ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡOΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.: 4/2026
14 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 3/2026
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED ΚΑΙ (2) THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED, ΑΜΦΟΤΕΡΕΣ ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ CERTIORARI KAI PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, [ ], ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI KAI/H PROHIBITION
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 16/12/2025 ΚΑΙ/H ΔΙΑΤΑΓΗ ΗΜΕΡ. 16/12/2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΡ. 1330/2024 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 14/60 ΑΡΘΡΑ 2, 21, 22, 29, 30 ΚΑΙ 32 ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ 1.5(2)(γ), 3.1., 37.1(1)-(7), 23.11, 23.13(2) ΚΑΙ 32.6 ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ 2023, ΩΣ ΑΥΤΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ.
---------------------------
Λεωνίδας Παρπαρίνος με Λούκα Παρπαρίνο, για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τις Αιτήτριες.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το
Δαυίδ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 16.12.2025, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (κατώτερο Δικαστήριο), απέρριψε αίτημα που υπεβλήθη από τις εφεσείουσες (ενάγουσες 1 και 2 στην αγωγή Αρ.1330/2024 που εκκρεμούσε ενώπιον του) για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στο πλαίσιο αίτησης των εναγόμενων 2 και 3 στην ως άνω αγωγή για παραμερισμό της τελευταίας, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και κατάχρησης.
Ακολούθησε αίτηση των εφεσειουσών (Πολιτική Αίτηση Αρ.3/2026), για χορήγηση άδειας προς καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari προς ακύρωση της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου, ως επίσης, για την έκδοση προνομιακού εντάλματος prohibition, με το οποίο να απαγορεύεται και/ή εμποδίζεται το κατώτερο Δικαστήριο να προχωρήσει και/ή συνεχίσει να εκδικάζει και/ή χειρίζεται την ως άνω αγωγή αναφορικά και μόνο με τις εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες στην ως άνω διαδικασία, μέχρι νεότερης διαταγής και/ή μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Αδελφός Δικαστής ο οποίος επιλήφθηκε της ως άνω αίτησης (πρωτόδικο Δικαστήριο), στις 27.1.2026, απέρριψε το αίτημα. Έκρινε ότι οι λόγοι που οι εφεσείουσες προέβαλαν, δεν καταδείκνυαν επαρκή λόγο για την χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Ειδικότερα, παραπέμποντας στην εξέλιξη των γεγονότων ως τέθηκαν υπόψη του, δεν διαπίστωσε να υπάρχει συζητήσιμο θέμα σε σχέση με το προβαλλόμενο ζήτημα παράβασης των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, παράβασης των εχέγγυων της δίκαιης δίκης, στέρησης του δικαιώματος ακρόασης των αιτήτριων, ή υπέρβασης εξουσίας, ως πρόβαλλαν οι εφεσείουσες. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, σημείωσε πως ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι το κατώτερο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένο κανονισμό ή νόμο ή παρερμήνευσε αυτόν, τούτο, δεν διορθώνεται με προνομιακό ένταλμα. Υποδεικνύοντας δε τη δυνατότητα άσκησης έφεσης εκ μέρους των εφεσειουσών, σημείωσε ταυτόχρονα ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας.
Οκτώ συνολικά λόγους έφεσης προβάλλει η πλευρά των εφεσειουσών προσβάλλοντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το τελευταίο, υποστηρίζει, λανθασμένα έκρινε ότι δεν υπεβλήθη από την πλευρά τους, μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος των δικηγόρων τους, ημερ. 15.12.2025, οποιοδήποτε αίτημα προς το κατώτερο Δικαστήριο (1ος λόγος έφεσης). Δεν εξέτασε, προσθέτουν, ούτε και τοποθετήθηκε για το γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο «έκλεισε» την υπόθεση και επιφύλαξε την απόφαση του, αφαιρώντας από τις εφεσείουσες το δικαίωμα επιχειρηματολογίας (2ος λόγος έφεσης). Υποστηρίζουν επίσης ότι η καθοδήγηση και ο παραλληλισμός από το πρωτόδικο Δικαστήριο της υπόθεσης με συγκεκριμένες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ήταν εσφαλμένη, όπως και το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε συζητήσιμο θέμα σε σχέση με την παράβαση των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, της στέρησης του δικαιώματος τους για ακρόαση και της παράβασης των εχέγγυων της δίκαιης δίκης και της υπέρβαση εξουσίας, (3ος, 4ος 5ος λόγοι έφεσης). Προβάλλεται ακόμα ότι εσφαλμένα κατέληξε ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, αποφαινόμενο κατ’ επίκληση του Μέρος 1.5(2)(γ) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ότι μπορούσε να αποφασίσει συνοπτικά το αίτημα αντεξέτασης, αποστερώντας από τις εφεσείουσες το δικαίωμα επιχειρηματολογίας (6ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως «και αν ακόμη το Επαρχιακό Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα Κανονισμό ή Νόμο ή παρερμήνευσε αυτόν, το κατ’ ισχυρισμό λάθος δεν διορθώνεται με προνομιακά εντάλματα», υποστηρίζοντας ότι η υπό συζήτηση περίπτωση, καθ’ ην έκταση αφορά παραβίαση Συνταγματικών και άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων, είναι κλασσική περίπτωση διόρθωσης με προνομιακό ένταλμα, (7ος λόγος έφεσης). Σε κάθε περίπτωση, προσθέτουν, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν εντοπίζονται εξαιρετικές περιστάσεις σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται η ύπαρξη δικαιώματος έφεσης, είναι εσφαλμένη, αφού η παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, των εχέγγυων της Δίκαιης Δίκης και η στέρηση του δικαιώματος ακρόασης, συνιστούν από μόνες τους ειδικές περιστάσεις, (8ος λόγος έφεσης). Τέλος, παραπέμποντας στην παρατήρηση (per curiam) του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όσον αφορά το χρόνο που παρήλθε για την προώθηση της αίτησης προς εξασφάλιση σχετικής άδειας, σημειώνουν ότι κινείται εκτός των προνοιών του Περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Εντάλματος Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, υποδεικνύοντας ότι η προώθηση της αίτησης για εξασφάλιση της σχετική άδειας έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες και εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στον Κανονισμό 5(1) του ως άνω Διαδικαστικού Κανονισμού (9ος λόγος έφεσης).
Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, ως έχουν οριοθετηθεί από τις εφεσείουσες, κρίνεται χρήσιμη η παράθεση, στο βαθμό βεβαίως που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας, των γεγονότων που την περιβάλλουν. Ως αναδύεται από όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και την εκκαλούμενη απόφαση, οι εφεσείουσες, εναγόμενες 2 και 3 στην ως άνω αγωγή Αρ.1330/2024, στις 14.7.2025, καταχώρισαν αίτηση για απόρριψη της, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων, ότι το ως άνω Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή και ότι αυτή προωθείται κατά κατάχρηση της διαδικασίας. Η Δικαστής ενώπιον της οποίας εκκρεμούσε η αγωγή, καθόρισε χρονοδιάγραμμα καταχώρισης ένστασης στην ως άνω αίτηση και τυχόν συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των αιτητριών και των καθ’ ων η αίτηση, καταχώρισης αγορεύσεων, ορίζοντας ταυτόχρονα ημερομηνία ακρόασης για την ως άνω αίτηση. Παράλληλα, έδωσε οδηγίες ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε πλευρά θεωρήσει αναγκαία την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, τυχόν τέτοιο αίτημα να υποβληθεί προφορικά, προωθούμενο μέσω της επικοινωνίας της εφαρμογής i-justice, το αργότερο μέχρι 17.12.2025. Τούτο, ως εξήγησε, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ακουστεί και να αποφασιστεί χωρίς να επηρεαστεί η καθορισμένη ημερομηνία ακρόασης της αίτησης. Πράγματι, η πλευρά των εφεσειουσών, στις 11.12.2025, προώθησε μέσω της επικοινωνίας στην ως άνω εφαρμογή, προφορικό αίτημα της για αντεξέταση συγκεκριμένου ενόρκως δηλούντα που με ένορκες δηλώσεις του υποστήριζε την αίτηση ημερ. 14.7.2025. Η εξέλιξη των γεγονότων, αποτυπώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση με την αναγκαία λεπτομέρεια. Για σκοπούς πληρότητας και στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει, τα σχετικά μέρη της απόφασης μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα. Ως καταγράφει το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«Εν προκειμένω, το αίτημα για αντεξέταση εκ μέρους των εναγουσών, υπεβλήθη προφορικά, ως οι οδηγίες του κατώτερου Δικαστηρίου, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο κ. Λεωνίδα Παρπαρίνο για Λούκας και Βίας Λ. Παρπαρίνος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρους των τελευταίων. Καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το αίτημα προωθήθηκε μέσω της επικοινωνίας της πλατφόρμας I-justice και ότι στο σχετικό μήνυμα «ο συνήγορος των εναγόντων παρέθεσε τις παραγράφους επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους το αίτημα πρέπει να εγκριθεί». ( Ο τονισμός γίνεται από το παρόν Δικαστήριο). Πιο συγκεκριμένα, η θέση του πιο πάνω ευπαίδευτου δικηγόρου ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν ότι:
«Το αίτημα στηρίζεται στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Μέρος 23.13(2) και 32.6 και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που συνηγορούν στο αίτημα είναι: α) προσδιορίζονται ακριβώς οι ισχυρισμοί επί των οποίων επιζητείται η αντεξέταση με αναφορά στις παραγράφους β)αποκάλυψη μέσω της αντεξέτασης της καταχρηστικής τακτικής της άλλης πλευράς και προβολής μη χρήσιμου υλικού για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, γ) με τα δεδομένα που θα προκύψουν από την αντεξέταση, η βοήθεια προς το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων – ισχυριζόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας και κατάχρηση της διαδικασίας – θα είναι απεριόριστη και χρήσιμη, δ) η καλή πίστη και το κίνητρο του ομνύοντος κ. Θεοδώρου είναι επίδικο θέμα και, συνεπώς, μόνο με την αντεξέταση του αυτό θα διαφανεί, διαφορετικά, το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του δύο θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury’s Law of England, 4η έκδοση, Τόμος17 παρ. 310-311), ε) εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαδικασίας διότι από την αντεξέταση του θα διαφανεί ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί για επιτυχία της Αίτησης ημερ. 14/7/2026 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και, ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψιν το αντικείμενο της Αγωγής αρ. 1330/2024 vis a vis τα όσα ισχυρίζεται ο ομνύοντας κ. Θεοδώρου. Είμαστε στη διάθεση του Δικαστηρίου για περαιτέρω ανάπτυξη και ανάλυση των πιο πάνω εφόσον το επιθυμεί. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων. Με τιμή, Λεωνίδας Παρπαρίνος για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. , Δικηγόροι Εναγουσών/Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2.»
(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.)
[…]
Η άλλη πλευρά, λίγες ώρες μετά, επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα, δήλωσε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ένσταση στο αίτημα, υποστηρίζοντας πως δεν εστοιχειοθετείτο καλός λόγος για να επιτρέπει στο κατώτερο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Δεν χρειάζεται να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους υποστήριξε ότι το αίτημα θα έπρεπε να απορριφθεί.
Το κατώτερο Δικαστήριο την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 12/12/2025, και ώρα 11:00-11:30, σημείωσε τα ακόλουθα:
«Έλαβα γνώση του αιτήματος των εναγόντων/καθ' ών η αίτηση για να επιτραπεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς και τις θέσεις που προβάλλονται προς υποστήριξη του αιτήματος. Έλαβα επίσης γνώση όσων αναφέρει προς απάντηση ο συνήγορος των εναγόμενων/αιτητών. Οι θέσεις των δύο πλευρών θα εξεταστούν σε συνάρτηση με την αίτηση, τις ένορκες δηλώσεις και ΣΕΔ που έχουν καταχωρηθεί και τα μέρη θα ενημερωθούν μέσω του συστήματος εντός των επόμενων ημερών».
(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο).
Μία ώρα περίπου μετά ο ευπαίδευτος δικηγόρος κ. Λεωνίδας Παρπαρίνος, επανήλθε με άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα, λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Έντιμη κα Πρόεδρε, δεν έχω πρόθεση ούτε να κουράσω το Δικαστήριο αλλά ούτε και να εμπλακούμε σε μακροχρόνιες διαδικασίες με αποτέλεσμα τη σπατάλη χρόνου και εξόδων αλλά με όλο το σεβασμό προς τον αντίδικο δικηγόρο, δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτά που αναφέρει στο μήνυμά του προς εσάς με αναφορά σε νομολογία.............»
Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της άλλης πλευράς, κ. Νικόλας Καλλένος, λίγα λεπτά μετά, επανήλθε με δικό του μήνυμα λέγοντας προς το κατώτερο Δικαστήριο πως «η εκτενής νομική επιχειρηματολογία του συναδέλφου που παρατέθηκε σήμερα 12/12/2025 12:42, αφ’ ης στιγμής το Δικαστήριο με σχετικό πρακτικό που ανάρτησε στις 12/12/2025 11:00-11:30 επιφύλαξε την απόφασή του στο αίτημα αντεξέτασης, προφανώς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Προς τούτο, παραπέμπω στη γνωστή υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 1 1996 1 Α.Α.Δ. 49 βάσει της οποίας αποκλείεται το επανάνοιγμα υπόθεσης για παράθεση περαιτέρω επιχειρηματολογίας μετά το πέρας της ακρόασης και την επιφύλαξη απόφασης αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ούτε από δικονομικούς θεσμούς ούτε από Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου.»
Η άλλη πλευρά επανήλθε στις 15/12/2025, και ώρα 09:41, λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Έντιμη κα Πρόεδρε, αναφορικά με το ηλεκτρονικό μήνυμα συναδέλφου ημερ. 12/12/2025 το οποίο θεωρώ αδικαιολόγητο και αχρείαστο και μη εφαρμόσιμο στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, να παραπέμψω στις Οδηγίες σας ημερ. 20/10/2025 στο σχετικό μέρος «Σε περίπτωση που, μετά την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων (εάν υπάρχουν) είναι η θέση οποιασδήποτε πλευράς ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα τότε τυχόν αίτημα για αντεξέταση να υποβληθεί προφορικά. Η πλευρά του αιτούντος διαδίκου να μεριμνήσει όπως το αίτημα προωθηθεί μέσω της επικοινωνίας του συστήματος το αργότερο μέχρι 17/12/2025...» Αυτό έγινε από πλευράς μας. Στις 11/12/2025 υποβλήθηκε το γραπτό αίτημα χωρίς επιχειρηματολογία, απλά αναφέρθηκαν οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται. Η ένσταση της άλλης πλευράς καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα. Το Δικαστήριο δεν έδωσε οδηγίες στις 20/11/2025 μαζί με το αίτημα να καταχωρηθεί και η επιχειρηματολογία. Συνεπώς, όταν η άλλη πλευρά μαζί με την ένστασή της καταχώρησε ολόκληρη επιχειρηματολογία με σωρεία νομολογίας, είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η ευκαιρία και στην πλευρά μας να επιχειρηματολογήσουμε. Αυτό αποτελεί δικαίωμά μας, και αν επιθυμεί η άλλη πλευρά να απαντήσει, να της δοθεί το δικαίωμα. Με όλο το σεβασμό, είναι η γνώμη μου ότι με αυτό τον τρόπο απονέμεται δικαιοσύνη. Ευχαριστώ. Με τιμή, Λεωνίδας Παρπαρίνος για Λούκας και Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι Εναγουσών/Καθ' ών η αίτηση 1 και 2.»
Για ό,τι αξίζει να σημειώσω ότι με το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν φαίνεται να υποβάλλεται οποιοδήποτε αίτημα προς το κατώτερο Δικαστήριο, και ειδικότερα αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης, όταν το κατώτερο Δικαστήριο στις 12/12/2025 και ώρα 11:00-11:30 επεφύλαξε την απόφασή του, κάτι που γνωστοποίησε και στις δύο πλευρές.
Η ευπαίδευτη Πρόεδρος, συνεπής στη δήλωσή της ότι θα εξέδιδε την ενδιάμεση απόφασή της εντός των επόμενων ημερών, εξέδωσε αυτήν στις 16/12/2025. Προφανώς για να μην χρειαστεί να αναβάλει την αίτηση διά κλήσεως, η οποία ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση για τις 29/1/2026.»
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσειουσών, με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου προώθησαν τις θέσεις τους. Στο βαθμό δε που έκριναν αναγκαίο, έπραξαν τούτο και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.
Έχουμε διεξέλθει το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη μας. Έχουμε επίσης, μελετήσει και σταθμίσει με προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των εφεσειουσών, για τα ζητήματα που προωθούν και απασχολούν στην παρούσα.
Στην Στυλιανού (2015) 1(Β) 1.Α.Α.Δ. 1382, με παραπομπή σε παλαιότερες επί του ζητήματος αποφάσεις, έγινε ειδικότερη αναφορά στις περιπτώσεις που δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου, σε εφέσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Παρέχεται αυτή η δυνατότητα, στις περιπτώσεις:
«(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.
(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 A.A.Δ. 710).
(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd ν. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892). »
Στρέφοντας την προσοχή στον πρώτο λόγο έφεσης είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η υπόδειξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «δεν φαίνεται να υποβάλλεται οποιοδήποτε αίτημα προς το κατώτερο Δικαστήριο», είναι προφανές, ως ειδικότερα αμέσως μετά επεξηγείται, ότι αναφέρεται σε αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης κατά το χρόνο που το κατώτερο Δικαστήριο, στις 12.12.2025 και ώρα 11.00 – 11.30 επιφύλαξε την απόφαση του, γνωστοποιώντας τούτο και στις δύο πλευρές. Προφανώς, η ως άνω αναφορά δεν αναφέρεται, ούτε διασυνδέεται με το αίτημα της πλευράς των εφεσειουσών, μετά την επιφύλαξη της απόφασης, για περαιτέρω επιχειρηματολογία. Αντίθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αίτημα για επιχειρηματολογία, τοποθετούμενο στη συνέχεια αναφορικά με την δυνατότητα και την αναγκαιότητα που υπήρχε προς τούτο, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις της υπόθεσης.
Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Ούτε το παράπονο, ως προωθείται μέσω του δεύτερου λόγου έφεσης, ότι δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και δεν αποφάσισε για το γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο «έκλεισε» την υπόθεση και επιφύλαξε την απόφαση του, στερώντας από τις εφεσείουσες το δικαίωμα επιχειρηματολογίας, δικαιολογείται. Το ζήτημα απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο και έκρινε ότι δόθηκε η δυνατότητα προβολής των θέσεων και της επιχειρηματολογίας τους ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου. Επί τούτου, δεν περιορίστηκε στη μεταφορά της ρητής σημείωσης στην απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου, ότι έλαβε υπόψη όλους τους λόγους για τους οποίους η πλευρά των εφεσειουσών υποστήριζαν ότι το αίτημα τους θα πρέπει να εγκριθεί. Παρέπεμψε παράλληλα στο γεγονός ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω του οποίου υπεβλήθη το αίτημα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειουσών είχε παραθέσει την επιχειρηματολογία του, παραπέμποντας σε σχετικό σύγγραμμα και επικαλούμενος τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εφεσειουσών, ως υπογράμμισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, μέσω του ίδιου ηλεκτρονικού μηνύματος, πέραν όσων πρόβαλε για την προώθηση και αιτιολόγηση του αιτήματος της, δήλωνε απλώς την ετοιμότητα της, σε περίπτωση που το κατώτερο Δικαστήριο επιθυμούσε τούτο, για «περαιτέρω ανάπτυξη και ανάλυση των πιο πάνω».
Ως εκ των ανωτέρω, ο 2ος λόγος έφεσης δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.
Στρέφοντας την προσοχή στον 3ο, 4ο και 5ο λόγους έφεσης, όπου προβάλλονται ζητήματα παραβίασης των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, των εχέγγυων της δίκαιης δίκης και της παράβασης του δικαιώματος των εφεσειουσών για ακρόαση, ενόψει του γεγονότος ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα επιχειρηματολογίας από πλευράς των τελευταίων, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εξουσία του Ανώτατου Δικαστηρίου να παρεμβαίνει, κάνοντας χρήση της εφεδρείας εξουσιών που διατηρεί, μέσω Προνομιακών Ενταλμάτων, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται παράβαση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης είναι δεδομένη (Θεοδώρου κ.α. (Αρ.1) (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2052, Αίτηση του Nikolai Ivanovich Kazakov, Πολ. Έφ. Αρ.72/2022, ημερ. 17.7.2023, ECLI:CY:AD:2023:A252, Λέαντρος Χριστοφίδης (Αρ.2) (1993) 785 και Halsbury’s Laws of England 3η εκδ. Τόμος ΙΙ σελ. 145, παρ. 272).
Ωστόσο, στρέφοντας την προσοχή στα ειδικότερα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε λανθασμένη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος. Ούτε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, έξω από το πλαίσιο που του παρέχεται από το Νόμο. Το τελευταίο, σημειώνοντας και ουσιαστικά υιοθετώντας την επισήμανση του κατώτερου Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι δύο πλευρές, μέσω των ηλεκτρονικών τους μηνυμάτων, παρέθεσαν τις θέσεις τους με σαφή και περιεκτικό τρόπο σε σχέση με το ειδικότερο ζήτημα που απασχολούσε, καθόλα δικαιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των πιο πάνω βασικών αρχών απονομής της δικαιοσύνης. Άλλωστε, ως έχει ήδη σημειωθεί στην παρούσα, πέραν των όσων επισημαίνονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο επί του ζητήματος, δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι η πλευρά των εφεσειουσών, μέσω του μηνύματος με το οποίο προώθησαν το συγκεκριμένο αίτημα αντεξέτασης, πέραν από την παράθεση και επεξήγηση των λόγων για τους οποίους, ως η θέση τους, θα έπρεπε να επιτύχει το αίτημα τους, αναγνωρίζοντας προφανώς ότι προέβαλαν ήδη τις θέσεις της επί του συζητούμενου, προσφέρονται, στην περίπτωση πάντα και «εφόσον το επιθυμεί» το κατώτερο Δικαστήριο, σε «περαιτέρω ανάπτυξη και ανάλυση» όσων είχαν ήδη προβληθεί από την πλευρά τους προς υποστύλωση του σχετικού αιτήματος.
Το κατώτερο Δικαστήριο, ως άλλωστε φαίνεται να καταγράφει τούτο στην απόφαση του ημερ. 16.12.2025, λαμβάνοντας γνώση των θέσεων που προβάλλονται προς υποστήριξη του αιτήματος, ως επίσης όλων όσων ανέφερε προς απάντηση στο ως άνω αίτημα ο δικηγόρος των εναγόμενων και ενιστάμενων στο σχετικό αίτημα, επιφύλαξε την απόφαση του, χωρίς προφανώς να επιθυμεί οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη και ανάλυση των ζητημάτων και θέσεων που ήδη προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Υπό το φως των πιο πάνω, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειουσών επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος, με δεδομένη την ευκαιρία που οι πλευρές είχαν να προβάλουν τις θέσεις τους επί ζητήματος που απασχολούσε το κατώτερο Δικαστήριο, όπως και έπραξαν, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε συζητήσιμο θέμα, δυνάμενο να ενεργοποιήσει την προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, των εχέγγυων της δίκαιης δίκης και της παράβασης του δικαιώματος των εφεσειουσών για ακρόαση, κρίνεται καθόλα ορθή και δικαιολογημένη. Οι θέσεις των πλευρών τέθηκαν με σαφήνεια υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου. Οι ως άνω, βασικές αρχές του δικαίου, διαφυλάχθηκαν και έτυχαν πλήρους εφαρμογής.
Υπό το φως των πιο πάνω, ο 3ος, 4ος και 5ος λόγοι έφεσης, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Η απόρριψη του 3ου, 4ου και 5ου λόγων έφεσης, και η υιοθέτηση της θέσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά των εφεσειουσών να προβάλλουν με σαφήνεια τις θέσεις τους, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από το κατώτερο Δικαστήριο, εκ των πραγμάτων, καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση με τα ζητήματα που προβάλλονται μέσω του 6ου, 7ου και 8ου λόγων έφεσης, με την περαιτέρω συζήτηση τους να απολήγει, κατά τρόπο ανεπιθύμητο και μη παραγωγικό, ακαδημαϊκή. Είναι αρκετό να σημειώσουμε, συμπλέοντας επί του σημείου με τον ευπαίδευτο δικηγόρο τον εφεσειουσών, ότι το Μέρος 1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, όπου προβάλλεται η αναγκαιότητα εξυπηρέτησης του πρωταρχικού σκοπού, ως η έννοια του όρου καθορίζεται στους εν λόγω Κανονισμούς και προβλέπεται το καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις κατά τρόπο που να προάγει τον πρωταρχικό σκοπό, όπως και των διαδίκων να επικουρούν την προαγωγή του ως άνω σκοπού από το Δικαστήριο, δεν παρέχει, προφανώς, την δυνατότητα παραγνώρισης βασικών νομικών αρχών και δικαιωμάτων του διαδίκου, όπως αυτά καθορίζονται στο Σύνταγμα τους νόμους και τους σχετικούς κανονισμούς ή προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις (πολυμερείς ή διμερείς), που δεσμεύουν τη Δημοκρατία. Ως εξηγήθηκε πιο πάνω, δεν ήταν τέτοια η συγκεκριμένη περίπτωση.
Ενόψει των πιο πάνω, ο 6ο, 7ο και 8ο λόγοι έφεσης, απορρίπτονται.
Στρέφοντας την προσοχή στον 9ο λόγο έφεσης, σημειώνουμε πως ως οι πρόνοιες του Κανονισμού 5(1) του Περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Εντάλματος Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, μονομερής αίτηση για εξασφάλιση άδειας του είδους θα πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό, και πάντως, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημερομηνία που ο Αιτητής λαμβάνει γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Όταν παρέλθει η προθεσμία που προβλέπεται στον ως άνω Κανονισμό, τυχόν αίτηση για εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, ως εκπρόθεσμη, δεν μπορεί να προωθηθεί, εκτός και αν έχει προηγηθεί επέκταση της προβλεπόμενης προθεσμίας. Παρεμβάλλεται πως με δεδομένο ότι ο Κανονισμός επιβάλλει σε ένα αιτητή να ενεργεί το συντομότερο και, εν πάση περιπτώσει, με την απαραίτητη σπουδή προς εξασφάλιση της συγκεκριμένης θεραπείας, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, σχετική αίτηση είναι δυνατόν να απορριφθεί, ακόμα και αν αυτή καταχωριστεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας (βλ. μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την αίτηση των Ανδρέα Δημητριάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.138/2022, ημερ. 22.11.2023 και Αναφορικά με την αίτηση του Επενδυτικού Συγκροτήματος Εταιρειών «Λευκόνοικο», Πολ. Αίτ.60/2025, ημερ. 07.04.2025).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνοντας ότι η αίτηση για εξασφάλιση άδειας καταχωρίστηκε ένα και πλέον μήνα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης ενδιάμεσης απόφασης, χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος για τη συγκεκριμένη καθυστέρηση, δεν παράβλεψε το γεγονός ότι η πλευρά των εφεσειουσών καταχώρησε την αίτηση της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν προέκυψε ζήτημα εκπρόθεσμου της καταχώρησης της. Η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περιπτώσεων που παρά το εμπρόθεσμο της καταχώρησης τους, μπορεί να εγερθεί ζήτημα καθυστέρησης, ανάγεται προφανώς στο γενικότερο ζήτημα αρχής, αναγόμενο στην αναγκαιότητα της ταχύτερης δυνατής προώθησης αιτήματος του είδους και στην υπόμνηση των εξαιρετικών ομολογουμένως περιπτώσεων που οι περιστάσεις τους, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα η αίτηση του είδους να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό από την έκδοση της, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν, την μη έγκριση της.
Ενόψει των πιο πάνω ο 9ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Καταληκτικά, υπό το φως όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί η υπό συζήτηση Έφεση, στο σύνολό της, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Η αιτούμενη παρέμβαση μας, προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, δεν δικαιολογείται.
Η έφεση απορρίπτεται.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο