ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ Φ.Κ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.149/26, 17/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ Φ.Κ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.149/26, 17/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.149/26

 

 17 Ιουλίου, 2026

 

[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ AΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ,

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Φ.Κ., (ΑΔΤ [   ]) ΚΑΙ 2. Μ.Ε. (ΑΔΤ [   ]) ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ  ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡ. 26.6.2026 ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 10990/2021, ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΕΤΡΑΠΗ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΑΠΟΒΙΏΣΑΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΩΣ ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

--------------------------

 

Β. Ακάμας, για Βίκτωρ Φ. Ακάμας ΔΕΠΕ μαζί με Α. Χρίστου, Ν. Ζένιου και Μ. Κοζάκου, για Α. Χρίστου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για Αιτήτριες

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, οι Αιτήτριες επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, τύπου Certiorari και Prohibition, επιζητώντας παράλληλα την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς ή/και η εφαρμογή της εκκαλούμενης δια της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ή/και να αναστέλλεται η εκδίκαση της Ποινικής Υπόθεσης, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η ως άνω ενδιάμεση απόφαση.

 

Ως ειδικότερα οριοθετούν τις αξιώσεις τους, επιζητούν:

«Α. Παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση Αίτησης με Κλήση δια την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται ή/και παραμερίζεται η ενδιάμεση Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημ. 26.6.2026 που εξεδόθη στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης 10990/21 και με την οποία έγινε επιτρεπτή η αποδοχή δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου ως εξ ακοής μαρτυρία, ως απόφασης εκδοθείσας καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας ή/και εξουσίας του ή/και επί τη βάσει έκδηλης πλάνης νόμου, δηλαδή νομικού σφάλματος που είναι κατάδηλο στο σώμα της εν λόγω απόφασης.

Β.  Παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση Αίτησης με Κλήση δια την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Prohibition, με το οποίο να απαγορεύεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να εφαρμόζει την ενδιάμεση Απόφαση που εξέδωσε στις 26.6.2026 στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης 10990/21, δηλαδή να επιτρέπει την προσαγωγή δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου ως εξ ακοής μαρτυρία στην ακροαματική διαδικασία, ως δικαστική πράξη παράνομη ή/και αντίθετη με το Νόμο ή/και το Σύνταγμα ή/και εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας ή/και εξουσίας του.

Γ.  Έκδοση προσωρινού Διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς ή/και η εφαρμογή της ενδιάμεσης  Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εξεδόθη στις 26.6.2026 στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης 10990/21 με την οποία έγινε επιτρεπτή η αποδοχή δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου ως εξ ακοής μαρτυρία στην ακροαματική διαδικασία ή/και να αναστέλλεται η εκδίκαση της Ποινικής Υπόθεσης με τον πιο πάνω αριθμό, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσης Αίτησης ή/και τυχόν της Αίτησης διά Κλήσεως ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.»

 

Ως προκύπτει από την Έκθεση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, οι Αιτήτριες, λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, στο πλαίσιο  της Ποινικής Υπόθεσης Αρ.10990/2021, η ακρόαση της οποίας άρχισε και συνεχίζεται ενώπιον του Επαρχιακού  Δικαστηρίου Λευκωσίας, αντιμετωπίζουν κατηγορίες παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος σε σχέση με τον ανήλικο, δια αυτοχειρίας αποβιώσαντα, Στυλιανό Κωνσταντίνου. Η απόρριψη της ένστασης που προβλήθηκε από τους δικηγόρους τους, καθ’ ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος η 5η μάρτυρας κατηγορίας, στην κατάθεση γραπτής δήλωσης της τελευταίας, στην έκταση που σε αυτήν περιλαμβανόταν δηλώσεις που έγιναν προς την μάρτυρα από τον αποβιώσαντα Στυλιανό Κωνσταντίνου, αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης.

 

Οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η αιτούμενη άδεια, ως προβάλλονται στην Έκθεση που συνοδεύει την αίτηση, εδράζονται: (Α) Στην εισήγηση ότι το κατώτερο Δικαστήριο, ενήργησε καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας ή και εξουσίας του, αφενός αποκλίνοντας  από δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο, μη συμμορφούμενο με την θεμελιώδη αρχή της δεσμευτικότητας της νομολογίας (stare decisis) για το θέμα που ετέθη ενώπιον του και, αφετέρου, δεν είχε την δικαιοδοσία ή και την εξουσία να επιτρέψει δια της εκκαλούμενης απόφασης του, την προσαγωγή δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου ως εξ ακοής μαρτυρίας, και (Β) στην θέση ότι η εκκαλούμενη ενδιάμεση απόφαση, εκδόθηκε επί τη βάσει έκδηλης πλάνης νόμου, ήτοι νομικού σφάλματος που είναι καταφανές στο σώμα της.

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι  των Αιτητριών,  προώθησαν τις θέσεις τους, ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας τους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με την πλευρά Αιτητριών,  θα πρέπει να παραχωρηθεί στις τελευταίες η αιτούμενη άδεια. Κεντρικός πυρήνας των εισηγήσεων τους αποτέλεσε η θέση πως το  ζήτημα της αποδεχτότητας δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου, ως εξ ακοής μαρτυρία, δεν είναι καινοφανές ούτε και ήταν διαθέσιμο προς δικαστική ερμηνεία από το κατώτερο Δικαστήριο. Παραπέμποντας προς τούτο στην Muskita Alumin. Ind. Ltd κ.α.v Alsako Alumin. Ltd (Αρ.2), (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1481, υποστήριξαν ότι το κατώτερο Δικαστήριο, χωρίς να έχει την δυνατότητα προς τούτο, διαφοροποιήθηκε από την ως άνω, δεσμευτική για το ίδιο νομολογία, η οποία, ως υποστηρίζουν, κατά τρόπο απόλυτο και σαφή υποδεικνύει πως δηλώσεις προσώπων που στο μεταξύ απεβίωσαν, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως εξ’ ακοής μαρτυρία. Είναι για αυτό τον λόγο, προσθέτουν, που η εκκαλούμενη απόφαση επιτρέποντας την προσαγωγή δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου ως εξ ακοής μαρτυρία, ενήργησε επί τη βάσει έκδηλης νομικής πλάνης και νομικού σφάλματος χωρίς να εμπίπτει τούτο στη διακριτική του ευχέρεια. Χωρίς να παραγνωρίζουν, στην έκταση τουλάχιστον που το αίτημα τους αφορά την έκδοση εντάλματος τύπου Certiorari, την παρεχόμενη δυνατότητα λήψης εναλλακτικού ένδικου μέσου, ήτοι της έφεσης, υποστηρίζουν ότι στην υπο συζήτηση περίπτωση, συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, που δικαιολογούν την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Η υπό συζήτηση περίπτωση, καταλήγουν, είναι η πρέπουσα για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος αναστολής της εκκαλούμενης απόφασης και/ή της εκδίκασης της  ποινικής υπόθεσης ως το αίτημα, αφού καμιά καμία ζημιά και/ή δυσμενής επηρεασμός δεν θα προκύψει στην Κατηγορούσα Αρχή και/ή σε οποιοδήποτε διάδικο της υπόθεσης, ενώ αντίθετα, «όταν κριθεί η νομιμότητα της εγκαλούμενης απόφασης και εφαρμοστεί το ορθό νομικό πλαίσιο και δίκαιο, τότε όλοι οι παράγοντες της δίκης, θα προωθήσουν ανάλογα την υπόθεση και την υπεράσπιση τους». 

 

Τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018).  Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μέσω της συγκεκριμένης, προνομιακής του δικαιοδοσίας, η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Ηλία, (1997) 1 Α.Α.Δ. 869). Δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση. Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, η σύννομη, δηλαδή, άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου.  Ως δε κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, ακόμα και αν εντοπιστεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός αν καταδειχθεί επαρκώς, ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον ως άνω κανόνα (Hellenger Trading Ltd (2000) 1 ΑΑΔ 1965, Σ. Μαρκίδης κ.ά. (2004) 1 ΑΑΔ 552, Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 ΑΑΔ 1535, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878 και Αναφορικά με την Αίτηση της ACP Trading I LLc, Πολ. Έφ. 8/2025, ημερ. 2.7.2024).

 

Το Δικαστήριο, έχει διεξέλθει με προσοχή την εκκαλούμενη απόφαση, την Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό συζήτηση Αίτηση ως και τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

Το κατώτερο Δικαστήριο στην πολυσέλιδη απόφαση του πραγματεύτηκε διεξοδικά το ζήτημα της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, στρέφοντας την προσοχή του στο σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ως έχει διαμορφωθεί, σε σχετική νομολογία, τόσο Κυπριακή (χωρίς να περιοριστεί στο λόγο της Muscita (ανωτέρω)), όσο και στην προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), για το ζήτημα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, υποδεικνύοντας ότι μια τέτοια μαρτυρία, δεν αποκλείεται εκ προοιμίου και ότι η  αποδεικτική της αξία συνεκτιμάται λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως αυτούς που κατά τρόπο μη εξαντλητικό προβλέπονται στο άρθρο 27(2) του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, εξήγησε ταυτόχρονα, γιατί κατά την κρίση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δηλώσεις που φέρονται να έγιναν από τον αποβιώσαντα Στυλιανό, δεν θα έπρεπε εκ προοιμίου να αποκλειστούν, ως εξ ακοής μαρτυρία, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι η επίδραση του γεγονότος της αδυναμίας αντεξέτασης του τελευταίου, θα εξεταστεί, υπό το σύνολο όλων όσων τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο και κατά το στάδιο της εκτίμησης της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε μια τέτοια μαρτυρία.

 

Παρά την προσπάθεια των ευπαίδευτων δικηγόρων των Αιτητριών, να προωθήσουν τη θέση ότι στο πλαίσιο της υπό συζήτηση αίτησης, εγείρεται ζήτημα νομιμότητας της εκκαλούμενης απόφασης και όχι της ορθότητας της, κάτι τέτοιο δεν ισχύει.  Είναι προφανές, πως ό,τι αμφισβητείται από την πλευρά των Αιτητριών, είναι η ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης του επί του συζητούμενου, αποτέλεσμα της πραγμάτευσης του από το κατώτερο Δικαστήριο, υπό τα ειδικότερα περιστατικά της περίπτωσης και, η αναθεώρηση της κατάληξης του, ως αποτέλεσμα λανθασμένης εφαρμογής και ερμηνείας  σχετικής νομολογίας και νομοθεσίας.

 

Ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, η προνομιακή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν προσφέρεται για έλεγχο της ορθότητας της απόφασης, ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως έφεση υπό μεταμφίεση. Οι Αιτήτριες, εφόσον διαφωνούν με την ορθότητα της κατάληξης του Δικαστηρίου, έχουν την δυνατότητα, να προσβάλουν τούτη με το ένδικο διάβημα της Έφεσης, το οποίο έχουν στη διάθεσή τους.    

 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η πλευρά των Αιτητριών δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη εναλλακτικής θεραπείας, μέσω της δυνατότητας καταχώρισης έφεσης.  Αυτός ήταν ο λόγος που προέβαλε τη θέση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν εξαιρετικές περιστάσεις που συνηγορούν στην παραχώρηση της σχετικής άδειας. Ως τέτοιες, προέβαλαν το γεγονός ότι μέσω της εκκαλούμενης απόφασης το κατώτερο Δικαστήριο ουσιαστικά έχει επιτρέψει τη σωρηδόν προσκόμιση δηλώσεων αποβιώσαντος προσώπου, μέσω της συντριπτικής πλειοψηφία των 94 μαρτύρων που καταγράφονται στο  κατηγορητήριο, οι οποίοι ουσιαστικά κλητεύονται για να μεταφέρουν τι τους ανέφερε ο αποβιώσας. Με δεδομένη, υποστηρίζουν, την ολοκληρωτική αποστέρηση του θεμελιώδους δικαιώματος αντεξέτασης του προσώπου που προέβη στις δηλώσεις που κατατίθενται ως εξ ακοής μαρτυρία, οι αιτήτριες θα υφίστανται μια ευρεία, επαναλαμβανόμενη, κατάφορη και εκτεταμένη παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Πρόκειται, υποστηρίζουν για εκτεταμένη συνταγματική εκτροπή των όσων προνοούνται στο Άρθρο 12(5)(δ) του Συντάγματος που καθιστά επιβεβλημένη την αιτούμενη παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.  Παραπέμπουν, ακόμα, στην αναγκαιότητα ικανοποίησης του δημόσιου συμφέροντος και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, υποδεικνύοντας ότι η αποδοχή κατά παρέκκλιση των σχετικών με το θέμα νομικών αρχών της σχετικής μαρτυρίας, δύναται να προκαλέσει παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος για δίκαιη δίκη των Αιτητριών, ως κατηγορούμενων προσώπων.

 

  Ως έχει ήδη σημειωθεί, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται εναλλακτική θεραπεία, θα πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της παρέμβασης του Δικαστηρίου κατ’ ενάσκηση της Προνομιακής του δικαιοδοσίας.  Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της ACP Trading I LLC, Πολ. Έφ. Αρ. 8/2024, ημερ. 2.7.2024, το Δικαστήριο υπέδειξε μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

«Το τι συνιστά εξαιρετική περίσταση δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί εκ των προτέρων. Το ζήτημα κρίνεται πάντοτε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (P.S.P. Freestyle Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 626, 632). Όπως υπογραμμίστηκε στην υπόθεση Lucan Invest Ltd κ.ά. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1904, «Τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια και το ζήτημα κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι εξαιρετικές περιστάσεις διακριβώνονται με τη σύγκριση των δυνατοτήτων που προσφέρει η διαδικασία των προνομιακών ενταλμάτων από τη μια και η διαθέσιμη θεραπεία στη συγκεκριμένη περίπτωση».

       

        Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί πως η εισήγηση της πλευράς των Αιτητριών ότι τα ζητήματα που προβάλλει αποτελούν εξαιρετικές περιστάσεις, δυνάμενες να δικαιολογήσουν την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η αμφισβήτηση της ορθότητας της εκκαλούμενης απόφασης και η προβαλλόμενη από την πλευρά τους, παραβίαση της νομολογίας και νομοθεσίας, δεν αποτελεί από μόνη της, εξαιρετική περίσταση. Ούτε, βεβαίως, το γεγονός, ως αναμένεται από την πλευρά τους, ότι η ακρόαση θα είναι μακρά και στις προθέσεις της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσκομίσει περαιτέρω εξ ακοής μαρτυρία, από μόνο του, πλήττει τα δικαιώματα τους κατά τον τρόπο που εισηγούνται, ώστε να επιβάλλεται η ενεργοποίηση της εξαιρετικής αυτής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, η ορθότητα της κατάληξης του Δικαστηρίου, αποτελεί ζήτημα που θα έχουν τη δυνατότητα να συζητήσουν, σε περίπτωση που επιλέξουν να μετέλθουν αντίστοιχο, προσφερόμενο διάβημα. 

 

Με δεδομένο ότι οι ειδικότερες περιστάσεις της παρούσας, δεν  αποκαλύπτουν «εξαιρετικές περιστάσεις» που να δικαιολογούν τελικά την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας, τούτο, ως υποδεικνύεται και στην Base Metal Trading Ltd (ανωτέρω), συνιστά, a fortiori, λόγο απόρριψης της αίτησης.

 

Η αποτυχία του αιτήματος για την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση του πιο πάνω εντάλματος Certiorari, σφραγίζει την τύχη της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση, δεν δικαιολογείται η έκδοση εντάλματος Prohibition, αυτόνομα και αποσυναρτημένα από το διεκδικούμενο στη παρούσα προνομιακό ένταλμα Certiorari. Αφού δεν δόθηκε άδεια για ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί να δικαιολογείται η απαγόρευση, μέσω προνομιακού εντάλματος, της εφαρμογής της.

 

Η αποτυχία των αιτημάτων για την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση διά κλήσεως αίτησης για την έκδοση των πιο πάνω ενταλμάτων Certiorari και Prohibition, οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος για έκδοση προσωρινού διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης για έκδοση των αιτούμενων ενταλμάτων, για την οποία δεν δόθηκε άδεια.  

 

Αναπόδραστη κατάληξη όλων των πιο πάνω, είναι ότι η υπό συζήτηση Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Δεν έχει καταδειχθεί, στο βαθμό που απαιτείται σε αιτήσεις του είδους,  ότι συντρέχουν λόγοι για παροχή της αιτούμενης άδειας.

 

Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. 

 

 

 

                                                          Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο