ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964
(Αίτηση Αρ. 4/2024)
14 Ιουλίου 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ INFINITUM VENTURES LTD
AΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Ε34/2022, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 05/02/2024, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Μεταξύ:
AWENDALE RECOURSES INC,
Εφεσείουσας,
ΚΑΙ
INFINITUM VENTURES LTD,
Εφεσίβλητης,
____________________
Αντ. Νικολάου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια.
Σ. Κώστα για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ, για την Καθ’ ης η Αίτηση.
____________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Η απόφαση της πλειοψηφίας θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ., με την οποία συμφωνούν η Δημητριάδου-Ανδρέου, Δ., Ιωαννίδης, Δ., Εφραίμ, Δ.. Διιστάμενη απόφαση θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Το άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960, όπως είχε τροποποιηθεί με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2017, Ν.109(Ι)/2017, προνοούσε ότι:
«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκειται-
(α) Κάθε τελική απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία,
(β) απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα ή διηνεκή) ή διατάγματα διορισμού παραλήπτη που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, και
(γ) ενδιάμεσες αποφάσεις απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων:
Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης.»
Ως αποτέλεσμα, ενδιάμεση απόφαση η οποία δεν ήταν απόλυτα καθοριστική ως προς το αποτέλεσμά της για τα δικαιώματα των διαδίκων, δεν υπόκειτο σε έφεση. Ωστόσο, η ενδιάμεση αυτή απόφαση δεν ήταν άτρωτη. Τα ζητήματα που την αφορούσαν μπορούσαν να εγερθούν στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης. Έτσι, παρά το ότι αναφέρεται ρητά ότι τέτοια ενδιάμεση απόφαση δεν υπόκειτο σε έφεση, το άρθρο δεν αποστερούσε τους διαδίκους από του να προσβάλουν τα ζητήματα που η ενδιάμεση απόφαση είχε κρίνει. Υφίστατο δηλαδή δικαίωμα έφεσης κατά των όσων η ενδιάμεση απόφαση αφορούσε, όχι όμως κατά της ενδιάμεσης απόφασης ως τέτοιας.
Το άρθρο 25(1) τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2022, Ν.146(Ι)/2022, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2023[1] και σήμερα προνοεί ότι:
«Τηρουµένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού, σε έφεση ενώπιον, ως νόµος ήθελε ορίσει του Εφετείου, του Ανωτάτου Συνταγµατικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόκειται-
(α) Κάθε τελική απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία,
(β) απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγµατα (παρεµπίπτοντα ή διηνεκή) ή διατάγµατα διορισµού παραλήπτη που εκδίδονται δυνάµει των διατάξεων οποιουδήποτε νόµου, και
(γ) ενδιάµεσες αποφάσεις, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές είναι καθοριστικές ή δηλωτικές για τα δικαιώµατα των διαδίκων:
Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώµατος να εγείρει ζητήµατα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάµεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης:
Νοείται περαιτέρω ότι, έφεση εναντίον ενδιάµεσης απόφασης δύναται να εκδικάζεται από έναν (1) µόνο δικαστή του, κατά περίπτωση, αρµόδιου δικαστηρίου».
Συνοψίζοντας, έφεση κατά ενδιάμεσης απόφασης η οποία δεν ήταν απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του διαδίκου που την προωθούσε και που είχε καταχωριστεί μετά που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός νόμος Ν.109(Ι)/2017[2] ήταν απαράδεκτη και υπόκειτο σε απόρριψη. Έφεση κατά τέτοιας ενδιάμεσης απόφασης μπορεί να καταχωριστεί μετά που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός νόμος Ν.146(Ι)/2022.
Το Νομικό Θέμα που έχει τεθεί ενώπιον της Ολομέλειας, αφορά στο κατά πόσο:
«Έφεση κατά ενδιάμεσης απόφασης η οποία δεν είναι απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα και καταχωρίστηκε όταν ίσχυε ο Ν.109(Ι)/2017, καθίσταται παραδεκτή μετά τη θέσπιση του Ν.146(Ι)/2022».
Νοείται πως η έφεση, αν και απαράδεκτη, δεν είχε απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και εκκρεμούσε. Αν εξεταζόταν, οπωσδήποτε θα είχε απορριφθεί.
Στην Wynne v. Mavronicola (2009) 1(B) A.A.Δ. 1138, 1144, αποφασίστηκε ζήτημα όπως αυτό που εγείρεται με το Νομικό Θέμα. Σχετικός ήταν ο τροποποιητικός Ν.118(Ι)/2008[3] που επέτρεπε τέτοιες εφέσεις, ενώ προηγουμένως ήταν απαράδεκτες στη βάση της νομολογιακής ερμηνείας του άρθρου 25(1)[4] (Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 και Χαρούς v. Χαρούς (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1530).
Στην Wynne, η έφεση στρεφόταν κατά ενδιάμεσης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί μονομερής αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Η έφεση είχε καταχωριστεί στις 10.8.2006, προτού, δηλαδή, τεθεί σε ισχύ ο Ν.118(Ι)/2008. Κατά την ακρόαση της έφεσης το 2009, ο εφεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης στη βάση ότι η πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση δεν ήταν εφέσιμη όταν καταχωρίστηκε. Εισηγήθηκε ότι το εφέσιμο ή όχι της ενδιάμεσης απόφασης θα έπρεπε να κριθεί με βάση το νομικό καθεστώς που επικρατούσε κατά το χρόνο που η έφεση είχε καταχωριστεί, δηλαδή πριν την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.118(Ι)/2008. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε και πως ο νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.118(Ι)/2008, ήταν διαδικαστικής φύσης και ως εκ τούτου είχε αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπισή του. Παρέπεμψε ως αυθεντίες από τις οποίες είχε αντλήσει καθοδήγηση την Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 323 και την Datamedia A.E. v. K.S.N. (Business Aids) Ltd. (1990) 1 Α.Α.Δ. 13).
Η Georghiou (Catering) είναι απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου,13 Δικαστές. Εκδόθηκαν τρείς αποφάσεις. Η απόφαση της πλειοψηφίας, 11 Δικαστές και δύο αποφάσεις από δύο άλλους Δικαστές.
H Δ.35, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προέβλεπε ότι η ειδοποίηση έφεσης έπρεπε να δηλώνει όλους τους λόγους έφεσης και να εκθέτει πλήρως τους λόγους στους οποίους αυτοί βασίζονται. Εφέσεις οι οποίες δεν συμμορφώνονταν με τη Δ.35, θ.4 ήταν υποκείμενες σε απόρριψη, ως άκυρα δικονομικά μέτρα. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995, τροποποιήθηκε η Δ.64. Καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς εξισώθηκε με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Έφεση που δεν συμμορφωνόταν με τη Δ.35, θ.4 δεν θεωρείτο πλέον άκυρη αλλά αντικανονική και μπορούσε να θεραπευτεί με την κατάλληλη τροποποίηση.
Το ζήτημα στην Georghiou (Catering) αφορούσε αριθμό εφέσεων οι οποίες είχαν καταχωριστεί και εκκρεμούσαν πριν την τροποποίηση της Δ.64, και οι οποίες δεν συμμορφώνονταν με τη Δ.35, θ.4. Επρόκειτο, δηλαδή, για άκυρες εφέσεις. Αποφασίστηκε (σελ.335-6) ότι:
«Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη ή διαγραφή του ανάγεται στο δικαστήριο».
Επομένως, εφόσον οι εφέσεις δεν είχαν απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, υφίσταντο.
Το επόμενο ζήτημα που εξετάστηκε στην Georghiou (Catering), αφορούσε στη δυνατότητα διάσωσης άκυρου δικονομικού μέτρου, υπό το φως της τροποποίησης της Δ.64. Αποφασίστηκε (σελ.336-7) ότι:
«το στοιχείο της ακυρότητας ή του θνησιγενούς κατά το χρόνο καταχώρησης των εφέσεων αμβλύνεται και μετατρέπεται σε στοιχείο αντικανονικότητας. Εξυπακούεται η αναδρομική εφαρμογή της νέας Δ.64. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατη η τροποποίηση άκυρης, κατά το χρόνο της καταχώρησής της, έφεσης. Στη Γιάννη (ανωτέρω)[5] επισημάναμε ότι: "Εάν δεν επρόκειτο για τον πρόσφατα εκδοθέντα διαδικαστικό κανονισμό, η έφεση θα εκηρύττετο ως εξ υπαρχής άκυρη και ως μή ενεργοποιούσα τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου." Κρινόμενη υπό το πρίσμα του νέου δικονομικού κανόνα που εισάγεται με τη νέα Δ.64, η έφεση αποτιμάται ως αντικανονική και όχι ως άκυρη. Η αναδρομικότητα της εφαρμογής του διαδικαστικού κανόνα του 1995, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η Δ.64, συνάδει με τη γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι τροποποιήσεις των θεσμών έχουν αναδρομική ισχύ. Η αρχή η οποία υποστυλώνει τον κανόνα αυτό είναι ότι θεσμικές αλλαγές αποβλέπουν στον επαναπροσδιορισμό των κατάλληλων μέσων για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Η καταλληλότητα δικονομικών μέτρων έχει διαχρονικό χαρακτήρα και επενεργεί στο παρόν και στο παρελθόν».
Αναφέρθηκε ακόμη (σελ.337) ότι:
«Η αναδρομικότητα τροποποιήσεων των θεσμών μεταβάλλει αναδρομικά το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνεται η εγκυρότητα δικονομικών μέτρων. Επιφέρει μεταξύ άλλων και την αναβίωση δικαστικών μέτρων τα οποία είχαν ατονίσει ή εκπνεύσει. (Βλέπε Attorney-General v. Vernazza [1960] A.D. 965 (HL), και Maxwell on the Interpretation of Statutes, Twelfth Edition, σελ. 222-224, και Craies on Statute Law, Seventh Edition, σελ. 401 - 404)».
Η κατάληξη της πλειοψηφίας,[6] στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει, ήταν η αναγνώριση της δυνατότητας τροποποίησης των εφέσεων που είχαν καταχωριστεί προτού τεθεί σε ισχύ η νέα Δ.64. Οι άκυρες εφέσεις, έπαψαν να είναι άκυρες. Ήταν πλέον παράτυπες και επιδεκτικές θεραπείας με τις κατάλληλες τροποποιήσεις. Το άκυρο δικονομικό μέτρο κατέστη απλά παράτυπο και μπορούσε να αναβιώσει.
Ο Αρτεμίδης, Δ. που είχε καταλήξει ότι οι εφέσεις δεν μπορούσαν να αναβιώσουν, αποφάσισε έτσι έχοντας κρίνει ότι υφίστατο στην τροποποίηση της Δ.64 ρητή πρόνοια μη αναδρομικότητας της ισχύος της, εφόσον προβλεπόταν σε αυτή ότι θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα δημοσιευόταν. Το τεκμήριο ότι κάθε δικονομική πρόνοια έχει αναδρομική ισχύ, είχε έτσι ανατραπεί.
Ενδιαφέρον, ως αντίλογος στην απόφαση της πλειοψηφίας, παρουσιάζει η απόφαση του Νικολαΐδη, Δ.. Ούτε και αυτός αμφισβήτησε ότι οι δικονομικοί κανόνες, κατά κανόνα, έχουν αναδρομική ισχύ. Η άποψη που είχε εκφράσει ήταν ότι (σελ.353) η νέα Δ.64 δεν μπορούσε να αναβιώσει εφέσεις ή οποιοδήποτε άλλο δικαστικό διάβημα που είναι άκυρο, πολύ περισσότερο όταν αυτό θεωρείται ανύπαρκτο, ξεκαθαρίζοντας ότι η αναδρομικότητα ισχύει σε εκκρεμείς αλλά έγκυρες, υφιστάμενες διαδικασίες.
Η δεύτερη αυθεντία στην οποία βασίστηκε η Wynne, ήταν η Datamedia, που αφορούσε στην εγγραφή στην Κύπρο απόφασης ημερ.16.5.1984 ελληνικού δικαστηρίου δυνάμει του Κυρωτικού της Σύµβασης Νοµικής Συνεργασίας µεταξύ της Κυπριακής Δηµοκρατίας και της Ελληνικής Δηµοκρατίας σε θέµατα Αστικού, Οικογενειακού, Εµπορικού και Ποινικού Δικαίου, Νόµου του 1984, Ν.55/1984, που τέθηκε σε ισχύ από 25.8.1985. Αποφασίστηκε ότι ο Ν.55/1984 ήταν σχετικός με τη δικονομία και όχι ουσιαστικού δικαίου. Ως τέτοιος είχε αναδρομική ισχύ και εφαρμοζόταν στην περίπτωση. Η αίτηση εγγραφής είχε βέβαια καταχωριστεί μετά που είχε τεθεί σε εφαρμογή ο νόμος και δεν είχε σημασία ότι η απόφαση στην οποία η αίτηση αφορούσε ήταν προγενέστερη.
Αναφέρθηκε (σελ.17) ότι όταν ο νόμος είναι σχετικός με τη δικονομία, είναι δηλαδή «Procedural Act», τότε δεν τεκμαίρεται ότι δεν έχει αναδρομική ισχύ, διότι δεν υπάρχει κεκτημένο δικαίωμα, αναφορικά με τη δικονομία. Και (σελ.18) με παραπομπή στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδ., σελ.222 ότι:
«Το τεκμήριο εναντίον της ερμηνείας της αναδρομικότητας, δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετήματα που επηρεάζουν μόνο τη δικονομία και πρακτική των δικαστηρίων. Κανένα πρόσωπο δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα σε οποιαδήποτε διαδικασία, εκτός από το δικαίωμα δίωξης και υπεράσπισης κατά τον προβλεπόμενο κατά το συγκεκριμένο χρόνο, τρόπο, υπό ή ενώπιον του εκδικάζοντος δικαστηρίου, και αν οποιαδήποτε νομοθεσία τροποποιεί τον τρόπο διαδικασίας, μπορεί μόνο να ενεργήσει σύμφωνα με την τροποποιημένη διαδικασία. Δικονομικές τροποποιήσεις έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ, εκτός αν υπάρχει καλή αιτία περί του αντιθέτου».
Μια άλλη απόφαση όπου εξετάστηκαν ζητήματα αναδρομικότητας νομοθεσίας δικονομικής φύσης είναι η Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Εφ. Αρ.Ε14/2017 και Ε209/2017, ημερ.25.2.2019. Η έφεση Ε14/2017 προσέβαλλε ενδιάμεση απόφαση ημερ.30.12.2016 και είχε καταχωριστεί πριν την 21.7.2017 που δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.109(Ι)/2017. Ήταν επομένως κατά το χρόνο που καταχωρίστηκε αναμφίβολα εφέσιμη. Η εξέταση από το εφετείο κατά πόσο η περίπτωση (απόρριψη αιτήματος για ενδιάμεσα διατάγματα) καλυπτόταν από το άρθρο 25(1)(β) του Νόμου όπως τροποποιήθηκε από το Ν.109(Ι)/2017 και ήταν επομένως εφέσιμη, ίσως να σημαίνει ότι το κατά πόσο η απόφαση, ως ενδιάμεση όχι απόλυτα καθοριστική ως προς το αποτέλεσμα της για τα δικαιώματα του εφεσείοντα, θα μπορούσε να θεωρείται εφέσιμη στη βάση Ν.118(Ι)/2008 που ίσχυε κατά την καταχώριση της, ήταν υπό αμφιβολία. Ακόμη, όμως και έτσι, το ζήτημα ήταν το αντίστροφο από αυτό που εξετάζουμε, ότι δηλαδή έφεση έγκυρη κατά την καταχώριση της, είχε καταστεί απαράδεκτη με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.109(Ι)/2017.
Η τροποποίηση του άρθρου 25(1) με τον Ν.146(Ι)/2022 είναι διαδικαστικής φύσης και, με την επιφύλαξη διαπίστωσης πρόνοιας μη αναδρομικότητας της ισχύος της, έχει αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπιση της τροποποίησης. Σε αυτή τη βάση, εφόσον δεν θα είχε παρέλθει ο χρόνος για καταχώριση έφεσης, θα μπορούσε να καταχωριστεί έφεση μετά που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.146(Ι)/2022 κατά ενδιάμεσης απόφασης που είχε εκδοθεί προηγουμένως, όταν ίσχυε ο Ν.109(Ι)/2017. Δεν είναι όμως αυτό το Νομικό Θέμα που έχουμε για να αποφασίσουμε.
Η Wynne αποφασίστηκε χωρίς κάποια ανάπτυξη του εγειρόμενου ζητήματος, με συνοπτική αναφορά ότι ο Ν.118(Ι)/2008, «κατά την άποψη μας είναι διαδικαστικής φύσης και ως εκ τούτου έχει αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπιση του». Ακολούθησε παραπομπή στην Georghiou (Catering) και την Datamedia. Όμως, ούτε η Georghiou (Catering) και πολύ περισσότερο ούτε η Datamedia, απαρέγκλιτα οδηγούσαν στο αποτέλεσμα στην Wynne. Δεν παρουσιάζεται νομική ανάλυση για το πώς από την Georghiou (Catering) οδηγηθήκαμε στο αποτέλεσμα της Wynne. Στην Wynne δεν διαμορφώνεται κάποια νομική αρχή που, στη μορφή δικαστικού προηγούμενου, να επέβαλλε ότι θα έπρεπε να αχθούμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Νομική ανάλυση εμπεριέχεται στην Georghiou (Catering) την οποία λαμβάνουμε ως αφετηρία για να απαντήσουμε το ενώπιον μας νομικό θέμα.
Στην Georghiou (Catering) η απόφαση που εφεσιβλήθηκε υπόκειτο σε έφεση. Επιτρεπόταν, δηλαδή, από το νόμο να εφεσιβληθεί. Ήταν θνησιγενής γιατί το περιεχόμενο της δεν συμμορφωνόταν με τη σχετική δικονομική διάταξη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με το περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει μια ειδοποίηση έφεσης. Μετά που τέθηκε σε ισχύ η νέα Δ.64 και υφίστατο η δυνατότητα τροποποίησης της, η έφεση εφόσον τροποποιείτο θα παρουσιαζόταν ως μια έφεση συμμορφούμενη με τη Δ.35, θ.4. Εν προκειμένω, η απόφαση που το Νομικό Θέμα αφορά δεν ήταν εφέσιμη όταν καταχωρίστηκε. Η καταχώριση της δεν επιτρεπόταν από το νόμο. Η ημερομηνία καταχώρισης της, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της (έφεση κατά ενδιάμεσης απόφασης η οποία δεν είναι απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα) θα επιβεβαιώνει πάντοτε το άκυρο του μέτρου κατά το χρόνο που λήφθηκε. Υπάρχει, διαπιστώνουμε, ουσιαστική διαφορά. Η Georghiou (Catering) δεν κατεύθυνε προς το αποτέλεσμα στην Wynne (ούτε βέβαια και η Datamedia).
Υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος που μας οδηγεί να απαντήσουμε αρνητικά στο ενώπιον μας Νομικό Θέμα. Ο Ν.146(Ι)/2022 προέβλεπε ότι θα τίθετο σε ισχύ κατά την 1.1.2023. Με το Ν.222(Ι)/2022 η ημερομηνία 1.1.2023 αντικαταστάθηκε με την ημερομηνία 1.7.2023. Ο λόγος, τόσο της αρχικής ημερομηνίας όσο και της μετάθεσης της, αφορούσε στην ημερομηνία που θα άρχιζαν τη λειτουργία τους το Ανώτατο Δικαστήριο (Νέο), το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Εφετείο.
Ζήτημα έναρξης της ισχύος της είχε συζητηθεί και στην Georghiou (Catering). Επανερχόμαστε στην απόφαση του Αρτεμίδη, Δ., ο οποίος είχε εκφράσει τη θέση ότι η τροποποίηση τότε της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι δεν είχε αναδρομική ισχύ εφόσον στον τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό αναφερόταν ότι θα ίσχυε από την ημερομηνία της δημοσίευσης του. Όπως το είχε θέσει (σελ.348):
«θέτει δηλαδή ως χρόνο εφαρμογής του την ημερομηνία που θα δημοσιευτεί. Η οποιαδήποτε γνώση που έχω της γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένος ο κανονισμός, με οδηγεί στην αντίληψη πως υπάρχει ρητή πρόνοια μη αναδρομικότητας της ισχύος του κανονισμού, εφόσον προβλέπεται σε αυτόν πως θα ισχύει από την ημερομηνία που θα δημοσιευτεί».
Ο Νικολαΐδης, Δ., που επίσης εξέδωσε δική του απόφαση, ανέφερε επί του προκειμένου ότι:
«Παρ' όλον ότι κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αφού όλοι οι νόμοι και κανονισμοί, ακόμα κι’ αν δεν δηλώνεται κάτι τέτοιο στο κείμενό τους, ισχύουν από της δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η αναφορά σε ημερομηνία έναρξης της ισχύος δεν έχει οποιαδήποτε σημασία. Όμως ακριβώς λόγω του αυτονόητου της ισχύος του συγκεκριμένου δικονομικού κανόνα από της δημοσίευσής του, θα πρέπει να εξεταστεί η έννοια της αναφοράς σε ημερομηνία ισχύος. Πιστεύω ότι η αναφορά στην ημερομηνία θα εξυπηρετούσε δύο βασικά σκοπούς. Ο πρώτος θα ήταν η αντιδιαστολή με την έναρξη ισχύος της Δ.35 θ.4 και ο δεύτερος για να αποκλειστεί ακριβώς η αναδρομικότητα της Δ.64. Χωρίς να θέλω να εκφράσω οποιανδήποτε τελική κατάληξη για την αναδρομικότητα της Δ.64 στη γενική της εφαρμογή, όπως είδαμε και προηγουμένως οι δικονομικοί κανόνες έχουν αναδρομική ισχύ εκτός αν υπάρχει καλός λόγος περί του αντιθέτου και θα έλεγα ότι η αναφορά σε ημερομηνία έναρξης της ισχύος της συγκεκριμένης διάταξης, δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά ακριβώς ένα τέτοιο καλό λόγο μη αναδρομικότητας».
Είμαστε της άποψης ότι ο προσδιορισμός συγκεκριμένης ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του Ν.146(Ι)/2022, της ημερομηνίας ορόσημο για τη μεταρρύθμιση στη δικαιοσύνη, οδηγεί στην αντίληψη ότι υπάρχει ρητή πρόνοια μη αναδρομικότητας της ισχύος του νόμου. Ότι, όπως και τα υπόλοιπα ζητήματα που αναφέρονταν στον τροποποιητικό Ν.146(Ι)/2022, θα ίσχυαν και θα εφαρμόζονταν με τη νέα τάξη πραγμάτων σε ότι αφορούσε τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία. Σημειώνουμε, για ότι αξίζει, πως ο Ν.118(Ι)/2008, που ήταν ο σχετικός στην Wynne, δεν διελάμβανε οτιδήποτε σε σχέση με την εφαρμογή του και, επομένως, τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση του την 31.12.2008.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του Νομικού Θέματος είναι ότι έφεση κατά ενδιάμεσης απόφασης η οποία δεν είναι απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα και καταχωρίστηκε όταν ίσχυε ο Ν.109(Ι)/2017, δεν καθίσταται παραδεκτή μετά τη θέσπιση του Ν.146(Ι)/2022.
Η απόφαση του Εφετείου επί του προκειμένου αντικαθίσταται από την απόφαση μας αυτή.
Ο Πρωτοκολλητής να ενημερώσει σχετικά τον Πρωτοκολλητή του Εφετείου. Το Εφετείο θα αποφασίσει κατά πόσο η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα ή όχι και αναλόγως να απορρίψει ή να επιτρέψει την ενώπιον του αίτηση παραμερισμού της έφεσης.
€4.500 έξοδα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα της Αίτησης για άδεια που είχαν επιφυλαχθεί, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Λ. Δημητριάδου – Ανδρέου, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964
(Αίτηση Αρ. 4/2024)
14 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ INFINITUM VENTURES LTD
AΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Ε34/2022, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 05/02/2024, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Μεταξύ:
AWENDALE RECOURSES INC,
Εφεσείουσας,
ΚΑΙ
INFINITUM VENTURES LTD,
Εφεσίβλητης,
____________________
Αντ. Νικολάου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια.
Σ. Κώστα για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ, για τους Καθ’ων η
Αίτηση.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ)
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Το νομικό θέμα το οποίο καλείται να αποφανθεί η Ολομέλεια είναι:
«Έφεση κατά ενδιάμεσης απόφασης η οποία δεν είναι απολύτως καθοριστική των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα και καταχωρίστηκε όταν ίσχυε ο Ν.109(Ι)/2017, καθίσταται παραδεκτή μετά τη θέσπιση του Ν.146(Ι)/2022;»
Το εν λόγω θέμα προέκυψε από προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε ότι το άρθρο 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.146(Ι)/2022, έχει αναδρομική ισχύ, λόγω της διαδικαστικής φύσης της εν λόγω νομοθετικής διάταξης. Η απόφαση στηρίχθηκε στην υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Εφέσεις Αρ. Ε14/2017 και Ε209/2017, ημερ. 25.2.2019, χωρίς να εξεταστούν οι συνέπειες που δυνατόν να έχει τέτοια αναδρομική ισχύς στους διάδικους, ζήτημα που δεν εξετάστηκε ούτε στο πλαίσιο της Hazlewood.
Η Αιτήτρια προβάλλει ότι η πρόσδοση αναδρομικής ισχύς στον τροποποιητικό νόμο Ν.146(Ι)/2022 θα επηρεάσει καταλυτικά κεκτημένα δικαιώματα της, αφού θα τη φέρει αντιμέτωπη με την υπεράσπιση έφεσης που, κατά το χρόνο καταχώρισης της, ήταν εκτός των τότε εν ισχύ νομοθετικών προνοιών. Διαφορετική αντιμετώπιση, ως εισηγείται, θα διακυβεύσει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Προβάλλει, παράλληλα, ότι ακόμα και με το τότε εν ισχύ νομοθετικό καθεστώς η έφεση ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη, καθώς δεν ήταν απόλυτα καθοριστική ως προς το αποτέλεσμά της για τα δικαιώματα της Αιτήτριας.
Από την άλλη, η Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσείουσα ανέπτυξε επιχειρηματολογία ότι ο τροποποιητικός νόμος Ν.146(Ι)/2022 είναι διαδικαστικής φύσης και, συνεπώς, έχει αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπιση του. Παράλληλα, προβάλλει, ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε οποιαδήποτε καλή αιτία για απόκλιση από το γενικό αυτό κανόνα της αναδρομικότητας των διαδικαστικών νόμων. Ούτε, ως εισηγείται, συντελείται οποιαδήποτε αδικία σε βάρος της Αιτήτριας από την αναδρομική εφαρμογή του τροποποιητικού νόμου Ν. 146(Ι)/2022.
Το άρθρο 25(1) του Ν.14/1960, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.109(Ι)/2017, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της Έφεσης,
προνοούσε τα ακόλουθα:
«(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκειται-
(α) ………………………………………………..
(β) ………………………………………………..
(γ) ενδιάμεσες αποφάσεις απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων:
Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης.»
Με τον τροποποιητικό νόμο Ν.146(Ι)/2022 το άρθρο 25(1) του Ν.14/1960 διαμορφώθηκε ως ακολούθως:
«(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον, ως νόμος ήθελε ορίσει του Εφετείου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόκειται-
(α) …………………………………………………….
(β) …………………………………………………….
(γ) ενδιάμεσες αποφάσεις, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές είναι καθοριστικές ή δηλωτικές για τα δικαιώματα των διαδίκων:
«Επί της ουσίας της έφεσης, κατ' αρχάς ζητά όπως η έφεση απορριφθεί καθότι η πρωτόδικη απόφαση δεν είναι εφέσιμη. Παρά την τροποποίηση του Άρθρου 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το εφέσιμο ή όχι της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου θα πρέπει να κριθεί με βάση το νομικό καθεστώς που επικρατούσε πριν την τροποποίηση του Νόμου και συγκεκριμένα στη βάση των αποφασισθέντων στις υποθέσεις Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 και Χαρούς v. Χαρούς (2003) 1 Α.Α.Δ. 1530. Εισηγήθηκε ότι κατά το χρόνο επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης και κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας έφεσης, οι πρόνοιες της τροποποιητικής νομοθεσίας δεν τύγχαναν εφαρμογής.
Δεν συμφωνούμε. Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2008 (Ν. 118(Ι)/08) κατά την άποψή μας είναι διαδικαστικής φύσης και ως εκ τούτου έχει αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπισή του. (Βλ. Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 323 και Datamedia A.E. v. K.S.N. (Business Aids) Ltd. (1990) 1 Α.Α.Δ. 13).»
Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Hazlewood εξετάστηκαν δύο εφέσεις επί ενδιάμεσων αποφάσεων. Η πρώτη ήταν προγενέστερη της τροποποίησης του άρθρου 25(1) και αφορούσε προσωρινό διάταγμα, συνεπώς δεν επηρεαζόταν το δικαίωμα έφεσης, ενώ η δεύτερη ήταν μεταγενέστερη της τροποποίησης και δεν τίθετο θέμα αναδρομικότητας.
«(2) Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα-
(α) …………………………………..
(β) …………………………………..
(γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή
(δ)………………………………………
(ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω,
και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.»
Η εμβέλεια της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης εξετάστηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου (1999) 2 Α.Α.Δ. 254 και Παπαπαύλου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ.399, στις οποίες επίσης παρέπεμψε η Αιτήτρια.
Στην υπόθεση Γιάγκου, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 1998 (Ν. 54(1)/98), με τον οποίο δόθηκε δικαίωμα άσκησης έφεσης στο Γενικό Εισαγγελέα κατά επιβληθείσας από Κακουργιοδικείο ποινής, είχε αναδρομική ισχύ, ούτως ώστε να επηρεάζει κεκτημένα δικαιώματα κατηγορουμένου που είχαν εξασφαλισθεί βάσει του ακυρωθέντος νόμου. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο τροποποιητικός νόμος δεν ήταν διαδικαστικής φύσης, αλλά ουσιαστικής, καθώς καταργείτο ένα βασικό δικαίωμα - πλεονέκτηµα που είχε κατηγορούμενος ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:
«Οι πιο πάνω θεσμοθετημένες διατάξεις στο Κεφ.1 κωδικοποιούν ουσιαστικά καλά εμπεδωμένες αρχές στο Κοινοδίκαιο. Η απόφαση του Privy Council στην υπόθεση The Colonial, Sugar Refining Company, Limited v. Irving, [1905] A.C. 369 είναι απόλυτα σχετική με το θέμα που μας απασχολεί, και ως προς τις νομικές αρχές αλλά και τα γεγονότα της υπόθεσης. Παραθέτουμε περικοπή η οποία περικλείει ουσιαστικά τον πυρήνα της αιτιολογίας της απόφασης.
«.......... And therefore the only question is, Was the appeal to His Majesty in Council a right vested in the appellants at the date of the passing of the Act, or was it a mere matter of procedure? It seems to their Lordships that the question does not admit of doubt. To deprive a suitor in a pending action of an appeal to a superior tribunal which belonged to him as of right is a very different thing from regulating procedure. In principle, their Lordships see no difference between abolishing an appeal altogether and transferring the appeal to a new tribunal. In either case there is an interference with existing rights contrary to the well-known general principle that statutes are not to be held to act retrospectively unless a clear intention to that effect is manifested.»
Στην Παπαπαύλου προέκυψε, μεταξύ άλλων, το ερώτημα κατά πόσο η τροποποίηση που επέφερε ο τροποποιητικός νόμος Ν.105(Ι)/2011 στον περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμο επιδρούσε, υπό το φως των γεγονότων της εν λόγω υπόθεσης, στο ζήτημα της δικαιοδοσίας, καθιστώντας δηλαδή ως αρμόδιο δικαστήριο το κοινό ποινικό δικαστήριο και όχι το στρατιωτικό στο οποίο θα υπαγόταν ο Εφεσείων, εάν δεν μεσολαβούσε η τροποποίηση του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο που φερόταν να διέπραξε ο Εφεσείων το αδίκημα, δικαιοδοσία εκδίκασης της κατηγορίας που αντιμετώπιζε είχε το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Ο τροποποιητικός νόμος Ν. 105(Ι)/2011 τέθηκε σε ισχύ προτού καταχωρηθεί κατηγορητήριο εις βάρος του Εφεσείοντα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο τροποποιητικός νόμος δεν ήταν διαδικαστικής φύσης, αλλά ουσιαστικής, δεδομένου ότι αφορούσε ζήτημα δικαιοδοσίας, ήτοι παροχή εξουσίας εκδίκασης και αρμοδιότητας δικαστικής κρίσης. Υπό το πρίσμα αυτό επηρέαζε νομική διαδικασία, αλλά και υποχρέωση αρμοδίου δικαστηρίου να επιληφθεί συγκεκριμένης υπόθεσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν υπήρχε η αναγκαία πρόθεση του νομοθέτη περί αναδρομικής εφαρμογής του τροποποιητικού νομοθετήματος, κατά τρόπον ώστε η ποινική ευθύνη των στρατιωτικών σε σχέση με κοινά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν προηγουμένως, να αποφασίζεται από κοινά ποινικά δικαστήρια.
Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι νόμοι δεν έχουν αναδρομική ισχύ, εκτός εάν προνοούν αναδρομικότητα στην εφαρμογή τους. Ανατρέχοντας σε νομολογία, τόσο Κυπριακών, όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων, διαπιστώνεται ότι έχει αναγνωριστεί ότι σε περιπτώσεις νομοθετημάτων διαδικαστικής φύσεως ισχύουν ειδικοί κανόνες αναδρομικότητας.
Στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 222, σε ελεύθερη μετάφραση, αναφέρονται τα εξής:
«Δικονομικές πράξεις
Το τεκμήριο εναντίον της ερμηνείας της αναδρομικότητας, δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετήματα που επηρεάζουν μόνο τη δικονομία και πρακτική των δικαστηρίων. Κανένα πρόσωπο δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα σε οποιαδήποτε διαδικασία, εκτός από το δικαίωμα δίωξης και υπεράσπισης κατά τον προβλεπόμενο κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, τρόπο, υπό ή ενώπιον του εκδικάζοντος δικαστηρίου, και αν οποιαδήποτε νομοθεσία τροποποιεί τον τρόπο διαδικασίας, μπορεί μόνο να ενεργήσει σύμφωνα με την τροποποιημένη διαδικασία. Δικονομικές τροποποιήσεις έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ, εκτός αν υπάρχει καλή αιτία περί του αντιθέτου.»
(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.)
Στην υπόθεση L’Office Cherifien des Phosphates v. Yamashita-Shinnibon Steamship Co Ltd [1994] 1 A.C. 486, η οποία αφορούσε μία νέα νομοθετική ρύθμιση, με βάση την οποία ήταν πλέον επιτρεπτό σε διαιτητές να διαγράψουν απαίτηση λόγω καθυστέρησης, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ο κανόνας αναφορικά με την αναδρομικότητα εξετάζεται στη βάση της φύσης των δικαιωμάτων που επηρεάζονται, του σκοπού του νόμου και της δυσχέρειας που θα προκαλέσει.
Υπάρχει μία σειρά αγγλικών αποφάσεων, όπου αναφέρθηκε ότι, στην απουσία αντίθετης πρόθεσης, οι διαδικαστικής φύσεως νομοθετικές τροποποιήσεις εφαρμόζονται τόσο σε εκκρεμούσες υποθέσεις, όσο και σε αυτές που θα καταχωρηθούν στο μέλλον. Και αυτό γιατί οι διαδικαστικής φύσεως τροποποιήσεις συνήθως γίνονται για να βελτιώσουν καταστάσεις. Όπως ανέφερε ο Ormond LJ στην υπόθεση Imperial Tobacco Ltd v. A-G [1979] Q.B. 555, 581: “The object of all procedural rules is to enable justice to be done between the parties consistently with the public interest”.
Η ερμηνεία που θα δοθεί σε μία νομοθετική διάταξη δεν είναι κατά πόσο θα χαρακτηριστεί ως διαδικαστικής φύσεως ή όχι, αλλά κατά πόσο, εάν αυτή η νομοθετική διάταξη εφαρμοστεί αναδρομικά, θα επηρεάσει υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Yew Bon Tew v. Kenderaan Bas Mara [1983] 1 A.C. 553, 558:
“But these expressions 'retrospective' and 'procedural', though useful in a particular context, are equivocal and therefore can be misleading … and an Act which is procedural in one sense may in particular circumstances do far more than regulate the course of proceedings, because it may, on one interpretation, revive or destroy the cause of action itself…
Their Lordships consider that the proper approach to the construction of the 1974 Act is not to decide what label to apply to it, procedural or otherwise, but to see whether the statute, if applied retrospectively to a particular type of case, would impair existing rights and obligations…”
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Οι εκφράσεις όμως αυτές, «αναδρομικός» και «διαδικαστικός» αν και χρήσιμες σε συγκεκριμένο πλαίσιο είναι αμφίλογες και μπορούν, συνεπώς, να προβούν παραπλανητικές … και ένας νόμος ο οποίος είναι διαδικαστικός κατά μία έννοια δύναται, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να κάνει πολύ περισσότερα από το να ρυθμίζει απλά τη διαδικασία καθώς μπορεί, κατά μία ερμηνεία, να επαναφέρει ή να καταργεί το ίδιο το αγώγιμο δικαίωμα …
Η ορθή προσέγγιση για την ερμηνεία του νόμου του 1974 δεν είναι πώς θα κατονομαστεί, διαδικαστικός ή μη, αλλά κατά πόσο ο νόμος, εάν εφαρμοστεί αναδρομικά σε ένα συγκεκριμένο είδος υπόθεσης θα προκαλέσει βλάβη σε υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις …»
Τόσο με το Ν.109(Ι)/2017 όσο και με το Ν.146(Ι)/2022, ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση μπορούν να εγερθούν στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης. Η διαφοροποίηση που υπάρχει μεταξύ των δύο, είναι ως προς την ύπαρξη δικαιώματος έφεσης σε οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση ή μόνο σε υποθέσεις καθοριστικές των δικαιωμάτων των διαδίκων. Σκοπός του Ν.109(Ι)/2017, όπως και των αποφάσεων στις υποθέσεις Χαρούς ν. Χαρούς (2003) 1 Α.Α.Δ. 1530 και Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389, που προηγήθηκαν του Νόμου, υπήρξε η αποφυγή κατατεμαχισμού των εφέσεων σκοπός που είναι καθοριστικός και για το εύλογο χρόνο εκδίκασης μίας υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λιασή κ.ά., Πολ. Έφ. 32/2018, ημερ. 24.7.2018). Όπως αναφέρεται στο πρακτικό της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 13.7.2016, όπου λήφθηκε η απόφαση για την προώθηση του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του Νόμου, που τελικά επήλθε με τον Ν.109(Ι)/2017, η τροποποίηση του εδαφίου (1) του άρθρου 25 εντασσόταν «στα πλαίσια αναθεώρησης των διαδικασιών για σκοπούς επίσπευσης της εκδίκασης των υποθέσεων.» Η δε τροποποίηση που επήλθε με το Ν.146(Ι)/2022 αποτελούσε μέρος των μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων με τα οποία, μεταξύ άλλων, δημιουργήθηκε και το Εφετείο.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
/ΧΤΘ
[1] Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός)(Αρ.4) Νόμος του 2022, Ν.222(Ι)/2022.
[2] Προτού τεθεί σε ισχύ ο Ν.109(Ι)/2017, το άρθρο 25(1) ίσχυε ως είχε τροποποιηθεί με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Νόμο του 2008, Ν.118(Ι)/2008 και προέβλεπε ότι: «Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, κάθε απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, ανεξάρτητα αν αυτή είναι καθοριστική ή δηλωτική για τα δικαιώματα των διαδίκων, είτε αυτή είναι ενδιάμεση είτε είναι τελική, υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο».
[3] Ό.π. 2.
[4] «Τηρουµένου του διαδικαστικού κανονισµού, πάσα απόφασις δικαστηρίου ασκούντος πολιτικήν δικαιοδοσίαν θα υπόκειται εις έφεσιν εις το Ανώτατον Δικαστήριον».
[5] Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων (1995) 3 A.A.Δ. 334.
[6] Πικής, Π., Δημητριάδης, Παπαδόπουλος, Χ’’Τσαγγάρης, Χρυσοστομής, Νικήτας, Αρτέμης, Κωνσταντινίδης, Νικολάου, Καλλής Κρονίδης, Δ/στές.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο