ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2026)
(i-Justice)
20 Ιουλίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ HMΕΡ. 11/06/2026 ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 126/2026
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1(α), 12.5(β), 30.2 ΚΑΙ 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 6.1 ΚΑΙ 6.3(β) ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ («Η ΣΥΜΒΑΣΗ»)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2017, Ν.181(Ι)/2017
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2014/41/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 3ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ E.I.K. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION
KAI
ANAΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ή/ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΙΣ 15/05/2026 ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 11021/2024
_____________________
Σ. Αργυρού, για Σωτήρης Αργυρού & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
____________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
__________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: H εφεσείουσα, Γερμανίδα υπήκοος, είναι η κατηγορούμενη στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 11021/2024, η οποία εκδικάζεται από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, σε δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, και σε παράνομη νομή και χρήση γης, κατά παράβαση των άρθρων 303Α(1) και 282(1)(α), του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154. Πρόκειται περί ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στην κατεχόμενη Κερύνεια.
Κατά την ακρόαση της πιο πάνω Ποινικής Υπόθεσης, και ενόσω κατέθετε η Αστ. 2286, ΑΑ (Μ.Κ.18), η οποία θα έκανε αναφορά στη λήψη μαρτυρικού υλικού από τις Γερμανικές Αρχές κατά την εκτέλεση Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ), η Υπεράσπιση ήγειρε, μεταξύ άλλων, θέμα εγκυρότητας των εν λόγω Εντολών. Επρόκειτο για τέσσερις Εντολές, οι οποίες είχαν εκδοθεί από Επαρχιακό Δικαστήριο και είχαν ήδη κατατεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου (Τεκμήρια 48-51 αντίστοιχα).
Το Κακουργιοδικείο πριν αποφασίσει, έθεσε ενώπιον του τις θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών. Η Υπεράσπιση είχε εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, ότι «οι ΕΕΕ εκδόθηκαν από αναρμόδιο Δικαστήριο, δηλ. το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώ αρμόδιο θα έπρεπε να είναι το Κακουργιοδικείο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης [παρέπεμψε στο άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017]» Πρόκειται για τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής ΄Ερευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο του 2017, Νόμος 181(Ι)/2017.
Η Κατηγορούσα Αρχή, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι για την προσβολή Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας «ο Ν.181(Ι)/2017 προβλέπει το ένδικο μέσο της έφεσης για ουσιαστικούς λόγους εντός 10 ημερών από την έκδοση, δικαίωμα το οποίο η Υπεράσπιση ουδέποτε άσκησε, ούτε ζήτησε παράταση». Πράγματι, στο άρθρο 15 (1)(2) του Νόμου, κάτω από τον τίτλο «Ένδικα μέσα», προβλέπεται ότι:
«15.-(1) Για την εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων που προβλέπονται στην ΕΕΕ, εφαρμόζονται ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
(2)(α) Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ δύνανται να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο στο έδαφος του κράτους έκδοσης, χωρίς επηρεασμό των διασφαλίσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης.
(β) Σε περίπτωση που η ΕΕΕ εκδόθηκε από την κυπριακή αρχή έκδοσης, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κατά των ουσιαστικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε η ΕΕΕ, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της.»
Το Κακουργιοδικείο, με την δεκαπεντασέλιδη απόφαση του, ημερ. 15.5.2026, απορρίπτοντας το αίτημα της Υπεράσπισης, επεκτάθηκε, με τον προσήκοντα σεβασμό, και σε θέματα που δεν έπρεπε. Το πιο κάτω απόσπασμα, είναι η πεμπτουσία της απόφασης του:
«40. Η μη άσκηση έφεσης ή καταχωρίσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Κακουργιοδικείο ελέγχου απόφασης άλλου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις, Ellinas v The Republic (1989) 1 CLR 17, 25, 30 και 41 (απόφαση για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο), Al-Hamad κ.α. v Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 117, 130 - 132 (απόφαση σε σχέση με ένταλμα σύλληψης) και Γιατρού κ.α., Αίτηση 153/2019, 9/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:D355, ECLI:CY:AD:2019:D355 (απόφαση σε σχέση με διατάγματα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων) ως προς τα προσφερόμενα ένδικα μέσα.»
Η κατηγορούμενη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο αξιώνοντας, με μονομερή Αίτηση, άδεια για να καταχωρίσει Αίτηση διά Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου. Αδελφός Δικαστής, ενώπιον του οποίου ετέθη η Αίτηση, την οποία και απέρριψε, σημείωσε πως «δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, ώστε να δικαιολογείται το αίτημα για παροχή άδειας για καταχώριση προνομιακού εντάλματος certiorari».
Με την υπό εκδίκαση Έφεση, με πέντε Λόγους Έφεσης, επαναφέρονται προς αναθεώρηση θέματα τα οποία απασχόλησαν το Κακουργιοδικείο ενώ δεν έπρεπε, με δεδομένη τη θέση του Κακουργιοδικείου ότι δεν είχε δικαιοδοσία να ελέγξει τις εκδοθείσες Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας (ΕΕΕ) και αποφασίσει οτιδήποτε το οποίο αφορά στην εγκυρότητα αυτών.
Στις 16.7.2026, ο ευπαίδευτος συνήγορος αγόρευσε προς υποστήριξη της εφέσεως. Σημειώνουμε πως αγορεύοντας δέχθηκε πως ομοβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρεί απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου. Ωστόσο, ήταν η θέση του, μεταξύ άλλων, πως εν προκειμένω ήγειρε το θέμα ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αφού ήταν αδύνατο να εφεσιβληθούν οι επίδικες Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας (ΕΕΕ), ως ο νόμος προβλέπει, και τούτο γιατί αυτές είχαν γνωστοποιηθεί μήνες μετά την έκδοση τους.
Τα Κακουργιοδικεία, όπως και τα Επαρχιακά Δικαστήρια, είναι κατώτερα Δικαστήρια (Ιn re Attorney-General (1988) 1 A.A.Δ. 459, και Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ Πεταή για Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition, Πολ. Έφεση Αρ. 24/2024, ημερ. 14.11.2024). Συνεπώς, δεν νοείται ομοβάθμιο Δικαστήριο να εξετάζει, αναθεωρεί, ακυρώνει, διαφοροποιεί αποφάσεις άλλων ομοβάθμιων Δικαστηρίων.
Στη Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους (1993) 1 Α.Α.Δ. 179, τονίζεται ότι «Μετά την τελειοποίηση απόφασης με την υπογραφή της από τον δικαστή ή δικαστές που την έχουν εκδώσει, ο μόνος τρόπος διόρθωσης σφάλματος που περιέχεται σ΄ αυτή είναι μέσω της άσκησης έφεσης. Μόνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να αναθεωρήσει εκδοθείσα απόφαση».
Στην Αλ-Χάματ και άλλων v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 117, στην οποία ορθά παρέπεμψε το Κακουργιοδικείο, επαναλαμβάνεται, με παραπομπή στην Ellinas v. Republic (1989) 1 C.L.R. 17, ότι τα Κακουργιοδικεία στερούνται δικαιοδοσίας να αναθεωρούν διαταγή ή απόφαση άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου, και ότι τέτοια διαταγή ή απόφαση είναι δυνατόν να αναθεωρείται, είτε με έφεση, εκεί όπου παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, είτε με Προνομιακό Ένταλμα Certiorari. Αποφασίστηκε ότι ορθά το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να διερευνήσει κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος σύλληψης, το οποίο είχε εκδοθεί από Επαρχιακό Δικαστήριο.
Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδη κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1218, το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, σημείωσε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ενήργησε ως Εφετείο ομοβάθμιου του δικαστηρίου και έκρινε την ορθότητα των προηγουμένων αποφάσεων του ομοβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα με λανθασμένα κριτήρια.»
Τέλος, στη Σιδέρης κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 286, υποδεικνύεται ότι «η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο Δικαστήριο θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης».
Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει οτιδήποτε αφορούσε στην εγκυρότητα των εκδοθεισών Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ), οι οποίες, ως ελέχθη, είχαν ήδη κατατεθεί ενώπιον του ως Τεκμήρια. Η εφεσείουσα θα μπορούσε να είχε προσβάλει τις εν λόγω Ευρωπαϊκές Εντολές καταχωρώντας έφεση, δικαίωμα το οποίο, ως η ίδια παραδέχεται, προβλέπεται από το άρθρο 15 του περί της Ευρωπαϊκής Εντολής ΄Ερευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017, Νόμος 181(Ι)/2017. Βεβαίως, ήταν, και συνεχίζει να είναι η θέση της, πως έχασε αυτήν τη δυνατότητα, αφού οι εν λόγω Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας (ΕΕΕ), της γνωστοποιήθηκαν μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης τους, ως προβλέπεται στο Νόμο. Δεν χρειάζεται όμως να επεκταθούμε στο θέμα αυτό ούτε να αποφασίσουμε κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα για επέκταση της προθεσμίας.
Η εφεσείουσα θα μπορούσε ακόμη, εάν θεωρούσε πως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, να αξίωνε ακύρωση των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ) με Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι αυτές είχαν εκδοθεί από αναρμόδιο Δικαστήριο.
Ούτε το ένα έπραξε ούτε το άλλο. Τουναντίον, ανεπίτρεπτα, επεδίωξε ακύρωση των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ) από το Κακουργιοδικείο. Όμως, οι εν λόγω εκδοθείσες Εντολές, συνιστούν δικαστικές αποφάσεις Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι δηλαδή αποφάσεις εκδοθείσες από κατώτερο Δικαστήριο. Το Κακουργιοδικείο, επίσης κατώτερο Δικαστήριο, εν ουδεμιά περιπτώσει, θα μπορούσε να είχε αποφασίσει οτιδήποτε αφορούσε στην εγκυρότητα αυτών.
Και κάτι τελευταίο. Ως ελέχθη, η εφεσείουσα με τη συγκεκριμένη διαδικασία που δρομολόγησε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, δεν επεδίωξε ακύρωση των εν λόγω Εντολών. Αυτό που επεδίωξε ήταν ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου ημερ. 15.5.2026. Συνεπώς, ακόμη και αν επιτύγχανε ακύρωση της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου, οι Εντολές θα συνέχιζαν να είναι ισχυρές.
Να υπενθυμίσουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του που αφορά σε έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων δεν λειτουργεί ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν διατάζει επανεκδίκαση (Αναφορικά με την Αίτηση των Αρτοποιεία Όμηρος Αριστείδου Λτδ κ.ά. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 272/2020, ημερ. 6.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:A298. Και ασφαλώς, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, για να υπαγορευθεί σε κατώτερο Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί ή αποφασίσει ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του (Marewave Shipping & Trading Co Ltd (1992) 1(A) 116, 121).
Συνεπώς, επιβάλλεται όπως η απόφαση για διεκδίκηση θεραπείας κατ΄ εξαίρεση και κατά προνόμιο, ως είναι το Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, λαμβάνεται κατόπιν προσεκτικής μελέτης και σοβαρού προβληματισμού.
Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε πως δεν είχε αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμο θέμα για να εδικαιολογείτο η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Η έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο