ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2017)
15 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΧΡ. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ,
Εφεσειόντων/Εναγομένων,
ΚΑΙ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ,
Εφεσίβλητου/Ενάγοντα.
____________________
Α. Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία ΔΕΠΕ και για Χάρης
Καλογήρου & Σία ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.
Ρ. Μαλλή (κα), τον Εφεσίβλητο.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Ο Εφεσίβλητος ήγειρε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία αξίωσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη, συνεπεία εργατικού ατυχήματος.
Ο Εφεσίβλητος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως οδηγός-διανομέας, φορτωτής και εκφορτωτής εξαρτημάτων στο κατάστημα/αποθήκη εξαρτημάτων, ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων, με τους οποίους υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου.
Στις 8.9.2009 οι Εφεσείοντες έδωσαν οδηγίες στον Εφεσίβλητο και σε άλλους υπαλλήλους της εταιρείας να μεταφέρουν εμπορεύματα από σημείο του ισογείου του καταστήματος τους σε υπόγειο αποθηκευτικό χώρο του υποστατικού. Κάποια στιγμή, ο Εφεσίβλητος, ενώ κρατούσε ένα κασόνι με τα δύο του χέρια και βρισκόταν στο τρίτο σκαλοπάτι εσωτερικής μεταλλικής σκάλας, που υπήρχε μεταξύ του ισογείου και του υπογείου, κατευθυνόμενος προς το υπόγειο, έχασε την ισορροπία του, για άγνωστη αιτία και, κυλώντας με την πλάτη, προσέκρουσε στο έδαφος του υπογείου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των ευρημάτων του, κατέληξε ότι οι Εφεσείοντες ευθύνονται αποκλειστικά για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος, συνεπεία του οποίου ο Εφεσίβλητος τραυματίστηκε και επιδίκασε το ποσό των €7.312,84, ως ειδικές αποζημιώσεις και το ποσό των €15.000, ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο, από 21.7.2011, μέχρι εξόφλησης.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με εννέα λόγους έφεσης, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων αφορούν ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την απόδοση αποκλειστικής ευθύνης στους Εφεσείοντες. Τα ποσά που επιδικάστηκαν, ως αποζημιώσεις, δεν αμφισβητούνται με την έφεση και δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω.
Ειδικότερα, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης, προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί αποκλειστικής ευθύνης των Εφεσειόντων για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος και απόρριψης της θέσης περί συντρέχουσας αμέλειας.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης κρίνεται λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί παραβίασης του θεσμοθετημένου καθήκοντος των Εφεσειόντων. Ενώ, με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη περί της γενεσιουργού αιτίας πρόκλησης του εργατικού ατυχήματος.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης κρίνεται ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ήταν άνευ σημασίας η αιτία που προκάλεσε την απώλεια της ισορροπίας του Εφεσίβλητου.
Με τον πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι αριθμός ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, καθώς επίσης και δεν δικογραφούνται.
Με τους λόγους έφεσης, όπως αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης των Εφεσειόντων και όπως διευκρινίστηκε ενώπιον μας, ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε το Δικαστήριο να αποδώσει την αποκλειστική ευθύνη στον Εφεσίβλητο, είτε να του αποδώσει κατά το ήμισυ (50%) ευθύνη.
Η εισήγηση των Εφεσειόντων εστιάζεται σε στοιχεία τα οποία απαριθμούνται στον πρώτο λόγο έφεσης και είναι διάχυτα και στους υπόλοιπους λόγους έφεσης, τα οποία παραθέτουμε:
1. Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος απώλεσε την ισορροπία του για ανεξήγητους λόγους, από μόνο του υποδηλοί ότι είχε τουλάχιστον μερική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος.
2. Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος είχε κάνει τη διαδρομή μεταφέροντας τα κιβώτια τουλάχιστον δέκα φορές, γεγονός που συνέτεινε στο επίδικο ατύχημα, δεν δικογραφήθηκε, ούτε υπάρχει μαρτυρία που το υποστηρίζει.
3. Το εύρημα ότι δεν αναμενόταν από τον Εφεσίβλητο να αποσφραγίσει τα κιβώτια, έτσι ώστε να μεταφέρει ένα-ένα τα φίλτρα που περιέχοντο σ΄ αυτά, είναι λανθασμένο. Ο δε Εφεσίβλητος παραδέχθηκε στην αντεξέταση του ότι η εργασία που του ανατέθηκε ήταν απλή και μπορούσε πειστικά να αφεθεί ο τρόπος εκτέλεσης της στον ίδιο.
4. Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα κιβώτια μπορούσαν να μεταφερθούν από δύο άτομα, ούτως ώστε να προσέχει ο ένας τον άλλο κατά τη μεταφορά για να τον συγκρατήσει σε περίπτωση που χάσει την ισορροπία του, δεν δικογραφείται και ουδείς ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο.
5. Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κυλιόμενη σκάλα ή ανελκυστήρας κατά τη μεταφορά, επίσης δεν δικογραφείται και δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ήταν δυνατό να γίνει με λογικό κόστος.
6. Το Δικαστήριο λανθασμένα εφάρμοσε τη νομική αρχή ότι «πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη ή μπορεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη να αφεθεί στη φροντίδα των επιτόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με συνετό τρόπο.».
7. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ κάνει εύρημα ότι ο Εφεσίβλητος εκτελούσε τις οδηγίες των Εφεσειόντων με επικίνδυνο τρόπο, δεν του καταλόγισε οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης.
8. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι ο Εφεσίβλητος μπορούσε να αφήσει το κασόνι που μετέφερε και να χρησιμοποιήσει την κουπαστή ή το σιδερένιο κιγκλίδωμα για να στηριχτεί όταν έχασε την ισορροπία του.
9. Λανθασμένα αποφάνθηκε το Δικαστήριο ότι έπρεπε να υπάρχει σύστημα εργασίας για μεταφορά των κιβωτίων με τα χέρια.
10. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την μεταφορά των κιβωτίων για 15 χρόνια με τον ίδιο τρόπο χωρίς πρόβλημα.
Η πλευρά του Εφεσίβλητου υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.
Έχουμε με προσοχή εξετάσει τα επιχειρήματα των συνηγόρων υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα της ευθύνης εργοδότη.
Ορθή υπήρξε η καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τις αρχές που διέπουν την ευθύνη του εργοδότη.
Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 147, το οποίο κωδικοποίησε τις αρχές του κοινοδικαίου, αναφορικά με την αμέλεια. Στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. 453 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας, περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους.
Στην Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 918, λέχθηκε ότι το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου, αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά, προσιτά μέσα.
Το σύστημα εργασίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας και τη λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών (βλ. Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 506). Σημειώνεται παρενθετικά, ότι ένα σύστημα εργασίας περιλαμβάνει κάθε φορά διαφορετικά στοιχεία, τα οποία εξαρτώνται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Speed ν. Thomas Swift & Co. Ltd (1943) 1 All E.R. 539 και Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Μετάλκο Λτδ (1982) 1 Α.Α.Δ. 636).
Περαιτέρω, ο εργοδότης έχει καθήκον υπόδειξης του ασφαλούς συστήματος εργασίας στους εργαζομένους και δεν εξαιρείται από το εν λόγω καθήκον από το γεγονός και μόνο ότι οι υπάλληλοι του είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση του, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας (βλ. General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas (1953) 2 All E.R. 1110). Ο εργοδότης θεωρείται ότι δεν τηρεί το καθήκον του απλώς και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, απαιτείται επιπρόσθετα να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι το εν λόγω σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Ως εκ τούτου, οφείλει να δώσει σαφείς οδηγίες προς τους εργοδοτούμενους και να εποπτεύει και/ή επιβλέπει αυτό (βλ. L.P. Transbeton Ltd ν. Σταύρου κ.α. (2009) ΙΑ Α.Α.Δ. 304).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του ως προς τα περιστατικά που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, σε συνδυασμό με το ισχύον νομικό πλαίσιο, εξέτασε αρχικά κατά πόσο το ατύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας των Εφεσιβλήτων και ανέφερε τα ακόλουθα:
«Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει παρατηρώ ότι στις 08.09.09 οι Εναγόμενοι δια του προϊσταμένου τους Σ.Σ. έδωσαν οδηγίες στον Ενάγοντα και σε άλλους υπαλλήλους της εταιρείας να μεταφέρουν σφραγισμένα κασόνια με το κάθε ένα να περιέχει 5-6 φίλτρα και να έχει διαστάσεις 50 εκ. χ 50 εκ. και βάρος 5-6 κιλά. Ο Ενάγοντας, όπως και οι άλλοι συνάδελφοι του που έλαβαν οδηγίες, έπρεπε να μεταφέρουν τα αντικείμενα από το ισόγειο στο υπόγειο. Η πρόσβαση στο υπόγειο επιτυγχανόταν μόνο με τη χρήση εσωτερικής μεταλλικής σκάλας, την οποία ο Ενάγοντας καλείτο, στα πλαίσια εκτέλεσης των οδηγιών που έλαβε, να ανεβοκατεβαίνει μέχρι να μεταφερθούν όλα τα αντικείμενα στο υπόγειο κρατώντας κάθε φορά το αντικείμενο που κουβαλούσε με τα δύο του χέρια. Δεν υπήρχε ανελκυστήρας αλλά ούτε και κυλιόμενη σκάλα που θα διευκόλυναν τη μεταφορά τέτοιων αντικειμένων. Λόγω της μορφής της πρόσβασης από το ισόγειο στο υπόγειο η μεταφορά των αντικειμένων δεν μπορούσε να γίνει με τρόλεϊ.»
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω της συχνής χρήσης της εσωτερικής σκάλας για τη μεταφορά των κασονιών τα οποία κρατούσε με τα δύο χέρια, η έκθεση του Εφεσίβλητου στον κίνδυνο να πέσει από τη σκάλα, εξαιτίας απώλειας της ισορροπίας του, ήταν προβλεπτός και εμφανής. Σημείωσε, περαιτέρω, ότι η ύπαρξη αντιολισθητικού δαπέδου της σκάλας δεν εξουδετέρωνε τον κίνδυνο, έστω και εάν παρείχε προστασία σε περίπτωση γλιστρήματος. Δεν τον προστάτευε από κάθε αιτία που μπορούσε να προκαλέσει την πτώση του. Η ακριβής αιτία που απώλεσε την ισορροπία του ο Εφεσίβλητος ήταν άγνωστη και το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ήταν άνευ σημασίας. Σημασία είχε ότι οι Εφεσείοντες έπρεπε να είχαν σχέδιο που να παρείχε ασφάλεια στον Εφεσίβλητο από εμφανείς και προβλεπτούς κινδύνους, όπως η απώλεια ισορροπίας κατά τη χρήση της εσωτερικής σκάλας και τέτοιο σχέδιο δεν υπήρχε.
Το Δικαστήριο παρέθεσε παραδείγματα ύπαρξης και εφαρμογής ασφαλούς συστήματος διεκπεραίωσης εργασίας που είχαν υποχρέωση οι Εφεσείοντες να παρέχουν, έτσι ώστε το περιβάλλον εργασίας να είναι ασφαλές για τους εργοδοτούμενους τους, ως ακολούθως:
«Η ύπαρξη ανελκυστήρα θα απέκλειε τον κίνδυνο απώλειας ισορροπίας. Ομοίως ο συνδυασμός κυλιόμενης σκάλας και τρόλεϊ εντός του οποίου θα τοποθετούνταν τα κασόνια με προορισμό τον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο. Η ανυπαρξία των πιο πάνω καθιστά εξ' αντικειμένου την εμπλοκή των Εναγομένων κατά την εκτέλεση εργασίας που αφορούσε την μεταφορά κασονιών στο υπόγειο με τη χρήση της συγκεκριμένης σκάλας πιο ενεργή. Αναμενόταν η παρέμβαση του προϊσταμένου Σ., ο οποίος να έδιδε εντολή στον Ενάγοντα να αποσφραγίζει τα κασόνια και να μεταφέρει με το ένα του χέρι ένα φίλτρο κάθε φορά. Αν όμως οι Εναγόμενοι δεν ήθελαν αποσφράγιση των κασονιών για οποιονδήποτε λόγο τότε ο προϊστάμενος Σ. θα έπρεπε να μεριμνούσε ο Ενάγοντας κάθε φορά που μετέφερνε με τα δύο του χέρια ένα κασόνι να συνοδευόταν από άλλο άτομο που θα είχε ελεύθερα τα χέρια του έτσι ώστε σε περίπτωση που ο Ενάγοντας έχανε την ισορροπία του για οποιονδήποτε λόγο τη στιγμή που κατέβαινε τη σκάλα να τον συγκρατήσει με τα ελεύθερα χέρια του.»
Στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν «η απουσία προστατευτικών μέτρων και γενικότερα ασφαλούς συστήματος εκτέλεσης της εργασίας τη δεδομένη χρονική στιγμή του ατυχήματος.» Έκρινε, περαιτέρω, ότι, στη βάση των περιστατικών που συνέβη το ατύχημα, αναδύεται η απαιτούμενη ύπαρξη ουσιώδους συνάφειας μεταξύ της απουσίας επαρκούς και κατάλληλου ασφαλούς συστήματος εργασίας και των πιο πάνω αναφερομένων παραλείψεων των Εφεσειόντων.
Με παραπομπή στο άρθρο 13(1) και (2) και 34 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ν.89(Ι)/96 και στους Κανονισμούς 4 και 5 των περί Ασφάλειας και Υγείας (Χειρονακτική Διακίνηση Φορτίων) Κανονισμών του 2001 (Κ.Δ.Π. 267/2001), ως επίσης στη μαρτυρία όπως έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι Εφεσείοντες παραβίασαν θέσμια καθήκοντα και υποχρεώσεις που προβλέπονταν στις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, ειδικότερα ότι:
«(1) δεν διέθεταν τα κατάλληλα μέσα στις εγκαταστάσεις του χώρου εργασίας τους όπως ανελκυστήρας ή συνδυασμό κυλιόμενης σκάλας με τρόλεϊ, εντός του οποίου θα τοποθετούνταν τα κασόνια κατά την μεταφορά τους στον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, τα οποία θα διασφάλιζαν την διακίνηση των εμπορευμάτων χωρίς κίνδυνο της σωματικής ακεραιότητας του Ενάγοντα και των άλλων συναδέλφων του,
(2) εάν γίνει δεκτό ότι η χειρονακτική διακίνηση των κασονιών στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αναπόφευκτη, οι Εναγόμενοι δεν φρόντισαν να λάβουν τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο που οι εργοδοτούμενοι τους διατρέχουν κατά τη χειρωνακτική διακίνηση των φορτίων αυτών όπως η αποσφράγιση των κιβωτίων και η μεταφορά ενός φίλτρου κάθε φορά ή η συνοδεία άλλου ατόμου δίπλα από τον Ενάγοντα που μετέφερνε κιβώτια με τα δύο χέρια του για σκοπούς προστασίας του από πτώση σε περίπτωση απώλειας της ισορροπίας του από τη σκάλα που χρησιμοποιούσε.»
Όπως αναφέρεται πιο πάνω, δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στο Κεφ. 148 αναφορικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του σε σχέση με την ασφάλεια αυτών κατά την εργασία τους. Αριθμός, όμως, τέτοιων υποχρεώσεων ρητά καθορίζονται στον Ν.89(Ι)/1996 και στην Κ.Δ.Π. 267/2001 (ανωτέρω).
Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και το νομικό πλαίσιο που διέπει τη σχέση εργοδότη με εργοδοτούμενο, θα εξετάσουμε τις εισηγήσεις των Εφεσειόντων.
Το συμπέρασμα των Εφεσειόντων, πως το γεγονός ότι ο λόγος που απώλεσε την ισορροπία του ο Εφεσίβλητος παρέμεινε άγνωστος, δείχνει ότι είχε τουλάχιστον μερική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος, κρίνουμε ότι είναι αυθαίρετο. Όπως ορθά ανέφερε το Δικαστήριο, οι Εφεσείοντες, ως εργοδότες, «έπρεπε να είχαν ένα σχέδιο που να παρείχαν ασφάλεια στον Ενάγοντα από εμφανείς και προβλεπτούς κινδύνους, όπως απώλεια ισορροπίας κατά τη χρήση εσωτερικής σκάλας και δεν είχαν.» Η απώλεια ισορροπίας κατά τη χρήση της εσωτερικής σκάλας αποτελούσε έναν προβλεπτό κίνδυνο και αυτό που εξετάζεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι κατά πόσο οι εργοδότες παρείχαν προστατευτικά μέτρα που να παρείχαν ασφάλεια στους εργοδοτούμενους τους από ένα τέτοιο προβλεπτό κίνδυνο.
Η εισήγηση των Εφεσειόντων αναφορικά με τη δυνατότητα αποσφράγισης των κασονιών από τον Εφεσίβλητο, έτσι ώστε να μεταφέρει ένα-ένα τα φίλτρα που περιέχονταν σ΄ αυτά (σημείο 3, ανωτέρω), δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Οι οδηγίες που έλαβε από τον προϊστάμενο του ο Εφεσίβλητος ήταν να μεταφέρει τα εν λόγω κασόνια από το ισόγειο στον υπόγειο χώρο αποθήκευσης. Τα κασόνια ήταν σφραγισμένα και δεν δόθηκαν οδηγίες να αποσφραγισθούν. Επρόκειτο για κασόνια διαστάσεων 50εκ. χ 50 εκ. που περιείχαν φίλτρα αέρα και είχαν βάρος 5 – 6 κιλά. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εφεσίβλητος θεωρούσε την εργασία απλή, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από την ευθύνη του εργοδότη. Το μέγεθος των κασονιών και το γεγονός ότι τα κρατούσε και με τα δύο του χέρια, σε περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, έχανε την ισορροπία του, δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγει την πτώση. Η ύπαρξη χειρολαβής δεν θα τον βοηθούσε να αποφύγει την πτώση, εφόσον και τα δύο του χέρια χρησιμοποιούντο για να κρατά το κασόνι.
Σχετική είναι η υπόθεση Αλεξάνδρου (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110, υπεδείχθη ότι είναι γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες, πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Πρόσθεσε, δε, ότι γι΄ αυτόν τον λόγο το κοινοδίκαιο απαιτεί οι εργοδότες να καταβάλλουν λογική φροντίδα και να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας.
Στην παρούσα περίπτωση, ο εργοδοτούμενος ήταν έμπειρος υπάλληλος και, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία του ίδιου, δεν θεωρούσε επικίνδυνη εργασία τη μεταφορά των κασονιών από το ισόγειο στο υπόγειο μέσω της εσωτερικής σκάλας. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από του να διασφαλίσει ένα ασφαλές σύστημα εργασίας. Ο προϊστάμενος του Εφεσίβλητου δεν του έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες, ως προς τον τρόπο που θα εκτελούσε την εργασία του. Το γεγονός ότι θα έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει τη σκάλα, μέχρι να συμπληρωθεί η μεταφορά των εμπορευμάτων και το γεγονός ότι θα χρησιμοποιούσε και τα δύο του χέρια, κρατώντας το κασόνι με τις συγκεκριμένες διαστάσεις και βάρος για την διεκπεραίωση της εργασίας, κάτι που εμπεριείχε κινδύνους, όπως ορθά εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, απαιτούσε όπως ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του εργοδοτουμένου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν, τα οποία εμπίπτουν στις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις.
Οι Εφεσείοντες εισηγήθηκαν ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως προς την ευθύνη εργοδότη, δεν είχαν την ανάλογη δικογραφική κάλυψη. Στην παράγραφο 5 της Έκθεση Απαίτησης δίδονται στις υποπαραγράφους (Α) – (Θ) οι λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβάσεως των εκ του Νόμου και Κανονισμών, όπου αναφέρονται οι παραλείψεις και αμέλεια που αποδίδονται στους Εφεσείοντες. Στις λεπτομέρειες περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί παράλειψης παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας και τήρησης ασφαλούς χώρου εργασίας, παράλειψης και/ή αμέλειας να ληφθούν μέτρα αποφυγής του κινδύνου, ενώ ο κίνδυνος ήταν εύλογα προβλεπτός, παράλειψης και ή αμέλειας να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας του εφεσίβλητου, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. Στην δε παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά στα συμβάντα της ημέρας που έγινε το ατύχημα, τις οδηγίες που έλαβε ο Εφεσίβλητος από τον προϊστάμενο του, το περιεχόμενο των κασονιών που έπρεπε να μεταφερθούν στον υπόγειο χώρο αποθήκευσης και ότι για τη μεταφορά τους απαιτείτο να χρησιμοποιηθούν και τα δύο χέρια.
Ως εκ των ανωτέρω, κρίνουμε ότι υπήρχαν οι αναγκαίες λεπτομέρειες, οι οποίες αφορούσαν την παράλειψη των Εφεσειόντων να παρέχουν ασφαλές σύστημα εργασίας και παράλειψη να λάβουν μέτρα αποφυγής του κινδύνου.
Συντρέχουσα αμέλεια.
Η θέση που προωθήθηκε από τους Εφεσείοντες είναι ότι, σε περίπτωση που δεν κριθεί ότι για το ατύχημα ευθυνόταν μόνο ο Εφεσίβλητος, τότε θα πρέπει να αποδοθεί στον τελευταίο συντρέχουσα αμέλεια 50%.
Το Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων περί ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας του Εφεσίβλητου και κατέληξε ότι η θέση τους ήταν ατεκμηρίωτη.
Η συντρέχουσα αμέλεια εδράζεται στο καθήκον αυτοπροστασίας του ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να επιδείξει ανάλογη επιμέλεια, προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό του από βλάβη ή ζημία (βλ. Θεόδωρος Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1325). Το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει εκ προοιμίου (βλ. Owen v. Brimmell (1977) 1 Q.B. 859).
Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δύναται να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το δικαστήριο (βλ. Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Ξενοφώντος Κύπρος ν K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786).
Στην υπόθεση United Brickworks Ltd ν. Ευαγγέλου (1992) 1 Α.Α.Δ. 123 επισημάνθηκε: «Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του.».
Το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του στη βάση του πιο κάτω σκεπτικού:
«Αναφορικά με ενδεχόμενο αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα συνέβαλλε στο να εκτεθεί στον κίνδυνο. Ειδικότερα καμία από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων στο θέμα αυτό δικαιολογείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο Ενάγοντας προσπάθησε να εκτελέσει τις οδηγίες που έλαβε ρητά από τον προϊστάμενο των Εναγομένων Σ.Σ., προς τον οποίον ήταν υπόλογος.
Ειδικότερα το ότι ο Ενάγοντας έχασε την ισορροπία του δεν σημαίνει ότι οφείλεται σε δική του αμέλεια. Ενώπιον μου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που θα με οδηγούσε σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η μεταφορά του κασονιού με τα δύο του χέρια δεν του επέτρεψε τη στιγμή που έχασε την ισορροπία του στο τρίτο σκαλοπάτι όταν κατέβαινε τη σκάλα να αντιδράσει έγκαιρα και να χρησιμοποιήσει το προστατευτικό κάγκελο και κουπαστή προκειμένου να αποτρέψει την πτώση του. Το βάρος 5-6 κιλών και οι διαστάσεις των 50 εκ. χ 50 εκ. που είχε το κάθε κασόνι που ο Ενάγοντας μετέφερε σε συνδυασμό με το σωματότυπο του δεν του επέτρεπε να το κρατεί με το ένα του χέρι. Παράλληλα η σφράγιση των κασονιών, το περιεχόμενο των οποίων προοριζόταν για πώληση στην αγορά, δεν δικαιολογούσε τη λήψη πρωτοβουλίας από τον Ενάγοντα να τα αποσφραγίζει και να μεταφέρνει το κάθε ένα φίλτρο ξεχωριστά στην υπόγεια αποθήκη. Περαιτέρω καμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση ενέργησε με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια του ή ότι μετέφερνε τα κασόνια απρόσεκτα χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή για την ασφάλεια του. Εξ' ου και ο τρόπος που μετέφερνε τα εμπορεύματα στην αποθήκη του υπογείου, ο οποίος ας σημειωθεί ήταν διαχρονικός, δεν προκάλεσε την παρέμβαση του προϊσταμένου των Εναγομένων Σ.Σ., οι οποίοι με τη στάση τους επέδειξαν ότι ενέκριναν αυτόν τον τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον Ενάγοντα και ότι ήταν σύμφωνοι με το πλαίσιο των οδηγιών τους για εκτέλεση της εργασίας.»
Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Ltd κ.ά Πολ. Έφ. Αρ. 111/2017, ημερ. 13.3.2024, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, ως προς τον καταμερισμό ευθύνης και πότε παρεμβαίνει το Εφετείο:
«Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία (βλ. Charalambous v. Kassapis (1988) 1 C.L.R. 25). Εφόσον η καθοδήγηση ως προς το δίκαιον είναι ορθή, ο καταμερισμός της αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου (1989) 1(E) A.A.Δ. 178). Μόνο όπου ο καταμερισμός αντιστρατεύεται τα ευρήματα του Δικαστηρίου ή είναι έκδηλα λανθασμένος παρέχεται πεδίο για επέμβαση από το Εφετείο (Ιορδάνου κ.ά. ν. Κυριάκου κ.ά. (1996) 1(B) A.A.Δ. 1364, 1373, Metalco (Heaters) Ltd ν. Νεοφύτου κ.ά. (1997) 1 A.A.Δ. 211, 229).»
Εν προκειμένω, η απόδοση στους Εφεσείοντες της εξ ολοκλήρου ευθύνης για το εργατικό ατύχημα, δεν κρίνουμε ότι αντιστρατεύεται τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να απαιτείται η παρέμβαση μας. Σημειώνεται ότι τα όσα επικαλέστηκαν οι Εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους, ως λεπτομέρειες αμέλειας ή συντρέχουσας αμέλειας του Εφεσίβλητου, όπως ορθά διαπιστώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέμειναν ατεκμηρίωτα.
Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται, με €2.000 έξοδα εναντίον των Εφεσειόντων, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
/ΧΤΘ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο