Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Μπενέτη με Α.Δ.Τ. [ ], για την καταχώριση Αίτησης για Άδεια για την καταχώριση Αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari και Prohibition, Πολιτική Έφεση αρ. 20/2026, 20/7/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Μπενέτη με Α.Δ.Τ. [ ], για την καταχώριση Αίτησης για Άδεια για την καταχώριση Αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari και Prohibition, Πολιτική Έφεση αρ. 20/2026, 20/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση αρ. 20/2026)

20 Ιουλίου 2026

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

                  

Έφεση κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη Προνομιακή του Δικαιοδοσία στην Πολιτική Αίτηση αρ. 77 / 2026,

Υπό τον τίτλο:

Αναφορικά με το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ.3) του 2022

και

Αναφορικά με τους περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2018 και 2023

και

Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Μπενέτη με Α.Δ.Τ. [   ], για την καταχώριση Αίτησης για Άδεια για την καταχώριση Αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari και Prohibition

και

Αναφορικά με την Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού  Συλλόγου ημερ.09/02/2026, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 18/03/2026, με την οποία διαγράφηκε το όνομα του Αιτητή από το Μητρώο Δικηγόρων, με άμεση εφαρμογή από την ημέρα κοινοποίησης της Απόφασης, Δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 6Α(4) του Περί Δικηγόρων Νόμου — ΚΕΦ.2.

Βίκτωρ Ακάμας για Βίκτωρ Φ. Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε. για εφεσείοντα

                               

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη δικαιοδοσία του (το πρωτόδικο Δικαστήριο), με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του εφεσείοντα για την παροχή άδειας προς τον σκοπό καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari.

Με την εν λόγω αίτηση για προνομιακό ένταλμα Certiorari, ο εφεσείων θα επεδίωκε την ακύρωση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με την οποία αποφασίστηκε η διαγραφή του από το Μητρώο των Δικηγόρων, δυνάμει του άρθρου 6Α(4) του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2.

Ο εφεσείων στήριξε πρωτοδίκως την αίτησή του για παραχώρηση αδείας, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα γεγονότα:

1.        Στις 21.07.2025 ο εφεσείων έλαβε επιστολή από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, με την οποία ενημερωνόταν ότι ο Σύλλογος αποφάσισε να προχωρήσει σε αυτεπάγγελτη διερεύνηση στη βάση του άρθρου 6Α(4) του Κεφ. 2 λόγω του ότι προσκόμισε ψευδείς παραστάσεις για την εγγραφή του στο Νομικό Συμβούλιο ως ασκούμενος δικηγόρος και κατά συνέπεια για την έγκριση και εγγραφή του στο Μητρώο Δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμα. Του ζητήθηκε να απαντήσει γραπτώς εντός 30 ημερών, σε σειρά ερωτημάτων που αφορούσαν την αλλαγή του ονόματος του, την καταδίκη του στην Κύπρο, ποια στοιχεία δήλωσε κατά την εγγραφή του και τη νομική βάση της εγγραφής του. 

2.        Με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14.09.2025 ο εφεσείων απάντησε, προβάλλοντας τη θέση ότι ο Σύλλογος δεν είχε εξουσία να εξετάσει τις συνθήκες εγγραφής του, καθότι αυτή την είχε αποκλειστικά το Νομικό Συμβούλιο και επιπλέον παρουσίασε όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει για την εγγραφή του στο Μητρώο Δικηγόρων.

3.        Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος επανήλθε με νέα επιστολή ημερ. 29.10.2025 με την οποία παρουσίαζε ένα ιστορικό και τα έγγραφα της υπόθεσης, ζητώντας του να τοποθετηθεί επί όλων των πτυχών αυτής. Ο εφεσείων απάντησε, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 12.01.2016, στην οποία επανέλαβε τις θέσεις του.  

4.        Στις 18.03.2026 επιδόθηκε στον εφεσείοντα η απόφαση του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερ. 09.02.2026 για τη διαγραφή του από το «Μητρώο Δικηγόρων» δυνάμει του άρθρου 6Α(4) του Κεφ. 2

Ο εφεσείων προέβαλε στην πρωτόδικη διαδικασία τους πιο κάτω λόγους, προκειμένου να στηρίξει το αίτημα του για παροχή αδείας προς τον σκοπό καταχώρισης προνομιακού εντάλματος Certiorari:

                I.          Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στερείτο δικαιοδοσίας και ή ενήργησε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. 

              II.          Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αφενός κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης, η οποία κατοχυρώνεται από τα Άρθρα 12.5 και 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), και αφετέρου κατά παράβαση των άρθρων 15-17 του Κεφ. 2

            III.          Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας. 

            IV.          Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος και του άρθρου 4 της ΕΣΔΑ, καθώς επίσης της αρχής του δεσμευτικού χαρακτήρα του δεδικασμένου. 

             V.          Το άρθρο 6, και ειδικότερα το άρθρο 6Α(4), στα οποία στηρίχθηκαν η ακολουθητέα διαδικασία και η ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, είναι αντισυνταγματικά.

            VI.          Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δεόντως και ή καθόλου αιτιολογημένη, κατά παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 45 της ΕΣΔΑ.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, διαχώρισε την υπό κρίση περίπτωση από άλλες υποθέσεις που σχετίζονταν με αποφάσεις του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, καθότι εκείνες αφορούσαν σε συγκεκριμένο Νόμο, ήτοι τον Νόμο 188(I)/2007, ο οποίος περιελάμβανε ρητές πρόνοιες ως προς τη φύση και τις εξουσίες του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Εποπτικής Αρχής.

Πρόκειται μεταξύ άλλων για την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. 2/2025, Αναφορικά με την Αίτηση του Δικηγόρου για τους Εφεσείοντες στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 18/23 μεταξύ Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ημερ. 21.5.2025, στην οποία αποφασίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη αρμόδιας Εποπτικής Αρχής και επομένως, ο έλεγχος αυτής είναι διοικητικός και σε καμία περίπτωση πειθαρχικός.

Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εν λόγω υπόθεση διαχωρίζεται από τα γεγονότα της παρούσας γιατί, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε υπό το πρίσμα των άρθρων 2 και 59(1)(ε) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188(I)/2007), τα οποία ορίζουν το Συμβούλιο του  Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Εποπτική Αρχή για τον έλεγχο συγκεκριμένων πράξεων των δικηγόρων στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

Κρίθηκε ως εκ των πιο πάνω, ότι, σε αντίθεση με την απόφαση Κούρτελλος (ανωτέρω), η υπό κρίση περίπτωση αφορά εξουσία του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δυνάμει άλλου Νόμου με άλλες εξουσίες, ήτοι του περί Δικηγόρων Νόμου (Κεφ. 2).  Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε ότι εφαρμογή έχει, το άρθρο 32Α του Κεφ. 2, στο οποίο καθορίζεται μεταξύ άλλων ότι για οποιοδήποτε ζήτημα εναντίον του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου καταχωρείται αγωγή ή αίτηση ενώπιον Δικαστηρίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.  

Στην βάση αυτού του σκεπτικού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση για παροχή αδείας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, την οποία και απέρριψε.

Ο εφεσείων με τρεις λόγους έφεσης προσβάλλει την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση. Και οι τρεις λόγοι περιστρέφονται γύρω από τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απέφυγε να εξετάσει το είδος της προσβαλλόμενης απόφασης του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, και ειδικότερα κατά πόσο αυτή είναι πράξη δικαστικού χαρακτήρα ώστε να ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου με την απόφαση του, ενήργησε ως οιονεί Δικαστήριο και επέβαλε πειθαρχική ποινή και/ή πειθαρχική κύρωση στον εφεσείοντα, ήτοι τη διαγραφή του ονόματος του από το Μητρώο Δικηγόρων, γεγονός το οποίο νομολογιακά κατατάσσει την εν λόγω απόφαση ως ενέργεια δικαστικού χαρακτήρα. Εντούτοις, κατά τον εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέλειψε να εφαρμόσει τα κριτήρια που έθεσε η νομολογία, αναφορικά με την υπό κρίση απόφαση ως οιονεί δικαστική ενέργεια που ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Παρεμφερής είναι και ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 32Α του Κεφ. 2, διαφοροποιώντας την παρούσα υπόθεση από προηγούμενη πάγια νομολογία, που καθιέρωσε τον χαρακτήρα των αποφάσεων του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου ως πράξεων δικαστικού χαρακτήρα. Επιπλέον, λανθασμένα αποφάσισε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 32Α του Κεφ.2, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε ποιο είναι το είδος της προσβαλλόμενης απόφασης του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, και ειδικότερα κατά πόσο αυτή είναι πράξη δικαστικού χαρακτήρα ώστε να ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι βασική επιχειρηματολογία του εφεσείοντα είναι ότι η υπό κρίση απόφαση συνιστά οιονεί δικαστική πράξη και με αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ελεγχθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Στήριξε την πιο πάνω θέση του σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία η σχέση του δικηγορικού επαγγέλματος με την απονομή της δικαιοσύνης, «είναι τέτοια ώστε να προσδώσει στην πειθαρχική διαδικασία κατά δικηγόρων το στίγμα της δικαστικής διαδικασίας» (βλ. CD an advocate (1969) 1 C.L.R. 561 , A.B. an advocate (1969) 1 CLR 388 και Frangos v. Medical Disciplinary Board (1983) 1 C.L.R. 256).

Ο συνήγορος του εφεσείοντος στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η διατύπωση του άρθρου 6Α(4) του Κεφ.2, καταδεικνύει τον πειθαρχικό χαρακτήρα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Με δεδομένο δε, ότι αυτές οι πειθαρχικής φύσης αποφάσεις του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου δεν υπόκεινται σε έφεση, όπως συμβαίνει με τις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου, προέβαλε την θέση ότι αυτές θα μπορούσαν να προσβληθούν με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση. Στην υπό κρίση περίπτωση το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσον η επίδικη απόφαση του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου συνιστούσε ή όχι οιονεί δικαστική πράξη, αλλά, όπως πολύ σωστά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση, αν το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αρμοδιότητα να την ακυρώσει με προνομιακό ένταλμα Certiorari, δεδομένης της εισαγωγής στον Περί Δικηγόρων Νόμο (Κεφ.2) του άρθρου 32Α.  Το εν λόγω άρθρο που εισήχθη στο Κεφ.2 με τον τροποποιητικό Νόμο 99(I)/2023, προβλέπει τα πιο κάτω:

«32Α. Για οποιοδήποτε θέμα εναντίον του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ή του Ταμείου Συντάξεων Δικηγόρων ή του Νομικού Συμβουλίου καταχωρείται αγωγή ή αίτηση ενώπιον δικαστηρίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης».

Θεωρούμε ότι η πιο πάνω νομοθετική διάταξη είναι αρκετά σαφής, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας της πρόθεσης του νομοθέτη να παραχωρήσει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο για έλεγχο των αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η υπό κρίση απόφαση για αφαίρεση της άδειας δικηγόρου του εφεσείοντα, ανεξαρτήτως του αν θα μπορούσε η εν λόγω απόφαση να χαρακτηριστεί ή όχι ως πειθαρχικού χαρακτήρα.

Πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διέκρινε την παρούσα από άλλες υποθέσεις που αφορούσαν αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188(I)/2007). Στις εν λόγω υποθέσεις, το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου λειτούργησε ως εκ του Νόμου Εποπτική Αρχή, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις του να συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις (βλ. Κούρτελλος ανωτέρω).

Η υπό κρίση περίπτωση διακρίνεται επίσης από τις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου στις οποίες αναφέρθηκε ο συνήγορος του εφεσείοντα στην αγόρευση του (βλ. μεταξύ άλλων CD an advocate ανωτέρω), για τις οποίες δίδεται δικαίωμα έφεσης δυνάμει του άρθρου 17.5 του Κεφ.2.

Είναι σαφές κατά την κρίση μας ότι μετά την εισαγωγή του άρθρου 32Α στο Κεφ. 2 με τον τροποποιητικό Νόμο 99(I)/2023, όλες οι αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με εξαίρεση αυτές που εκδίδει ως Εποπτική Αρχή δυνάμει του Νόμου 188(I)/2007, μπορούν να προσβληθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσής τους.

Ο συνήγορος του εφεσείοντα παρότι θεωρεί λανθασμένη με τον δεύτερο λόγο έφεσης την εφαρμογή του άρθρου 32Α του Κεφ. 2, εισηγήθηκε ότι το εν λόγω άρθρο, δίδει το δικαίωμα για προσβολή των εν λόγω αποφάσεων, εκτός από την καταχώριση αγωγής, και με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Στήριξε την πιο πάνω άποψή του στο γεγονός ότι το άρθρο 32Α αναφέρεται σε «αγωγή ή αίτηση ενώπιον δικαστηρίου». Αυτό, σε συνδυασμό με την ερμηνεία του όρου «δικαστήριο» στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ.2, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το Ανώτατο Δικαστήριο, καταδεικνύει κατά τον συνήγορο, ότι ο όρος «αίτηση» αφορά αίτηση για προνομιακό ένταλμα Certiorari ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε αντιδιαστολή με την αγωγή που καταχωρείται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

Με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο, δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω άποψη. Δεν προκύπτει πουθενά από το κείμενο του άρθρου 32Α του Κεφ. 2 ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να δώσει την ευχέρεια για αμφισβήτηση των αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Θεωρούμε ότι, αν έτσι ήταν τα πράγματα, θα υπήρχε  ρητή αναφορά στο κείμενο του άρθρου 32Α ότι η «αίτηση» στην οποία αναφέρεται αφορά αίτηση για προνομιακό ένταλμα. Αντιθέτως, η από κοινού αναφορά σε αγωγή και αίτηση καταδεικνύει ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να δώσει αρμοδιότητα για τέτοιου είδους υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο, με οιονδήποτε εναρκτήριο ένδικο μέσο δικαστικής διαδικασίας, είτε με αγωγή είτε με αίτηση. Για αυτό άλλωστε καθορίζεται παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος και προθεσμία 12 μηνών για καταχώριση της υπόθεσης, κάτι που δεν μπορεί βέβαια να αφορά τα προνομιακά εντάλματα, για τα οποία καθορίζεται ειδική προθεσμία 45 ημερών δυνάμει του άρθρου 5 του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018 (5/2018).

Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, θεωρούμε απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη την απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία εφαρμογή στην παρούσα έχει το άρθρο 32Α του Κεφ. 2. Συνεπακόλουθα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να ακούσει την υπό κρίση αίτηση, αφού δυνάμει του εν λόγω άρθρου, η επίδικη απόφαση του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου θα μπορούσε να προσβληθεί εντός 12 μηνών, μόνον ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ

 

 

Α. Δαυίδ, Δ

 

 

Αλ. Παναγιώτου, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο