφασης, ημερ. 17/10/2025 και των σχετικών πρακτικών. Η επιστολή διαβιβάστηκε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 24/11/2025.
Κατόπιν των ως άνω προσπαθειών του ο Εφεσείων ανέμενε για εύλογο χρονικό διάστημα την ανταπόκριση της Εκκλησίας της Κύπρου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε να λάβει αντίγραφα, τόσο της απόφασης ημερ. 22/5/2025, όσο και της απόφασης ημερ. 17/10/2025 του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για να μπορέσει να λάβει γνώση του σκεπτικού τους, αλλά και για να τα προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου.
Αφού επέστρεψε στην Κύπρο, στις 23/12/2025 ο Εφεσείων ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις 30/12/2025 καταχωρίστηκαν δύο αιτήσεις, μια αίτηση για επέκταση προθεσμίας και μία για εξασφάλιση άδειας.
Στις 8/1/2026 κοινοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Εφεσείοντα αντίγραφο της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ δεν έχει μέχρι σήμερα λάβει την απόφαση ημερ. 22/5/2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.
Οι δύο αιτήσεις που καταχωρίστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ορίστηκαν στις 12/1/2026 ενώπιον αδελφού Δικαστή και κατόπιν ακρόασης, στις 14/1/2026 εξεδόθη απόφαση με την οποία η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας απερρίφθη, στη βάση του ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί επέκταση της προθεσμίας ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση για άδεια, η οποία είχε ήδη καταχωριστεί. Μετά την απαγγελία της απόφασης ημερ. 14/1/2026 ο Εφεσείων απέσυρε την αίτηση για άδεια άνευ βλάβης.
Αφότου η απόφαση ημερ. 17/10/2025 λήφθηκε στις 8/1/2026, χρειάστηκαν λίγες ακόμα εργάσιμες ημέρες για ετοιμασία από τους δικηγόρους του Εφεσείοντα της νέας αίτησης για επέκταση της προθεσμίας. Τελικώς, η αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/1/2026.
Επανερχόμαστε στην πρωτόδικη Απόφαση και στο τι κρίθηκε σε αυτή, καθώς και στους Λόγους Έφεσης με τους οποίους αυτή προσβάλλεται.
Καθόσον αφορά την Απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερ. 22/5/2025, τo πρωτόδικο Δικαστήριο αφού επεσήμανε πως ο Εφεσείων είχε λάβει «πλήρη γνώση» αυτής την ημέρα της έκδοσης της, λόγω του ότι ήταν παρών κατά τη συνεδρία λήψης της απόφασης, έκρινε πως αδικαιολόγητα ανέμενε την έκβαση της Προσφυγής στην Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ξεπερνώντας κατά πολύ την προθεσμία των 45 ημερών πριν καταχωρίσει αίτηση για επέκταση της προθεσμίας. Σε ό,τι αφορά την Απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερ. 17/10/2025, αφού επεσήμανε ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή είχε περιέλθει στη γνώση του Εφεσείοντα κατά την ημέρα της έκδοσης κατά την πιο πάνω ημερομηνία, καθότι αυτός ήταν παρών κατά τη συνεδρία ενώ η απόφαση του είχε απαγγελθεί, κατέληξε πως παρέμεινε άπρακτος μέχρι και την 30/12/2025 όταν καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση για επέκταση της προθεσμίας.
Η πρωτόδικη Απόφαση προσβάλλεται με δέκα συνολικά Λόγους Έφεσης πλείστοι εκ των οποίων συμπλέκονται και αλληλοκαλύπτονται. Μέσω του 1ου και του 2ου Λόγων Έφεσης προβάλλεται ότι υπήρξε λανθασμένη εκτίμηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της «πλήρους γνώσης» της απόφασης, ως επίσης λανθασμένη εφαρμογή του Κανονισμού 5 και των αρχών που διέπουν την παράταση προθεσμίας. Με τον 3ο και 4ο Λόγο Έφεσης βάλλεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ενώ με τον 5ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ειδικότερα ως εσφαλμένη η εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων αναφορικά με τα αντικειμενικά εμπόδια που παρεμπόδισαν την έγκαιρη καταχώριση της Αίτησης. Μέσω του 6ου Λόγου Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλόγισε στον Εφεσείοντα αδικαιολόγητη αδράνεια ένεκα της αναμονής της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με τον 7ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι υπήρξε παράλειψη του Δικαστηρίου να προβεί στη δέουσα στάθμιση του συμφέροντος της δικαιοσύνης, ενώ με τον 9ο Λόγο Έφεσης, ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Με τον 8ο και 10ο Λόγους Έφεσης προβάλλεται ότι η πρωτόδικη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας και λανθασμένης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Καθόσον αφορά την Απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερ. 17/10/2025 και στο πλαίσιο προώθησης της υπό κρίση Έφεσης και ειδικότερα του 1ου, του 2ου, του 3ου καθώς και του 9ου και 10ου Λόγων Έφεσης, πολύς λόγος έγινε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε «πλήρης γνώση» εφόσον δεν είχε κοινοποιηθεί στον Εφεσείοντα το κείμενο της αιτιολογημένης Απόφασης ημερ. 17/10/2025, και τούτο παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του Εφεσείοντα. Με βάση τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναμφίβολα προέκυπτε γνώση από μέρους του Εφεσείοντα, εφόσον αυτός ήταν παρών κατά τη συνεδρία στο πλαίσιο της οποίας του είχε απαγγελθεί η απόφαση αποκτώντας τοιουτοτρόπως γνώση για την εν λόγω Απόφαση και των τεκταινομένων. Η μη κοινοποίηση στον Εφεσείοντα της αιτιολογημένης Απόφασης ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι από τις 17/10/2025 αυτός είχε λάβει γνώση της ως άνω Απόφασης.
Ως εκ των ανωτέρω ό,τι εγείρετο, εν προκειμένω, ήταν κατά πόσο υπήρξαν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες παρεμπόδισαν τον Εφεσείοντα να καταχωρίσει την αίτηση του για άδεια εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών, αφότου έλαβε γνώση για την απόφαση. Ή για να το θέσουμε όπως στον ίδιο τον Κανονισμό 5(2) διαλαμβάνεται, κατά πόσο υπήρξαν «εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρίσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας». Ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, ο πιο πάνω Κανονισμός καταγράφει τη δυνατότητα παράτασης του χρόνου των 45 ημερών που ο ίδιος τάσσει από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης, στην περίπτωση που καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν την καταχώριση σχετικής αίτησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Όπως προσφάτως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2026, ημερ. 21/4/2026, η χρήση του αορίστου, στη φράση «που παρεμπόδισαν», στον Κανονισμό 5(2) υποδηλώνει ότι για να καταχωρηθεί αίτηση για επέκταση της προθεσμίας θα πρέπει να έχει εκπνεύσει η προθεσμία που προβλέπεται στον Κανονισμό 5(1), να έχουν δηλαδή παρέλθει τουλάχιστον 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής έλαβε γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Όπως είναι, δηλαδή, διαμορφωμένος ο Κανονισμός, δεν υπάρχει η δυνατότητα εξασφάλισης επέκτασης της προθεσμίας πριν την εκπνοή των 45 ημερών.
Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι δεδομένο πως η απόφαση ημερ. 17/10/2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα μόλις στις 8/1/2026 και αφού προηγήθηκε γραπτό αίτημα του Εφεσείοντα προς εξασφάλιση της μέσω επιστολής του ημερ. 19/11/2025. Γίνεται κατανοητό ότι όταν δόθηκε τελικώς το κείμενο της απόφασης στον Εφεσείοντα, η προβλεπόμενη προθεσμία των 45 ημερών για καταχώριση αίτησης είχε παρέλθει. Με δεδομένη την επιτακτική πρόνοια του Κανονισμού 3(2)[1] για επισύναψη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακών ενταλμάτων πιστού αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο η αδυναμία ή δυσκολία αυτή να εξασφαλιστεί εγκαίρως συνιστούσε, στην προκείμενη περίπτωση, εξαιρετική περίσταση.
Το τι μπορεί να αποτελέσει «εξαιρετική περίσταση» δεν μπορεί παρά να κρίνεται κατά περίπτωση και στη βάση των γεγονότων και συνθηκών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Τσικουρή και Άλλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 217/2020, ημερ. 30/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D454).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ενώ ο Εφεσείων είχε λάβει γνώση της απόφασης ημερ. 17/10/22025, «παρέλειψε εντελώς αδικαιολόγητα να ενεργήσει το συντομότερο δυνατό, με αποτέλεσμα να μην αποταθεί στο Δικαστήριο αφενός πριν τη λήξη της προθεσμίας και αφετέρου όσο το δυνατό πιο γρήγορα μετά τη λήξη αυτής». Ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, γνώση για την εν λόγω απόφαση υπήρξε. Δεν λήφθηκε, ωστόσο, υπόψη το γεγονός ότι ο Εφεσείων ενώ είχε ζητήσει αντίγραφο της απόφασης αυτή του δόθηκε αφού είχε ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία. Ούτε λήφθηκε υπόψη ότι θα έπρεπε ο Εφεσείων να είχε στην κατοχή του και το αντίγραφο της απόφασης προκειμένου να προχωρούσε με τον ορθό τρόπο στην υποβολή της αίτησης για άδεια. Κρίθηκε μάλιστα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παράλειψη εξασφάλισης πιστού αντιγράφου δεν αποτελούσε κώλυμα για την καταχώριση αίτησης για άδεια.
Η παρέλευση χρονικού διαστήματος ενός περίπου μήνα μέχρι ο Εφεσείων να ζητήσει αντίγραφο της απόφασης μετά που είχε λάβει γνώση γι’ αυτή, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους του Εφεσείοντα ενόψει των ιατρικών προβλημάτων που αντιμετώπισε λίγες μέρες μετά από την έκδοση της απόφασης ημερ. 17/10/2025. Συναφής στο σημείο αυτό είναι και ο 5ος Λόγος Έφεσης. Η μη άμεση ανταπόκριση της αρμόδιας αρχής στη χορήγηση στον Εφεσείοντα του αντιγράφου της απόφασης, παρά την υποβολή από τον ίδιο σχετικού αιτήματος, αναμφίβολα έχει τη δική της σημασία όσον αφορά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας. Δεδομένης της αναγκαιότητας επισύναψης πιστού αντιγράφου για να καταστεί δυνατή η σύννομη καταχώριση αίτησης του είδους κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η μη εξασφάλιση αντιγράφου της απόφασης εντός της προθεσμίας δημιουργούσε αντικειμενική και δικαιολογημένη αδυναμία καταχώρισης από τον Εφεσείοντα αίτησης για παραχώρηση άδειας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών. H κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «ενώ ο Αιτητής είχε πλήρη γνώση της απόφασης ημερ. 17.10.2025, και μετά τις 27.10.2025 που η κατάσταση του φαίνεται να του επέτρεπε να ενεργήσει, παρέμεινε άπρακτος μέχρι και 30.12.2025 όταν καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση για επέκταση της προθεσμίας» δεν μας βρίσκει, επομένως, σύμφωνους.
Εν ολίγοις, η μη εξασφάλιση αντιγράφου της απόφασης εντός της προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα από μέρους του Εφεσείοντα, συνιστούσε περίσταση που τον παρεμπόδισε στο να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο προς διεκδίκηση θεραπείας.
Δεν ισχύουν, ωστόσο, τα ίδια σε σχέση με την άλλη απόφαση η οποία εκδόθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου στις 22/5/2025. Όπως προέκυψε από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου γεγονότα, ο Εφεσείων μετά που έλαβε γνώση της απόφασης, ζήτησε στις 29/5/2025 και ακολούθως εκ νέου στις 18/6/2025, αντίγραφο της απόφασης χωρίς, ωστόσο, να υπάρξει ανταπόκριση. Η πρώτη δε φορά που υπέβαλε αίτηση για παράταση της προθεσμίας για καταχώριση αίτησης για άδεια καταχώρισης Αίτησης με Κλήση για την έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων, συμπεριλαμβανομένου και Mandamus με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου όπως παραχωρήσει στον Εφεσείοντα επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης ημερ. 22/5/2025, ήταν στις 30/12/2025 και αφού είχε προ πολλού λήξει η προβλεπόμενη προθεσμία των 45 ημερών. Η δε αιτιολογία που δόθηκε για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα περί αναγκαιότητας εξάντλησης όλων των ενδίκων μέσων εντός της εκκλησιαστικής έννομης τάξης και της αναμονής του αποτελέσματος της Προσφυγής στην Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου πριν καταχωρίσει αίτηση για άδεια, ορθώς κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία, ειδικότερα εφόσον η προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης για άδεια έτρεχε και εξαντλείτο». Ως εκ τούτου δεν συμφωνούμε με τα όσα προωθήθηκαν από μέρους του Εφεσείοντα ειδικότερα στο πλαίσιο του 6ου Λόγου Έφεσης. Όσον δε αφορά τα προβλήματα υγείας που ο Εφεσείων αντιμετώπισε, αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από πλευράς του Εφεσείοντα, εφόσον αυτά παρουσιάστηκαν αρκετούς μήνες αργότερα από την ημέρα έκδοσης της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στις 22/5/2025, ήτοι λίγες μέρες μετά την έκδοση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερ. 17/10/2025.
Ο χρόνος, όμως, είναι δεδομένος και παραπέμπει σε μία περίοδο 45 ημερών «από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης». Ο καθορισμός του πλαισίου προθεσμιών που τίθεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό 5(1), συνάδει με την πάγια νομολογία που διέπει το ζήτημα του χρόνου καταχώρισης αιτήσεων αυτής της μορφής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παροχή από τον εν λόγω Κανονισμό προθεσμίας 45 ημερών, είναι διάστημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση, κρίθηκε ως ικανοποιητικό προς αναζήτηση θεραπείας, δια της εισαγωγής αίτησης παροχής άδειας προς καταχώριση αίτησης για λήψη προνομιακού εντάλματος. (Αναφορικά με την Αίτηση της Al-Bitar, Πολιτική Αίτηση Αρ. 74/2020, ημερ. 7/7/2020).
Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι η τήρηση των προθεσμιών δεν είναι θέμα τύπου αλλά ουσίας και η αναζήτηση προνομιακής θεραπείας επιβάλλεται να λαμβάνει χώρα το συντομότερο δυνατό, δεδομένου ότι τα Προνομιακά Εντάλματα παρέχονται κατά προνόμιο και όχι δικαιωματικά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί, επ' ουδενί λόγο, να δικαιολογηθεί η χαλάρωση της αυστηρότητας του Κανόνα ως προς την καταχώριση τέτοιου είδους αιτήσεων. Ούτε, βεβαίως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, επιβάλλει την παράκαμψη της προθεσμίας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, καθόσον αφορά την απόφαση ημερ. 22/5/2025 και το σχετικό με αυτή αίτημα για επέκταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για άδεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε την περίπτωση εντός του ορθού πλαισίου παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, και στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 138/2022, ημερ. 22/11/2023:
«Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία η οποία έχει διαμορφωθεί από τη θέσπιση του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, κατά την εξέταση αίτησης για επέκταση, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη την ημερομηνία λήψης γνώσης της απόφασης ή διατάγματος και να συνεκτιμήσει παράλληλα τις ενέργειες του αιτητή από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι και την καταχώριση της αίτησης επέκτασης. Σε περίπτωση που διαφανεί ότι ο αιτητής δεν ενήργησε με την απαραίτητη σπουδή, αφότου έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης ή διατάγματος, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την επέκταση του χρόνου.»
Ως εκ των ανωτέρω, η Έφεση αποτυγχάνει σε σχέση με το αίτημα για επέκταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για άδεια αναφορικά την απόφαση ημερ. 22/5/2025, ενώ επιτυγχάνει σε σχέση με το αίτημα για επέκταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για άδεια αναφορικά την απόφαση ημερ. 17/10/2025.
Συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται μόνο σε σχέση με το αίτημα επέκτασης που αφορά στην απόφαση ημερ. 17/10/2025.
Ο χρόνος επεκτείνεται για περίοδο δέκα ημερών από σήμερα. Ο Εφεσείων δύναται να καταχωρίσει εντός της πιο πάνω προθεσμίας αίτηση για εξασφάλιση άδειας για καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
[1] (2) Η αίτηση για άδεια πρέπει να συνοδεύεται από Έκθεση σύμφωνα με τον επισυνημμένο Τύπο Β, Ένορκη Δήλωση και Τύπο Διορισμού Δικηγόρου. Στην Ένορκη Δήλωση πρέπει να επισυνάπτονται ως Τεκμήρια πιστά αντίγραφα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, διαταγμάτων ή πράξεων.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο