ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΥΣΣΗ v. ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΣΚΑΡΠΑΡΗ, Αίτηση Αρ. 1/2026, 14/7/2026
print
Τίτλος:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΥΣΣΗ v. ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΣΚΑΡΠΑΡΗ, Αίτηση Αρ. 1/2026, 14/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(ε) ΤΟΥ Ν. 33/1964

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ

 

(Αίτηση Αρ. 1/2026)

 

 

14 Ιουλίου, 2026

 

 

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΥΣΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ κου Λ. ΜΟΥΓΗ, Π.Ε.Δ.

 

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 35/21

 

 

Μεταξύ:

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΥΣΣΗ

 

 

ΚΑΙ

 

 

ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΣΚΑΡΠΑΡΗ

 

 

________________________________________________

 

    Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

 

    Α. Ονησιφόρου (κα) για Σπύρος Ιωάννου ΔΕΠΕ, για τον Καθ’ου η Αίτηση.

        

 

________________________________________________

 

Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη

Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

______________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής, Ενάγων στην Αγωγή υπ’ αρ. 35/2021 (εφεξής «η Αγωγή») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, αιτείται από το Ανώτατο Δικαστήριο την εξαίρεση του Δικαστή ενώπιον του οποίου η υπόθεση εκκρεμεί, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(ε) του Νόμου 33/64.

 

Είχε προηγηθεί γραπτή αίτηση του Αιτητή στις 18/6/2026 με την οποία ζήτησε την εξαίρεση του Προέδρου του Δικαστηρίου από την εκδίκαση της υπόθεσής του. Ο τελευταίος με απόφαση του, ημερ. 26/6/2026, απέρριψε την αίτηση.

 

Όπως είχαμε την ευκαιρία να αναφέρουμε και σε άλλες αποφάσεις μας και συγκεκριμένα στην DE.T. Domiki Investment Ltd, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερ. 18/1/2024, η δικαιοδοσία για αίτηση εξαίρεσης Δικαστή σε άλλο από το εκδικάζον Δικαστήριο είναι νέα. ΄Εχει ανατεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο με την τροποποίηση που επέφερε ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2022, Ν. 145(Ι)/2022. Σύμφωνα με το Άρθρο 9(3)(ε) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ.3) του 2022, από την 1/7/2023 το Ανώτατο Δικαστήριο «επιλαμβάνεται αιτήσεων προς εξαίρεση Δικαστή οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ύστερα από την απόρριψη τοιαύτης αιτήσεως εξαιρέσεως από το κατά περίπτωση δικαστήριο».

Η δικαιοδοσία είναι πρωτόδικη και σύμφωνα με τον Κανονισμό 29(1) των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023, ασκείται από σύνθεση Δικαστηρίου από τρεις Δικαστές. Δεν συνιστά έφεση κατά της απόφασης του Δικαστή να μην εξαιρεθεί. Ωστόσο, η απόρριψη από τον ίδιο το Δικαστή αιτήσεως εξαίρεσης του είναι, με βάση το Νόμο, προϋπόθεση για την καταχώριση αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Νόμος ουσιαστικά διαλαμβάνει ότι το αίτημα εξαίρεσης τίθεται πρώτα ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστή και εφόσον δεν εγκριθεί, το ίδιο αίτημα, τίθεται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 

 

Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση του Δικαστή καταγράφονται σε ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή σε 16 πυκνογραμμένες σελίδες. Ως ορθώς επισημαίνεται από πλευράς του Καθ’ου η Αίτηση ο οποίος καταχώρισε ένσταση στην παρούσα διαδικασία, δεν προβλέπεται στο σχετικό Κανονισμό η δυνατότητα καταχώρισης ένορκης δήλωσης. Οι λόγοι θα πρέπει να καταγράφονται στο Έντυπο αρ. 4 που καταχωρείται. Δεδομένου, όμως, του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως θα θεωρήσουμε ότι οι λόγοι αυτοί προκύπτουν από το έγγραφο της καταχωρηθείσας ένορκης δήλωσης.

 

Ως διαπιστώνεται, στο πιο πάνω έγγραφο καταλογίζονται στο Δικαστή διάφορες μεμπτές συμπεριφορές οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την έκδοση ενδιάμεσων αποφάσεων σε αιτήσεις που είχαν υποβληθεί από μέρους του Αιτητή. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο Δικαστής έδωσε «αντικανονικές, παράνομες οδηγίες» στον ίδιο, «παραβιάζοντας τους θεσμούς και διαδικαστικούς κανονισμούς» αλλά και το δικαίωμα του Αιτητή σε δίκαιη δίκη. Χαρακτηρίζει δε το Δικαστή ως «καθολικά εχθρικό» εναντίον του, ο οποίος επηρεάζεται από εξωγενή παράγοντα και συγκεκριμένα από το δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον Αιτητή μέχρι τις 3/3/2024 όταν, μέσω επιστολής στο i-Justice, ο Αιτητής ενημέρωνε για την απόσυρση του δικηγόρου του.  Είναι δε χαρακτηριστική η πιο κάτω αναφορά του Αιτητή σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνει αναφορικά με το Δικαστή:

 

«Πρέπει κατεπείγων να αντικατασταθεί ο κύριος Λοίζος Μουγής, τίποτε προσωπικό αφού πρώτη φορά τον είδα μπροστά μου στις 06/10/2026, και στο να με ανάγκαση να ζητήσω την εξαίρεση του είναι, οι αντίθετες ενέργειες του από τους θεσμούς, τους διαδικαστικούς κανονισμούς, και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην διεξαγωγή της Δίκαια Δίκης, στην ίση μεταχείριση μεταξύ διαδίκων που σε καμία περίπτωση δεν έκανε αποδεχτό οτιδήποτε αιτήθηκα από την πρώτη παρουσία του στις 06/10/2025 και είναι και 100% υπέρ, του εναγόμενου στην διακριτική ευχέρεια που του παρέχουνε οι κανονισμοί, εγώ δεν υπάρχω για τον κύριο Λοίζο Μουγή ως διάδικος και ως άνθρωπος…»

 

 

Τα γεγονότα που αφορούν τις οδηγίες και τις ενδιάμεσες αποφάσεις που εξέδωσε ο Δικαστής και αποτελούν αντικείμενο του παραπόνου του Αιτητή στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αναδύονται και από τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου που επισυνάφθηκαν στην παρούσα Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:

 

Στις 19/7/2023 καταχωρίστηκε στην Αγωγή από μέρους του Αιτητή ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Ακολούθησε, στις 13/9/2023, η καταχώριση εκ μέρους του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Την 21/3/2024 ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, καθώς και παραμερισμό της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων που έγινε ως ανωτέρω στις 19/7/2023 και 13/9/2023 και το Δικαστήριο με την ενδιάμεση Απόφαση του, ημερ. 6/10/2025, παραχώρησε στον Αιτητή την άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ορίζοντας όπως τα έξοδα ακολουθήσουν την πορεία της διαδικασίας, σε καμία όμως περίπτωση σε βάρος του Καθ’ου η Αίτηση.

 

Στις 17/4/2024 ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και στις 13/11/2025 καταχώρισε επιστολή απόσυρσης της αμέσως πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση Απόφαση στις 19/11/2025. Αφού ακούσθηκαν και οι δύο πλευρές το Δικαστήριο επιδίκασε τα έξοδα υπέρ του Εναγόμενου.

 

Στις 31/10/2025 ο Αιτητής είχε καταχωρίσει αίτηση αξιώνοντας, μεταξύ άλλων θεραπειών, και διάταγμα για απόσυρση των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 19/7/2023 και 13/9/2023 με τα παραρτήματα τους, ως επίσης και να του επιτρέπεται η καταχώριση νέου εγγράφου ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από την αρχή. Στις 18/3/2026 η πιο πάνω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης της, με έξοδα σε βάρος του Αιτητή. Παρεμβάλλεται ότι ο Αιτητής, μέσω της επικοινωνίας της εφαρμογής i-Justice, είχε υποβάλει αίτημα για αναβολή και ορισμού της το Σεπτέμβρη, επικαλούμενος προβλήματα υγείας. Η πλευρά του Εναγόμενου/Καθ’ου η Αίτηση έφερε ένσταση στο αίτημα για αναβολή και το Δικαστήριο όρισε όπως η διαδικασία διεξαχθεί με φυσική παρουσία. Ο Αιτητής δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και, αφού προηγήθηκε αίτημα από την πλευρά του Εναγόμενου για την απόρριψη της αίτησης λόγω μη προώθησης της, το Δικαστήριο, ως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε, απέρριψε την αίτηση με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου/Καθ’ου η Αίτηση.

 

Στις 18/6/2026, ως ήδη πιο πάνω έχει σημειωθεί, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αξίωνε την εξαίρεση του Προέδρου του Δικαστηρίου από την εκδίκαση της υπόθεσής του, στη βάση της ύπαρξης μεροληψίας από μέρους του Δικαστή στο χειρισμό της υπόθεσης μέσω των αποφάσεων που είχε εκδώσει σε αυτή. Ισχυρίστηκε ότι ο Δικαστής από τις 6/10/2025 που «διορίστηκε» για να χειριστεί την υπόθεση του έχει αποτύχει με τις «σκόπιμες, αντικανονικές, κακές» αποφάσεις που εξέδωσε και είναι μεροληπτικός έναντι του, ενώ διαφαίνεται και η ύπαρξη επηρεασμού του από εξωγενείς παράγοντες κατονομάζοντας ως τέτοιο εξωγενή παράγοντα συγκεκριμένο δικηγόρο.

 

Είναι ουσιαστικά στη βάση του πιο πάνω πραγματικού υποβάθρου που ζητείται η εξαίρεση του Δικαστή για λόγους αντικειμενικής αμεροληψίας.

 

Δεδομένης της καταχώρισης από μέρους του Αιτητή και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει εξαρχής να επισημάνουμε ότι δεν μπορεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, να τίθενται γεγονότα τα οποία διαφέρουν από εκείνα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή, διαφορετικά θα εγείρεται ζήτημα κατά πόσο έχει προηγηθεί απόρριψη «τοιαύτης αιτήσεως εξαιρέσεως από το κατά περίπτωση δικαστήριο». Εφόσον, δε, προκύπτουν νέοι λόγοι για εξαίρεση, αυτοί θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστή του οποίου ζητείται η εξαίρεση με νέο αίτημα εξαίρεσης  (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ρένου Σταυράκη, Αίτηση Αρ. 5/2024, ημερ. 10/12/2024). Ό,τι ενέχει σημασία σε τέτοιου είδους διαδικασία είναι τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση, τα οποία, επομένως, δεν θα πρέπει να διαφέρουν από εκείνα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή. Των πιο πάνω λεχθέντων ό,τι θα εξετασθεί περιορίζεται στα γεγονότα και στους λόγους για εξαίρεση ως αυτά είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστή.

 

Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD (ανωτέρω), «Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του Δικαστή αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται»                              (βλ. Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 Α.Α.Δ. 54). 

 

Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά. (2019) 3 Α.Α.Δ. 550, η οποία επί του θέματος υιοθετήθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην Αναφορά Αρ. 4/2022 (i-Justice), Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 27/6/2023, το τότε Ανώτατο Δικαστήριο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία διατύπωσε με σαφήνεια τις συνταγματικές και νομικές αρχές που ακολουθούνται στα σύγχρονα δικαστικά συστήματα για θέματα εξαιρέσεων Δικαστών ως ακολούθως: 

 

«1. Οι συνθήκες υπό τις οποίες ένας Δικαστής οφείλει, κατά κανόνα, να εξαιρεθεί είναι όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μεροληψίας ή εύλογη υποψία μεροληψίας, εκ μέρους του, και αφορά κυρίως τις εξής περιπτώσεις: (α) όταν έχει άμεσον οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, (β) όταν έχει στενή φιλία ή εχθρότητα με τους διαδίκους, και (γ) για άλλους λόγους που, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, επιβάλλουν την εξαίρεσή του (Δέστε: Locabail (U.K.) Ltd v. Bayfield Properties Ltd (2000) Q.B. 451, R. v. Gough (Robert) (1993) A.C. 646 και Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 ΑΑΔ, 54). 

2. Αυτοεξαίρεση Δικαστή για μη σοβαρό λόγο, ο οποίος δεν συνιστά έγκυρο λόγο εξαίρεσης, μπορεί να θεωρηθεί ως παράλειψη του Δικαστή να εκτελέσει το Δικαστικό του καθήκον και ως μη επιτρεπτή παρέμβαση των διαδίκων στην επιλογή του Δικαστή της υπόθεσης τους, κατά παράβαση του κανόνα για απρόσωπο τρόπο απονομής της δικαιοσύνης (Δέστε: Re JRL ex-parte, CJL (1986), 161 CLR 342 (Α.Δ. Αυστραλίας). Η ανάγκη διασφάλισης της υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να συμβιβάζεται με την ανάγκη για ορθή λειτουργία του Δικαστικού Συστήματος (Δέστε: Rooney v. Minister for Agriculture (2001) 2 Ι.R.L.M. 37 (Α.Δ. Ιρλανδίας).  

Οι αρχές περί εξαίρεσης, πέραν της πάγιας νομολογιακής αποκρυστάλλωσής τους, έχουν ενσωματωθεί στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Αναθεωρημένη Έκδοση Μαΐου 2019).»  

 

Είναι σαφές, και έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή για μεροληπτική στάση από μέρους του Δικαστή περιστρέφεται γύρω από την έκδοση συγκεκριμένων ενδιάμεσων Αποφάσεων. Ό,τι βασικά αναδύεται από το σύνολο των τεθέντων στοιχείων είναι το παράπονο έως και η έντονη δυσαρέσκεια του Αιτητή με τις εν λόγω αποφάσεις, προτάσσοντας συγχρόνως και τη θέση ότι αυτές έχουν εκδοθεί λόγω μεροληψίας του Δικαστή σε βάρος του.

 

Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 268, 274, «Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα.  Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές». Το κριτήριο είναι κατά πόσο δημιουργείται φαινομενική προκατάληψη στα μάτια του μέσου εχέφρονα πολίτη που είναι ταυτόχρονα ένας δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής, που «δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσια τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο» (βλ. Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279, 286).

 

Ο αντικειμενικός αυτός παρατηρητής, έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών και, ειδικότερα, έχει γνώση ότι οι Δικαστές και οι δικηγόροι είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες από τους οποίους εύλογα αναμένεται να ανταποκριθούν στο καθήκον τους             (βλ. Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2017 κ.ά., ημερ. 26/4/2018).

 

Εάν γινόταν αποδεχτή η προσέγγιση ως αυτή προκύπτει από τις θέσεις που προώθησε ο Αιτητής, αυτό θα σήμαινε ότι κάθε φορά που διάδικος διαφωνεί με το χειρισμό της υπόθεσης από το Δικαστήριο, θα προέτασσε ζήτημα αμεροληψίας του Δικαστηρίου για να αποκλείσει το Δικαστή που χειρίζεται την υπόθεση του και να επιλέγει αυτόν που θεωρεί ότι θα πρέπει να το δικάσει.

 

Όπως προκύπτει, τα θέματα επί των οποίων εστιάστηκε η αίτηση για εξαίρεση συναρτώνται με διαδικαστικής φύσεως άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όχι σε οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα που θα έδιδαν έρεισμα για ύπαρξη μεροληπτικής στάσης του Δικαστηρίου είτε έναντι του προσώπου του Αιτητή, είτε έναντι της υπόθεσής του. Όπως είναι νομολογημένο, η ύπαρξη προκατάληψης ή μεροληψίας για την οποία προβάλλεται παράπονο, πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία. Δεν μπορεί να έχει υπόβαθρο τη θεώρηση πραγμάτων όπως τα κατανοεί ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος στη βάση υποκειμενικής αντίληψης, χωρίς επαρκή γνώση του τρόπου λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών (βλ. Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 547-548).

 

Η απόρριψη κάποιων από τις αιτήσεις που καταχώρισε ο Αιτητής και η έγκριση κάποιων από τις θέσεις και ενστάσεις του δικηγόρου του Καθ’ου η Αίτηση,  συνιστούν αποφάσεις τις οποίες, εφόσον ο Αιτητής θεωρεί εσφαλμένες, μπορεί να προσβάλει με το κατάλληλο ένδικο μέσο.

 

Ούτε οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί επηρεασμού του Δικαστή από εξωγενή παράγοντα έχουν με οποιοδήποτε τρόπο τεκμηριωθεί, παραμένοντας στη σφαίρα της εικασίας και της αοριστολογίας.

 

Καταλήγουμε πως τίποτα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, δικαιολογεί την εξαίρεση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας από την υπόθεση που του ανατέθηκε για να εκδικάσει.

 

Ολοκληρώνοντας κρίνουμε  σκόπιμο να υπομνήσουμε αυτό που τονίσθηκε στην υπόθεση Μιχαηλίδης (ανωτέρω) ότι η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το Δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το Δικαστή που θα το δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli (1992) 1 C.L.R. 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση                 Αρ. 1/2015, ημερ. 23/6/2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του Δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος.  Σ’ αυτό το πλαίσιο, επαναλαμβάνουμε, οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλος  (ανωτέρω), Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (2009) 1 Α.Α.Δ. 761, 766, Markides v. Republic (1984) 3 C.L.R. 304).

 

Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

€1500 έξοδα της Αίτησης, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

                                      ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο