ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ν. Τ. ΑΔΤ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2026, 17/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ν. Τ. ΑΔΤ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2026, 17/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(i-justice)

(Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2026)

 

17 Ιουλίου, 2026

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 180/2025

 

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤA ΑΡΘΡA 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ν. Τ. ΑΔΤ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 01 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ. 2363 Κ. Χ”ΤΖΙΩΡΤΖΙΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155 ΑΡΘΡΑ 25 – 28.

 

____________________

 

 

Β. Μπίσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α, με Ε. Κωνσταντίνου

 (κα), Δημόσια Κατήγορο, και Β. Τσαούση (κα), ασκούμενη

 δικηγόρο, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσείοντα.

Δ. Τσολακίδης για Δ. Τσολακίδης ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

 

____________________

 

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από την Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, με την οποία εξέδωσε προνομιακό ένταλμα certiorari με το οποίο ακυρώθηκε το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε την 1.7.2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και αφορούσε δύο θυρίδες που η Εφεσίβλητη διατηρεί σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λευκωσία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας και κατέληξε πως, ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν είχε τεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για να μπορούσε το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο να κρίνει το θέμα. Έκρινε, περαιτέρω, ότι, ενώ η πληροφορία που είχε η Αστυνομία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, «ομιλούσε για λήψη από την αιτήτρια μόνο μετρητών χρημάτων, προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας, εντούτοις το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, εξουσιοδότησε, ανεπίτρεπτα, και την κατάσχεση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων…».

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας, με τρεις λόγους έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Με τους πρώτους δύο λόγους έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέδωσε το επίδικο ένταλμα, καθότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έλαβε υπόψη εξωγενείς παράγοντες και μη σχετικά με την υπό κρίση αίτηση στοιχεία, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει λανθασμένη κρίση επί του επίδικου εντάλματος έρευνας. Με τον τρίτο λόγο προσβάλλεται ως λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το προσβαλλόμενο ένταλμα δεν μπορούσε να εξουσιοδοτήσει και την κατάσχεση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων.

 

Αποτελεί θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου που εμφανίστηκε για τον Γενικό Εισαγγελέα, αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι η πληροφορία που έλαβε η Αστυνομία στις 18.6.2025 περιλάμβανε την ύπαρξη των θυρίδων. Αυτό που προβλήθηκε με τον όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας, κατά την εισήγηση, είναι ότι η Αστυνομία έλαβε πληροφορία στις 18.6.2025 ότι η Εφεσίβλητη παραλαμβάνει μεγάλα χρηματικά ποσά, κατόπιν οδηγιών προσώπου που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές και τα φυλάει σε χώρους που αναφέρονται στον όρκο και, στη βάση αυτής της πληροφορίας, πέτυχε την έκδοση ενταλμάτων έρευνας για υποστατικά φιλικών και οικογενειακών προσώπων της Εφεσίβλητης, καθώς και της οικίας της ίδιας. Κατά την εκτέλεση των εν λόγω ενταλμάτων ανευρέθηκαν χρηματικά ποσά.

 

Εφόσον εντοπίστηκαν χρηματικά ποσά, συνεχίζει η εισήγηση, η Αστυνομία προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα, όπου διαπιστώθηκε ότι η Εφεσίβλητη κατέχει δύο τραπεζικές θυρίδες στην Τράπεζα Κύπρου. Με δεδομένο ότι η πληροφορία της 18.6.2025 επιβεβαιώθηκε με την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας, όπου ανευρέθηκαν χρηματικά ποσά, ήταν εύλογο να δημιουργείται υποψία ότι στις εν λόγω θυρίδες αποκρύπτονταν χρηματικά ποσά. Τονίστηκε από το συνήγορο ότι η πληροφορία που κατείχε η Αστυνομία ημερ. 18.6.2025 ήταν σε χρόνο προγενέστερο του εντοπισμού της θυρίδας.

 

Όπως διευκρίνισε ο συνήγορος κατά την ακροαματική διαδικασία της Έφεσης, το πλέγμα των γεγονότων της υπόθεσης ήταν τέτοιο, που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος έρευνας.

 

Στην ένορκη δήλωση, η οποία τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου εντάλματος, γινόταν αναφορά στην πληροφορία που λήφθηκε στις 18.6.2025, με βάση την οποία η Εφεσίβλητη φέρεται να παραλάμβανε μεγάλα χρηματικά ποσά της τάξης των €50.000, κατόπιν οδηγιών προσώπου που βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές και να τα διαμοιράζει σε χώρους που αναφέρονται στον όρκο. Την 25.6.2025 εκδόθηκαν εντάλματα έρευνας για υποστατικά φιλικών και οικογενειακών προσώπων της Εφεσίβλητης, καθώς και της οικίας της Εφεσίβλητης, ως αποτέλεσμα των οποίων εντοπίστηκαν κινητά τηλέφωνα, ένας πίνακας ζωγραφικής και χρηματικό ποσό €309,67. Παρενθετικά σημειώνεται πως το γεγονός ότι το ποσό που ανευρέθηκε, κατά τον συνήγορο, ήταν €309.000,67 και όχι €309,67, που ως αποτέλεσμα ορθογραφικού λάθους κατεγράφη στον όρκο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως σημειώθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο και έγινε αποδεκτό από πλευράς Εφεσείοντα. Την ίδια ημέρα εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης έξι προσώπων, μεταξύ των οποίων και της Εφεσίβλητης και εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα προσωποκράτησης για 8 ημέρες. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και σε έρευνα που έγινε στο Κεντρικό Μητρώο Τραπεζικών Λογαριασμών, Πληρωμής και Θυρίδων Ασφαλείας, που τηρεί η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και έχει πρόσβαση η Αστυνομία, σύμφωνα με σχετική νομοθεσία που αναφέρεται στον όρκο, διαπιστώθηκε ότι η Εφεσίβλητη διατηρεί δύο τραπεζικές θυρίδες στην Τράπεζα Κύπρου. Πληροφορία που δόθηκε στις 30.6.2025 στην Αστυνομία, από πρόσωπο του οποίου η αξιοπιστία είχε αξιολογηθεί θετικά, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, σε συγκεκριμένο χρυσοχοείο και σε ινστιτούτο αισθητικής, ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης, εγκαταστάθηκε λογισμικό σύστημα για τις οικονομικές καταστάσεις του χρυσοχοείου και του ινστιτούτου αισθητικής και, σύμφωνα με την πληροφορία και οι δύο επιχειρήσεις, ειδικά το ινστιτούτο αισθητικής, είχαν υπερκέρδη που δεν δικαιολογούνταν. Στη βάση των πιο πάνω, ζητήθηκε η έκδοση εντάλματος έρευνας των δύο θυρίδων, στη βάση του ότι υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογη υποψία ότι η Εφεσίβλητη ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων, με σκοπό τον εντοπισμό και παραλαβή χρηματικών ποσών, κοσμημάτων και πολύτιμων αντικειμένων, καθώς και οτιδήποτε σχετίζεται με την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του επίδικου εντάλματος έρευνας, παρατήρησε ότι σ΄ αυτήν «γίνεται μόνο γενική και αόριστη αναφορά σε πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία στις 18.6.2025, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με την πηγή της εν λόγω πληροφορίας. Ούτε καν αναφορά σε ύπαρξη πληροφοριοδότη γίνεται.»

 

Το Δικαστήριο ανέφερε περαιτέρω τα ακόλουθα:

 

«Να υπενθυμίσω πως είναι στη βάση αυτής της πληροφορίας που η αιτήτρια φέρεται να λαμβάνει, να διαχειρίζεται και να φυλάττει χρήματα, προϊόν παράνομης εγκληματικής δραστηριότητας, σε σχέση με τα οποία αξιώθηκε ένταλμα έρευνας. Γιατί και πώς η πληροφορία είχε αυτό το περιεχόμενο, δεν αναφέρεται. Και ασφαλώς, δεν αναμενόταν λεπτομερής καταγραφή και ανάλυση των στοιχείων, αλλά ούτε βεβαίως είναι αρκετό να γίνεται αναφορά σε μία  πληροφορία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσεγγιστεί η δυναμική της εν λόγω πληροφορίας από το Δικαστήριο που καλείται να εκδώσει το ένταλμα. Καταλήγω, όπως και στην υπόθεση Παναγιώτου (ανωτέρω), πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν είχε τεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για να μπορούσε το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο να κρίνει το θέμα.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου που εκπροσώπησε τον Γενικό Εισαγγελέα ότι η προηγηθείσα εκτέλεση άλλων ενταλμάτων έρευνας, σε σχέση με άλλα υποστατικά συγγενικών προσώπων της Εφεσίβλητης, καθιστούσε την πληροφορία επιβεβαιωμένη και ανέφερε:

 

«Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ.  Κατ΄ αρχάς, να σημειώσω το αυτονόητο, πως εκείνο που εξετάζεται είναι εάν το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του εντάλματος έρευνας.  Εν πάση περιπτώσει, στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας, δεν γίνεται αναφορά πως τα άλλα δικαστικά εντάλματα έρευνας εξεδόθηκαν στη βάση της ίδιας πληροφορίας, ενώ δεν αποκαλύπτεται ούτε η μαρτυρία που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση των άλλων ενταλμάτων έρευνας.  Όσον αφορά στο συνολικό ποσό που εντοπίστηκε κατά την εκτέλεση των άλλων ενταλμάτων έρευνας, αναφορικά με υποστατικά άλλων προσώπων, ο ευπαίδευτος δικηγόρος ομιλεί, με τη γραπτή του αγόρευση, για ποσό €309.000,67, ενώ η Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας ομιλεί για ποσό €309,67, κάτι που δεν αμφισβήτησε κατά την ακρόαση της Αιτήσεως.»

 

Σε υποθέσεις προνομιακών ενταλμάτων, όπως είναι η παρούσα, όπου η απόφαση απορρέει από άσκηση διακριτικής ευχέρειας, η επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες (βλ. Στυλιανού (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 1382).

 

Το επίδικο ένταλμα έρευνας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, στόχευε στον εντοπισμό και παραλαβή χρηματικών ποσών, κοσμημάτων και πολύτιμων αντικειμένων, καθώς και οτιδήποτε σχετίζεται με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων.

 

Το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει ένταλμα έρευνας, όπου υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει:

(α)   οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή

 

(β)   οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή

(γ)   οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος.

 

Εν προκειμένω, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι, κατά την έρευνα που διεξήχθη στις οικίες και υποστατικά των εννέα προσώπων, εντοπίστηκαν τέτοια αντικείμενα και χρηματικά ποσά, τα οποία επιβεβαίωναν την πληροφορία που λήφθηκε στις 18.6.2025, ως εισηγήθηκε η πλευρά του Εφεσείοντα.

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπήρχε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία δημιουργούσε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην εν λόγω θυρίδα υπήρχαν αντικείμενα που μπορούσαν να παρέχουν μαρτυρία για την υπό διερεύνηση υπόθεση. Ο ρόλος του δικαστή που καλείται να αναθεωρήσει το ένταλμα δεν είναι να υποκαταστήσει υποκειμενικά τον δικαστή που το εξέδωσε, αλλά να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε επαρκής μαρτυρία, ώστε εύλογα να εκδόθηκε το ένταλμα (Αναφορικά με την Αίτηση του Georgiou, Πολ. Αιτ. Αρ. 122/2021, ημερ. 24.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:D273, Αναφορικά με την Αίτηση του E.G., Πολ. Έφ. Αρ. 36/2025, ημερ.  26.3.2026, Garofoli v. Q. [1990] 2 S.C.R. 1421, R. v. Araujo [2000] S.C.C. 65 και Morelli [2010] 1 S.C.R. 253).

 

Όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι στη βάση της πληροφορίας ημερ. 18.6.2025 που προέκυψε η διασύνδεση της Εφεσίβλητης με τη διαχείριση και αποθήκευση μεγάλων χρηματικών ποσών σε μετρητά, προϊόν παράνομης δραστηριότητας.

 

Η ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου αναφερόταν σε πληροφορία, χωρίς αυτή να συγκεκριμενοποιείται σε κάτι απτό, ούτε γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της πληροφορίας, δηλαδή στα πρωτογενή γεγονότα που συνέθεταν το συμπέρασμα ότι η Εφεσίβλητη παραλάμβανε μεγάλα χρηματικά ποσά, κατόπιν οδηγιών προσώπου που βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές και τα φύλαττε σε συγκεκριμένους χώρους. Δεν απαιτείται, βεβαίως, να κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης, αλλά θα πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους τεκμηρίωση από πού και με ποιο τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά αποτελέσματα. Ούτε, βεβαίως, απαιτείται καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο (βλ. CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2016) 1 Α.Α.Δ. 652). Έστω, όμως, και σε χαμηλό επίπεδο πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις.

 

Εν προκειμένω, το μόνο που αναφέρεται στον όρκο είναι η πληροφορία που λήφθηκε για την εμπλοκή της Εφεσίβλητης στη λήψη, φύλαξη και διαμοιρασμό μεγάλων χρηματικών ποσών που προέκυπταν από εγκληματική δραστηριότητα, ως συμπερασματικά αναφέρεται από τον Αστυφύλακα. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό. Η εύλογη υπόνοια είναι του ιδίου του δικαστή που εκδίδει το ένταλμα, ο οποίος οφείλει να εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα, με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στον όρκο που υποστηρίζει το αίτημα, ικανοποιούμενος από τη μαρτυρία που παρουσιάζεται ενώπιον του ότι η υποψία είναι εύλογη (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Moran ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1Α Α.Α.Δ. 926 και Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ. 103/2020, ημερ. 21.4.201). Στην παρούσα περίπτωση, ελλείπει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για να κριθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε με αναγκαία επάρκεια η εμπλοκή της Εφεσίβλητης με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και, μέσω αυτής, με τον χώρο που ζητείτο να ερευνηθεί. Ούτε το γεγονός ότι εκδόθηκε εναντίον της Εφεσίβλητης, προγενέστερα, ένταλμα σύλληψης και έρευνας βοηθά. Πέραν της ως άνω αναφοράς, δεν τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ο όρκος που οδήγησε στην έκδοση του προηγούμενου εντάλματος, κατά τρόπο που να βρίσκει έρεισμα η εισήγηση του συνηγόρου ότι μπορούσε εύλογα να υπάρξει η αναγκαία διασύνδεση.

 

Οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Π., Πολ. Έφ. Αρ. 17/2024, ημερ. 13.3.2025 και Αναφορικά με την αίτηση των Α.Α.Υ. και Υ.Ο.Τ., Πολιτική Αίτηση 292/2025, ημερ. 10.2.2026, διαφοροποιούνται ως προς τα γεγονότα με την παρούσα υπόθεση. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα. Οι δύο αυτές υποθέσεις κρίθηκαν στη βάση των δικών τους ιδιαίτερων περιστατικών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν καθοδήγηση για την παρούσα υπόθεση.

 

Καταληκτικά, κρίνουμε ότι στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης η διασύνδεση της Εφεσίβλητης με τη διάπραξη των αδικημάτων, κατά τρόπο που θα επέτρεπε τη διεξαγωγή έρευνας στις τραπεζικές της θυρίδες, υπήρξε καταλυτική για την αποτυχία της έφεσης. Η έκδοση και μόνο εντάλματος σύλληψης και έρευνας σε προγενέστερο στάδιο, χωρίς να τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου η ανάλογη προς τούτο υποστηρικτική μαρτυρία, δεν δικαιολογεί άνευ ετέρου και τη διεξαγωγή έρευνας στις τραπεζικές θυρίδες που εντοπίστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί και ο τρίτος λόγος, καθότι κάτι τέτοιο μόνο θεωρητική σημασία θα είχε.

 

Η έφεση απορρίπτεται με €3.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα.

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

 

 

/ΧΤΘ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο