ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 154/2026)
(i-justice)
21 Ιουλίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. GOSPODIN RODOLFO-ATALLAH ΜΕ ΑΡ. ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΥ ΔΙΑΒ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/06/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ. 4155 ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΥ, ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ Υ.ΚΑ.Ν. ΛΕΜΕΣΟΥ, ΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ «LE PANACHE», ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΩΦΟΡΟ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ Γ΄, ΑΡ. 86, ΛΕΜΕΣΟΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 27 ΚΑΙ 28.
Αλ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας υποστηριζόμενου από Ένορκη Δήλωση του Αστυφ. 4155, Χρ. Χρίστου, της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε στις 26/6/2026 Ένταλμα Έρευνας, στη βάση εύλογης υποψίας «ότι το μουσικοχορευτικό κέντρο «LE PANACHE», που βρίσκεται στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, αρ. 86, στη Λεμεσό το οποίο διαχειρίζονται οι 1. … και 2. …, παράνομα χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, χρήση και διακίνηση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄».
Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής, ο οποίος δηλώνει την ιδιότητα του διαχειριστή του πιο πάνω αναφερόμενου κέντρου, ζητά άδεια για την καταχώριση Αίτησης με Κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του εκδοθέντος Εντάλματος Έρευνας, ημερ. 26/6/2026. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Αιτητή, ενώ συνοδεύεται και από Έκθεση, ως προβλέπεται από το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των γεγονότων επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση Εντάλματος και με βάση τα οποία κρίθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοσή του, όπως αυτά προκύπτουν από την Ένορκη Δήλωση του Αστυφ. 4155, Χρ. Χρίστου. Παρατίθεται προς τούτο η πιο κάτω περικοπή:
«Πληροφορία που δόθηκε στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.), ημερομηνίας 25/06/2026, αναφέρει ότι μέλη του προσωπικού του εν λόγω μουσικοχορευτικού κέντρου, έχουν στην κατοχή τους ποσότητες κοκαΐνης τις οποίες προμηθεύουν σε θαμώνες.
Η πιο πάνω πληροφορία, δόθηκε από συγκεκριμένο αξιόπιστο πληροφοριοδότη ο οποίος έχει ιδίαν αντίληψη των πιο πάνω. Συγκεκριμένα ο πληροφοριοδότης ο οποίος είναι φιλικό πρόσωπο του περιβάλλοντος των υπόπτων, ανέφερε ότι είδε πρόσφατα ποσότητες κοκαΐνης να φυλάσσονται σε γραφείο που βρίσκεται εντός του μουσικοχορευτικού κέντρου. Επίσης ανέφερε ότι εντός του συγκεκριμένου γραφείου υπάρχει οθόνη η οποία ελέγχει το μουσικοχορευτικό κέντρο, με κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ενώ τόσο στην είσοδο, όσο και εντός του κέντρου υπάρχουν φρουροί ασφαλείας. Η πληροφορία είναι δεόντως καταχωρημένη στα μητρώα της Αστυνομίας.»
Οι Λόγοι επί των οποίων βασίζεται το αίτημα για άδεια εξειδικεύονται στην Έκθεση και θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
Α. Επάρκεια του Όρκου και ανεξάρτητη κρίση του εκδίδοντος Δικαστηρίου.
Το επίδικο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε επί τη βάσει Όρκου, ο οποίος δεν περιείχε τις αναγκαίες πρωτογενείς πληροφορίες που να επιτρέπουν στο εκδίδον Δικαστήριο να ασκήσει τη δική του ανεξάρτητη δικαστική κρίση ως προς την ύπαρξη της απαιτούμενης εύλογης υποψίας.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Όρκος της Αστυνομίας περιορίζεται στην αναφορά ότι πληροφοριοδότης φέρεται να «είδε πρόσφατα ποσότητες κοκαΐνης». Πέραν, όμως, της αναφοράς αυτής, ουδεμία παράθεση πραγματικών περιστατικών γίνεται ώστε να καθίσταται αντιληπτό γιατί η πληροφορία αυτή μπορούσε αντικειμενικά να θεωρηθεί ικανή να δημιουργήσει εύλογη υποψία.
Β. Επάρκεια του Όρκου με βάση τις προϋποθέσεις του Άρθρου 29(3)(α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977).
Το επίδικο Ένταλμα πάσχει καθότι εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι ουσιώδεις προϋποθέσεις που απαιτεί το Άρθρο 29(3)(α) του Ν. 29/1977.
Απουσιάζει παντελώς η απαιτούμενη από το Άρθρο 29(3)(α) μαρτυρία περί κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων από πρόσωπο εντός του συγκεκριμένου υποστατικού. Η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με εικασίες ή συμπεράσματα της Αστυνομίας, ούτε είναι επιτρεπτό να συναχθεί εμμέσως από άλλα στοιχεία του Όρκου.
Γ. Επάρκεια του Όρκου και ανεξάρτητη κρίση του εκδίδοντος Δικαστηρίου.
Ο Όρκος δεν παρείχε στο εκδίδον Δικαστήριο τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία για να σχηματίσει ανεξάρτητη κρίση ως προς την ύπαρξη της απαιτούμενης αναγκαιότητας και, συνεπώς, το επίδικο Ένταλμα εκδόθηκε επί ανεπαρκούς πραγματικής βάσης και κατά παράβαση των προϋποθέσεων που διέπουν την έκδοσή του.
Στην παρούσα περίπτωση, ολόκληρη η βάση επί της οποίας η Αστυνομία επιχειρεί να θεμελιώσει την αναγκαιότητα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι πληροφοριοδότης «είδε πρόσφατα ποσότητες κοκαΐνης να φυλάσσονται σε γραφείο που βρίσκεται εντός του μουσικοχορευτικού κέντρου».
Η αναφορά αυτή δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε χρονικό προσδιορισμό, ούτε από οποιοδήποτε άλλο πραγματικό γεγονός το οποίο να επιτρέπει στο εκδίδον Δικαστήριο να αντιληφθεί πότε έλαβε χώρα η φερόμενη παρατήρηση του πληροφοριοδότη.
Στην Έκθεση περιλαμβάνονται ακόμη δύο Λόγοι υπό στοιχεία Δ και Ε, αντίστοιχα, μέσω των οποίων διατυπώνεται η θέση ότι το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εξεδόθη κατά παράβαση των Άρθρων 15, 16, 17 και 35 του Συντάγματος και των αντίστοιχων Άρθρων 8 της ΕΣΔΑ και Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, καθώς και των αντίστοιχων Άρθρων 7 και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Χάρτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, κατοικία και περιουσία του Αιτητή μέσω της έκδοσης του επίδικου Εντάλματος, δεν πληρούσε τα κριτήρια νομιμότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Έχω διεξέλθει με προσοχή την προσβαλλόμενη Απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου, καθώς επίσης και ό,τι ο Αιτητής μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του έχει θέσει ενώπιον μου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν μέσω γραπτής αγόρευσης, αλλά και δια ζώσης. Θα κάνω ειδική αναφορά σε αυτά, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Οι αρχές στη βάση των οποίων παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος αυτής της μορφής είναι καλά εδραιωμένες και έχουν από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τέτοια άδεια παρέχεται όταν καταδεικνύεται από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει. Άδεια για καταχώριση αίτησης παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 και Ευδόκας (2016) 1 Α.Α.Δ. 3018).
Ο πυρήνας του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 είναι η δεόντως εξουσιοδοτημένη αναζήτηση πράγματος ή πραγμάτων που παρέχουν μαρτυρία ή απόδειξη για αξιόποινες πράξεις. Τα δε βασικά σημεία αναφοράς της εν λόγω πρόνοιας είναι, αφενός τα υπό αναζήτηση αντικείμενα, και αφετέρου ο τόπος ή ο χώρος στον οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ή αιτία να πιστεύεται ότι βρίσκονται τα εν λόγω αντικείμενα ή πράγματα. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση «Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα» (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, ένα ένταλμα έρευνας στοχεύει στην ανεύρεση και κατάσχεση πραγμάτων. Προκειμένου δε να εκδοθεί ένταλμα έρευνας με βάση το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη εύλογης αιτίας συναρτημένης προς τα αντικείμενα για τα οποία επιδιώκεται η ανεύρεση ώστε να τεκμηριώνεται η απαραίτητη προϋπόθεση δικαιοδοτικής φύσεως.
Με βάση τα διαλαμβανόμενα στο εν λόγω Άρθρο το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιείται πως, με βάση τον Όρκο που τίθεται ενώπιον του, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στα υποστατικά του Αιτητή υπάρχει οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχθηκε ή υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Η εύλογη υπόνοια είναι του ίδιου του Δικαστή που εκδίδει το ένταλμα, ο οποίος οφείλει να εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα και να αιτιολογήσει δεόντως την έκδοση του εντάλματος έρευνας ικανοποιούμενος από τη μαρτυρία που παρουσιάζεται ενώπιόν του ότι η υποψία είναι εύλογη (Αναφορικά με την Αίτηση του Steven James Moran, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2014, ημερ. 31/3/2016 και Ανδρέου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 103/2020, ημερ. 21/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A164).
Ένταλμα έρευνας σε σχέση με την ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών μπορεί να εκδοθεί και δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 29(3) των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως 2000[1].
Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου Α υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν της αναφοράς στον Όρκο ότι ο πληροφοριοδότης «είδε πρόσφατα ποσότητες κοκαίνης», δεν παρατίθεται οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει το εν λόγω συμπέρασμα. Σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, το συμπέρασμα ότι η ουσία ήταν ναρκωτικό και συγκεκριμένα κοκαΐνη παρουσιάζεται στον Όρκο ως δεδομένο γεγονός, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το συμπέρασμα αυτό να προκύπτει.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η έκδοση εντάλματος του είδους, δικαιολογείται στην περίπτωση που το Δικαστήριο, υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του, ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εύλογης υποψίας, και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος (GPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 219/2014, ημερ. 29/2/2016). Το Δικαστήριο, στη βάση των γεγονότων που παρατίθενται υπόψιν του μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα, θα πρέπει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα ότι η σχετική υποψία είναι εύλογη (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Έκτορα Μαρκίδη (2014) 1 Α.Α.Δ. 756 και In Re Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Όπως έχει κατ’ επανάληψη διακηρυχθεί στη νομολογία μας είναι αρκετό, οι όποιες πληροφορίες, μέσω των οποίων παρατίθενται διάφορα στοιχεία, να έχουν τη δυναμική να θεμελιώσουν την ύπαρξη εύλογης υποψίας (Κυριάκου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 355/2019, ημερ. 16/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:A257).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ληφθείσα πληροφορία, από πρόσωπο που προσδιορίζεται ότι ανήκει στο φιλικό περιβάλλον των ατόμων που διαχειρίζονται το κέντρο, είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, περιλαμβάνοντας στοιχεία και λεπτομέρειες. Αναφερόταν κατά συγκεκριμένο τρόπο στην ύπαρξη ποσοτήτων κοκαΐνης οι οποίες φυλάσσονταν σε γραφείο που βρίσκεται εντός του μουσικοχορευτικού κέντρου. Όπως προκύπτει, στον Όρκο γινόταν αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της πληροφορίας, δηλαδή τα πρωτογενή γεγονότα που συνέθεταν το αποτέλεσμα ότι σε συγκεκριμένο χώρο εντός του εν λόγω μουσικοχορευτικού κέντρου φυλάττονταν ποσότητες κοκαΐνης (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του A.D.S., Πολιτική Έφεση Αρ. 340/2021, ημερ. 6/7/2023 και Αναφορικά με την Αίτηση του Νικόλα Παιδονόμου, Αρ. Αίτησης 118/2023 (i-justice), ημερ. 26/9/2023). Δεν επρόκειτο για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, ούτε βεβαίως για συμπερασματικές απολήξεις και υποθέσεις του πληροφοριοδότη.
Το περιεχόμενο του Όρκου που συνόδευε και υποστήριζε το αίτημα για έκδοση του Εντάλματος Έρευνας, συνολικά θεωρούμενο και αποτιμώμενο, σε αντίθεση με τα όσα η πλευρά του Αιτητή προβάλλει, κρίνεται ότι παραθέτει γεγονότα τέτοιας έντασης και μορφής από κάθε άποψη επαρκή για να υπερβούν το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που απαιτείται σε περιπτώσεις του είδους προς απόδειξη του στοιχείου της εύλογης υπόνοιας.
Σε ό,τι δε αφορά τον Λόγο Β προβλήθηκε πως με δεδομένο ότι το επίδικο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 29(3)(α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Ν. 29/1977, απουσίαζε, στην προκείμενη περίπτωση, η απαιτούμενη από το εν λόγω Άρθρο μαρτυρία περί κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων από πρόσωπο εντός του συγκεκριμένου υποστατικού. Στην περίπτωση του Άρθρου 29(3) προέχει η κατάδειξη ύπαρξης ελεγχόμενου φαρμάκου στον προς έρευνα χώρο, ενώ στην περίπτωση του Άρθρου 27 απαιτείται η κατάδειξη επαρκούς μαρτυρίας για οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, ή οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως θα παρέχει απόδειξη για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος.
Η εισήγηση εκ μέρους του Αιτητή ότι απουσίαζε, εν προκειμένω, η απαιτούμενη μαρτυρία περί κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων εντός του συγκεκριμένου υποστατικού δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Το περί ου ο λόγος υποστατικό στο οποίο υπήρχε μαρτυρία για φύλαξη ναρκωτικών ουσιών, με βάση τη μαρτυρία που είχε τεθεί στον Όρκο, ευρίσκετο υπό τη διαχείριση συγκεκριμένων ατόμων.
Με βάση το Λόγο Γ υποστηρίχθηκε ότι δεν παρέχονταν στον Όρκο τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία για να μπορεί το κατώτερο Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του κρίση ως προς την ύπαρξη της απαιτούμενης αναγκαιότητας έκδοσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος. Και τούτο γιατί η αναφερόμενη πληροφορία δεν συνοδεύετο από οποιοδήποτε χρονικό προσδιορισμό για να μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί πότε έλαβε χώρα η φερόμενη παρατήρηση του πληροφοριοδότη.
Το Δικαστήριο δεν συμπλέει με την ως άνω τοποθέτηση.
Η αναφορά στον Όρκο ότι ο συγκεκριμένος πληροφοριοδότης «είδε πρόσφατα» τα αντικείμενα που ισχυρίζεται, επιμαρτυρεί, κατά ικανοποιητικό τρόπο, τη χρονική σύνδεση των κρίσιμων γεγονότων με το χρονικό σημείο αναζήτησης Εντάλματος Έρευνας, το οποίο, εννοιολογικά δεν μπορούσε να ήταν απομακρυσμένο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2021, ημερ. 5/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A184).
Σε ό,τι αφορά τους Λόγους Δ και Ε, πλην της γενικής τοποθέτησης ότι η έκδοση του προσβαλλόμενου Εντάλματος συνιστούσε παραβίαση Άρθρων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν προβλήθηκε κάτι το συγκεκριμένο ώστε να χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο.
Εν κατακλείδι, τα γεγονότα που περιβάλλουν την κρίση περίπτωση και η εξέλιξή τους, ως τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου με το σχετικό Όρκο, συνολικά θεωρούμενα, ήταν καθ’ όλα επαρκή, καθιστώντας την επιλογή του κατώτερου Δικαστηρίου να εξουσιοδοτήσει την έκδοση του Εντάλματος Έρευνας καθόλα ορθή, σύννομη και δικαιολογημένη.
Υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η υπό κρίση Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση προς τεκμηρίωση της αξίωσης για παροχή της αιτούμενης άδειας.
Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,
Δ.
[1] (3) Εφ’ όσον δικαστής ήθελε ικανοποιηθή βάσει ενόρκου καταγγελίας ότι υπάρχει εύλογος υποψία-
(α) ότι οιαδήποτε ελεγχόμενα φάρμακα ευρίσκονται κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών εν τη κατοχή προσώπου τινός εν οιωδήποτε υποστατικώ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο