ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.351/2016
20 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. A. DAMIANOU AUTO CARE LTD
2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ
Εφεσείοντες
ν.
B2KAPITAL CYPRUS LTD
Εφεσίβλητη
………………………………………..
Μ. Γαβριηλίδης, για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσείοντες.
Μ. Δαμιανού (κα) με Α. Χ’’Χαραλάμπους (κα) για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το Δικαστή Δαυίδ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Οι εφεσείοντες 1 και 2, ενοικιαγοράστρια εταιρεία η πρώτη και εγγυητής των υποχρεώσεων της ο δεύτερος, συνήψαν με την εφεσίβλητη (τότε Hellenic Bank Public Co Ltd), συμφωνία ενοικιαγοράς, δυνάμει της οποίας η τελευταία ενοικίασε στην εφεσείουσα 1 δέκα οχήματα, έναντι συνολικού ποσού €126.347,52, πληρωτέου σε 48 μηνιαίες δόσεις, με δικαίωμα αγοράς μετά την εξόφληση του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος.
Εξαιτίας της παράλειψης της εφεσείουσας 1 να ανταποκριθεί στη συμβατική της υποχρέωση για την καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων, η εφεσίβλητη, αφού προηγουμένως απηύθυνε σχετικές επιστολές για εξόφληση των καθυστερημένων οφειλών, προέβη στον τερματισμό της συμφωνίας, αξιώνοντας στη συνέχεια, μέσω της αγωγής Αρ.794/12 που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου και την παράδοση των οχημάτων (πλην του οχήματος με αριθμό εγγραφής [ ] για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω).
Η σύναψη και ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς, η αποστολή των σχετικών επιστολών, η ιδιοκτησία των επίδικων οχημάτων, οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού, καθώς και το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, ανερχόμενο στις €73.104,29 πλέον ανάλογους τόκους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εφεσείοντες κρίνονταν υπεύθυνοι και για τα δέκα οχήματα που περιλαμβάνονταν στη συμφωνία, δεν αμφισβητήθηκαν και κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα. Η ουσιαστική αντιδικία των πλευρών, επικεντρώθηκε στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας Nissan Serena, το οποίο, κατά τους εφεσείοντες, αν και περιλαμβανόταν στη συμφωνία, ουδέποτε παραδόθηκε, ούτε εγγράφηκε στο όνομα της εφεσείουσας 1. Η εφεσίβλητη, αν και παραδέχθηκε ότι το ως άνω όχημα αποτελούσε ένα εκ των οχημάτων της συμφωνίας, υποστήριξε ότι δεν αξίωσε με διάταγμα την παράδοση του, καθότι αυτό παρέμεινε δεσμευμένο στο πλαίσιο άλλης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Υποδεικνύοντας ότι η συμφωνία τερματίστηκε αποκλειστικά λόγω της μη τήρησης του προγράμματος αποπληρωμής, υποστήριξε πως ουδεμία ευθύνη έφερε για την παράδοση του και ότι η απαίτηση της δεν επηρεαζόταν από το πιο πάνω γεγονός.
Συνακόλουθα των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε να εξετάσει κατά πόσον η εφεσίβλητη είχε υποχρέωση να παραδώσει το εν λόγω όχημα στην εφεσείουσα 1 και κατ’ επέκταση, κατά πόσο δικαιούτο να αξιώσει το διεκδικούμενο ποσό, στο οποίο περιλαμβάνεται η αξία του. Εξετάζοντας τις πρόνοιες της συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1), περιλαμβανομένης της «Δήλωσης Εμπόρου» και της «Συμφωνίας και Διακήρυξης του Μισθωτή» που αποτελούν μέρος του ως άνω τεκμηρίου, κατέληξε ότι η εφεσίβλητη δεν υπείχε συμβατική υποχρέωση παράδοσης των οχημάτων, περιλαμβανομένου του επίμαχου, στους εφεσείοντες. Η σχετική υποχρέωση, κατέληξε, βάρυνε τον έμπορο, ήτοι την Carvalley Trading Ltd, παραπέμποντας παράλληλα στην δήλωση της εφεσείουσας 1 ότι είχε ήδη παραλάβει τα αγαθά σε καλή κατάσταση, τα είχε εξετάσει και βρει κατάλληλα και ικανοποιητικά. Έκρινε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αποτέλεσμα των ως άνω δηλώσεων και συμπεριφοράς τους, οι εφεσείοντες κωλύονταν να ισχυριστούν το αντίθετο, καταλήγοντας ότι η εφεσίβλητη νομιμοποιείτο να αξιώσει το σύνολο του οφειλόμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο υπολοίπου, πλέον τόκους και έξοδα, με εξαίρεση το δικαίωμα ενοικιαγοράς, ύψους €25,63 πλέον Φ.Π.Α. Παράλληλα, εκδόθηκαν εναντίον της εφεσείουσας 1 διατάγματα παράδοσης των εννέα οχημάτων που βρίσκονταν στην κατοχή της και πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό, με τα έσοδα να διατίθενται έναντι του επιδικασθέντος ποσού.
Η υπό συζήτηση έφεση βάλλει κατά της πρωτόδικης απόφασης, ημερομηνίας 25.09.16, προτάσσοντας τρείς αλληλένδετους λόγους, οι οποίοι, ουσιαστικά αναδεικνύουν το ίδιο ο ζήτημα. Ειδικότερα, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ως αδιάφορο, τόσο το γεγονός ότι το όχημα με αρ. εγγραφής KTD 624 ουδέποτε παραδόθηκε στην εφεσείουσα 1, όσο και ότι αυτό ήταν δεσμευμένο στο πλαίσιο άλλης συμφωνίας ενοικιαγοράς (1ος Λόγος Έφεσης), ότι εσφαλμένα δεν αναγνώρισε την υποχρέωση της εφεσίβλητης, ως χρηματοδότη στο πλαίσιο της σύμβασης ενοικιαγοράς, να παραδώσει στην εφεσείουσα 1 την κατοχή και χρήση του συνόλου των οχημάτων που αφορούσε η πιο πάνω σύμβαση (2ος Λόγος Έφεσης) και, τέλος, ότι εσφαλμένα αποδέχτηκε τη θέση πως η εφεσίβλητη δεν υπείχε υποχρέωση να παραδώσει στους εφεσείοντες το επίδικο όχημα, παραγνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ήδη δεσμευμένο με άλλη συμφωνία χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ή/και πρόθεση μεταβίβασης της κατοχής και της κυριότητας του στους εφεσείοντες (3ος Λόγος Έφεσης).
Η εφεσίβλητη υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, υποδεικνύοντας ότι από τους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς προέκυπτε σαφώς η πρόθεση των συμβαλλομένων ότι η υποχρέωση παράδοσης των οχημάτων βάρυνε τον έμπορο και όχι την ίδια, ως χρηματοδότη της συναλλαγής. Επικαλέστηκε περαιτέρω την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, παραπέμποντας στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, στο λόγο της οποίας στηρίχθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ο κανόνας του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του, έχουν από μακρού χρόνου εδραιωθεί νομολογικά και εφαρμοστεί σε σωρεία αποφάσεων του Δικαστηρίου ((βλ. Ιωάννου (ανωτέρω), Βογαζιανός κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 1) (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Υπό Εκκαθάριση Εταιρεία Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ διά του Εκκαθαριστού της, του Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών Σπύρου Κόκκινου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 201/2014 ημερομηνίας 19.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:D191). Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του κωλύματος, ως διατυπώθηκε στην Ιωάννου (ανωτέρω):
«Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή». (HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic (1970) 1 C.L.R. 32)
Το κώλυμα λόγω παραστάσεων, το οποίο αποτελεί έκφανση του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, 2014, στη σελ. 939, εφαρμόζεται:
«Όταν κάποιος προβαίνει σε παραστάσεις προς άλλο πρόσωπο με λόγια, πράξεις ή συμπεριφορά ή έχοντας καθήκον έναντι του να μιλήσει ή δράσει, διά σιωπής ή αδράνειας και με πρόθεση (πραγματική ή εξυπακουόμενη), να τον παρακινήσει στη βάση των παραστάσεων αυτών να αλλάξει θέση σε βάρος των συμφερόντων του, εμποδίζεται -ένεκα κωλύματος λόγω παραστάσεων καθώς ονομάζεται (estoppel by representation)- έναντι του άλλου αυτού προσώπου από του να προβεί σε ή να αποπειραθεί να αποδείξει οποιοδήποτε ισχυρισμό ουσιωδώς διαφορετικό από τις αρχικές του παραστάσεις.
[...]
Οι παραστάσεις που γίνονται από το πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, επιβάλλεται να είναι σαφείς και θετικές έτσι που ο αποδέκτης, βασιζόμενος σε αυτές, να έχει αναπροσαρμόσει τη συμπεριφορά του σε βαθμό που θα ήταν άδικο σε επόμενο στάδιο να κληθεί να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις».
Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση, διαπιστώνουμε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά το κώλυμα των εφεσειόντων να προβάλλουν τη θέση περί μη παράδοσης του συγκεκριμένου οχήματος, είναι καθ’ όλα ορθή. Οι ρητές και αδιαμφισβήτητες δηλώσεις και διαβεβαιώσεις από την πλευρά τους ότι παρέλαβαν τα οχήματα, αφού προηγουμένως τα εξέτασαν και τα βρήκαν κατάλληλα και ικανοποιητικά, σε συνδυασμό με τη δήλωση του εμπόρου ότι η παράδοση των οχημάτων θα γινόταν από τον ίδιο, δεν αφήνουν περιθώριο για διαφορετική ερμηνεία, ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Εν προκειμένω, οι ως άνω γραπτές, σαφείς και μη αμφισβητούμενες δηλώσεις και διαβεβαιώσεις των εφεσειόντων, σε συνδυασμό με το παραδεκτό περιεχόμενο του τιμολογίου υπ’ αρ. 1089, ημερομηνίας 30.12.2008 (Τεκμήριο 2), όπου καταγράφονται και τα δέκα οχήματα, αποτέλεσαν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου η εφεσίβλητη διαμόρφωσε τη θέση της και αποφάσισε να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής αναφορικά με τα δέκα οχήματα. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, οι εφεσείοντες κωλύονται να αποποιηθούν τις προγενέστερες δηλώσεις και τοποθετήσεις τους, ισχυριζόμενοι, εκ των υστέρων, ότι η εφεσίβλητη υπείχε υποχρέωση διαφορετική από εκείνη που είχαν συμβατικώς αποδεχθεί και ότι η μη παράδοσή από μέρους της εφεσείουσας του εν λόγω οχήματος, επηρεάζει την αξίωση της τελευταίας ως αυτή απορρέει από τη μεταξύ τους συναφθείσα συμφωνία. Αντίθετη κατάληξη, όχι μόνο θα προκαλούσε αδικία αλλά θα ήταν ασυμβίβαστη με τη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, επί της οποίας η εφεσίβλητη βασίστηκε για να προχωρήσει στην κατάρτιση της συμφωνίας (βλ. T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108, Σολωμού κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 1831 και Ιωάννου (ανωτέρω)).
Η θέση των εφεσειόντων, πέραν και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, πως αφ’ ης στιγμής στη σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή, βασική υποχρέωση του χρηματοδότη είναι η παραχώρηση της κατοχής και χρήσης του αντικειμένου, η εφεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως χρηματοδότη της αγοράς των οχημάτων, υπείχε αυτοτελή υποχρέωση παράδοσής τους, αποτελεί προσέγγιση που εξετάζει αποσπασματικά τη σχέση χρηματοδότη-ενοικιαγοραστή, απομονώνοντας την από το συνολικό συμβατικό πλαίσιο της επίδικης συναλλαγής. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών στην συγκεκριμένη συναλλαγή, δεν απορρέουν από γενικές ή αφηρημένες αρχές που διέπουν τον θεσμό της ενοικιαγοράς, αλλά από τις ρητές πρόνοιες της συγκεκριμένης μεταξύ τους συμφωνίας, τις αδιαμφισβήτητες δηλώσεις και παραδοχές τους, οι οποίες καθορίζουν με σαφήνεια, τόσο τον τρόπο παράδοσης των οχημάτων, την παραλαβή τους αλλά και τον ρόλο εκάστου των συμβαλλομένων.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης, στο σύνολο τους, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων έξοδα, ύψους €3.500 πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο