ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SABIR MAGDEEV, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Ή PROHIBITION, Πολιτική Αίτηση Αρ. 148/2026, 21/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SABIR MAGDEEV, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Ή PROHIBITION, Πολιτική Αίτηση Αρ. 148/2026, 21/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 148/2026)

 21 Ιουλίου, 2026

 

[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SABIR MAGDEEV, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Ή PROHIBITION

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/06/2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8(1) ΚΑΙ 8(2) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ Ν.97/1970.

.................

Δ. Λοχίας, για Δημήτρης Μ. Λοχίας Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.:  Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται το ένταλμα σύλληψης ημερ. 9.6.2026 το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του. Ζητά επίσης την έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition και ή ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να προχωρήσει με την εκδίκαση της Αίτησης Έκδοσης Φυγοδίκου υπ’ αρ. 6/2026, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης και ή τυχόν αίτησης δια κλήσεως.

Οι πέντε εναπομείναντες λόγοι (ο πέμπτος απεσύρθη), στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι:

(i)    Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και ή δικαιοδοσίας καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείτο δικαιοδοσίας να το εκδώσει. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο έκδοσης του εντάλματος, ο Αιτητής βρισκόταν στον αερολιμένα Λάρνακας και επομένως δεν βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που το εξέδωσε, κατά παράβαση του άρθρου 8(1)(α) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/1970, και του Τύπου 2 των περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τύποι) Κανονισμών του 1972, Κ.Δ.Π. 49/1972.

 

(ii)   Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης εξεδόθη καθ’  υπέρβαση δικαιοδοσίας καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού το εξέδωσε χωρίς να ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας του, κατά παράβαση των προαναφερόμενων Κανονισμών.

 

(iii)     Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης εξεδόθη συνεπεία κατάχρησης εξουσίας και ή διαδικασίας και ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την Αστυνομία. Συγκεκριμένα απεκρύβη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ότι ο Αιτητής κρατείτο παράνομα στον αερολιμένα Λάρνακας για πέντε ώρες, ήτοι από τις 17:40, όταν παρουσιάστηκε για διαβατηριακό έλεγχο με σκοπό την αναχώρηση του από την Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι τις 23:15, ώρα εκτέλεσης του εντάλματος.

 

(iv)    Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και ή δικαιοδοσίας καθότι δεν είχε παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία, παρά μόνο τα γενικά συμπεράσματα των ανακριτών, η οποία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την έκδοση του.

 

(vi)    Το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενήργησε μηχανιστικά κατά την έκδοση του, λόγω του ότι

 

·     O όρκος δόθηκε στις 22:33 και, μαζί με τα παραρτήματα, αποτελείτο από 90 σελίδες, με το ένταλμα να εκδίδεται στις 22:39, ήτοι μετά από έξι λεπτά, χρόνος αδύνατος για το Δικαστήριο να το αναγνώσει και διαμορφώσει δικαστική κρίση επί αυτού.

 

·     Στην πρώτη σελίδα του όρκου αναφερόταν ότι το ένταλμα εκδιδόταν από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, ενώ εξεδόθη από Επαρχιακή Δικαστή, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή και σημασία στο περιεχόμενο του εντάλματος.

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται το ιστορικό των γεγονότων κατά την επίδικη μέρα, από την άφιξη του Αιτητή και της συζύγου του στο αεροδρόμιο Λάρνακας, μέχρι και τη σύλληψη του δυνάμει του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης. Σε αυτή επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση.

Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018, στην οποία επαναλήφθηκε ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1(A) A.A.Δ. 116, ο σκοπός των διαταγμάτων certiorari είναι ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης. Για να χορηγηθεί άδεια, ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπόθεση. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. 

        Σύμφωνα με τα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στοιχεία, το αίτημα της Αστυνομίας για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του Αιτητή τέθηκε ενώπιον Επαρχιακής Δικαστή του Eπαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 22:33. Η Δικαστής εξέδωσε αυτό στις 22:39, με το οποίο διατασσόταν η σύλληψη του Αιτητή για σκοπούς έκδοσης του στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για να δικαστεί εκεί βάσει κατηγορητηρίου που αφορά κατηγορία για το αδίκημα της συνωμοσίας προς νομιμοποίηση χρηματικών μέσων, η οποία (κατηγορία) περιλαμβάνει και συμμετοχή σε χρηματικές συναλλαγές που αφορούν περιουσία προερχόμενη από συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα, κατά παράβαση του Κώδικα των Η.Π.Α.

Στον όρκο, ο οποίος αποτελείτο από τέσσερις σελίδες, αναφερόταν ότι στις 28.4.2026 υπεβλήθη αίτημα προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Η.Π.Α., μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την έκδοση του Αιτητή στις Η.Π.Α. και ότι η έκδοση του Αιτητή ζητείται για να δικαστεί στις Η.Π.Α. βάσει κατηγορητηρίου που αφορά στην πιο πάνω αναφερόμενη κατηγορία. Ακολουθεί περιγραφή, σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, του τρόπου δράσης μιας οργανωμένης ομάδας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην οποία συμμετείχε και ο Αιτητής, καθώς επίσης και του ρόλου και του τρόπου δράσης του ιδίου στο όλο σχέδιο, έναντι προμήθειας για τη συμμετοχή του. Ακολούθως, στον όρκο γίνεται παράθεση των αδικημάτων βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας στα οποία εμπίπτουν οι υπό αναφορά εγκληματικές δραστηριότητες του Αιτητή. Στον όρκο αναφέρεται επίσης ότι οι αρχές των Η.Π.Α. ενημέρωσαν τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι ο Αιτητής, Ρωσικής καταγωγής, εντοπίζεται στην Κύπρο με τελευταία γνωστή διεύθυνση διαμονής (η οποία και καταγράφεται) στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υ.Α.Μ., αυτή η διεύθυνση είναι καταχωρημένη ως η διεύθυνση διαμονής του κατά τον χρόνο εγγραφής του στη Δημοκρατία ως αλλοδαπός. Αναφέρεται ακόμη πως ο Υπουργός Δικαιοσύνης έδωσε εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

Σύμφωνα πάντα με τον όρκο, στις 9.6.2026 και ώρα 17:40 o Αιτητής παρουσιάστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, με σκοπό να ταξιδέψει στη Γεωργία. Τα στοιχεία του εντοπίστηκαν στη βάση δεδομένων ως αναζητούμενο πρόσωπο. Ο ίδιος ανέφερε ότι διαμένει σε άλλη διεύθυνση στη Λεμεσό. Επομένως ζητείτο η σύλληψη του για σκοπούς έκδοσης του σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας για Έκδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά µε την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Έκδοση Φυγοδίκων, που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1996, (Κυρωτικού) Νόμου του 2008, Ν.3(ΙΙΙ)/2008 και του Ν.97/1970.

Στο προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία πως ο Αιτητής ζητείται να δικαστεί στις Η.Π.Α. βάσει κατηγορητηρίου αναφορικά με την κατηγορία της συνωμοσίας προς νομιμοποίηση χρηματικών μέσων, και ότι η εγκληματική αυτή πράξη συνιστά και παράβαση της ημεδαπής νομοθεσίας, με παράθεση των αντίστοιχων ποινικών αδικημάτων και των άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και άλλων Νόμων. Αναφέρεται επίσης ότι ο Αιτητής καταζητείται στις Η.Π.Α. για να προχωρήσει η έκδοση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.8(ΙΙΙ)/2008 και του Ν.97/1970. Τέλος, αναφέρεται ότι, επειδή κατά τη γνώμη της Δικαστού υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου εντάλματος σύλληψης του εν λόγω προσώπου το οποίο βρίσκεται στη Δημοκρατία, διατάσσεται η σύλληψη και προσαγωγή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

Η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου εδράζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, όπως στην παρούσα περίπτωση, με τη Συνθήκη της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Η.Π.Α. για έκδοση φυγοδίκου, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.8(ΙΙΙ)/2008. Το άρθρο 3 του Ν.97/1970 επιτρέπει τη σύλληψη και έκδοση προσώπου για τον σκοπό δίωξης ή έκτισης ποινής κατόπιν καταδίκης, σε χώρα με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνάψει Συνθήκη, επομένως και αυτός τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Άλλωστε, στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης δεν αμφισβητείται ότι αυτοί οι δύο Νόμοι τυγχάνουν εφαρμογής. Εξ ου και τόσο στον όρκο όσο και στο εκδοθέν δυνάμει αυτού (προσβαλλόμενο) ένταλμα σύλληψης γίνεται αναφορά και στους δύο αυτούς Νόμους.

Το άρθρο 8(1) και 8(2) του Ν.97/70 προνοεί για την σύλληψη προσώπου για σκοπούς έκδοσης του, ως ακολούθως:

«8.—(1) Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως προσώπου διωκομένου δι’ αδίκημα, δι’ ο δύναται να χωρήση έκδοσις, ή προσώπου καταζητουμένου προς έκτισιν ποινής επιβληθείσης αυτώ μετά καταδίκην αυτού διά τοιούτον αδίκημα— 

(α) άμα τη λήψει εξουσιοδοτήσεως διά την έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως, υπό δικαστού του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, εν τη δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον.

(β) άνευ τοιαύτης εξουσιοδοτήσεως, υπό του Προέδρου τοιούτου Επαρχιακού Δικαστηρίου, άμα ως ήθελε ληφθή καταγγελία ότι το ως είρηται πρόσωπον ευρίσκεται εν τη Δημοκρατία ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εν τη Δηµοκρατία ή καθ’ οδόν προς την Δημοκρατίαν,

ένταλμα δε εκδοθέν δυνάµει της παραγράφου (β) ανωτέρω, εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως προσωρινόν ένταλμα.

(2) Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως δυνάμει του παρόντος άρθρου επί τη προσκομίσει τοιούτων αποδεικτικών στοιχείων, ως κατά την κρίσιν του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα εδικαιολόγουν την έκδοσιν εντάλµατος συλλήψεως προσώπου διωκομένου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι’ έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι’ αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»

Με βάση το άρθρο 8(1)(α), ένταλμα σύλληψης δύναται να εκδοθεί όταν έχει ήδη ληφθεί εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του υπό αναφορά προσώπου, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση κατά την οποία δεν έχει δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση, όπου το άρθρο 8(1)(β) προνοεί για την έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης. Αυτή η διάκριση επεξηγείται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Z.D.Y., Πολ. Έφεση Αρ. 40/25, ημερ. 6.5.2026, στην οποία λέχθηκε ότι το «ιδιότυπο» προσωρινό ένταλμα σύλληψης προς προβλέπεται από το άρθρο 8(1)(β), δεν εμπίπτει ούτε και ταυτίζεται με τα εντάλματα σύλληψης, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στο άρθρο 8(1)(α). Όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση:

«Τα τελευταία, αφορούν εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται αφού έχει ήδη εξασφαλιστεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, για την έκδοση των οποίων, ως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 8(2) του Ν.97/1970, θα πρέπει να προσκομιστούν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν «την έκδοσιν εντάλματος συλλήψεως προσώπου διωκόμενου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι΄ έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι΄ αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»»

Οι δύο πρώτοι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση αφορούν το ζήτημα της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου να εκδώσει το ένταλμα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το άρθρο 8(1)(α) προνοεί πως το ένταλμα εκδίδεται «υπό δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου, εν τη δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον».

Με βάση τη νομολογία, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Δ. Γαλατάκης Λτδ v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου v. Αντέννα Λτδ (2006) 3 Α.Α.Δ. 151 και Ξεν. Επιχ. Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβ. Βελτ. Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348. Επομένως, η γραμματική συνήθης έννοια επικρατεί νοουμένου, βεβαίως, ότι με αυτή ικανοποιείται και ο σκοπός του νομοθέτη και η ερμηνεία δεν απολήγει σε παράλογο αποτέλεσμα.

Το άρθρο 7(3) του Ν.97/1970 δίδει εξουσία στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με τη λήψη της αίτησης έκδοσης, να χορηγήσει εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας της έκδοσης.  Η εξουσιοδότηση αυτή εκδίδεται επί του Τύπου 1, όπως προνοείται στον Κανονισμό 2 της Κ.Δ.Π. 49/1972.

Η εξουσιοδότηση ήταν μέρος των εγγράφων που συνόδευαν τον όρκο προς υποστήριξη του αιτήματος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του Αιτητή. Αυτή φαίνεται να εκδόθηκε σύμφωνα με τον Τύπο 1. Φέρει ημερομηνία 21 Μαΐου 2026 και απευθύνεται «Προς τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού». Στο τέλος της αναφέρεται πως, με την παρούσα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως «εξουσιοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας της έκδοσης από του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού του MΑGDEEV SABIR στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής …..».

Από τη στιγμή που ο Νομοθέτης επέτρεψε τη χορήγηση εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης, πριν από τη σύλληψη του υπό αναφορά προσώπου, τότε εύλογα συνάγεται ότι αυτή θα αφορούσε το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της δικαιοδοσίας του οποίου βρίσκεται ή πιθανόν να βρίσκεται το εν λόγω πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση, η πληροφόρηση ήταν πως ο Αιτητής διαμένει στη Λεμεσό, σε κατονομασθείσα διεύθυνση, επομένως ήταν καθόλα εύλογο η εξουσιοδότηση να απευθύνετο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σημειώνεται ότι η εξουσιοδότηση δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, ούτε και αμφισβητήθηκε ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι αυτή την οποία ο ίδιος δήλωσε στις αρμόδιες Αρχές κατά τον χρόνο εγγραφής του ως αλλοδαπός. Μάλιστα, σύμφωνα με τον όρκο, όταν ανακόπηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ο Αιτητής έδωσε άλλη διεύθυνση διαμονής, και πάλι στη Λεμεσό, επομένως και ο ίδιος φέρεται να δέχεται ότι διαμένει εντός της επαρχίας Λεμεσού.

Σύμφωνα με το άρθρο 8(1)(α), κατόπιν της χορήγησης της εξουσιοδότησης, υποβάλλεται το αίτημα για την σύλληψη του εν λόγω προσώπου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του οποίου αυτό βρίσκεται ή πιστεύεται ότι βρίσκεται. Αυτό το Δικαστήριο προφανώς πρέπει να είναι αυτό στο οποίο αφορά η εξουσιοδότηση. Η φράση «ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται» δεν περιορίζεται στη στιγμή κατά την οποία υποβάλλεται το αίτημα για την έκδοση του εντάλματος και κατά την οποία εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης. Η ερμηνεία που αποδίδει σε αυτή ο Αιτητής είναι πολύ περιοριστική, οδηγεί σε παραδοξότητα και δεν αντανακλά την πρόθεση του Νομοθέτη, καθότι σε τέτοια περίπτωση θα υποβάλλεται αίτημα και θα εκδίδεται ένταλμα σύλληψης προσώπου από Επαρχιακό Δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου το εν λόγω πρόσωπο εντοπίστηκε τη δεδομένη στιγμή, στη βάση εξουσιοδότησης η οποία αφορά σε άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται ή πιστεύεται ότι βρίσκεται το εν λόγω πρόσωπο.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 της Κ.Δ.Π. 49/1972, το ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8(1)(α) του Ν.97/1970 εκδίδεται επί του Τύπου 2 από Δικαστή Επαρχιακού Δικαστηρίου.  Στο ένταλμα θα πρέπει να γίνεται αναφορά στην εξουσιοδότηση του Υπουργού, να αναφέρεται ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση εντάλματος σύλληψης του εν λόγω προσώπου το οποίο βρίσκεται ή πιστεύεται ότι βρίσκεται στη δικαιοδοσία του συγκεκριμένου Επαρχιακού Δικαστηρίου και να διατάσσεται η σύλληψη και προσαγωγή του ενώπιον Δικαστή του εν λόγω Επαρχιακού Δικαστηρίου. Είναι προφανές ότι η εξουσιοδότηση και το ένταλμα σύλληψης θα πρέπει να απευθύνονται στο ίδιο Επαρχιακό Δικαστήριο.

Από τη στιγμή που είχαν τεθεί όλα τα στοιχεία ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ήτοι η εξουσιοδότηση και τα στοιχεία ως προς τη διεύθυνση διαμονής του Αιτητή η οποία βρισκόταν εντός της επαρχίας Λεμεσού, τότε αυτό είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το ένταλμα και ήταν καθόλα εύλογο να ικανοποιηθεί ως προς τούτο.

Ως εκ τούτου, δεν ικανοποιούμαι ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση.

Με τον τρίτο λόγο, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο ένταλμα εξεδόθη συνεπεία απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων.

        Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Αντώνη Ανδρέου κ.ά. (2017) 1(Β) Α.Α.Δ. 1387, η οποία αφορούσε σε ένταλμα έρευνας, λέχθηκε ότι η έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος είναι μια σοβαρή επέμβαση στην ατομική ελευθερία. Με σκοπό την επίτευξη του στόχου αυτού, ο αιτών την έκδοση του εντάλματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Jawer Cyprus Ltd κ.ά. (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2067). Οι ίδιες αρχές αναμφίβολα εφαρμόζονται και στην περίπτωση εντάλματος σύλληψης.

        Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Παπαδόπουλου, Πολ. Αίτηση Αρ. 239/2021, ημερ. 15.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:D577, η οποία αφορούσε ένταλμα σύλληψης, λέχθηκαν τα εξής:

«Ο δόλος ή η ψευδορκία πρέπει να είναι σαφής και ολοφάνερος από το πρακτικό. Περαιτέρω, για να εκδοθεί προνομιακό ένταλμα πρέπει να φαίνεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου μολύνθηκε από το δόλο, «Hitherto, the cases have only gone to the extent of allowing certiorari where the decision of the inferior court is vitiated by fraud or perjury.» (In Re Charalambous (1985) 1 C.L.R. 746).»

        Στην προκειμένη περίπτωση, στον όρκο που συνόδευε το αίτημα για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, αναφερόταν ότι ο Αιτητής εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 17:40, με σκοπό να αναχωρήσει από την Κύπρο. Η Επαρχιακή Δικαστής κατέγραψε την ώρα κατά την οποία τέθηκε το αίτημα ενώπιον της και την ώρα έκδοσης του εντάλματος, επομένως γνώριζε τόσο την ώρα εντοπισμού του Αιτητή, όσο και τη χρονική διάρκεια που διέρρευσε από τότε μέχρι και την υποβολή του αιτήματος ενώπιον της και την έκδοση του εντάλματος. Προκύπτει ως εύλογο συμπέρασμα ότι από την ώρα εντοπισμού του Αιτητή μέχρι και την υποβολή του αιτήματος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, λαμβάνονταν οι απαραίτητες ενέργειες για την ετοιμασία του όρκου και την υποβολή του αιτήματος. Επομένως, το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του κατώτερου Δικαστηρίου το οποίο δεν παραπλανήθηκε ως προς τούτο. Το τι ακολούθησε της έκδοσης αυτού και η ώρα εκτέλεσης του είναι μεταγενέστερα γεγονότα τα οποία δεν θα μπορούσαν να τεθούν εις γνώση του κατώτερου Δικαστηρίου και δεν αναμενόταν να περιληφθούν στον όρκο.

        Ο χαρακτηρισμός της κράτησης του Αιτητή κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ως παράνομης, είναι θέση του ιδίου, η οποία μάλιστα τίθεται με γενικότητα και αοριστία, χωρίς να παρατίθενται λεπτομέρειες ως προς το τι έλαβε χώρα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και ποια ήταν η στάση του Αιτητή, παρά μόνο ότι κατά το εν λόγω διάστημα αναμονής η Αστυνομία κρατούσε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.  Εν πάση περιπτώσει, αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του εντάλματος σύλληψης, αλλά πιθανόν να αποτελεί αντικείμενο ή ισχυρισμό στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών. Η ώρα αναχώρησης της πτήσης του Αιτητή, η οποία προσδιορίζεται στις 21:39 στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και στις 21:29 στην συνημμένη στην Αίτηση ένορκη δήλωση, δεν ενέχει σημασία για να αποτελεί τέτοιο γεγονός το οποίο να έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί στο κατώτερο Δικαστήριο, έργο του οποίου ήταν να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου εντάλματος.

        Ως εκ τούτου ούτε και για τον τρίτο λόγο έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.

        Ο τέταρτος λόγος αφορά στο ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος.

        Το άρθρο 8(2) του Ν.97/1970 απαιτεί την προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστή ή Προέδρου ενώπιον του οποίου τίθεται η αίτηση, θα δικαιολογούσαν την έκδοση εντάλματος σύλληψης προσώπου το οποίο αναζητείται για τη δίωξη του για τη διάπραξη ανάλογων αδικημάτων εντός της δικαιοδοσίας του. Το ημεδαπό δίκαιο το οποίο παρέχει και ρυθμίζει την εξουσία έκδοσης εντάλματος σύλληψης είναι το άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κυριάκου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 355/2019, ημερ. 16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257, για να εκδοθεί ένα ένταλμα σύλληψης, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία πως το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα διέπραξε αδίκημα και να θεωρήσει τη σύλληψη του υπόπτου εύλογα αναγκαία. Ο όρος «εύλογη υποψία» έτυχε ερμηνείας στην εν λόγω υπόθεση ως ακολούθως:

«Προσεγγίζοντας τον όρο «εύλογη υποψία», σημειώνουμε ότι το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί από απόψεως μαρτυρίας είναι χαμηλό (βλ. C.P.S. Freight Services Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 219/14, ημερ. 29.2.2016). Τονίστηκε χαρακτηριστικά στην Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ.1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160 σε σχέση με την έννοια του όρου «υπόνοια» συνώνυμου του όρου «υποψία»:

 

«Περί υπονοιών ο λόγος. Ό, τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητα τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η νομολογία κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.»

 

Διαφωτιστική επί του προκειμένου είναι και η αγγλική νομολογία. Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Hussien v. Chong Fook Kam [1970] A.C. 942 (P.C.) (σελίδα 948):-

 

«Suspicion in its ordinary meaning is a state of conjecture or surmise where proof is lacking: ‘I suspect but I cannot prove.’ Suspicion arises at or near the starting-point of an investigation of which the obtaining of prima facie proof is the end.» »

Η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτου (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1094 επίσης προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Η ικανοποίηση περί της ύπαρξης εύλογης υποψίας δεν δύναται να υφίσταται γενικά και αόριστα στη διάπραξη αδικήματος, αλλά θα πρέπει να αφορά στα αδικήματα τα οποία προσδιορίζονται στον όρκο, όπως προκύπτει και από τα άρθρα 18(1) και 27(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.  

        Ο όρκος περιελάμβανε μια αναλυτική περιγραφή του τρόπου δράσης της ομάδας και ειδικότερα του ρόλου του Αιτητή, η οποία, όπως αναφερόταν στον όρκο, στηριζόταν στα έγγραφα έκδοσης. Αρχικά αναφερόταν στον όρκο ότι ο Αιτητής, με πρόθεση και γνώση για το παράνομο των πράξεων του και με στόχο το προσωπικό όφελος, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα ως μέλος οργανωμένης ομάδας, για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στο πλαίσιο της οποίας οι συμμετέχοντες προέβησαν ή επιχείρησαν να προβούν σε νομιμοποίηση εσόδων προερχόμενων από τουλάχιστον τρία σχήματα απάτης, ευρέως γνωστά ως απάτη μέσω παραβίασης επαγγελματικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (business email compromise fraud), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την κλοπή ή την απόπειρα κλοπής ποσού που ανέρχεται περίπου σε 3,4 εκατομμύρια δολάρια Η.Π.Α.. Ο Αιτητής φέρεται να συμμετείχε σε αυτό το σχέδιο, το οποίο λειτουργούσε τουλάχιστον από ή περί τον Νοέμβριο του 2022.

        Πέραν αυτής της γενικής αναφοράς ως προς το όλο σχέδιο απάτης και την εμπλοκή του Αιτητή σε αυτό, ακολούθως στον όρκο δίδεται περιγραφή των ενεργειών του Αιτητή στο εν λόγω σχέδιο. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο Αιτητής δημιουργούσε πλαστά τιμολόγια από εικονικές εταιρείες (Shell Companies), με σκοπό την παροχή δικαιολογητικών εγγράφων προς τις τράπεζες όπου τηρούνταν ορισμένοι από τους εν λόγω λογαριασμούς, δίδοντας, με αυτόν τον τρόπο, την εντύπωση ότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά προέρχονταν από νόμιμες επιχειρηματικές συναλλαγές, καθώς επίσης και μετέφερε έσοδα που προήλθαν από την απάτη σε κρυπτονομίσματα έναντι προμήθειας.

        Ακολούθως αναφέρεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, άγνωστο πρόσωπο απέκτησε παράνομη πρόσβαση σε λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συγκεκριμένης εταιρείας (Company 1) που εδρεύει στις Η.Π.Α. και, μέσω παραπλάνησης, προκάλεσε τη μεταφορά ποσού άνω των 2,7 εκατομμυρίων δολαρίων Η.Π.Α. από συγκεκριμένη εταιρεία (Company 2), η οποία επίσης εδρεύει στις Η.Π.Α., σε τραπεζικούς λογαριασμούς που ελέγχονταν από τον Αιτητή και τους συνεργούς του, οι οποίοι προσδιορίζονται με λεπτομέρεια στα έγγραφα έκδοσης. Ο Αιτητής φέρεται να παρείχε τα στοιχεία συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού εταιρείας, o οποίος λογαριασμός βρίσκεται στη Μαλαισία, σε συνεργό του BILL YING LI, με σκοπό να κατατεθούν τα έσοδα που θα προέρχονταν από την απάτη. Συνακόλουθα, στον εν λόγω συγκεκριμένο λογαριασμό, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ της 29ης Νοεμβρίου 2022 και της 6ης Δεκεμβρίου 2022, μεταφέρθηκε ποσό 1.175.783 δολαρίων Η.Π.Α. περίπου, προϊόν εσόδων που προήλθαν από την απάτη. Η μεταφορά διενεργήθηκε από λογαριασμό της εταιρείας An Hao Hui, της οποίας μοναδικός δικαιούχος της ήταν ο BING XUN GONG, συνεργός του Αιτητή, μετά που δόθηκαν οδηγίες από τον LI στον GONG. Με σκοπό να προσδώσει νομιμοφανή χαρακτήρα στις εν λόγω χρηματικές μεταφορές, ο Αιτητής φέρεται να δημιούργησε τιμολόγια της εταιρείας Marketbiz Limited προς την εταιρεία An Hao Hui, στα οποία αναγραφόταν ότι αφορούσαν υπηρεσίες μάρκετινγκ, ενώ ουδέποτε η εταιρεία Marketbiz Limited παρείχε τέτοιες υπηρεσίες στην εταιρεία An Hao Hui. Ο Αιτητής απέστειλε αυτά τα τιμολόγια στον LI, ο οποίος στη συνέχεια τα προώθησε στον GONG, με σκοπό να δικαιολογηθούν οι μεταφορές χρημάτων προς τον τραπεζικό λογαριασμό στη Μαλαισία.

        Αναφέρεται περαιτέρω στον όρκο ότι, σε διάφορες ημερομηνίες, οι οποίες αναφέρονται στα έγγραφα έκδοσης, ο Αιτητής φέρεται να συμμετείχε στη μετατροπή μέρους των εσόδων που προήλθαν από την απάτη σε κρυπτονομίσματα και, συγκεκριμένα, απέστειλε κρυπτονομίσματα αξίας περίπου 949.750 δολαρίων Η.Π.Α. σε διευθύνσεις που υποδείχθηκαν από τον LI. Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, για τη μετατροπή των εσόδων που προήλθαν από την απάτη σε κρυπτονομίσματα, ο Αιτητής είχε συμφωνήσει όπως λάβει συγκεκριμένο ποσό προμήθειας (commission).

        Σύμφωνα πάντα με τον όρκο, στη δεύτερη περίπτωση, ο Αιτητής και οι συνεργοί του φέρονται να αποπειράθηκαν να νομιμοποιήσουν έσοδα από δεύτερο σχέδιο απάτης. Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, κατά ή περί τον Μάιο του 2023, αποκτήθηκε, από άγνωστο πρόσωπο, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στη διαδικτυακή πύλη ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συγκεκριμένης Εταιρείας (Company 3), και μεταφέρθηκε, με απάτη και ψευδείς παραστάσεις, ποσό άνω των 170.950 δολαρίων Η.Π.Α. από άλλη συγκεκριμένη Εταιρεία (Company 4) σε τραπεζικό λογαριασμό της Wei Yang Inc. Ο εν λόγω λογαριασμός ελεγχόταν από συνεργούς του Αιτητή, οι οποίοι και πάλι προσδιορίζονται με λεπτομέρεια στα έγγραφα έκδοσης. Ο Αιτητής, κατά ή περί τις 19 Ιουνίου 2023, φέρεται να πλαστογράφησε τιμολόγια της Market Shark LLC ύψους 120.000 δολαρίων Η.Π.Α. προς την Wei Yang Inc για δήθεν υπηρεσίες μάρκετινγκ, ενώ, στα πλαίσια εφαρμογής του παράνομου σχεδίου, ζητήθηκε η διενέργεια τραπεζικού εμβάσματος προς την Market Shark LLC το οποίο τελικά δεν υλοποιήθηκε και τα χρήματα επιστράφηκαν στην τέταρτη εταιρεία (Company 4).

        Στον όρκο γίνεται αναφορά και σε τρίτη περίπτωση, η οποία και πάλι περιγράφεται στα έγγραφα έκδοσης, κατά την οποία άγνωστο πρόσωπο απέκτησε μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε διαδικτυακή πύλη εταιρείας που εδρεύει στις Η.Π.Α. (Company 5) και τροποποίησε τα στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού, αντικαθιστώντας τα με λογαριασμό της εταιρείας Amusement LLC. Ως αποτέλεσμα, κατά το διάστημα μεταξύ της 10ης Αυγούστου 2023 και της 2ης Οκτωβρίου 2023, μια δεύτερη εταιρεία, με έδρα τις Η.Π.Α. (Company 6), απέστειλε ποσό περίπου 482.831 δολαρίων Η.Π.Α. στον εν λόγω λογαριασμό, θεωρώντας ότι ανήκε στην πρώτη εταιρεία.

        Στον όρκο αναφέρεται επίσης ότι ο Αιτητής φέρεται να είχε υποδείξει στους συνεργούς του δύο συγκεκριμένους λογαριασμούς της εταιρείας Market Shark LLC με σκοπό να κατατίθεντο τα έσοδα που θα προέρχονταν από την απάτη. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 11ης Αυγούστου 2023 και της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, χρηματικά ποσά που προήλθαν από την απάτη, μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό της Amusement LLC σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τους GONG και LI, καθώς και στους πιο πάνω συγκεκριμένους λογαριασμούς της εταιρείας Market Shark LLC. Ειδικότερα, ποσό περίπου 186.500 δολαρίων Η.Π.Α. μεταφέρθηκε σε δύο λογαριασμούς της Market Shark LLC. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, ο Αιτητής φέρεται να συνέδραμε στη νομιμοποίηση του εν λόγω ποσού, μέρος του οποίου, ήτοι περίπου 140.245 δολάρια Η.Π.Α., μετατράπηκε και διακινήθηκε σε κρυπτονομίσματα, ενώ παράλληλα φέρεται να είχε συμφωνήσει την καταβολή προμήθειας (commission) για αυτή του την ενέργεια.

        Πέραν του περιεχομένου του όρκου, επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α, το αίτημα που υπεβλήθη προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας με όλα τα σχετικά έγγραφα έκδοσης, στα οποία περιλαμβάνονται ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης και το ίδιο το κατηγορητήριο εναντίον τόσο του Αιτητή όσο και των Li, Gong και της εταιρείας Market Shark LLC με τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση.  

        Είναι προφανές ότι η τεθείσα στον όρκο μαρτυρία δεν περιοριζόταν σε απλά συμπεράσματα των ανακριτών, ως η εισήγηση του Αιτητή. Η εν λόγω μαρτυρία περιέγραφε αναλυτικά τις κατ’ ισχυρισμόν ενέργειες του Αιτητή από τις οποίες προέκυπτε η όλη εμπλοκή του στο σχέδιο. Αυτή η μαρτυρία ήταν επαρκής για να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί της συμμετοχής του στο όλο σχέδιο. Άλλωστε, για σκοπούς έκδοσης εντάλματος σύλληψης, δεν απαιτείται μαρτυρία η οποία να τείνει να αποδείξει τα όσα αποδίδονται στον Αιτητή, αλλά τέτοια που να στοιχειοθετεί την εύλογη υπόνοια (CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 652 και Σιμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160). Δεν επρόκειτο για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, ούτε βεβαίως συμπερασματικές υποθέσεις του ενόρκως δηλούντος. Ο όρκος είχε  συγκριμένο περιεχόμενο και λεπτομέρειες. 

        Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.D.S., Πολ. Έφεση Αρ. 340/2021, ημερ. 6.7.2023, λέχθηκαν τα εξής:

«Η ανάγκη παρουσίασης ενός είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας, βεβαίως δεν σημαίνει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. (Βλ. C.P.S. Freight Services Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 219/14, 29.2.2016). ΄Εστω και σε χαμηλό επίπεδο όμως, πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.»

Ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με τον τέταρτο λόγο.

Με τον έκτο λόγο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι, κατά την έκδοση του εντάλματος, το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε μηχανιστικά λόγω του σύντομου χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής του αιτήματος και της έκδοσης του εντάλματος.

Έχει ήδη λεχθεί ότι το ένταλμα πρέπει να συνάδει με τον Τύπο 2 της Κ.Δ.Π. 49/1972. Αυτό εκδίδεται από Δικαστή Επαρχιακού Δικαστηρίου, όπως έγινε στην υπό κρίση περίπτωση, σε αντίθεση με το προσωρινό ένταλμα το οποίο εκδίδεται από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Τύπο 3.

Έχει ήδη λεχθεί ότι ο όρκος αποτελείτο από τέσσερις σελίδες. Σε αυτόν γινόταν εκτενής αναφορά στα γεγονότα και ειδικότερα στην εμπλοκή του Αιτητή, όπως προέκυπτε από τα έγγραφα έκδοσης, τα οποία ήταν μεταξύ των συνημμένων στον όρκο έγγραφα και αποτελούν τον μεγαλύτερο όγκο των συνημμένων εγγράφων. Στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβανόταν έκθεση γεγονότων και το κατηγορητήριο, στα οποία καταγράφονταν με περισσότερη λεπτομέρεια τα όσα αποδίδονταν στον Αιτητή και τα οποία είχαν μεταφερθεί αναλυτικά και στον όρκο, κάποια έγγραφα παρουσιάζονταν πέραν της μιας φοράς, όπως η εξουσιοδότηση του Υπουργού και κάποια ήταν αποσπάσματα από τις σχετικές νομοθεσίες των H.Π.Α. που αναφέρονται στα αδικήματα στα οποία φέρεται να εμπλέκεται και διώκεται ο Αιτητής, και αντίγραφα των ημεδαπών Ν.8(ΙΙΙ)/2008 και Ν.79/1970, των οποίων το Δικαστήριο έχει γνώση. Επομένως δεν απαιτείτο ο ίδιος χρόνος μελέτης εκάστου συνημμένου στον όρκο εγγράφου, ενώ για κάποια δεν απαιτείτο καν ανάγνωση.

        Ο χρόνος τον οποίο έκαστος χρειάζεται να αναγνώσει και κατανοήσει ένα κείμενο είναι υποκειμενικός  και εξαρτάται από την ικανότητα για γρήγορη ανάγνωση και κατανόηση γραπτού κειμένου που μπορεί να έχει κάποιος και την ευχέρεια του να διακρίνει και να επικεντρώνεται στα ουσιώδη.

Λαμβάνω υπόψη

·     την πάροδο κάποιου χρόνου μεταξύ της αναγραφόμενης ώρας στον όρκο και αυτής στο ένταλμα,

 

·     τη φύση των συνημμένων στον όρκο εγγράφων, όπως επεξηγείται ανωτέρω, και

 

·     το ήδη διατυπωθέν περιεχόμενο του εντάλματος.  

Υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν αποκαλύπτεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε αυτόματα και χωρίς προβληματισμό, πριν την έκδοση του εντάλματος.  Σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του A.D.S., Πολ. Έφ. Αρ. 340/2021, ημερ. 6.7.2023, στην οποία μάλιστα στον όρκο και στο ένταλμα αναγραφόταν η ίδια ακριβώς ώρα.  

Παρόμοιο θέμα ηγέρθη στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των N.R.H. και M.M.G., Πολ. Αίτηση Αρ. 199/2024, ημερ. 9.12.2024, στην οποία, δεν δόθηκε άδεια για αυτό το θέμα για καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση Certiorari για ακύρωση εντάλματος έρευνας, αφού το Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής:

«Τέλος, στο λόγο (8) υποστηρίζεται ότι το ένταλμα εκδόθηκε «μηχανιστικά» στη βάση ότι η ώρα έκδοσης του είναι μόνο οκτώ λεπτά μετά την ώρα που λήφθηκε ο όρκος ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου και ότι θα ήταν αδύνατο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να είχε αναγνωστεί ο όρκος που αποτελείτο από οκτώ σελίδες και παραρτήματα από δεκάδες σελίδες.»

        Η αναγραφή στο τυποποιημένο ένταλμα κάτω από τον τίτλο «Ένταλμα Σύλληψης» της φράσης «Εν τω Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, Ενώπιον Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου», δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι «δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή και σημασία στο περιεχόμενο του εντάλματος» από το κατώτερο Δικαστήριο, όπως προβάλλεται από τον Αιτητή. Πρόκειται για τον τίτλο και το τυπικό μέρος του εντάλματος, το οποίο δικαιολογείται να μην διαγράφηκε από τη στιγμή που το σημαντικό ήταν να εκδοθεί και φαινόταν ότι εξεδόθη από Επαρχιακό Δικαστή. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του τυποποιημένου κειμένου του εντάλματος αναγραφόταν «Επαρχιακός Δικαστής Λεμεσού» και εξεδόθη από Επαρχιακή Δικαστή.     

        Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι εγείρεται συζητήσιμη υπόθεση για χορήγηση άδειας ούτε και για αυτόν τον λόγο.

        Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθορίζουν την πορεία της Αίτησης και συμπαρασύρουν το δεύτερο αιτητικό αυτής. 

         Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται.

 

 

                                                            Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο