Αναφορικά με την αίτηση της ERB Cyprialife Ltd πρώην CNP Cyprialife Ltd για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 153/2026, 17/7/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την αίτηση της ERB Cyprialife Ltd πρώην CNP Cyprialife Ltd για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 153/2026, 17/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Αίτηση αρ. 153/2026)

17 Ιουλίου 2026

[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής ]

                               

Αναφορικά με το άρθρο 155(4) του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) του Νόμου 33/44

και

Αναφορικά με τον περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018)

και

Αναφορικά με την αίτηση της ERB Cyprialife Ltd πρώην CNP Cyprialife Ltd για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari

και

Αναφορικά με την ενδιάμεση απόφαση και/ή διαταγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημ. 26/06/2026, με την οποία διατάχθηκε η εναγομένη να παρουσιάσει πρώτη τους μάρτυρές της κατά την ακρόαση της αγωγής υπ' αριθμό 1015/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.33.

Μονομερής αίτηση υπό ERB Cyprialife Ltd - αιτήτρια

Θεόδωρος Ιωαννίδης με Γεώργιο Τρίγκα, για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση αίτηση, η αιτήτρια επιζητεί όπως της παραχωρηθεί άδεια, προκειμένου να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος, προς έλεγχο της νομιμότητας της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημ. 26/06/2026, με την οποία διατάχθηκε, στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής με αρ. 1015/21, όπως προσκομίσει πρώτη μαρτυρία κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπεράσπισής της.

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση όπως παρατίθενται στην έκθεση γεγονότων της αιτήτριας, είναι συνοπτικά τα πιο κάτω:

1.   Δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 29/09/2005, η αιτήτρια παρείχε ασφαλιστική κάλυψη ασφάλειας ζωής στον αποβιώσαντα Σόλωνα Ιωάννου για το ποσόν των [   ] και για ωφέλημα θανάτου από ατύχημα για το ποσό των [   ].

2.   Κατά ή περί την 28/08/2016, ο Σόλωνας Ιωάννου βρέθηκε νεκρός, συνεπεία πολυτραυματισμού λόγω πτώσεως εξ ύψους, κάτω από την αερογέφυρα Επισκοπής στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού — Πάφου.

3.   Η αιτήτρια αρνήθηκε την καταβολή οιουδήποτε ποσού έναντι του πιο πάνω ασφαλιστηρίου προς την διαχείριση της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος. Αντιθέτως, τον πληροφόρησε ότι ακυρώνει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επιστρέφοντας και τα πληρωθέντα ασφάλιστρα, λόγω παράβασης του άρθρου 3 αυτού, καθότι ο αποβιώσας είχε ιστορικό με κατανάλωση ουσιών, γεγονός που δεν αναφέρθηκε κατά τη συμπλήρωση της αίτησης για ασφάλεια.

4.   Η αιτήτρια ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο αποβιώσας απέκρυψε ότι μεταφερόταν σε κέντρα απεξάρτησης ναρκωτικών ουσιών, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία και το πόρισμα της θανατικής ανάκρισης, ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα αυτοκτονίας και στο αυτοκίνητό του ανιχνεύθηκε κοκαΐνη, ενώ το αίμα του ήταν θετικό στον μεταβολίτη κοκαΐνης, θετικό στην βενζουλοεκλονίνη και θετικό στην κοκαΐνη.

5.   Είναι η θέση της αιτήτριας ότι εφόσον ο θάνατος του αποβιώσαντος ήταν αποτέλεσμα αυτοκτονίας και όχι από ατύχημα, το γεγονός αυτό εμπίπτει στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου εγγράφου και δεν καλύπτεται από αυτό.

Το εκδικάζον την υπόθεση Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εξετάζοντας τα γεγονότα μέσω της δικογραφίας και αφού τόσο ο θάνατος του αποβιώσαντος όσο και η υπογραφή του ασφαλιστηρίου είναι γεγονότα παραδεκτά από την αιτήτρια, και δεδομένου ότι η υπεράσπιση της αιτήτριας αφορά μόνο τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου, εξέδωσε διαταγή με την οποία διατάσσει την αιτήτρια όπως παρουσιάσει πρώτη τους μάρτυρές της κατά την ακρόαση.

Η αιτήτρια, με την παρούσα αίτηση, επιδιώκει την έκδοση αδείας για καταχώριση αίτησης δια κλήσεως προς ακύρωση της εν λόγω διαταγής με προνομιακό ένταλμα Certiorari, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους:

1.   Έλλειψη και υπέρβαση δικαιοδοσίας.

2.   Έκδηλη πλάνη του νόμου (error of law on the face of the record).

3.   Παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.

4.   Έκδηλη παρανομία.

5.   Παραβίαση του κανόνα του βάρους απόδειξης και των αρχών της δίκαιης δίκης αφού το Επαρχιακό Δικαστήριο με την διαταγή που εξέδωσε στηριζόμενο σε υποθέσεις οι οποίες δεν αφορούν την παρουσίαση της μαρτυρίας, αλλά απόδειξης προβαλλόμενων ισχυρισμών, έφερε σε δυσμενή θέση την αιτήτρια.

Είναι η θέση της αιτήτριας ότι, επειδή η αξίωση αφορά ασφαλιστικό συμβόλαιο του οποίου αμφισβητείται η εγκυρότητα, ο ενάγοντας πρώτα και κύρια πρέπει ο ίδιος να αποδείξει ότι ο θάνατος προήλθε από ατύχημα. Το κατώτερο Δικαστήριο, με την απόφασή του, ουσιαστικά εισηγείται ότι ο ενάγοντας ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας έχασε τη ζωή του σε δυστύχημα και απαιτεί αποζημιώσεις λόγω του ασφαλιστηρίου που αφορά θάνατο από δυστύχημα, δεν είναι υπόχρεος ο ίδιος να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό.

Είναι, τέλος, η θέση της αιτήτριας ότι η διαταγή του εκδικάζοντος την υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου εκφεύγει των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, θέτει την αιτήτρια σε δυσμενή θέση και προδικάζει απόφαση σε βάρος της. Επιπλέον, η εν λόγω διαταγή αποτελεί κατάχρηση των διαδικαστικών διαδικασιών, ενώ η αιτήτρια δεν έχει εναλλακτική θεραπεία για ακύρωσή της.

Έχω εξετάσει με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, αλλά και την εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια. Κρίνω, για τους λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος.

Εν πρώτοις, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος παρέχεται όταν, από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου, διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.

Αλλά, ακόμη και αν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όταν προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (βλ. Vesko Michailovic (1997) 1 Α.Α.Δ. 729 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878).

Προκύπτει σαφώς από τη νομολογία ότι η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας. Δεν συνιστά, δηλαδή, υποκατάστατο της έφεσης. Ό,τι εξετάζεται είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών.

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζει επίσης με σαφήνεια ότι αποφάσεις που σχετίζονται με άσκηση διακριτικής ευχέρειας του κατώτερου Δικαστηρίου, εφόσον δεν επηρεάζεται η νομιμότητά τους, δεν ελέγχονται με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Σχετική είναι η υπόθεση Sayakhat Air Company (1999) 1 Α.Α.Δ. 454, η οποία επαναλαμβάνει την πιο πάνω αρχή, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, ως ακολούθως:

«Παρόμοιο θέμα απασχόλησε τον Τριανταφυλλίδη Π. στην υπόθεση In Re Malikides and Others (1980) 1 C.L.R. 472. Υιοθέτησε απόσπασμα από την υπόθεση Rex v. Marshland Smeeth and Fen District Commissioners [1920] 1 K.B. 155 σύμφωνα με το οποίο, όταν το κατώτερο δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία αναφορικά με την απόφαση που μπορεί να εκδώσει, εφόσον αυτή ασκείται καλόπιστα και όχι αυθαίρετα ή παράνομα και χωρίς αναφορά σε εξωγενή κριτήρια, το Δικαστήριο δεν θα ελέγξει την άσκησή της. Τονίστηκαν στην πιο πάνω υπόθεση και τα πιο κάτω στη σελίδα 478:

"Ιt should be stressed that a prerogative order cannot be made for the purpose of dictating to a Court in what manner it is to decide on a certain matter within its jurisdiction".

Σε μετάφραση:

"Πρέπει να τονιστεί ότι δεν μπορεί να εκδοθεί προνομιακό διάταγμα προς το σκοπό υπαγόρευσης σε Δικαστήριο του τρόπου με τον οποίο θα αποφασίσει συγκεκριμένο θέμα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του".

Με την ίδια έννοια, όπου τίθεται θέμα ρύθμισης της δικαστικής διαδικασίας από το κατώτερο Δικαστήριο, δεν δικαιολογείται η ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, αφού η επίλυση τέτοιων θεμάτων ανάγεται στη δικαιοδοσία του κατώτερου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. (αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 828, Ιορδάνου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 914 και Κλεάνθους, Πολ. Αίτηση 46/2021, 5/4/2021).

Σε σχέση με το ποιος διάδικος οφείλει να προσκομίσει πρώτος μαρτυρία, αυτό αποφασίζεται από το εκδικάζον Δικαστήριο, όχι με βάση την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά ανάλογα με το ποιος φέρει το βάρος απόδειξης. Σχετική είναι η υπόθεση Tsiartas ν. Taliotis (1989) 1 CLR 216, στην οποία λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης για τον ισχυρισμό περί λύσης της σύμβασης ήταν στους ώμους των εναγομένων, οι οποίοι όφειλαν να αποδείξουν αυτόν τον ισχυρισμό τους, και ο ενάγων δικαιούνταν, με άδεια του Δικαστηρίου, να καλέσει αντικρουστική μαρτυρία (evidence in reply or rebuttal evidence). Σχετική είναι και η υπόθεση Κίρλαππου ν. Μιχαηλίδη (Ττόρος) (1996) 1 ΑΑΔ 1397, στην οποία λέχθηκε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά παράβαση της Δ.39 θ.9 (γ), έδωσε οδηγίες όπως ο ενάγων προσκομίσει πρώτος μαρτυρία, ενώ το βάρος απόδειξης για εξόφληση του επίδικου γραμματίου το έφερε ο εναγόμενος. Η πιο πάνω απόφαση επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι η σειρά της μαρτυρίας συνδέεται με το βάρος απόδειξης και όχι με την ιδιότητα του διαδίκου.

Στην παρούσα περίπτωση, το εκδικάζον την υπόθεση Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αποφάσισε, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, ότι, με την παραδοχή των γεγονότων της ασφαλιστικής σύμβασης και του θανάτου του αποβιώσαντος, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στην εναγομένη - αιτήτρια να αποδείξει ότι η υπό κρίση περίπτωση αφορούσε αυτοκτονία και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στις εξαιρέσεις στις οποίες η αιτήτρια δεν υποχρεούται σε πληρωμή αποζημίωσης.

Η εν λόγω ενδιάμεση δικαστική κρίση ως ζήτημα καθορισμού της διαδικασίας κατά την ακρόαση, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και δεν είναι τέτοια που να επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης, ώστε να δικαιολογείται ο έλεγχός της με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που είναι λανθασμένη η εν λόγω απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου, αυτό δεν επιδρά επί της νομιμότητας της απόφασης αυτής, ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για αίτηση Certiorari (βλ. Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 1066). Αντιθέτως είναι σαφές ότι πρόκειται για διαδικαστικής φύσης ενδιάμεση απόφαση, η οποία θα μπορούσε να εφεσιβληθεί ενώπιον του Εφετείου, δυνάμει του άρθρου 25.1 (γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ούτε έχουν καταδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν το αίτημα για παροχή αδείας για καταχώριση αίτησης προνομιακού εντάλματος Certiorari, παρά την ύπαρξη του ένδικου μέσου της έφεσης.

Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι παρέμειναν ατεκμηρίωτοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για έκδηλη παρανομία, παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και κατάχρηση των διαδικαστικών διαδικασιών.

Ενόψει τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

 

Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο