ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.105/2016
(Σχ. Αγωγές Αρ.3967/2009 έως 3976/2009)
23 Σεπτεμβρίου 2026
[Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
LAINERS ENTERPRISES LTD
Εφεσειόντων
ν.
1. MASTERYA LTD
2. GAMDALYO HOLDINGS LTD
Εφεσίβλητων
………………………………………..
Μ. Πατσαλίδου (κα), για τους εφεσείοντες.
Χρ. Θεοφίλου, για A.Chr.Theophilou LLC, για τους εφεσίβλητους.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το
Δικαστή Δαυίδ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 22.02.2008 συνήφθησαν μεταξύ των εφεσειόντων/εναγόντων, ως αγοραστών και των εφεσίβλητων/εναγόμενων, ως πωλητών, δέκα χωριστά αγοραπωλητήρια έγγραφα για δέκα αντίστοιχα, υπό ανέγερση διαμερίσματα, στο συγκρότημα «Malibu Complex», στον Ποταμό Γερμασόγειας, στη Λεμεσό. Μετά τη ρήξη της συμβατικής σχέσης των μερών, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καταχωρίστηκαν ισάριθμες αγωγές (Αρ.3967/09 - 3976/09), οι οποίες, κατόπιν σχετικού διατάγματος, συνεκδικάστηκαν.
Το ιστορικό της υπόθεσης αποκαλύπτει ότι οι εφεσείοντες, στις 03.06.2009 τερμάτισαν τις εν λόγω συμφωνίες επικαλούμενοι προκαταβολική παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εφεσιβλήτων, λόγω της μη έναρξης των οικοδομικών εργασιών και της συνακόλουθης αδυναμίας παράδοσης των διαμερισμάτων εντός του συμφωνημένου χρόνου (ήτοι την 15.10.2009), αξιώνοντας ως εκ τούτου επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, πλέον τόκους και αποζημιώσεις.
Στον αντίποδα, οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν τις αξιώσεις των αντιδίκων τους, αποδίδοντας τη διάρρηξη της συμβατικής σχέσης στην παράλειψη των τελευταίων να καταβάλουν τις συμφωνηθείσες δόσεις. Παρεμβάλλεται ότι οι εφεσίβλητοι αρχικά απέρριψαν τον τερματισμό και επέμειναν στην ισχύ και εκτέλεση των συμφωνιών, πλην όμως μεταγενέστερα τον αποδέχθηκαν ένεκα της συνεχιζόμενης παράλειψης των εφεσειόντων να καταβάλουν τα πληρωτέα ποσά. Παράλληλα, μέσω των αντίστοιχων ανταξιώσεων τους που συνεκδικάστηκαν με τις ως άνω αγωγές, οι εφεσίβλητοι διεκδίκησαν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για τον παράνομο, κατά τον ισχυρισμό τους, τερματισμό των συμφωνιών από τους εφεσείοντες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε τους δύο μάρτυρες των εφεσειόντων και τους πέντε μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά των εφεσίβλητων, ήτοι την I. Zakerova (Μ.Ε.1) και τον Π. Γεωργάκη (Μ.Υ.1) ως αντιπροσώπους των διαδίκων με άμεση εμπλοκή στην εξέλιξη της διαδικασίας που αφορούσε τα επίδικα αγοραπωλητήρια, τους εκτιμητές ακινήτων Α. Μακή (Μ.Ε.2) και Μ. Αγγελίδη (Μ.Υ.2), τον ελεγκτή Β. Νικολάου (Μ.Υ.3), τον τραπεζικό υπάλληλο Χ. Ιωάννου (Μ.Υ.4) και τον αρχιτέκτονα Λ. Λαζάρου (Μ.Υ.5), και αφού αξιολόγησε το σύνολο της προσκομισθείσας ενώπιον του προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας, προέβη σε σχετικά ευρήματα γεγονότων.
Ειδικότερα, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες είχαν καταβάλει τις συμφωνηθείσες προκαταβολές, όπου αυτές προβλέπονταν, καθώς και τα ποσά που ήταν πληρωτέα κατά την υπογραφή των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, ενώ, έστω και με καθυστέρηση ενός περίπου μηνός, εξόφλησαν και την πρώτη δόση που κατέστη πληρωτέα στις 15.05.2008. Διαπίστωσε, περαιτέρω, ότι ουδεμία άλλη δόση καταβλήθηκε έκτοτε, παρά τις οχλήσεις των εφεσιβλήτων δια σχετικών επιστολών τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν ανεξόφλητες οι δόσεις που ήταν πληρωτέες στις 15.10.2008 και στις 15.05.2009, για όλα τα επίδικα διαμερίσματα, αποδίδοντας την παράλειψη αυτή σε οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων. Αποτέλεσε επίσης εύρημα του, ότι η πολεοδομική άδεια για το επίδικο έργο εκδόθηκε στις 15.10.2008 και η άδεια οικοδομής στις 06.08.2009, ενώ, υιοθετώντας την αξιόπιστη, ως έκρινε, μαρτυρία του Μ.Υ.5, κατέληξε πως η ολοκλήρωση του έργου ήταν εφικτή εντός περίπου δώδεκα μηνών από την έκδοση της άδειας οικοδομής.
Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, υπό το φως των συμφωνηθέντων όρων και κατ’ επίκληση νομικών αρχών, που ως υπέδειξε, διέπουν τα επίδικα ζητήματα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο τερματισμός των δέκα αγοραπωλητηρίων συμβολαίων εκ μέρους των εφεσειόντων, δεν ήταν νόμιμος. Ειδικότερα, έκρινε ότι η υποχρέωση των εφεσειόντων να καταβάλουν τις δόσεις που κατέστησαν πληρωτέες στις 15.10.2008 και 15.05.2009 ήταν αυτοτελής, απόλυτη και ανεξάρτητη από την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, ενώ η μη εξασφάλιση άδειας οικοδομής δεν συνιστούσε παραβίαση των συμβάσεων, αφού, σύμφωνα με τους όρους των τελευταίων (ειδικότερα τους όρους 3, 7 και 14), οι εφεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν να προβούν σε έναρξη των οικοδομικών εργασιών πριν από την έκδοσή της. Για τον ίδιο λόγο, δικαιούνταν σε παράταση του συμφωνημένου χρόνου παράδοσης. Συναφώς, διαπίστωσε ότι οι συμβάσεις δεν προέβλεπαν συγκεκριμένο χρόνο έναρξης των εργασιών αποσυναρτημένο από την έκδοση της άδειας οικοδομής. Αντίθετα προϋπέθεταν την προηγούμενη εξασφάλισή της.
Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι οι εφεσίβλητοι είχαν εξαρχής πρόθεση να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ως τούτο καταδεικνυόταν από την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών, την έναρξη των εργασιών και την επιμονή τους στην εκτέλεση των συμβάσεων, και ότι η μη ολοκλήρωση του έργου δεν ήταν άσχετη με την προηγηθείσα, αδικαιολόγητη παράλειψη των εφεσειόντων να καταβάλουν τις συμφωνημένες δόσεις, εξέλιξη που επηρέαζε την οικονομική δυνατότητα υλοποίησής τους.
Ως εκ ων ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως οι εφεσείοντες, έχοντας προηγουμένως παραβιάσει ουσιώδεις όρους των συμβολαίων δια της μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων, δεν δικαιούνταν να επικαλεστούν προκαταβολική μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εφεσιβλήτων, ούτε να τερματίσουν νομίμως τις συμβάσεις, με συνακόλουθο την απόρριψη των αγωγών και την αποδοχή των ανταξιώσεων των εφεσιβλήτων.
Όσον αφορά τις διεκδικούμενες θεραπείες, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ των εφεσίβλητων αποζημίωση για παράβαση των συμβάσεων, για τον καθορισμό των οποίων υπολόγισε τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης και της αγοραίας αξίας των ακινήτων, με κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της, τον Ιούνιο του 2009, οπότε επήλθε ο τερματισμός των επίδικων συμβολαίων. Για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των διαμερισμάτων, το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε, κατ’ ουσίαν, τη μεθοδολογία αποτίμησης που ακολούθησε ο Μ.Υ.2, του οποίου τη μαρτυρία απεδέχθη ως αξιόπιστη, πλην όμως προέβη σε δύο επιμέρους διαφοροποιήσεις, χρησιμοποιώντας τα ορθά εμβαδά των διαμερισμάτων, όπως προέκυπταν από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα, αντί εκείνων που είχαν – λανθασμένα - τεθεί υπόψη του μάρτυρα, και προσαυξάνοντας κατά 15% Φ.Π.Α. την αγοραία αξία ανά τετραγωνικό μέτρο, καταλήγοντας έτσι ότι αποζημίωση προέκυπτε μόνο για το διαμέρισμα Α201 (Αγωγή Αρ. 3967/09), ύψους €46.525,50, πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης.
Περαιτέρω, επιδίκασε τόκο 9% επί των δόσεων που κατέστησαν πληρωτέες στις 15.10.2008, όχι όμως και επί αυτών της 15.05.2009, υποδεικνύοντας ότι κατά τον χρόνο του τερματισμού δεν είχε παρέλθει η συμβατικώς προβλεπόμενη περίοδος χάριτος. Τέλος, επιδίκασε υπέρ των εφεσιβλήτων τα έξοδα των αγωγών και των ανταξιώσεων, προβλέποντας, ως προς το στάδιο μετά τη συνεκδίκαση τους, ένα μόνο σετ εξόδων.
Ένεκα της οριστικής διάρρηξης της συμβατικής σχέσης, κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες δικαιούνταν την επιστροφή των ποσών που είχαν ήδη καταβάλει, άνευ τόκων, με την επιφύλαξη, λόγω του παράνομου εκ μέρους τους τερματισμού, τα ως άνω ποσά να αφαιρεθούν από τα ποσά που επιδικάσθηκαν υπέρ των εφεσιβλήτων ως αποτέλεσμα των επιτυχουσών ανταξιώσεών τους.
Η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, δεν ικανοποίησε τους εφεσείοντες, οι οποίοι με την καταχώριση της υπό εξέταση έφεσης προσβάλλουν επιμέρους πτυχές της, με δεκαοκτώ (18) συνολικά λόγους έφεσης.
Αρχικά, οι εφεσείοντες διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τις αγωγές στο σύνολό τους, παρά το γεγονός ότι διέταξε την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβληθεί για την αγορά των διαμερισμάτων, τα οποία, οι τελευταίοι διαζευκτικά απαιτούσαν (1ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, προβάλλουν ότι εμφιλοχώρησαν σφάλματα στον υπολογισμό των καταβληθέντων ποσών για τα διαμερίσματα Α201 και Α203 (2ος λόγος έφεσης), ότι εσφαλμένα δεν επιδικάστηκε νόμιμος τόκος επί των ποσών που διατάχθηκε να τους επιστραφούν (3ος λόγος έφεσης), καθώς και ότι τα εν λόγω ποσά θα έπρεπε να είχαν επιδικαστεί αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως υπέρ των εφεσειόντων (18ος λόγος έφεσης).
Όσον αφορά τις θεραπείες που χορήγησε και τα έξοδα που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι απαράδεκτα προέβη σε συμψηφισμό των καταβληθέντων ποσών με τα ποσά που τους επιδικάστηκαν ως αποζημιώσεις, συμπεριλαμβάνοντας στον συμψηφισμό τους τόκους και τα δικηγορικά έξοδα (4ος και 5ος λόγοι έφεσης), ότι λανθασμένη ήταν η επιβολή συμβατικού τόκου 9% επί των ποσών που επιδικάστηκαν στο πλαίσιο των ανταπαιτήσεων, δεδομένης της αποδοχής του τερματισμού των συμβάσεων (6ος λόγος έφεσης), ως επίσης ότι η επιδίκαση δικηγορικών εξόδων υπέρ των εφεσιβλήτων δεν ήταν δικαιολογημένη, αφού, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι τελευταίοι δεν είχαν καταστεί επιτυχόντες διάδικοι (7ος λόγος έφεσης). Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθ’ ον χρόνο προέβη το ίδιο σε μαθηματικούς υπολογισμούς για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των επίδικων διαμερισμάτων, υπερέβη το δικαιοδοτικό του ρόλο, ενεργώντας κατ’ ουσίαν ως εμπειρογνώμονας, (17ος λόγος έφεσης).
Παραπονούνται, επίσης, οι εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τους όρους των επίδικων συμβάσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα που δεν έβρισκαν έρεισμα στο περιεχόμενο των συμβάσεων αλλά και στην προσαχθείσα μαρτυρία, αναφορικά με τις συνέπειες της μη έκδοσης της άδειας οικοδομής και την παράταση του χρόνου παράδοσης (8ος και 9ος λόγοι έφεσης). Τέλος, βάλλουν κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας συγκεκριμένων μαρτύρων, περιλαμβανομένων εμπειρογνωμόνων, είτε στο σύνολό της είτε ως προς επιμέρους πτυχές της, καθώς και κατά της αποδεκτότητας ή/και της ερμηνείας συγκεκριμένων εγγράφων και τεκμηρίων, αμφισβητώντας συνακόλουθα τα συναχθέντα εξ αυτών συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, (10ος – 16ος λόγοι έφεσης).
Με δεδομένο ότι στους τελευταίους λόγους έφεσης (10ος έως και 16ος) προβάλλονται ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης μαρτυρίας και της κατάληξης εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχετικά ευρήματα, έρχονται στο προσκήνιο οι αρχές που διέπουν την εξουσία επέμβασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη κρίση σχετικά με τα πιο πάνω. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία και τις γενικές αρχές επί του ζητήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν αυτά, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη αυτής ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254, Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 668 και Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2013, ημερ. 30/6/2022), ECLI:CY:AD:2022:D288. Δεδομένη είναι, άλλωστε, η ευχέρεια του Δικαστηρίου για μερική αποδοχή μαρτυρίας, με αυτονόητη προϋπόθεση την επάρκεια της αντίστοιχης αιτιολόγησης (βλ. Kades v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R. 212, και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2154).
Ούτε η μαρτυρία των ειδικών μαρτύρων, αξιολογείται στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές. Η μαρτυρία τους δε, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάβη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111).
Έχοντας διεξέλθει όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μας με τις αγορεύσεις τους, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη προσέγγιση επί του συζητούμενου. Συναφώς, δεν δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, τόσο των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.5 που κρίθηκαν αξιόπιστοι, καθώς και των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 στην έκταση που η μαρτυρία τους δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που κατά περίπτωση, εμπεριστατωμένα παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα Μ.Υ.2, το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν την αποδέχθηκε στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι υποστηριζόταν από την λοιπή αποδεκτή ενώπιόν του μαρτυρία, όπως, ενδεικτικά, ως προς τα εμβαδά των επίδικων διαμερισμάτων τα οποία προέκυπταν από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα και όχι από τα εσφαλμένα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του μάρτυρα, δεν είναι ικανό να δημιουργήσει ρήγμα στην αξιοπιστία του. Κάθε άλλο. Η αιτιολογημένη αποδοχή της μαρτυρίας του κατά το μέρος που κρίθηκε ορθή και η απόρριψή της κατά το μέρος που ερειδόταν επί εσφαλμένων πραγματικών δεδομένων, συνιστά ορθή άσκηση του αξιολογικού έργου του πρωτόδικου Δικαστηρίου και καθιστά την προσέγγισή του, απολύτως λογική και σύννομη.
Ούτε διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα ως προς την αξιολόγηση και την ερμηνεία που απέδωσε στο περιεχόμενο συγκεκριμένων τεκμηρίων που παραπέμπουν οι εφεσείοντες, αποτελούμενων κατά κύριο λόγο από σειρά εγγράφων και επιστολών, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στα αμφισβητούμενα συμπεράσματά του. Τα τελευταία, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, κρίνονται απολύτως εύλογα και δικαιολογημένα.
Ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσης 10 έως και 16 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένη και αυθαίρετη την ερμηνεία που το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στους όρους των επίδικων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, και δη στους όρους 3, 7, 13 και 14 (λόγοι έφεσης 8 και 9). Υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα έκρινε πως η προθεσμία έναρξης των οικοδομικών εργασιών και παράδοσης των διαμερισμάτων ήταν συνδεδεμένη με την απόκτηση άδειας οικοδομής και ότι η αδυναμία έναρξης των εργασιών ένεκα καθυστέρησης της εξασφάλισής της, συνιστούσε το προβλεπόμενο στους όρους «legal or other prohibition», παρέχοντας στους εφεσιβλήτους δικαίωμα παράτασης του συμβατικού χρόνου παράδοσης, περί τους δέκα μέχρι δώδεκα μήνες από την έκδοση της σχετικής άδειας. Κατά τους εφεσείοντες, η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας οικοδομής αποτελούσε αποκλειστικά νομική υποχρέωση και ευθύνη των εφεσιβλήτων (legal duty), η μη εκπλήρωση της οποίας δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με λόγο ανωτέρας βίας (force majeure) ή να υπαχθεί στην έννοια της νομικής απαγόρευσης, απαλλάσσοντάς τους κατ’ αυτό τον τρόπο από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και θεμελιώνοντας παράταση του χρόνου παράδοσης.
Αποκρυσταλλωμένη από μακρού χρόνου είναι η αρχή ότι οι όροι μιας σύμβασης δεν ερμηνεύονται αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά ως μέρη ενός ενιαίου συμβατικού κειμένου, ώστε να αποδίδεται νόημα σε όλες τις επιμέρους διατάξεις και να αναδεικνύεται η αντικειμενική πρόθεση των συμβαλλομένων, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο της συμφωνίας (βλ. Saab a.o. v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499 και Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 518).
Επί του συζητούμενου, το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση έκδοσης της άδειας οικοδομής ενεργοποιούσε τον μηχανισμό παράτασης του συμβατικού χρόνου, δεν αποτελεί προϊόν αποσπασματικής ή αυθαίρετης ερμηνείας κάποιας μεμονωμένης φράσης των συμβολαίων, αλλά λογική απόρροια της συνολικής ανάγνωσης των σχετικών όρων. Αντίθετα η προσέγγιση των εφεσειόντων ότι, η υποχρέωση εξασφάλισης της άδειας οικοδομής, ως συμβατική και νόμιμη υποχρέωση των εφεσιβλήτων απέκλειε, άνευ ετέρου, την ενεργοποίηση του μηχανισμού παράτασης του συμβατικού χρόνου, αποτελεί αποσπασματική ερμηνεία επιμέρους διατύπωσης και απόδοση αυτοτελούς σημασίας σε συγκεκριμένους όρους, παραγνωρίζοντας το συνολικό συμβατικό πλαίσιο και τη λειτουργική σχέση που αυτοί διατηρούν μεταξύ τους.
Σημειώνεται, ότι η σύμβαση προέβλεπε πως ο πωλητής αναλάμβανε την υποχρέωση να εκτελέσει την κατασκευή σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της οικοδομικής άδειας, ενώ ταυτόχρονα αναγνώριζε ρητώς δικαίωμα παράτασης, ίσο με τον χρόνο της καθυστέρησης σε περίπτωση που η ολοκλήρωση ή η παράδοση του έργου παρεμποδιζόταν λόγω νομικής ή άλλης απαγόρευσης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πέραν του ελέγχου του πωλητή. Η θέση των εφεσειόντων ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έννοια του όρου «legal or other prohibition» ταυτίζεται ή περιορίζεται στην περίπτωση έκδοσης «building order of any Governmental Authority», δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Τέτοιος περιορισμός δεν προκύπτει από το γράμμα των επίδικων συμβάσεων. Αντιθέτως, η φράση «legal or other prohibition» διατυπώνεται αυτοτελώς και με γενικότητα, ενώ η αναφορά σε «building order of any Governmental Authority» εντάσσεται στην ενδεικτική απαρίθμηση περιστατικών ανωτέρας βίας. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν να εξαντλήσουν την έννοια της «νομικής απαγόρευσης» στην έκδοση σχετικού διατάγματος από κυβερνητική αρχή.
Οι εφεσείοντες παρουσιάζονται να συγχέουν την υποχρέωση του πωλητή να εξασφαλίσει την οικοδομική άδεια (όρος 13), αφενός, και τη νομική δυνατότητα έναρξης των οικοδομικών εργασιών, πριν από την έκδοσή της, αφετέρου. Το γεγονός ότι ο πωλητής, κατ' εφαρμογή του όρου 14, θα ενεργούσε αποκλειστικά με δικό του κίνδυνο («entirely at his risk»), σε περίπτωση που επέλεγε να αρχίσει τις εργασίες πριν από την έκδοση της άδειας, δεν μετέβαλλε το νομοθετικό καθεστώς που προϋπέθετε την προηγούμενη έκδοση της σχετικής άδειας. Συνεπώς, το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν ποιος έφερε την ευθύνη για την έκδοση της άδειας, αλλά ότι μέχρι την έκδοσή της, η έναρξη των οικοδομικών εργασιών δεν ήταν νόμιμα επιτρεπτή, γεγονός το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία των σχετικών συμβατικών όρων. Η ερμηνεία των επίδικων όρων δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κοινή πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν η εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τους όρους της οικοδομικής άδειας, η εξασφάλιση της οποίας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Παρεμβάλλεται ότι, κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, οι ίδιοι οι εφεσείοντες γνώριζαν ότι δεν είχε ακόμη εκδοθεί η οικοδομική άδεια. Προκύπτει τούτο από το προοίμιο της σύμβασης, όπου αναφέρεται ότι ο πωλητής «shall obtain a planning and building permit», ήτοι ότι η άδεια θα εξασφαλιζόταν μεταγενέστερα. Επιβεβαιώνεται έτσι όχι μόνο η γνώση των συμβαλλομένων για το ζήτημα, αλλά και ότι η πρόθεσή τους δεν ήταν η άμεση έναρξη της ανέγερσης ανεξάρτητα από την έκδοση της άδειας, αλλά η εκτέλεση του έργου κατόπιν της εξασφάλισής της, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.
Ούτε ο ισχυρισμός ότι οι εφεσίβλητοι δεν ενημέρωσαν τους εφεσείοντες για την καθυστέρηση και ότι δεν ζητήθηκε παράταση δύναται να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν τον τρόπο εφαρμογής της σχετικής συμβατικής πρόνοιας και όχι την ορθή ερμηνεία του περιεχομένου της, η οποία αποτελεί το αντικείμενο των υπό εξέταση λόγων έφεσης.
Παρεμβάλλεται ότι, σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας των εφεσειόντων, εδράζεται σε εκδοχή ως προς την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η επίκληση μαρτυρίας που αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστη (όπως της Μ.Ε.1), χωρίς να καταδεικνύεται σφάλμα στην αξιολόγηση, δεν αρκεί για να ανατρέψει τα πραγματικά ευρήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η ερμηνεία των επίδικων συμβατικών όρων.
Ενόψει των ανωτέρω και υπό το πρίσμα του συνόλου της αποδεκτής από το πρωτόδικο Δικαστήριο μαρτυρίας, αφ’ ης στιγμής δεν αναδεικνύεται οποιοδήποτε σφάλμα στην ερμηνευτική προσέγγιση του τελευταίου, οι λόγοι έφεσης 8 και 9 αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Συνεπεία της απόρριψης των πιο πάνω αιτιάσεων και παραπόνων των εφεσειόντων, το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείτο προκαταβολική παραβίαση των επίδικων συμβάσεων εκ μέρους των εφεσιβλήτων και ότι ο τερματισμός τους από τους εφεσείοντες ήταν παράνομος, παραμένει αλώβητο και αμετάβλητο. Με τούτο ως δεδομένο, θα προχωρήσουμε στην εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται με την υπό κρίση έφεση, περιλαμβανομένων των θεραπειών που χορηγήθηκαν, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, τα έξοδα και άλλα συναφή ζητήματα.
Στρέφοντας την προσοχή στον 6ο λόγο έφεσης, σημειώνουμε ότι η υποχρέωση καταβολής του συμβατικού τόκου προς 9% επί της μη πληρωθείσας δόσης, απορρέει ευθέως από τον όρο 6 των επίδικων συμβάσεων, τον οποίο τα μέρη ελεύθερα συμφώνησαν. Με την καθυστέρηση καταβολής της δόσης της 15.10.2008, ενεργοποιήθηκε το σχετικό συμβατικό δικαίωμα των εφεσιβλήτων, το οποίο είχε ήδη γεννηθεί πριν από τον παράνομο τερματισμό των συμβάσεων εξακολουθώντας να διέπει τις μεταξύ των μερών σχέσεις μέχρι τον χρόνο αυτό. Στο πλαίσιο αυτό, ο ισχυρισμός των εφεσειόντων πως από τη στιγμή που οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν τον τερματισμό των συμβάσεων, απώλεσαν το δικαίωμα να αξιώσουν τον συμβατικό τόκο επί των καθυστερημένων δόσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Οι τελευταίοι αποδέχτηκαν τον τερματισμό ως παράνομο ένεκα διάρρηξης από πλευράς των εφεσειόντων, γεγονός που συνιστά αδιαμφισβήτητο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο συμβατικός τόκος θα δικαιολογείτο μόνο κατόπιν αξίωσης και συνακόλουθης έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης των επίδικων συμβάσεων. Η καταβολή του ερείδεται στην ρητή συμφωνηθείσα πρόνοια περί καθυστερημένων πληρωμών. Συνακόλουθα και ο 6ος λόγος έφεσης, ανεδαφικός ως κρίνεται, απορρίπτεται.
Στο πλαίσιο του 17ου λόγου έφεσης, το παράπονο των εφεσειόντων όσον αφορά την επιδικασθείσα αποζημίωση για το διαμέρισμα Α201, επικεντρώνεται στη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αυθαίρετους υπολογισμούς, ενεργώντας ανεπίτρεπτα ως εμπειρογνώμονας. Είναι, βεβαίως, ορθή η παραπομπή εκ μέρους των εφεσειόντων, στη διαχρονική αρχή ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λειτουργεί ως πραγματογνώμονας, προβαίνοντας το ίδιο σε εξειδικευμένους υπολογισμούς που απαιτούν ειδικές γνώσεις. Διαφορετική, όμως, είναι η περίπτωση όπου το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε απλές αριθμητικές πράξεις ή προσαρμογές, κάνοντας χρήση των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του, ως ήταν εν προκειμένω η περίπτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 ως εμπειρογνώμονα, περιλαμβανομένης της συγκριτικής μεθόδου που χρησιμοποίησε για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας, αλλά και της μεθόδου που εφάρμοσε ως προς τα εμβαδά. Δεν υποκατέστησε τις μεθόδους αυτές με δική του εκτιμητική προσέγγιση, αλλά τις εφάρμοσε με δύο συγκεκριμένες προσαρμογές.
Ως προς τα εμβαδά, αντί εκείνων που κατά παραδοχή εσφαλμένα είχαν δοθεί στον Μ.Υ.2, χρησιμοποίησε τα εμβαδά που αναγράφονταν στις επίδικες συμβάσεις και τα οποία δεν είχαν αμφισβητηθεί. Ούτε οι μετρήσεις των καλυμμένων βεραντών, όπως προέκυπταν από τα στοιχεία που δόθηκαν σε αυτόν από το Κτηματολόγιο, είχαν αμφισβητηθεί. Εφόσον δε οι συμβάσεις αναφέρονταν σε συνολικό εμβαδό καλυμμένων χώρων ("total covered area"), το Δικαστήριο εφάρμοσε επί των αποδεκτών αυτών δεδομένων, την ίδια μέθοδο που είχε χρησιμοποιήσει ο Μ.Υ.2, αποδίδοντας στις καλυμμένες βεράντες την αντίστοιχη βαρύτητα που εκείνος είχε καθορίσει.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προσαύξησε την αγοραία αξία κατά 15% ανά τ.μ., συνυπολογίζοντας τον ΦΠΑ, αφού κατά την αντεξέταση είχε υποδειχθεί στον Μ.Υ.2 ότι ο ΦΠΑ θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη, θέση με την οποία ο τελευταίος, αποδεχόμενος συμφώνησε. Σημειώνεται ότι η προσθήκη του ΦΠΑ, ως άλλωστε καταγράφεται στον όρο 4 των επίδικων συμβάσεων ότι περιλαμβάνεται στη συμφωνηθείσα τιμή πώλησης, δεν αμφισβητείται από τους εφεσείοντες, οι οποίοι, κατά την ανάπτυξη της σχετικής επιχειρηματολογίας τους, υιοθετούν στους υπολογισμούς που εισηγούνται την προσαυξημένη κατά 15% αγοραία αξία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μετατράπηκε σε πραγματογνώμονα ούτε προέβη σε αυθαίρετους υπολογισμούς. Δεν επέλεξε διαφορετικά συγκριτικά στοιχεία, δεν καθόρισε διαφορετικές αγοραίες αξίες ή συντελεστές ούτε διαφοροποίησε την εκτιμητική μεθοδολογία που του επεξηγήθηκε και είχε αποδεχθεί. Περιορίστηκε στην εφαρμογή της επί αδιαμφισβήτητων δεδομένων που τέθηκαν υπόψη του, προβαίνοντας στις αναγκαίες, απλές μαθηματικές πράξεις, για τις οποίες δεν απαιτείτο οποιαδήποτε ειδική γνώση ή πραγματογνωμοσύνη. Υπό αυτή την έννοια, η διενέργεια των εν λόγω υπολογισμών από το ίδιο το Δικαστήριο ήταν καθόλα επιτρεπτή.
Συνακόλουθα, ο 17ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Οι εναπομείναντες λόγοι έφεσης 1 έως 5 και 18 έχουν ως κοινό παρονομαστή, το ποσό που οι εφεσείοντες είχαν καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς των επίδικων διαμερισμάτων και τη διαταγή για επιστροφή του. Οι τελευταίοι παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ διέταξε την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβάλει δυνάμει των επίδικων συμβάσεων, εντούτοις απέρριψε τις αγωγές στο σύνολο τους, παραγνωρίζοντας τη διαζευκτική διατύπωση σχετικών αιτούμενων θεραπειών και καταλήγοντας σε αντιφατική απόφαση. Τα ποσά αυτά, υπό την επιφύλαξη διόρθωσης των αριθμητικών λαθών τα οποία εμφιλοχώρησαν σε σχέση με δύο από τα επίδικα διαμερίσματα, υποστηρίζουν, θα έπρεπε να είχαν επιδικασθεί με νόμιμο τόκο, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ενώ εσφαλμένα συμψηφίστηκαν με τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν υπέρ των εφεσιβλήτων επί των ανταπαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των δικηγορικών εξόδων.
Βάση για την προώθηση των δέκα συνεκδικασθεισών αγωγών αποτέλεσε η προβαλλόμενη θέση περί προκαταβολικής παραβίασης των συμβάσεων εκ μέρους των εφεσιβλήτων και ο συνακόλουθος ισχυρισμός περί νόμιμου τερματισμού τους από τους εφεσείοντες. Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμούς ως επίσης, ότι ο τερματισμός των συμβάσεων ήταν παράνομος, αποτελεί εύρημα που παρέμεινε ακλόνητο υπό το φως της απόρριψης των ως άνω λόγων έφεσης. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου οδήγησε αναπόδραστα στην απόρριψη των αγωγών και στην επιτυχία των ανταξιώσεων των εφεσιβλήτων.
Οι εφεσείοντες, οι οποίοι είχαν προβάλει ως πυρήνα της απαίτησης τους την παραβίαση των σχετικών συμβάσεων και το νόμιμο τερματισμό των τελευταίων εκ μέρους τους, δεν είχαν καταστεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιτυχόντες διάδικοι. Η απόδοση σε αυτούς των ποσών που είχαν ήδη καταβάλει, ενσωματώθηκε στη τελική θεραπεία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε δίκαιο να χορηγήσει, παραπέμποντας σε καλά καθιερωμένες αρχές του δικαίου, κατά τρόπο που μετά τον παράνομο τερματισμό των συμβάσεων εκ μέρους των εφεσειόντων, να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν και σύμφωνα με το δίκαιο που αφορά τις αποζημιώσεις, η οικονομική κατάσταση των μερών.
H εξέλιξη των γεγονότων ως έγινε αποδεκτή, δεν αποκαλύπτει, ως η εισήγηση των εφεσειόντων, οποιαδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία μεταξύ της απόρριψης των αγωγών και της διαταγής επιστροφής των καταβληθέντων ποσών εκ μέρους των εφεσειόντων. Η επί του ζητήματος ως άνω παρέμβαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αντανακλά την αρχή ότι «το αναίτιο μέρος το οποίο, κατόπιν τερματισμού διεκδικεί αποζημιώσεις, δεν δικαιούται να διατηρεί στο εξής οφελήματα που του παρέχονταν μόνο στη βάση ισχύος της σύμβασης», πλουτίζοντας αδικαιολόγητα εις βάρος του άλλου μέρους (βλ. Καταφυγιώτης κ.ά. ν. Χρυσοστομή (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1746). Καθ΄ όλα σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.264/2014, ημερ. 22/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, πραγματεύτηκε, μεταξύ άλλων, και το υπό συζήτηση ζήτημα, σημειώνοντας πως εφόσον συμβαλλόμενος που εισέπραξε ποσά δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημία η οποία δύναται, δυνάμει της δικογραφίας του να του αποδοθεί, «αν δεν διαταχτεί να τα επιστρέψει, θα κερδίσει άδικα τα ποσά που είχε εισπράξει», επισημαίνοντας παράλληλα πως μια τέτοια αποζημίωση, θα μπορούσε να κατακρατηθεί από τα ποσά που είχε ήδη εισπράξει η πωλήτρια και να επιστραφεί μόνο το υπόλοιπο. Προσέγγιση που αναδεικνύεται ως ένας πρακτικός τρόπος διευθέτησης των εκατέρωθεν αξιώσεων στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, χωρίς τούτο να εμπίπτει στην έννοια του «συμψηφισμού» υπό τη στενή νομική έννοια του όρου.
Και στην υπό συζήτηση περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο ουδέποτε προσέδωσε στη διεργασία που ακολούθησε το νομικό χαρακτηρισμό του συμψηφισμού, προέβη, στο πλαίσιο της ad hoc επίλυσης της σύνθετης διαφοράς που είχε τεθεί ενώπιον του, σε πρακτική διευθέτηση των επιδικασθέντων ποσών κατά τρόπο που στο πλαίσιο της υπό συζήτηση διαφοράς των μερών δεν προσκρούει στις καθιερωμένες επί του ζητήματος αρχές. Δεν θεωρούμε αναγκαία την παρέμβαση μας στην εν λόγω πτυχή της πρωτόδικης απόφασης.
Το ζήτημα της επιδίκασης νόμιμου τόκου σε δικαστική απόφαση, ρυθμίζεται από το άρθρο 33(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60. Μετά την τροποποίησή του, η εμβέλεια του καλύπτει όλα τα αγώγιμα δικαιώματα, καθιερώνοντας ως γενικό κανόνα ότι το επιδικαζόμενο ποσό φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι την τελική εξόφλησή του. Κανόνας ο οποίος δεν είναι απόλυτος. Δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του άρθρου 33(2), το Δικαστήριο δύναται, όταν συντρέχουν λόγοι, να περιορίσει τον τόκο είτε ως προς το μέρος του επιδικαζόμενου ποσού επί του οποίου αυτός υπολογίζεται είτε ως προς την περίοδο για την οποία επιδικάζεται. Η σχετική εξουσία είναι διακριτική, ασκείται με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και προϋποθέτει επαρκή αιτιολόγηση. Μεταξύ των παραγόντων που έχουν αναγνωριστεί νομολογιακά ως ικανοί να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, συγκαταλέγονται η πορεία της διαδικασίας, η δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων, τυχόν αδικαιολόγητη καθυστέρηση που αποδίδεται στον επιτυχόντα διάδικο στην προώθηση της αγωγής καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο αποκρυσταλλώθηκε η αξίωση (βλ. Μουστάκας κ.ά. ν. Ιωάννου κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 173, Genzyne Corporation v. Kayat Trading Ltd, Πολ. Έφ. Aρ. 199/2014, ημερ. 25/5/2018, Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1(A) Α.Α.Δ. 475, Bettabilt Services Ltd κ.ά. ν. Judy Dawes (Αρ.2) (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2010).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, διατάχθηκε η επιστροφή των ποσών που είχαν καταβληθεί δυνάμει των συμβάσεων, όχι ως αποτέλεσμα επιτυχίας της προβαλλόμενης δικογραφικά εκδοχής των εφεσειόντων, αλλά κατ’ εφαρμογή των αρχών που ρυθμίζουν τα ζητήματα αποκατάστασης και αποζημιώσεων, ως έχουμε ήδη εξηγήσει. Ο εντοπισμός από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν ότι τα πιο πάνω ποσά θα έπρεπε να επιστραφούν, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι χρειάστηκε τελικά η παρέμβαση του Δικαστηρίου, για την απόδοση τους στους εφεσείοντες. Ο αποκλεισμός του νόμιμου τόκου από την ημερομηνία τουλάχιστον που αυτά επιδικάστηκαν, δεν δικαιολογείται.
Υπό το φως των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1, 4 και 5 αποτυγχάνουν και απορρίπτονται, ενώ ο 3ος λόγος έφεσης επιτυγχάνει κατά το μέρος και στην έκταση που εκτέθηκε ανωτέρω.
Στρέφοντας την προσοχή στον 18ο λόγο έφεσης, είναι αρκετή η επισήμανση ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια από την οποία να προκύπτει ότι οι δύο πωλήτριες εταιρείες υπέχουν αλληλέγγυα ή κεχωρισμένη ευθύνη έναντι των αγοραστών. Αντιθέτως, συμβάλλονται ενιαία υπό την ιδιότητα του «Vendor», χωρίς να κατανέμονται μεταξύ τους οι συμβατικές υποχρεώσεις ή να προβλέπεται καταμερισμός ευθύνης. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν υπήρχε έρεισμα για την επιδίκαση των επίδικων ποσών αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες, με συνακόλουθο την απόρριψη και του σχετικού λόγου έφεσης.
Αναφορικά με τον 2ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε αριθμητικό σφάλμα κατά την καταγραφή και άθροιση των ποσών που είχαν καταβληθεί για τα διαμερίσματα Α201 και Α203. Σημειώνεται, ότι οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν ότι εμφιλοχώρησε το υποδειχθέν σφάλμα, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για σφάλμα αμιγώς υπολογισμού, το οποίο δεν επηρεάζει την ορθότητα του σκεπτικού και τα ουσιαστικά ευρήματα της πρωτόδικης απόφασης.
Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων του πρωτόδικου δικαστηρίου, προκύπτει ότι τα ποσά που είχαν καταβληθεί για τα διαμερίσματα Α201 και Α203 ανέρχονταν σε €139.933 και €112.973 αντιστοίχως, και όχι στα ποσά που εσφαλμένα καταγράφηκαν και των οποίων διατάχθηκε η επιστροφή τους. Ως εκ τούτου, ο 2ος λόγος έφεσης γίνεται επίσης δεκτός, με το σχετικό μέρος της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης ανάλογα να πρέπει να διορθωθεί.
Παραμένει προς εξέταση το ζήτημα των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του 7ου λόγου έφεσης. Ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με τον 1ο λόγο έφεσης, καθότι εδράζεται στην επιχειρηματολογία των εφεσειόντων, ήδη απορριφθείσα, ότι συνεπεία της διαταχθείσας επιστροφής των ποσών που είχαν καταβάλει, κατέστησαν, έστω και εν μέρει, επιτυχόντες διάδικοι.
Ως ήδη εξηγήσαμε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαταχθείσα επιστροφή στους εφεσείοντες των ποσών που είχαν καταβάλει στη βάση των επίδικων συμβάσεων, δεν ήταν το αποτέλεσμα αποδοχής από το Δικαστήριο της βάσης επί της οποίας δρομολόγησαν την αγωγή τους. Αντίθετα, δεδομένη είναι ή απόρριψη της δικογραφημένης εκδοχής τους, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την προώθηση των αξιώσεών τους και, αντίστοιχα, η επιτυχία των εφεσίβλητων όσον αφορά τις ανταξιώσεις τους. Ως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι τελευταίοι ήταν οι επιτυχόντες διάδικοι. Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με την πάγια αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, ελλείψει οποιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό αυτό κανόνα, ο σχετικός λόγος έφεσης είναι επίσης απορριπτέος.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη απόφαση, ειδικότερα από την τελευταία παράγραφο της σελίδας 40, όπου διατάσσεται η επιστροφή από τους εφεσίβλητους στους εφεσείοντες των χρηματικών ποσών που οι τελευταίοι κατέβαλαν έναντι του τιμήματος των δέκα διαμερισμάτων, διαφοροποιείται ως ακολούθως:
Εκδίδεται απόφαση με την οποία διατάσσεται η επιστροφή από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν έναντι του τιμήματος των δέκα διαμερισμάτων ως ακολούθως:
- Ποσό €139.933,00 (Διαμέρισμα Α201), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3967/09 περιλαμβανομένων τόκων και όλων των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν προς όφελος των Εναγομένων και αφορούν τα έξοδα της συνεκδίκασης όλων των Αγωγών και Ανταξιώσεων.
- Ποσό €112.973,00 (Διαμέρισμα Α203), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3968/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €60.228,00 (Διαμέρισμα Α204), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3969/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €112.973,00 (Διαμέρισμα Α303), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3970/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €60.228,00 (Διαμέρισμα Α304), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3971/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €112.973,00 (Διαμέρισμα Β103), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3972/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €112.973,00 (Διαμέρισμα Β203), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3973/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
- Ποσό €60.228,00 (Διαμέρισμα Β204), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3974/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης
- Ποσό €112.973,00 (Διαμέρισμα Β303), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3975/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης
- Ποσό €60.228,00 (Διαμέρισμα Β304), πλέον νόμιμο τόκο από 14.1.2016, ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα ποσά της απόφασης που εκδόθηκε στην Ανταξίωση επί της Αγωγής 3976/09 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Αγωγής και Ανταξίωσης προ της συνεκδίκασης.
Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.
Δεδομένης της μερικής επιτυχίας της έφεσης, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσίβλητων έξοδα €3.500 πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο