ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Κ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΑΝΔΡΙΑΝΑΣ ΛΑΖΑΡΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2017, 2/9/2026
print
Τίτλος:
ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Κ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΑΝΔΡΙΑΝΑΣ ΛΑΖΑΡΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2017, 2/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 217/2017)

 

 

 2 Σεπτεμβρίου, 2026

 

 

 

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

 

 

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Κ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ,

 

Εφεσείων/Ενάγων,

 

ν.

 

 

ΑΝΔΡΙΑΝΑΣ ΛΑΖΑΡΗ,

 

Εφεσίβλητης/Εναγόμενης.

 

________________________________________________

 

   Κ. Χαραλάμπους (κα) για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ,         για τον Εφεσείοντα.

 

Μ. Πανταζή (κα) με Μ.-Χρ. Καραγιώργη (κα) για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

 

_______________________________________________

Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη

Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

________________________________________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι η Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (εφεξής «πρωτόδικο Δικαστήριο») στην Αγωγή υπ’ αρ. 1582/2011, με την οποία ο Εφεσείων/Ενάγων αξίωσε εναντίον της Εφεσίβλητης/Εναγόμενης το ποσό των €29.250, δυνάμει συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής ή διαζευκτικά εύλογης αμοιβής για τις νομικές υπηρεσίες που παρείχε δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας παροχής νομικών υπηρεσιών.

 

Η Εφεσίβλητη/Εναγόμενη, από την πλευρά της, απέρριψε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος/Ενάγοντα και προώθησε Ανταπαίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση της μεταξύ τους σύμβασης διορισμού δικηγόρου, προβάλλοντας ότι η υπογραφή της επήλθε κατόπιν εξώθησής της και ως αποτέλεσμα παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή άσκησης ψυχικής πίεσης εκ μέρους του Εφεσείοντα/ Ενάγοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία, απέρριψε την εκδοχή της Εφεσίβλητης/Εναγόμενης και αποδέχτηκε την εκδοχή του Εφεσείοντα/Ενάγοντα. Με βάση αυτή κατέληξε πως ο  Εφεσείων είχε αναλάβει ως δικηγόρος να εκπροσωπήσει την Εφεσίβλητη σε αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου μαζί με το δικηγόρο Σπύρο Ευσταθίου. Τα μέρη υπόγραψαν ειδική συμφωνία (special retainer) επί του διοριστηρίου η οποία προνοούσε τα ακόλουθα:

 

«Θα καταβάλω στους δικηγόρους μου τα πραγματικά έξοδα στα οποία θα υποβληθούν και επιπρόσθετα θα τους πληρώσω 10 σεντ για κάθε (1€) ένα ευρώ του ποσού το οποίο θα μου επιδικαστεί και ή επί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τα οποία θα λάβω.»

 

 

Με βάση τόσο τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η υπόθεση περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου διευθετήθηκε και εκδόθηκε υπέρ της Εφεσίβλητης εκ συμφώνου απόφαση, με βάση την οποία της επιδικάστηκαν περιουσιακά στοιχεία, μια οικία και δύο διαμερίσματα, συνολικής αξίας €528.000, πλέον μετρητά για ποσό €55.000, καθώς και ένα όχημα αγνώστου αξίας. Τα δε περιουσιακά στοιχεία που η Εφεσίβλητη έλαβε στην πράξη ήταν το ποσό των €10.000 σε μετρητά.

 

Tο πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στη βασική αρχή του Δικαίου των Συμβάσεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, πως μια συμφωνία για να θεωρείται έγκυρη και κατ’ επέκταση δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να αποδίδει κατά τρόπο σαφή το νόημα της, έκρινε πως στην υπό συζήτηση περίπτωση «βασικό και ουσιώδες μέρος» της επίδικης Συμφωνίας, ήτοι «το κομμάτι του καθορισμού της ειδικής αμοιβής των δικηγόρων», ήταν «θεμελιακά ασαφές». Ειδικότερα έκρινε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η ουσιώδης ασάφεια που προέκυπτε ήταν κατά πόσο η αμοιβή του Εφεσείοντα που συμφωνήθηκε από τους διαδίκους, θα έπρεπε να υπολογισθεί με βάση την αξία των περιουσιακών στοιχείων που επιδικάστηκαν δυνάμει δικαστικής απόφασης ή να υπολογισθεί με βάση την αξία των περιουσιακών στοιχείων που η Εφεσίβλητη πράγματι εισέπραξε. Στη βάση αυτής του της κρίσης, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η επίδικη Συμφωνία ήταν άκυρη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ και απέρριψε την Αγωγή του Εφεσείοντα/Ενάγοντα.

 

Ο Εφεσείων προσβάλλει την ορθότητα της πρωτόδικης Απόφασης με δύο Λόγους Έφεσης. Με τον 1ο Λόγο Έφεσης προβάλλει ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η επίδικη Συμφωνία ήταν ασαφής χωρίς η σαφήνεια της να αμφισβητείται από την Εφεσίβλητη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Με το 2ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αναγνώρισε και δεν εφάρμοσε ορθά τις αρχές ερμηνείας των συμβάσεων.

 

Στο πλαίσιο προώθησης του 1ου Λόγου Έφεσης αποτέλεσε θέση του Εφεσείοντα ότι η Εφεσίβλητη, με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της, ουδέποτε αμφισβήτησε τη σαφήνεια της επίδικης Συμφωνίας, ούτε προέβαλε σχετικό ισχυρισμό περί ασάφειας. Κατά συνέπεια, ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε κρίση περί ασάφειας της Συμφωνίας, ελλείψει σχετικού δικογραφημένου ισχυρισμού σύμφωνα με τη Δ.19, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν τότε[1]. Όπως δε το έθεσε, «το δικογραφημένο υπόβαθρο ήταν ξεκάθαρο και δεν έδινε το δικαίωμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα ασάφειας της αμοιβής στην σύμβαση διορισμού δικηγόρου». Ως εκ τούτου το ζήτημα της ασάφειας δεν συνιστούσε, με βάση την εισήγηση του Εφεσείοντα, επίδικο θέμα, καθόσον, ενόψει της παράλειψης αμφισβήτησής του, θεωρείται αποδοχή εκ μέρους της Εφεσίβλητης της σαφήνειας της Σύμβασης.

 

Επί τούτου, μάλιστα, προβάλλει ότι η Εφεσίβλητη δεν μπορεί μέσω της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης[2] να αποδέχεται ότι συμφώνησε να πληρώσει για αμοιβή 10% του ποσού που θα της επιδικαζόταν και ταυτόχρονα να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι ασαφές ή ότι δεν είχε πρόθεση να το πράξει.

 

Ως ορθώς έχει επισημανθεί από την Εφεσίβλητη, αποτελεί πάγια αρχή ότι η ερμηνεία μίας γραπτής σύμβασης καθώς και η αξιολόγηση της επάρκειας και βεβαιότητας των όρων της, συνιστούν κατεξοχήν νομικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 436 αναφέρθηκε: «Η ερμηνεία εγγράφου είναι θέμα νομικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο όρος ήταν διατυπωμένος με τέτοια ασάφεια, και ήταν εξίσου δυνατό να του δοθούν αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες, ώστε να καθίσταται αδύνατη η διαπίστωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων, και κατά συνέπεια ήταν άκυρος» (βλ. επίσης Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982)   1 C.L.R. 499 και Georghiades v. Georghiades (1988) 1 C.L.R. 428).

 

Ο κεντρικός ισχυρισμός της Εφεσίβλητης, όπως αυτός αποτυπώθηκε στην Υπεράσπισή της, έγκειτο στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας και δεσμευτικότητας της επίδικης Συμφωνίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η διαπίστωση της σαφήνειας και βεβαιότητας των όρων της αποτελούσε εγγενές και αναπόσπαστο στοιχείο της ερμηνευτικής διεργασίας του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το ζήτημα της ασάφειας δεν συνιστούσε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που έχρηζε ειδικής δικογράφησης, αλλά νομικό ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και ορθώς εξέτασε κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου της Συμφωνίας.

 

Μέρος του 1ου Λόγου Έφεσης καλύπτεται από τα όσα προβάλλονται στο 2ο Λόγο Έφεσης και αφορούν στο ζήτημα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ύπαρξης ασάφειας. Ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται από μέρους του Εφεσείοντα είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας συμβάσεων. Ειδικότερα, ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναζήτησε την κοινή πρόθεση των μερών κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ερμήνευσε αποσπασματικά και απομονωμένα επιμέρους φράσεις αυτής και προσέδωσε εσφαλμένα διαζευκτικό χαρακτήρα στη φράση «και/ή», χωρίς να εξετάσει τη λειτουργική της σημασία εντός του συμβατικού πλαισίου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα ορθώς καθοδηγήθηκε από τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, καθώς και τις καθιερωμένες αρχές του δικαίου των συμβάσεων.

 

Το Άρθρο 29 του Κεφ. 149 διαλαμβάνει ότι:

 

«Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες

 

 

Όταν, επομένως, μια κατ’ ισχυρισμό συμφωνία είναι αόριστη ή ασαφής ή αβέβαιη, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου άγεται η διαφορά μεταξύ δύο μερών δεν μπορεί να την ερμηνεύσει ή να την εφαρμόσει, τότε η κατ’ ισχυρισμό σύμβαση είναι άκυρη (βλ. το Σύγγραμμα το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 447).  Όταν όμως οι βασικοί όροι της συμφωνίας είναι σαφείς ή μπορεί να εξακριβωθούν μέσα από μελέτη του κειμένου στην ολότητα του, τότε η συμφωνία είναι έγκυρη ανεξάρτητα από επί μέρους ασάφειες. Στην υπόθεση Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι: “[…] only agreements, the terms of which are certain, are enforceable in law”.

 

Είναι, επομένως σαφές πως η εγκυρότητα μίας συμφωνίας εξαρτάται αποκλειστικά από τον ακριβή καθορισμό των ουσιωδών όρων. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να είναι σαφείς και βέβαιοι, ιδίως δε οι ουσιώδεις όροι, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ερμηνεύσει τη σύμβαση αντικειμενικά και όχι να τη δημιουργήσει εξ υπαρχής (βλ. το Σύγγραμμα το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π. Γ. Πολυβίου (ανωτέρω)). Σε περίπτωση αοριστίας, αβεβαιότητας και ασάφειας, όπου το ερμηνευτικό εγχείρημα του Δικαστηρίου είναι αδύνατον, η συμφωνία θεωρείται άκυρη. Τέλος, τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να συμφωνούν αντικειμενικά, τουλάχιστον, επί των βασικών στοιχείων της σύμβασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπιστώνοντας ασάφεια ως προς τη συμφωνημένη βάση καθορισμού και υπολογισμού αυτής της δικηγορικής αμοιβής ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

 

«Με γνώμονα ότι ο βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων μερών με τη συνήθη σημασία των λέξεων και όρων που γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υποβάθρου της συμφωνίας (Amethyst Distributors Ltd ν. Ιεράς Μονής Κύκκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 210/2008, ημερομηνίας 02.02.11, Ανόρθωση ν. Απόλλωνας (2002) ΙΑ Α.Α.Δ. 518, Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1058, Pell Frischmann Consultants Ltd ν. Δημοκρατίας (2001) ΙΑ Α.Α.Δ. 33), αυτό που προβληματίζει είναι αν η πρόθεση των μερών ήταν ότι η πληρωμή του Ενάγοντα καθορίζεται με υπολογισμό βάση των περιουσιακών στοιχείων που η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 10.03.10 έχει επιδικάσει προς όφελος της Εναγομένης ή προσδιορίζεται με υπολογισμό στη βάση του τι έχει στην πράξη εισπράξει η Εναγόμενη ως αποτέλεσμα συμμόρφωσης με την εν λόγω δικαστική απόφαση από τον πρώην σύζυγο της, εναντίον του οποίου εκδόθηκε.»

 

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αναφορά στη συμφωνία ότι: «[…] θα τους πληρώσω 10 σεντ για κάθε (1€) ένα ευρώ του ποσού το οποίο θα μου επιδικαστεί και ή επί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τα οποία θα λάβω» δημιουργούσε ουσιώδη ασάφεια ως προς τη συμφωνημένη βάση υπολογισμού της αμοιβής. Κρίθηκε, επομένως, ότι το βασικό και ουσιώδες μέρος του Τεκμηρίου 1 ήταν θεμελιακά ασαφές, καθότι η πρόνοια που αφορούσε τον καθορισμό της ειδικής αμοιβής των δικηγόρων — η οποία συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της γραπτής συμφωνίας — δεν διατυπώνετο με την απαιτούμενη σαφήνεια.

 

Επισήμανε δε ότι ανέκυπτε στην προκείμενη περίπτωση ουσιώδης αμφιβολία ως προς την πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τη βάση υπολογισμού της συμφωνηθείσας αμοιβής. Δηλαδή, δεν ήταν σαφές κατά πόσο η αμοιβή του Εφεσείοντος θα υπολογιζόταν επί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που επιδικάστηκαν με την εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 10/3/2010 προς όφελος της Εφεσίβλητης ή επί των ποσών που η τελευταία πράγματι εισέπραξε κατόπιν συμμόρφωσης από τον πρώην σύζυγό της προς την εν λόγω απόφαση.

 

Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει σύμφωνους.

 

Από το λεκτικό του κειμένου της υπό κρίση Συμφωνίας εντοπίζεται η ύπαρξη δύο αντικειμενικά διαφορετικών βάσεων υπολογισμού της αμοιβής, με αποτέλεσμα να αναφύεται ουσιώδης ασάφεια ως προς την πραγματική βούληση των μερών αναφορικά με το συμφωνηθέντα τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του Εφεσείοντα. Συγκεκριμένα, ανακύπτει ζήτημα ως προς το κατά πόσο αυτή θα έπρεπε να υπολογισθεί με βάση την αξία των περιουσιακών στοιχείων που επιδικάστηκαν δυνάμει της σχετικής δικαστικής απόφασης, ήτοι 10% επί (€528.000 πλέον €55.000 πλέον της άγνωστης αξίας του οχήματος), ή εναλλακτικά με βάση την αξία των περιουσιακών στοιχείων που πράγματι εισπράχθηκαν από την Εφεσίβλητη, ήτοι ποσοστό 10% επί του ποσού των €10.000.

 

Επισημαίνεται ότι η διαπιστωθείσα ασάφεια του επίδικου όρου δεν εδράζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του διαζευκτικού «και/ή» εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθότι η ερμηνεία αυτού δεν έγινε απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δύο επιμέρους όρων που συνδέει. Συγκεκριμένα, αφενός η αναφορά στο «ποσό το οποίο θα επιδικαζόταν» παραπέμπει σε νομικώς επιδικασθέντα δικαιώματα, ενώ αφετέρου η αναφορά στα «περιουσιακά στοιχεία τα οποία η Εναγόμενη θα λάμβανε» παραπέμπει, κατά τη συνήθη έννοια των λέξεων, σε πραγματική είσπραξη. Οι δύο αυτές έννοιες, όπως ορθώς διαπιστώθηκε, είναι αντικειμενικώς διακριτές και οδηγούν σε ουσιωδώς διαφορετικά οικονομικά αποτελέσματα.

 

Η ερμηνευτική δυσχέρεια, συνεπώς, δεν απορρέει από την ίδια τη διαζευκτική διατύπωση «και/ή», αλλά από το γεγονός ότι οι δύο αυτοτελείς και μη ταυτόσημες βάσεις υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής τίθενται σε συσχέτιση, χωρίς να καθίσταται σαφές αν προορίζονται να λειτουργήσουν σωρευτικά ή εναλλακτικά, ούτε ποια εκ των δύο υπερισχύει. Υπό τα δεδομένα αυτά, η χρήση του «και/ή» δεν αίρει αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύει την υφιστάμενη ασάφεια ως προς την αληθή πρόθεση των μερών.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας συμβάσεων. Αντιθέτως, προκύπτει ότι, κατόπιν ορθής εφαρμογής αυτών, κατέληξε στη διαπίστωση ύπαρξης πραγματικής και ουσιώδους ασάφειας ως προς τον πυρήνα της Συμφωνίας, ήτοι τη βάση υπολογισμού της επίδικης αμοιβής.

 

Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, αμφότεροι οι Λόγοι Έφεσης στο σύνολο τους αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Η Έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα έξοδα ύψους €3.000, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.

 

 

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.

 



[1] 13. The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable.

[2] Βλ. παρ. 3.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο