ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2016
(Σχ. με 239/2016)
24 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΜΜΑΣ
Εφεσείων
ν.
ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΥΘΟΥ
Εφεσίβλητου
__________________
Πολιτική Έφεση Αρ. 239/2016
(Σχ. με 208/2016)
ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΥΘΟΥ
Εφεσείων
ν.
ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ D.E.LE COMMUNICATIONS LIMITED
Εφεσίβλητης
_________________
Α. Ιακώβου (κα) για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα στην Πολ. Έφ. Αρ. 208/2016.
Α. Ξυψιτή (κα), για τον Εφεσίβλητο στην Πολ. Έφ. Αρ. 208/2016.
Α. Ξυψιτή (κα), για τον Εφεσείοντα στην Πολ. Έφ. Αρ. 239/2016.
Α. Ιακώβου (κα) για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες, για την Εφεσίβλητη στην Πολ. Έφ. Αρ. 239/2016.
_________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Ο εφεσείων στην Έφεση 239/2016 ήταν ο ενάγων στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία αυτός είχε αξιώσει εναντίον τεσσάρων εναγομένων [τριών νομικών προσώπων (εναγόμενοι 1-3) και ενός φυσικού προσώπου (εναγόμενος 4)] αποζημιώσεις για ζημιές που κατ΄ ισχυρισμόν υπέστη συνεπεία παράβασης γραπτής συμφωνίας η οποία είχε συναφθεί το 2000, μεταξύ της AVACOM COMPUTER SERVICES LTD από τη μια πλευρά, και της D.E.LE COMMUNICATIONS LTD, Δήμου Στρούθου και Τ.Γ. (συζύγου του Δήμου Στρούθου) από την άλλη πλευρά. Στην πορεία, η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 εταιρείας απεσύρθη και απερρίφθη.
Η καταρτισθείσα συμφωνία, προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την εξαγορά από την AVACOM COMPUTER SERVICES LTD (εναγόμενη 2 εταιρεία) της πλειονότητας των μετοχών της D.E.LE COMMUNICATIONS LTD (εναγόμενης 1 εταιρείας), η οποία λειτουργούσε ως οικογενειακή επιχείρηση του Δήμου Στρούθου (ενάγοντα). Στην εν λόγω εταιρεία ο ενάγων κατείχε τις 999 μετοχές από τις χίλιες του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου, ενώ την άλλη μία μετοχή κατείχε η σύζυγος του. Δυνάμει της πιο πάνω γραπτής συμφωνίας, ο ενάγων πωλούσε και παραχωρούσε στην εναγόμενη 2 εταιρεία, 599 από τις 999 μετοχές που κατείχε στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Το ίδιο και η σύζυγος του, η οποία πωλούσε και παραχωρούσε στην εναγόμενη 2 εταιρεία τη μία μετοχή που κατείχε.
Όσον αφορά στο αντάλλαγμα εκ μέρους της εναγόμενης 2 εταιρείας, AVACOM COMPUTER SERVICES LTD, θα παραθέσουμε αυτολεξεί τα όσα είχαν καταγραφεί στη συμφωνία:
«Η AVACOM COMPUTER SERVICES LTD εις αντάλλαγμα της απόκτησης από τα ανωτέρω πρόσωπα του ανωτέρου αριθμού των μετοχών τους, θα καταβάλει σ΄ αυτά το ποσό των Λ.Κ.200.000 (διακόσιων χιλιάδων) και επίσης να αναλάβει όλα τα αναγκαία διαβήματα ούτως ώστε να μεταβιβασθούν στο όνομα τους 107,100 (εκατό επτά χιλιάδες εκατό) μετοχές της θυγατρικής της εταιρείας AVACOMNET SERVICES LTD. Τόσο τα χρήματα, όσο και οι μετοχές θα παραχωρηθούν και καταβληθούν στα ανωτέρω πρόσωπα κατ΄ αναλογία του αριθμού των μετοχών που έκαστος θα μεταβιβάσει στην AVACOM COMPUTER SERVICES LTD. Η τελευταία εγγυάται την εξασφάλιση και παραχώρηση των μετοχών της θυγατρικής της εταιρείας στα ανωτέρω πρόσωπα και επίσης εγγυάται ότι η αξία της μετοχής δεν θα είναι χαμηλότερη της μίας λίρας κατά την εισδοχή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σε περίπτωση που η τιμή της μετοχής αποδειχθεί χαμηλότερη, η AVACOM COMPUTER SERVICES LTD θα υποχρεούται να καταβάλει την διαφορά σε μετρητά.»
Όσον αφορά στην τελευταία αυτή πρόνοια, επειδή η δοθείσα εκ μέρους της εναγόμενης 2 εγγύηση εθεωρήθη από το ΧΑΚ ως χειραγώγηση της μετοχής, υπεγράφη στις 9.4.2000 δεύτερη συμφωνία, μεταξύ των ιδίων προσώπων, από την οποία απαλείφθηκε η εγγύηση της εναγόμενης 2 για την αξία της μετοχής.
Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος 4 δεν ήταν συμβαλλόμενος ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη συμφωνία, ενώ η AVACOMNET SERVICES LTD, για την οποία γίνεται αναφορά στις συμφωνίες, ήταν η εναγόμενη 3 εταιρεία, εναντίον της οποίας, ως ελέχθη, η αγωγή απεσύρθη και απερρίφθη.
Στην πιο πάνω γραπτή συμφωνία υπήρχε και η ακόλουθη πρόνοια:
«Η AVACOM COMPUTER SERVICES LITD μετά την απόκτηση και/ή μεταβίβαση στο όνομα της των ανωτέρω μετοχών, μαζί με την D.E.LE COMMUNICATIONS LTD θα προχωρήσουν στην αύξηση του Ονομαστικού και καταβεβλημένου κεφαλαίου της τελευταίας κατά 115,500 (εκατό δέκα πέντε χιλιάδων και πεντακοσίων) νέων μετοχών της μιάς λίρας έκαστη και ο νέος αυτός αριθμός των μετοχών θα διανεμηθεί στους μετόχους της D.E.LE COMMUNICATIONS LTD κατά την αναλογία των μετοχών που θα κατέχει έκαστος κατά τον χρόνο της αύξησης του κεφαλαίου. Τονίζεται ενταύθα ότι το ποσοστό της ACVACOM COMPUTER SERVICES LTD, στο εκδοθέν και καταβληθέν κεφάλαιο, ανερχόμενο στο 60% του συνόλου του τοιούτου κεφαλαίου, θα παραμείνει αναλλοίωτο. Η αξία των νέων μετοχών που θα εκδοθούν, θα καταβληθούν στην D.E.LE COMMUNICATIONS LTD, από την AVACOM COMPUTER SERVICES LTD, και η τοιαύτη καταβολή θα θεωρείται ότι λαμβάνει χώραν και/ή ότι αποτελεί μέρος του ανταλλάγματος το οποίο η τελευταία καταβάλλει λόγω απόκτησης εκ μέρους της των ανωτέρω μετοχών.»
Τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επίσης συμφωνήσει ότι ο ενάγων θα παρέμενε, δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης, εις την υπηρεσία της εναγόμενης 1 εταιρείας για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.
Όσον αφορά στην ευθύνη του φυσικού προσώπου, εναγόμενου 4, ο ενάγων είχε δικογραφήσει πως αυτός «σε πολλές περιπτώσεις και στην παρουσία στελεχών του Ομίλου Εταιρειών AVACOM και σε κατ΄ ιδίαν συναντήσεις με τον Ενάγοντα και σε συναντήσεις με τον Ενάγοντα και τον δικηγόρο του Ενάγοντα και των συμβούλων και/ή συνεργατών του Ενάγοντα και στην παρουσία του δικηγόρου και Νομικού Συμβούλου των Εναγομένων και των Διοικητικών Συμβούλων των Εναγομένων παρεδέχθη ότι ούτος προσωπικώς ανέλαβε και ότι προσωπικώς είχε υποχρέωση να πληρώσει προς τον Ενάγοντα τις αποζημιώσεις διά την εγγυημένη αξία της £1,00 ήτοι €1,71 κατά μετοχή». Εν κατακλείδι, ο ενάγων είχε αξιώσει εναντίον των εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως:
«(Α) €180.849,19 σεντ βάσει συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος αφ΄ ενός και των Εναγομένων και/ή οιουδήποτε εξ αυτών αφ΄ ετέρου αναφορικά με το προϊόν το οποίον θα επέφερε η πώληση από τον Ενάγοντα των 107,100 μετοχών του εις τους Εναγόμενους αρ.3, ΚΑΙ/Η
(Β) €241.099,03 σεντ βάσει συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος αφ΄ ενός και των Εναγομένων και/ή οιουδήποτε εξ αυτών αφ΄ ετέρου σαν ποσό το οποίον θα εισέπραττε συμφώνως της παρ.21 ανωτέρω και/ή ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως».
Διευκρινίζεται πως στην παρ. 21 της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγων είχε αξιώσει το πιο πάνω ποσό για κατ΄ ισχυρισμόν μη κερδοφορία της εναγόμενης 1 εταιρείας, για τα έτη 2000-2002, για λόγους που οφείλονταν, ως δικογράφησε, σε πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων.
Οι εναπομείναντες εναγόμενοι, με κοινό δικόγραφο, είχαν αρνηθεί τις αιτούμενες θεραπείες. Μάλιστα ο εναγόμενος 4 είχε δικογραφήσει πως ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 2, η όποια εμπλοκή του σε θέματα που αφορούσαν στις εξαγορές μετοχών ήταν «όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως αξιωματούχος της εναγόμενης αρ. 2».
Η εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία στην πορεία ετέθη υπό εκκαθάριση, με ανταπαίτηση είχε αξιώσει εναντίον του ενάγοντα:
«Ποσό εξ Λ.Κ. 169.808.32 (€290.134.74), αντιπροσωπεύον χρήματα και αξία άλλων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία ο ενάγων παράνομα και αυθαίρετα αφήρεσεν από το ενεργητικό της Εναγομένης αρ.1 εταιρείας και τα οικειοποιήθηκε και/ή τα χρησιμοποίησε για τον εαυτό του, με τρόπο που κατέστησε τον εαυτό του πλουσιότερο εις βάρος της Εναγομένης αρ.1 εταιρείας και/ή των πιστωτών της, ως επίσης ληφθέντα άνευ ανταλλάγματος και/ή κατά παράβαση των εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων του.»
Ο ενάγων με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, επέμενε στα όσα είχε δικογραφήσει στην ΄Εκθεση Απαίτησης του, και αξίωσε απόρριψη της ανταπαίτησης ως νόμω και ουσία αβάσιμης.
Oι διαφορές οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν ως μάρτυρες, μεταξύ άλλων, τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος 4, οι οποίοι, ως ήτο αναμενόμενο, είχαν προβάλει διαμετρικά αντίθετες θέσεις.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο που εξεδίκασε την υπόθεση, παρέθεσε την πλούσια νομολογία που αφορά στην αξιολόγηση μαρτυρίας. Το μέρος αυτό της απόφασης του καλύπτει πέντε περίπου σελίδες. Αυτό δεν βοηθά, αφού το ουσιώδες είναι να εφαρμόζεται η νομολογία στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όχι να παρατίθεται εν εκτάσει.
Για λόγους που καταγράφονται στην απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δικαίωσε εν όλω, ούτε τον ενάγοντα στην απαίτηση ούτε την εναγόμενη 1 στην ανταπαίτηση. Στην απαίτηση εξέδωσε απόφαση μόνο για το ποσό των €74.901,70 υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 2 και 4 «ομού και κεχωρισμένως». Καταγράφεται στην απόφαση ότι το ποσό αυτό προέκυψε ως η αξία της μετοχής της εναγόμενης 3 κατά την εισδοχή της στο ΧΑΚ στις 13.9.2000 και ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση για το εν λόγω ποσό δυνάμει των καταρτισθεισών συμφωνιών. Διευκρινίζεται ότι η εκδοθείσα εναντίον της εναγόμενης 2 εταιρείας απόφαση, δεν έχει εφεσιβληθεί και ως εκ τούτου δεν θα μας απασχολήσει. Διευκρινίζεται ακόμη πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να είχε προβεί σε απόρριψη της αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας, όταν ήταν εύρημα του ότι αυτή δεν ήταν υπόλογη «σε καταβολή αποζημιώσεων στον ενάγοντα». Ούτε και αυτό το θέμα θα μας απασχολήσει αφού δεν εγείρεται με τις εφέσεις.
Όσον αφορά στην ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 εταιρείας, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση προς όφελος της και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €59.801,05. Να σημειώσουμε εδώ πως το εν λόγω ποσό ήταν μέρος των πολλών δικογραφημένων αξιώσεων της εναγόμενης 1 εναντίον του ενάγοντα και αφορούσε, σύμφωνα πάντα με το δικόγραφο της εναγόμενης 1, ποσό το οποίο ο ενάγων κατά τη διαχείριση της τελευταίας ως διευθύνων σύμβουλος/εργοδοτούμενος αυτής, έλαβε «κατά τρόπο παράτυπο και παράνομο από το Ταμείο αυτής». Τέλος, επεδίκασε προς όφελος εκάστου επιτυχόντα διαδίκου τα έξοδα στην ανάλογη κλίμακα.
Ούτε ο ενάγων αλλά ούτε και ο εναγόμενος 4, έμειναν ικανοποιημένοι από τις πρωτόδικες αποφάσεις. Ο ενάγων, με τέσσερις λόγους έφεσης, προσβάλλει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Θεωρεί πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά τη μαρτυρία, για να προσθέσει, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης (Δεύτερος Λόγος), πως η πρωτόδικη απόφαση «στερείται επαρκούς και/ή καθόλου αιτιολογίας και/ή τεκμηρίωσης».
Ο εναγόμενος 4, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης (Τρίτος Λόγος Έφεσης), επίσης υποστηρίζει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά την προσαχθείσα μαρτυρία. Και αυτού είναι η θέση, με άλλο λόγο έφεσης (Δεύτερος Λόγος Έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν αιτιολόγησε με τον επιβαλλόμενο τρόπο και/ή επαρκώς την απόφαση του, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος 4 εγγυήθηκε προφορικά την αξία της μετοχής».
Έχουμε θέσει ενώπιον μας το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και στις δύο εφέσεις. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των περιγραμμάτων των ευπαίδευτων συνηγόρων και τα όσα προφορικά ανέπτυξαν κατά την ακρόαση των δύο εφέσεων. Θα κάνουμε ειδική αναφορά σε όλα αυτά, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Προσεγγίζουμε την πρωτόδικη απόφαση ως ενιαίο σύνολο, έχοντας βεβαίως πάντα κατά νου ότι ο τρόπος συγγραφής μιας δικαστικής απόφασης, εναπόκειται στον ίδιο τον Δικαστή που την εκδίδει (Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1026, 1034). Με τον προσήκοντα σεβασμό προς τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή, ο τρόπος που έχει συγγραφεί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι ο ενδεδειγμένος. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στο γεγονός ότι η Έκθεση Απαίτησης θα μπορούσε να είχε συνταχθεί καλύτερα αφού χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να εντοπιστούν οι αιτίες αγωγής εναντίον εκάστου εναγομένου.
Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα έλαβε χώρα αμέσως μετά την παράθεση της και όχι μετά την παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας. Υπεδείχθη πως «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία».
Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού προβαίνει σε ευρήματα κάποιων γεγονότων, στη συνέχεια επανέρχεται με την αξιολόγηση μάρτυρα (ενάγοντα) τον οποίο είχε προηγουμένως αξιολογήσει σε σχέση με άλλο μέρος της μαρτυρίας του. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Βαριάνου ν. Βορκά (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, 1568, ισχύει και εν προκειμένω:
«…Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο τρόπος συγγραφής της πρωτόδικης απόφασης είναι κάπως ανορθόδοξος γι΄ αυτό και δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εφεσείουσας. Το δικαστήριο ενώ εξέταζε το θέμα της ενημέρωσης που έτυχε η Εφεσείουσα από τον Εφεσίβλητο, φαίνεται να προέβη και σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της. …»
Να επαναλάβουμε, ότι η μαρτυρία εκτιμάται και αξιολογείται στο σύνολο της. Ακολουθούν σαφή ευρήματα αξιοπιστίας για τον κάθε μάρτυρα, τα οποία πρέπει να αιτιολογούνται. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων τα οποία πρέπει να δικαιολογούνται και υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που εκρίθη αξιόπιστη. Ακολούθως το Δικαστήριο προχωρά στα επόμενα στάδια, που είναι το βάρος και το επίπεδο απόδειξης. Αυτά δεν αποκαλύπτονται από τον τρόπο συγγραφής της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης.
Επικεντρωνόμεθα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα και του εναγόμενου 4, οι οποίοι, ως ελέχθη, είχαν προβάλει διαμετρικά αντίθετες θέσεις σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Διαπιστώνουμε, με τον προσήκοντα σεβασμό, αδυναμίες. Ενώ για τον ενάγοντα το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει, στη σελ. 20 της απόφασης του, ότι αυτός «σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση, καθότι ήταν ειλικρινής, ευθύς και δεν περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις που να προκαλούν ρήγμα στην υπόθεση, ούτε είναι ουσιαστικής μορφής, έτσι ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του …», στη σελ. 24 της απόφασης, εξετάζοντας τη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με την αξίωση του η οποία αφορούσε «το ποσό της διαφοράς της εγγυημένης αξίας της μετοχής στη £1 με την πραγματική αξία των £0,02 σεντ που αναφέρεται ανωτέρω», καταγράφει πως δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του «για μη επίτρεψη πώλησης των μετοχών του από τον εναγόμενο 4». Μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφήνει να νοηθεί πως ο ενάγων δεν είπε όλη την αλήθεια στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με το πιο πάνω θέμα. Καταγράφεται πως ο ενάγων «κατά την αντεξέταση του, ανάφερε ότι δεν πώλησε τις μετοχές για πολλούς και διάφορους λόγους, κυριότερος των οποίων ήταν ότι αγόρασε και άλλες γιατί πίστευε ότι θα ανέβαινε η αξία των μετοχών της εναγόμενης 3, πιστεύοντας τα λεγόμενα του εναγόμενου 4 για να έβγαζε περισσότερα χρήματα».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβληματίζεται, έχοντας ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, κατά πόσο ο ενάγων υπήρξε τελικά μάρτυρας αληθείας ή όχι, όταν το ίδιο είχε διαπιστώσει ότι αυτός δεν ήταν σταθερός σε κάποιες από τις βασικές του θέσεις. Τουναντίον, σε πρώιμο στάδιο, κατέγραψε πως ο ενάγων «σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση», διατύπωση η οποία από μόνη της αφήνει ερωτηματικά κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον ενάγοντα ως μάρτυρα αληθείας.
Όσον αφορά στην ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 για το ποσό των ΛΚ35.000,00 (€59.801,05), και πάλιν το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται, στη σελ. 32 της απόφασης του, να μην αποδέχεται τη μαρτυρία του ενάγοντα για ουσιώδες θέμα που αφορούσε στους λόγους για τους οποίους ο τελευταίος έλαβε το πιο πάνω ποσό από την εναγόμενη 1, καθ΄ ον χρόνο αυτή τελούσε υπό τη διαχείριση του δυνάμει σύμβασης εργοδότησης. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:
«Όσον αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 για το ποσό των £35.000, δεν υπάρχει αμφιβολία, αφού άλλωστε αποτελεί παραδεκτό γεγονός εκ μέρους του Ενάγοντα, ότι ο τελευταίος έλαβε το ποσό αυτό από την Εναγόμενη 1, άσχετα αν επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ότι η λήψη του ποσού αυτού έγινε κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο 4 που γνώριζε τα γεγονότα, καθότι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του αυτή γιατί, αν έτσι ήταν τα πράγματα, θα το ανέφερε στην επιστολή του ημερομηνίας 05/06/2003, Τεκμήριο 43 και δεν θα απευθύνετο προς το Λογιστήριο με την παράκληση να χρεωθεί ο προσωπικός του λογαριασμός για το ποσό των £35.000, το οποίο, όπως έγραψε, το πήρε για προσωπικές του ανάγκες.
Ούτε βέβαια η θέση του Ενάγοντα, η οποία αποτελεί προέκταση της μαρτυρίας του, που ως αναφέρθηκε πιο πάνω απορρίφθηκε, ότι προέβη σε συμψηφισμό της οφειλής του αυτής προς την Εναγόμενη 1, με τις οφειλές της Εναγόμενης 1 προς αυτόν, μπορεί να ευσταθήσει.»
Ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο αφήνει να νοηθεί πως ο ενάγων, για ένα τέτοιο ουσιώδες θέμα (που αφορά στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε το ποσό), δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Να επαναλάβουμε ότι η απόρριψη μέρους μαρτυρίας αξιόπιστου μάρτυρα, επιτρέπεται για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι όμως δεν είναι δυνατόν να αναιρούν το αξιόπιστο του μάρτυρα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην Mohamed ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 278:
«… Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας (1985) 1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 168).»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Όσον αφορά στη μαρτυρία του εναγόμενου 4, δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη συγκεκριμένου και σαφούς ευρήματος κατά πόσο αυτός ήταν τελικά μάρτυρας προσηλωμένος στην αλήθεια ή όχι. Στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποδέχεται συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του χωρίς, επαναλαμβάνουμε, να αναφέρει κατά πόσο ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αξιόπιστος ή όχι.
Ο πιο πάνω πλημμελής τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας (Ouzounian v. Χόλτ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1085 και Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Κυριακίδη (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 1840), επηρεάζει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, η οποία, σε συμφωνία με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εφεσειόντων, δεν κρίνεται δεόντως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, οι λόγοι έφεσης σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, οι οποίοι έχουν προβληθεί και στις δύο Εφέσεις, κρίνονται βάσιμοι. Δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης.
Και οι δύο Εφέσεις επιτυγχάνουν.
Η έκδοση απόφασης στην Απαίτηση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου 4 για το ποσό των €74.901,70, παραμερίζεται. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση που εξεδόθη στην Ανταπαίτηση υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €59.801,05. Νοείται βεβαίως ότι παραμερίζονται και οι εκδοθείσες πρωτόδικες διαταγές για τα έξοδα.
Δυστυχώς, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος εκτός από την έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση της υπόθεσης, την οποία και εκδίδουμε. Νοείται βεβαίως ότι η επανεκδίκαση θα αφορά μόνο στο κατά πόσο ο ενάγων και η εναγόμενη 1 δικαιούνται σε απόφαση για τις συγκεκριμένες αξιώσεις σε σχέση με τις οποίες είχαν εκδοθεί οι δύο αποφάσεις οι οποίες παραμερίστηκαν.
Δεν χρειάζεται να δώσουμε οδηγίες όπως η αγωγή τεθεί ενώπιον άλλου Δικαστή, αφού ο εκδώσας τις προσβαλλόμενες αποφάσεις Δικαστής, έχει αφυπηρετήσει.
Όσον αφορά στα έξοδα των εφέσεων, θεωρούμε ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της, και εκδίδουμε τέτοια διαταγή.
Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας να είναι έξοδα δίκης κατά την επανεκδίκαση.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο