ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 56/2026)
9 Ιουλίου, 2026
[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Α. Σ. (ΑΔΤ [ ]) ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 30/26 ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΙΣ 06/03/26, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΤΡΑΠΗ Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΛΗΨΗ ΠΑΡΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ (ΣΑΛΙΟΥ), ΔΑΚΤΥΛΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ Ή ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ
Ν. Ζένιου με Ν. Καζάκο, για Αντρέας Χρίστου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Β. Μπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, με Στ. Παπουή (κα) και Μ. Φωτιάδου (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για τον Καθ’ ου η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Κατόπιν χορήγησης άδειας, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari αναφορικά με το διάταγμα ημερ. 6.3.2026 με το οποίο διατάχθηκε η υποχρεωτική λήψη από αυτόν παρειακών επιχρισμάτων (σάλιου), δακτυλικών αποτυπωμάτων και αίματος.
Ο λόγος για τον οποίο δόθηκε άδεια και επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση είναι ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το προσβαλλόμενο διάταγμα καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας, με μηχανιστικό τρόπο χωρίς την αναγκαία δικαστική διεργασία ώστε το ίδιο να εξαγάγει το δικό του δικαστικό συμπέρασμα και να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα έκδοσης αυτού.
Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Siyu, Πολ. Έφεση Αρ. 49/2021, ημερ. 12.10.2021 και Αναφορικά με την Αίτηση των Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 7/2020, ημερ. 7.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A239, τα προνομιακά εντάλματα παραχωρούνται κατ’ εξαίρεση και όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή πλάνη περί τον Νόμο ή παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης.
Ο Αιτητής είχε συλληφθεί ως ύποπτος για αδικήματα που αφορούν σε ναρκωτικά και ενόσω τελούσε υπό κράτηση, αρνήθηκε να συγκατατεθεί στη λήψη παρειακών επιχρισμάτων. Η Αστυνομία υπέβαλε σχετική αίτηση στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα:
«Δια την εξέταση της αίτησης της Αστυνομίας παρουσιάστηκε στην Ακρόαση ο Αστ. ….., της ΥΚΑΝ Λευκωσίας.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ανέγνωσε την Ένορκη Δήλωση που κατατέθηκε εκ μέρους του αιτητή ως επίσης άκουσε όλα όσα ελέχθησαν από ή εκ μέρους του αιτητή.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ
το οποίο υποχρεώνει τον Άγγελο Σεργίου, …., ο οποίος τελεί υπό νόμιμη κράτηση, να συναινέσει στην λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, σάλιου ή αίματος από αυτόν για απομόνωση γενετικού υλικού στα πλαίσια υπόθεσης …. αδικήματα τα οποία διερευνώνται εναντίον του.»
Το άρθρο 25(1) του Ν.73(Ι)/2004, επιτρέπει σε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό λοχία ή ανώτερου να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο τελεί υπό νόμιμη κράτηση, για σκοπούς μεταξύ άλλων καταχώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος, ανάμεσα σε άλλα, δείγματα γενετικού υλικού, δακτυλικά αποτυπώματα και δείγματα αίματος. Σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο αρνείται ή παρεμποδίζει τη λήψη, το άρθρο 25(3) προβλέπει τα εξής:
«(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση και αρνείται ή παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές.»
To άρθρο 25 προνοεί για τη γενική και χωρίς διάκριση λήψη από κρατούμενο μετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων κ.ά., με μόνη προϋπόθεση το να τελεί το πρόσωπο αυτό υπό νόμιμη κράτηση. Ο σκοπός δε της λήψης προσδιορίζεται ότι είναι η καταχώριση, σύγκριση, αναγνώριση και «γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος», χωρίς να απαιτείται η διασύνδεση της λήψης με τα αδικήματα για τα οποία το πρόσωπο τελεί υπό τέτοια κράτηση.
Για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί και για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα του διατάγματος, όπως απαιτεί η Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 (βλ. Υπόθεση C205-21, V.S., ημερ. 26.1.2023 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
Στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης ότι η μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω του όρκου που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος ικανοποιούσε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του.
Αντικείμενο της παρούσας είναι η ύπαρξη ή μη της κρίσης του ιδίου του κατώτερου Δικαστηρίου ως προς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων για να προβεί στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος.
Δικαστής που επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αίτησης για την έκδοση εντάλματος σύλληψης ή έρευνας οφείλει να ικανοποιηθεί από την ενώπιον του μαρτυρία ότι συντρέχουν όλοι οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του εντάλματος (βλ. Κυπριανού (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 17 και Yggsat-Telecom Ltd, Πολ. Αίτηση Αρ. 102/2018, ημερ. 8.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:D415). Στις υποθέσεις Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207, Μακρίδης (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 756 και CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 652, λέχθηκε ότι η γνώμη του ενόρκως δηλούντος δεν είναι αρκετή και ότι ο Δικαστής θα πρέπει να προβεί στη δική του νοητική διεργασία και εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου εντάλματος. Αυτή η αρχή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις έκδοσης και άλλης φύσης διαταγμάτων, συμπεριλαμβανομένων διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων και διαταγμάτων για τη λήψη δειγμάτων γενετικού υλικού, δακτυλικών αποτυπωμάτων και δειγμάτων αίματος, όπως το επίδικο (βλ. Ρ.Α., Πολ. Αίτηση Αρ. 210/2024, ημερ. 20.12.2024, Γ.Π., Πολ. Αίτηση Αρ. 44/2025, ημερ. 26.5.2025, Μ.Ε., Πολ. Αίτηση Αρ. 165/2025, ημερ. 26.8.2025, Χ.Ε., Πολ. Αίτηση Αρ. 77/2025, ημερ. 7.11.2025 και Κ.Λ., Πολ. Έφεση Αρ. 3/2026, ημερ. 20.5.2026).
Χρήσιμη ανάλυση του τι συνιστά κρίση του Δικαστηρίου περιέχεται στο σύγγραμμα Εντάλματα Έρευνας και Κατάσχεση Πραγμάτων, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, σελ. 189, στο ακόλουθο απόσπασμα:
«… η αρχή της ανεξάρτητης και αυτόνομης κρίσης του εκδίδοντος Δικαστή είναι διαφορετική από την αντικειμενική επάρκεια των στοιχείων που θα συνθέσουν την «εύλογη αιτία» που απαιτείται για την έκδοση εντάλματος έρευνας. Τα δύο θέματα είναι όντως διαφορετικά, και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά. Είναι αυτή η διάκριση μεταξύ της άσκησης της ιδίας κρίσης του Πρωτόδικου Δικαστού αφενός και της αντικειμενικής επάρκειας των στοιχείων ενώπιον του αφετέρου που εξασφαλίζει ότι εντάλματα έρευνας θα εκδίδονται επί τη βάσει στοιχείων και δεδομένων τα οποία δικαιολογούν τη σοβαρή επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα και το αίσθημα ασφάλειας που αναπόφευκτα συνεπάγεται η έκδοση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Ως αποτέλεσμα, εάν ο εκδίδων Δικαστής δεν ασκήσει τη δική του κρίση, τότε το ένταλμα που εξέδωσε θα ακυρωθεί, έστω και αν τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν αντικειμενικά την ανάγκη στοιχειοθέτησης της «εύλογης αιτίας». Αλλά, έστω και αν ο εκδίδων Δικαστής ασκήσει τη δική του κρίση με τρόπο ανεξάρτητο, και πάλι το ένταλμα θα ακυρωθεί εάν αντικειμενικά κρινόμενα τα ενώπιον του στοιχεία δεν συνθέτουν την απαιτούμενη «εύλογη αιτία».»
Η υπόθεση Αντωνίου και Τζιοβάνη, Πολ. Αίτηση Αρ. 73/2021, ημερ. 2.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:D384, επιβεβαιώνει την αρχή ότι η έκδοση διαταγμάτων δεν αποτελεί μια μηχανιστική διαδικασία, αλλά ο ίδιος ο Δικαστής θα πρέπει να ικανοποιηθεί για τις προϋποθέσεις έκδοσης τους. Σε εκείνη την υπόθεση το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα, καθότι ικανοποιήθηκε μόνο για τη μια εκ των τριών προϋποθέσεων που έπρεπε να συντρέχουν σωρευτικά και έτσι εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα Certiorari για ακύρωση του διατάγματος.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι έχει τεθεί υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου η απόφαση στην υπόθεση Χ.Ι., Πολ. Αίτηση Αρ. 44/2026, ημερ. 12.5.2026, η οποία αφορά ακριβώς το ίδιο ζήτημα και στην οποία κρίθηκε ότι απουσίαζε η διαμόρφωση δικαστικής κρίσης ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα έκδοσης του διατάγματος, με αποτέλεσμα την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση αυτού. Η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί, εξ ου και αμφότερες πλευρές ζήτησαν όπως η παρούσα Αίτηση προχωρήσει σε ακρόαση.
Στην υπό κρίση περίπτωση το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα λέγοντας ότι ανέγνωσε την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας και άκουσε όλα όσα ελέχθησαν από ή εκ μέρους της. Διαφαίνεται ότι η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν ο όρκος που συνόδευε την αίτηση και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπρόσθετη προφορική μαρτυρία ή διευκρίνιση από πλευράς της Αστυνομίας προς υποστήριξη της αίτησης, πριν την έκδοση του διατάγματος.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι πρόδηλο πως το κατώτερο Δικαστήριο δεν ανέφερε ρητώς είτε ότι ικανοποιήθηκε για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είτε ότι η έκδοση του κρίθηκε δικαιολογημένη.
Ο Καθ’ ου ισχυρίζεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο προέβη στη δικαστική διεργασία, δηλαδή «μελέτησε, εκτίμησε και αξιολόγησε» το τεθέν ενώπιον του υλικό, και κατέληξε στην αναγκαιότητα και το δικαιολογημένο της έκδοσης του διατάγματος, εξ ου και προέβη στην έκδοση του. Σύμφωνα με τον Καθ’ ου, από τη στιγμή που το περιεχόμενο του όρκου ήταν επαρκές για να δικαιολογήσει την έκδοση του, τότε η απουσία φραστικής επανάληψης όσων τέθηκαν στον όρκο ή καταγραφής μακροσκελούς επεξηγηματικής ανάλυσης και λεπτομερούς αποτύπωσης της αναγκαίας δικανικής διεργασίας στην οποία προέβη το κατώτερο Δικαστήριο, είτε επί του διατάγματος είτε στη μορφή πρακτικού, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα αυτού.
Προς τούτο, ο Καθ’ ου στηρίχθηκε στην υπόθεση Κ.Λ., Πολ. Αίτηση Αρ. 119/25, ημερ. 26.1.2026. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε διάταγμα για την υποχρεωτική λήψη δειγμάτων για σκοπούς απομόνωσης γενετικού υλικού του εκεί αιτητή. Το κατώτερο Δικαστήριο, σε ξεχωριστό πρακτικό, κατέγραψε ότι, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα με βάση τον Ν.73(Ι)/2004. Στην εν λόγω υπόθεση δεν αμφισβητείτο ότι το τεθέν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό δικαιολογούσε την αναγκαιότητα και αναλογικότητα του διατάγματος. Ο εκεί αιτητής ισχυριζόταν ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος και δεν παρέπεμψε κατ’ ελάχιστον στις πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.
Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση στην υπόθεση Κ.Λ. (ανωτέρω). Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε κρίνει δικαιολογημένο το αίτημα στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του, και το οποίο αδιαμφισβήτητα ικανοποιούσε την προϋπόθεση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Από τη στιγμή που το κατώτερο Δικαστήριο κατέγραψε ρητώς στην απόφαση του πως έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα, υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που το υποστήριζε, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε πως το διάταγμα δεν εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και απέρριψε την έφεση.
Εκείνη η υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα καθότι εκεί το Δικαστήριο κατέγραψε (σε ξεχωριστό πρακτικό) σαφώς τι έλαβε υπόψη και μελέτησε και κατέληξε ρητώς ότι έκρινε δικαιολογημένη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχει ήδη λεχθεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση, στο σχετικό διάταγμα αποτυπώνεται μεν ότι το κατώτερο Δικαστήριο διάβασε τον όρκο, πλην όμως προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος χωρίς να καταγραφεί με οποιονδήποτε τρόπο η δική του δικανική κρίση.
Αυτή η διάκριση έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κ.Λ. (ανωτέρω) σε σχέση με την Χ.Ι. (ανωτέρω) η οποία, όπως έχει ήδη λεχθεί, αφορούσε το ίδιο ακριβώς ζήτημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται και από τα γεγονότα της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Πρωτοβάθμια Δικαιοδοσία), Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Ι. για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτ. Αρ. 44/2026, ημερ. 12.5.2026, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα. Εκεί το κατώτερο Δικαστήριο αρκέστηκε να αναφέρει ότι «Αφού ανέγνωσα την αίτηση και την ένορκη ομολογία που κατατέθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η λήψη παρειακών επιχρισμάτων, ήτοι σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων και λήψη φωτογραφιών από τον [Αιτητή].»
Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως απουσίαζε εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου κρίση για το δικαιολογημένο της αίτησης, με αποτέλεσμα να αποφασισθεί ότι η διαταγή εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας του κατώτερου Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, το κατώτερο Δικαστήριο ρητά κατέγραψε στην απόφαση του πως έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα, υπό το φως του περιεχομένου του αιτήματος και του μαρτυρικού υλικού που το υποστήριζε. Συνεπεία της πιο πάνω κρίσης του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή.»
Και η υπόθεση Georgiou, Πολ. Αίτηση Αρ. 122/2021, ημερ. 24.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:D273, διακρίνεται ως προς τα δεδομένα της. Σε εκείνη κρίθηκε ότι υπήρχε δικανική κρίση, καθότι σε σχετικό πρακτικό καταγράφονταν κάποιες διαπιστώσεις ως προς τα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης οι οποίες «σε συνδυασμό με την καταληκτική διαπίστωση της Προέδρου ήταν ότι «κατά τη γνώμη μου υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση εντάλματος σύλληψης του αναφερόμενου προσώπου», καθιστούσαν την αιτιολόγηση της έκδοσης του εντάλματος επαρκή» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
Παραπομπή από τον Αιτητή έγινε και στην υπόθεση Γεωργίου, Πολ. Αίτηση Αρ. 39/2019, ημερ. 26.6.2019, στην οποία το κατώτερο Δικαστήριο υπέγραψε το ένταλμα σύλληψης, χωρίς να είχε διαγραφεί η μια από τις δύο επιλογές στη φράση «Έχω/Δεν Έχω ικανοποιηθεί λογικά για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος με βάση το περιεχόμενο του όρκου». Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Κ.Λ. (ανωτέρω), η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι διαφοροποιείτο από τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης στη βάση του ότι με τη μη διαγραφή, υπήρχε αβεβαιότητα σε σχέση με το κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο προχώρησε στην απαραίτητη διεργασία ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος πριν το υπογράψει. Στην Κ.Λ. (ανωτέρω), το κατώτερο Δικαστήριο ρητώς ανέφερε πως έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο.
Η υπόθεση Γεωργίου (ανώτερω) είναι διαφωτιστική καθότι σε αυτή γίνεται η διάκριση μεταξύ της επάρκειας του όρκου, αντικειμενικά ιδωμένου, για την έκδοση του αιτούμενου εντάλματος και της δικαστικής διεργασίας στην οποία θα πρέπει να προβεί το κατώτερο Δικαστήριο, στο ακόλουθο απόσπασμα:
«Η ένορκη δήλωση του αστυφύλακα προφανώς αποκάλυπτε και θεμελίωνε αντικειμενικά εύλογη υποψία εμπλοκής του αιτητή στα διερευνώμενα εγκλήματα. Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήσαν τέτοια που αντικειμενικά ιδωμένα είχαν τη δυναμική να οδηγήσουν ένα λογικό Δικαστήριο στην έκδοση του εντάλματος. Πλην όμως η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην πλήρωση και της δεύτερης. Υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει, στο μυαλό του τρίτου αντικειμενικού παρατηρητή, αβεβαιότητα κατά πόσο το Δικαστήριο προχώρησε στην απαραίτητη εκείνη νοητική διεργασία ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του, πριν προχωρήσει να υπογράψει το ένταλμα και να θέσει επ ΄αυτού την υπογραφή του ως το εκδώσαν Δικαστήριο. Η επίκληση της δικαστικής πρακτικής που ακολουθείται σε περίπτωση απόρριψης ενός εντάλματος ή και το τεκμήριο της κανονικότητας δεν είναι δυνατόν να συμπληρώσει ότι παραλήφθηκε και/ή δεν διαγράφηκε. Δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο είχε εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στην ένορκη δήλωση (Πολυκάρπου (ανωτέρω), σ. 216). Ο ίδιος ο Δικαστής βαρύνεται με την υποχρέωση της αιτιολογίας για την έκδοση του διατάγματος, ζήτημα που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ή να πληρωθεί εκ των υστέρων, από τα όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση του αστυφύλακα στην παρουσία του οποίου τούτο εξεδόθη. Διαφορετική αντίκριση ήταν ωσάν το παρόν Δικαστήριο υποκαθιστούσε ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, την κρίση του εκδώσαντος το διάταγμα Δικαστηρίου.»
Η εισήγηση του Καθ’ ου ότι η υπογραφή του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος καταδεικνύει το γεγονός ότι αυτό προέβη σε διεργασία και ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα έκδοσης του, αποτελεί καθαρή εικασία και υπόθεση. Η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου, δεν μπορεί να στηρίζεται σε συνειρμούς και υποθέσεις ως προς το πώς ενήργησε το κατώτερο Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προκύπτει ως αναπόδραστο, με βάση τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, συμπέρασμα ότι πράγματι το κατώτερο Δικαστήριο προέβη στη δική του διεργασία πριν καταλήξει πως δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο όρκος ήταν επαρκής για να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αρκετό από μόνο του να οδηγήσει στη νομιμότητα έκδοσης αυτού εάν ελλείπει η διεργασία του ιδίου του Δικαστηρίου που το εξέδωσε. Όπως αναλύεται ανωτέρω, υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της αντικειμενικής θεώρησης περί επάρκειας του όρκου και της υποκειμενικής διάστασης της κρίσης από το ίδιο το Δικαστήριο. Αυτή η διάκριση παραγνωρίζεται από τη θέση του Καθ’ ου ο οποίος στηρίζει ουσιαστικά και αποκλειστικά την κατάληξη περί διεργασίας από το Δικαστήριο στη βάση της επάρκειας του όρκου, της απλής αναφοράς του Δικαστηρίου ότι τον ανέγνωσε και της υπογραφής από αυτό για την έκδοση του.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, δημιουργείται αβεβαιότητα κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο προέβη στη δική του δικανική κρίση ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος.
Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα ημερ. 6.3.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για την υποχρεωτική λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, σάλιου και αίματος από τον Αιτητή.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της Αίτησης για άδεια, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο