ΤΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2017, 25/9/2026
print
Τίτλος:
ΤΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2017, 25/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                         

(Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2017)

25 Σεπτεμβρίου, 2026

[ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

ΤΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

 

Εφεσείων,

                                                   v.

ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Εφεσίβλητου.

...................

Αντ. Γεωργίου, για Φοίβος Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Α. Μίτσιγκα (κα) με Τ. Κούρη (κα), για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

...............

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη

και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.:  Η παρούσα Έφεση στρέφεται κατά απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία απερρίφθη αγωγή του Εφεσείοντα για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράνομη επέμβαση και/ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος και/ή οχληρία εκ μέρους του Εφεσίβλητου αναφορικά με ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν στο υπόγειο στη Στοά Γιαζού, στην οδό [ ] στη Λευκωσία. 

Η επίδικη ακίνητη περιουσία αποτελείται από τριώροφη πολυκατοικία, ισόγεια καταστήματα, υπόγειο εργαστήρι και στοά από την οποία περνούσε ιδιωτικός δρόμος με δικαίωμα δημόσιας διάβασης. Στις 3.4.1948, κατόπιν αίτησης της τότε ιδιοκτήτριας Ζωής Ιακωβίδου, εξεδόθη άδεια οικοδομής υπό όρους. Αναφορικά με την πλάκα του υπογείου η οποία λογιζόταν ως «φόρτισις γέφυρας» είχαν τεθεί, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι όροι:

1)    Τα φορτία των υπολογισμών θα είναι

·          Οδοστρωτήρας βάρος 7 τόνων (συντελεστής κρούσεως 1.4)

·          Ασφαλτικόν οδόστρωμα και θεμέλιο συνολικού πάχους τουλάχιστον 25 εκ.

2)    Η κλίση της ως άνω επιφάνειας της εκ μπετόν αρμέ πλάκας του υπογείου να ακολουθήσει την κλίση του δρόμου και να είναι σε υψομετρική θέση τέτοια ώστε να υπέχει θέση θεμελίου.

 

3)    Δεδομένου ότι η στοά θα χρησιμοποιείται ως δρόμος, η όλη εργασία του υπογείου (θεμελίωση, τοιχοποιία, μπετόν αρμέ) δέον να γίνει υπό τον έλεγχο του Δήμου.

Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι στις 18.2.1997 ο Εφεσείων ενεγράφη ως ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων και ενός διαμερίσματος με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του υπογείου αρ. 1, της επίδικης οικοδομής.

Το 1992 παρουσιάστηκαν ζημιές στην επίδικη οικοδομή και συγκεκριμένα υγρασία, μούχλα και διάβρωση στην πλάκα και στους τοίχους του υπογείου, καθώς επίσης και ρωγμές στους τοίχους αντιστήριξης του υπογείου και στην πλάκα. Έκτοτε, ο Εφεσείων άρχισε να διαμαρτύρεται για αυτές στον Εφεσίβλητο, μέχρι και την έγερση της υπό κρίση αγωγής, αποδίδοντας σε αυτόν την ευθύνη για τις εν λόγω ζημιές. Ο Εφεσίβλητος αρνείτο ότι υπείχε οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές, ισχυριζόμενος ότι προκλήθηκαν λόγω κακής κατασκευής και παράλειψης συντήρησης του υπογείου από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής οι οποίοι και είχαν την αποκλειστική ευθύνη προς τούτο.

Στο πλαίσιο ακρόασης της αγωγής, για τον Εφεσείοντα κατέθεσαν ο ίδιος, ο αρχιτέκτονας Μ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), ο οποίος επισκέφθηκε τον χώρο και ετοίμασε σχετικές εκθέσεις το 1992, το 2005, το 2007 με εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών και το 2012, και o Κ. Αρτεμίου (Μ.Ε.3), γείτονας, κάτοικος της περιοχής. Για τον Εφεσίβλητο έδωσαν μαρτυρία ο Φ. Θεοφάνους (Μ.Υ.1), πολιτικός μηχανικός ο οποίος στις 6.11.2012 είχε διοριστεί από κοινού από τις δύο πλευρές για να προβεί σε έκθεση πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας διορισμού του. Μαρτυρία έδωσε επίσης ο Γ. Λαζάρου (Μ.Υ.2), πολιτικός μηχανικός ο οποίος εργάστηκε στον Εφεσίβλητο ως εκτελεστικός μηχανικός και ανώτερος εκτελεστικός μηχανικός από το 1989 μέχρι και το 2013 και είχε προσωπική εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση. Τελευταία μάρτυρας για τον Εφεσίβλητο ήταν η Ε. Αντωνίου (Μ.Υ.3), επίσης πολιτικός μηχανικός η οποία εργαζόταν στον Εφεσίβλητο ως εκτελεστικός μηχανικός από το 2005 μέχρι το 2013 και προϊστάμενη του κλάδου κυκλοφοριακών μελετών και χώρων στάθμευσης από το 2013.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα ασαφή, αόριστη, γενική και αντιφατική σε ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, με αποτέλεσμα να την απορρίψει στην ολότητα της. Απέρριψε και τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 ως ασαφή, αόριστη και γενική. Αναγνώρισε ότι λόγω της φύσης της υπόθεσης, κυρίαρχο ρόλο είχε η αξιολόγηση της μαρτυρίας των υπολοίπων μαρτύρων οι οποίοι θεωρήθηκαν εμπειρογνώμονες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να στηριχθεί σε αυτή. Αντιθέτως, έκρινε ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και επεξήγησε τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του με επάρκεια, λεπτομέρεια και πλήρη τεκμηρίωση. Δέχθηκε επίσης τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 ως αξιόπιστη, μη παραγνωρίζοντας τη σχέση εργοδότησης τους με τον Εφεσίβλητο. Σημείωσε ότι η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από κατατεθέντα τεκμήρια, χαρακτηρίζεται από την επιστημονική τεκμηρίωση του λόγου τους και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους.

Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι προκληθείσες ζημιές οφείλονται στην παράλειψη των ιδιοκτητών της οικοδομής να προβούν εξαρχής στην απαιτούμενη μόνωση του κτιρίου και ακολούθως στις δέουσες ενέργειες συστηματικής συντήρησης της, για τα οποία είχαν την αποκλειστική ευθύνη. Αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι γενεσιουργός αιτία για τις ζημιές ήταν η φυσική φθορά του κτιρίου με την πάροδο πέραν μισού αιώνα ζωής και η μη συντήρηση του από τους ιδιοκτήτες του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσείων δεν νομιμοποιείτο να διεκδικεί αποζημιώσεις για ζημιές καθ’ ον χρόνο δεν ήταν ο ιδιοκτήτης της οικοδομής και ότι απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του σε όλες τις βάσεις αγωγής.

Με έντεκα λόγους έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η πρωτόδικη απόφαση. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αναντίλεκτα γεγονότα και/ή παρερμήνευσε την ενώπιον του μαρτυρία και ή εξήγαγε συμπεράσματα τα οποία δεν δικαιολογούνται από την ενώπιον του μαρτυρία. Αποδίδεται ειδικότερα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η μαρτυρία εκ μέρους του Εφεσείοντα προήλθε από πρόσωπο που είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα, σε αντίθεση με τους μάρτυρες που κατέθεσαν για τον Εφεσίβλητο. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη μη δικογραφημένες θέσεις εκ μέρους του Εφεσίβλητου οι οποίες μάλιστα δεν είχαν τεθεί στους μάρτυρες του Εφεσείοντα κατά την αντεξέταση τους. Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα πρόεβη σε εύρημα ότι ο Εφεσείων δεν είχε κατοχή και/ή ιδιοκτησία του επίδικου χώρου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ως εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος δεν υπείχε ευθύνη για το επίδικο κτίριο και τον δρόμο στη βάση των εκ του νόμου καθηκόντων του έναντι του Εφεσείοντα. Ο πέμπτος λόγος αφορά και πάλι στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα περί παράβασης νομίμου καθήκοντος και ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους του Εφεσίβλητου. Με τον έκτο λόγο αποδίδεται ως εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Εφεσίβλητου. Ο έβδομος λόγος αφορά στο εσφαλμένο της απόρριψης της αξίωσης του Εφεσείοντα στη βάση οχληρίας. Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι οι παραλείψεις του Εφεσίβλητου να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις του Εφεσείοντα ενέπιπταν στο διοικητικό δίκαιο.  Ο ένατος λόγος αφορά στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως ο Εφεσείων ήγειρε την αγωγή για ζημιές τρίτων προσώπων. Με τον δέκατο λόγο προβάλλεται ως εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν προσδιορίστηκε με μαρτυρία ο όγκος και το βάρος των οχημάτων που περνούσαν από τον επίδικο δρόμο. Τέλος, με τον εντέκατο λόγο προβάλλεται ότι τα τελικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία.

Πριν την εξέταση των λόγων έφεσης, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι κάποιοι εκ των λόγων έφεσης, στην αιτιολογία τους,  επεκτείνονται σε αχρείαστη λεπτομέρεια και περιλαμβάνουν λεπτομερή αναφορά στη μαρτυρία, η οποία (αναφορά) επαναλαμβάνεται σε πέραν των ενός λόγων έφεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναστασίου ή Guy v. Μιχαηλούδη (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 264, τέτοιο εφετήριο δεν αποτελεί υπόδειγμα δικογράφου και «η κατά κανόνα λιτή περιεκτικότητα του δικογράφου της έφεσης δεν εξυπηρετεί μόνο την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και τον ίδιο τον εφεσείοντα».

Επίσης, το περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα αποτελείται από 149 σελίδες, στο οποίο περιλαμβάνεται αναλυτική παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας. Αυτό δεν αποτελεί συμμόρφωση με τον Κανονισμό 10 του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996, 4/1996. Το περίγραμμα πρέπει να περιέχει τον σκελετό της επιχειρηματολογίας και να προσδιορίζει με την απαιτούμενη ακρίβεια τα ουσιώδη σημεία που θα αποτελέσουν το αντικείμενο της (βλ. Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 92). Θεωρούμε ότι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 91, εφαρμόζονται και στην παρούσα:

«Η τακτική που εν προκειμένω ακολούθησαν οι εφεσείοντες καθόλου δεν συνάδει με τον παραδεκτό τρόπο άσκησης και προώθησης πολιτικών εφέσεων. Αυτό που χρειάζεται είναι ο σαφής προσδιορισμός των λόγων έφεσης και η σύντομη ανάπτυξή τους με καθαρή και πλήρως τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία επί νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Το εκατοντασέλιδο περίγραμμα αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, αποτελούμενο κατά το ήμισυ από πρακτικά της δίκης και εκτενείς επαναλήψεις ουδόλως εξυπηρετεί τους σκοπούς της έφεσης.»      

Τούτων λεχθέντων, αυτές οι παρατηρήσεις δεν οδηγούν στην απόρριψη της Έφεσης, ως η εισήγηση του Εφεσίβλητου.

Θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης 1, 2, 3, 8, 9, 10 και 11, μαζί καθότι αφορούν στο θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και των συνακόλουθων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα συνακόλουθα ευρήματα του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι γνωστές. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και, συνακόλουθα, της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του. Όσον δε αφορά τις αντιφάσεις στη μαρτυρία, το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όπου αυτές είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν διάθεση του να ψευσθεί (βλ. S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023 και Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275).

Στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή αξιολόγηση των μαρτύρων, δίδοντας πλήρη επεξήγηση των λόγων για τους οποίους απεδέχθη ή απέρριψε τη μαρτυρία του καθενός αντίστοιχα. Κατά την αξιολόγηση, διαφαίνεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι ο Εφεσείων ήταν το πρόσωπο που διέμενε στην επίδικη οικοδομή και ότι κατέθεσε ως πρόσωπο που φέρεται να είχε προσωπική γνώση και εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα, ως η εισήγηση του. Αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με κάθε πτυχή της μαρτυρίας του για να καταλήξει στο ότι αυτή δεν μπορούσε να κριθεί αξιόπιστη. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα της ιδιοκτησίας από τον ίδιο της επίδικης οικοδομής και την κατ’ ισχυρισμό εξουσιοδότηση του να εκπροσωπεί όλους τους ιδιοκτήτες αυτής.  Επεσήμανε επίσης αντιφάσεις αναφορικά με τις αξιούμενες αποζημιώσεις που αφορούσαν την εκεί διαμονή του και τα καταβαλλόμενα ενοίκια και έξοδα, αναφορικά με το πότε η οικοδομή εγκαταλείφθηκε πλήρως από τους κατοίκους της και αναφορικά με το πότε είχαν ξεκινήσει τα κατ’ ισχυρισμόν προβλήματα στην οικοδομή. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη μαρτυρία του ως προς τις αιτίες των ζημιών και ως προς την κατ’ ισχυρισμόν παράβαση καθήκοντος και παραλείψεις του Εφεσίβλητου σε σχέση με αυτές, η οποία κρίθηκε ως αόριστη, απλές εικασίες και ατεκμηρίωτες θέσεις του μάρτυρος, καθότι δεν στηρίζονταν σε «στέρεο υπόβαθρο γεγονότων» και χωρίς να είναι εμπειρογνώμονας για το ζήτημα.

Από τα πιο πάνω, διαφαίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδόλως περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες θέσεις, αλλά αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του για να καταδείξει το αβάσιμο και ατεκμηρίωτο αυτής.

Αναφορικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας της επίδικης οικοδομής, ως αναφέρεται ανωτέρω ήταν παραδεκτό ότι ο Εφεσείων ενεγράφη ως ιδιοκτήτης μέρους της οικοδομής, κατά το 1997, ενώ με βάση τίτλο ιδιοκτησίας τον οποίο κατέθεσε ο ίδιος, ενεγράφη ως ιδιοκτήτης ακόμη ενός διαμερίσματος στον δεύτερο όροφο το 2004. Επιπλέον, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι προηγουμένως ο Εφεσείων δεν είχε, ούτε αντλούσε δικαίωμα ιδιοκτησίας. Οι δε εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ουδόλως του παρείχαν δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει αποζημιώσεις, επομένως οι σχετικές διαπιστώσεις του ήταν ορθές και εύλογες.

Επομένως, οι λόγοι έφεσης 3 και 9 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

Περαιτέρω, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων προέβαλε διάφορες και αντιφατικές εκδοχές ως προς το ποιος διέμενε στην επίδικη οικοδομή και μέχρι πότε, βρίσκει έρεισμα στο σύνολο της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και αποτελεί καθόλα εύλογο συμπέρασμα του.

Άλλωστε, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η ουσιαστική μαρτυρία για την υπόθεση προερχόταν από τους εμπειρογνώμονες.

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298, το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του (βλ. Joyce v. Yeomans (1981) 2 All E.R. 21).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τις πιο πάνω αρχές και εύλογα έκρινε τους Μ.Ε.2, Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 εμπειρογνώμονες με βάση τα προσόντα και την εμπειρία τους. Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και δέχθηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων για τον Εφεσίβλητο. Κατά την αξιολόγηση τους, ορθά έλαβε υπόψη τους όρους της άδειας η οποία ήταν διαφωτιστική ως προς τον τρόπο κατασκευής και τον ρόλο της ιδιοκτήτριας και του Εφεσίβλητου για αυτόν.

Για τον Μ.Ε.2, η διαπίστωση του ότι η μαρτυρία του δεν ήταν «επιστημονικά τεκμηριωμένη γιατί παρέλειψε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια ώστε να μπορούν να ελεγχθούν τα συμπεράσματα του ούτε όμως αιτιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο τα συμπεράσματα του αναφορικά με τις διαπιστωθείσες ζημιές και αιτίες…», επεξηγήθηκε στη συνέχεια με παραπομπή σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του, τα οποία αφορούσαν ουσιώδη για την υπόθεση στοιχεία, όπως π.χ. τα αίτια για την υγρασία και τη μούχλα. Ήταν εύστοχη η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ενώ ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι το σύστημα περισυλλογής ομβρίων υδάτων αποτελούσε ευθύνη και έπρεπε να είχε κατασκευαστεί εξαρχής από τον ιδιοκτήτη της οικοδομής, παράλληλα και χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση, ανέφερε πως έπρεπε τέτοιο σύστημα να είχε δημιουργηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.

Όσον αφορά τον Μ.Υ.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε ότι, λόγω του τρόπου και σκοπού διορισμού του από τους διαδίκους μέσω του ΕΤΕΚ, ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και παρέθεσε με λεπτομέρεια τόσο τα ευρήματα της μελέτης του όσο και τις επιστημονικές επεξηγήσεις που έδωσε προς τεκμηρίωση αυτών. Αναφέρθηκε επίσης στους λόγους για τους οποίους ο Μ.Υ.1 διαφωνούσε με τις θέσεις του Μ.Ε.2 και ακόμη, βάσιμα κατέληξε ότι η προσπάθεια της πλευράς του Εφεσείοντα να καταδείξει προσπάθεια χρηματισμού του εν λόγω μάρτυρος παρέμεινε στο κενό, παντελώς ατεκμηρίωτη και αβάσιμη.

Η εισήγηση του Εφεσείοντα ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στην αιτία των ζημιών που εμφανίζονταν στην οικοδομή δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος ο οποίος έδωσε όλες τις απαραίτητες επιστημονικές εξηγήσεις για τις αιτίες πρόκλησης αυτών. Μάλιστα ο Μ.Υ.1 φάνηκε να γνωρίζει, σεβάστηκε και ανταποκρίθηκε πλήρως στους όρους διορισμού του, ορθά επισημαίνοντας ότι ούτε του ανατέθηκε αλλά ούτε και ήταν αρμόδιος για να αναφέρει ποιος ευθύνεται για αυτές, καθότι αυτό ήταν έργο του Δικαστηρίου, στοιχείο ενδεικτικό της ανεξαρτησίας του. Περαιτέρω, οι θέσεις του Εφεσείοντα ότι ο Μ.Υ.1 είχε ελλιπή ενημέρωση δεν επιβεβαιώνεται από το σύνολο της μαρτυρίας του, καθότι ο μάρτυρας ήταν σαφής για την ενημέρωση που τύγχανε για το κάθε ουσιώδες ζήτημα για την υπόθεση. Κάποιες δε θέσεις του Εφεσείοντα αναφορικά με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρος αποτελούν τη δική του εκτίμηση και ερμηνεία, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία. 

Σε σχέση με τους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία τους με την απαιτούμενη προσοχή λόγω της σχέσης εργοδότησης του στον Εφεσίβλητο. Παρά ταύτα, συνυπολόγισε ότι η μαρτυρία τους ήταν σύμφωνη με κατατεθέντα τεκμήρια και επιστημονικά τεκμηριωμένη, χωρίς αυτή να κλονισθεί κατά την αντεξέταση τους. Άλλωστε, αυτοί οι μάρτυρες τοποθετούνταν με σαφήνεια για όσα ήταν στο πεδίο ειδικότητας και γνώσης τους, δηλώνοντας ρητώς ότι δεν γνώριζαν ή δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθούν για κάποια ζητήματα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δίστασε ακόμη να συγκρίνει τη μαρτυρία των τριών αυτών μαρτύρων στο ζήτημα της διέλευσης οχημάτων επί του δρόμου, προβαίνοντας στην αξιολόγηση των μαρτύρων, όχι μόνο αξιολογώντας τον καθένα ατομικά, αλλά και σε σύγκριση μεταξύ τους.

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε μια ολοκληρωμένη και αιτιολογημένη αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων, η οποία βρίσκει έρεισμα στο σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας.

Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Δεν χωρούσε αμφισβήτησης το περιεχόμενο της άδειας οικοδομής η οποία εκδόθηκε το 1948 και ότι το τότε ίσχυον καθεστώς δεν επέβαλλε υποχρέωση στους ιδιοκτήτες κτιρίων να κάνουν ενώσεις αγωγών σε σύστημα περισυλλογής νερού, υποχρέωση η οποία επιβλήθηκε με τους Κανονισμούς του 1972. Σύμφωνα με την άδεια, υπήρχε δικαίωμα διάβασης στον ιδιωτικό δρόμο της στοάς, υπήρχαν προδιαγραφές για τον τρόπο κατασκευής του υπογείου και χρήσης του δρόμου, και ρητές αναφορές αφενός ότι οι ιδιοκτήτες είχαν την ευθύνη να κατασκευάσουν την οικοδομή με τρόπο κατάλληλο για τη χρήση της στοάς ως δρόμου και αφετέρου ότι η όλη εργασία του υπογείου (θεμελίωση, τοιχοποιία, μπετόν αρμέ) θα γινόταν υπό τον έλεγχο του Δήμου.

Από τη στιγμή που αυτή η άδεια προέβλεπε για τη χρήση της στοάς, που ήταν ιδιωτικός δρόμος, ως δημόσιος και αυτή δεν προσβλήθηκε ή ανακλήθηκε ποτέ, τότε δεν τίθετο δυνατότητα απαγόρευσης χρήσης αυτού. Παρά ταύτα, ο Εφεσείων  έκλεινε τον δρόμο κατά διαστήματα, απαγορεύοντας έτσι τη διέλευση οχημάτων από αυτόν, και τελικώς τον έκλεισε μόνιμα από το 2002. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Nelia Hotel Ltd v. Gesoma Estates Ltd κ.ά. (2013) 1(Γ0 Α.Α.Δ. 1865:

«Άλλωστε, η εφεσείουσα δεν μπορεί, από τη μια, να συμμορφώνεται με τον όρο που τέθηκε στην άδεια οικοδομής για ανέγερση του ξενοδοχείου της, παραχωρώντας μέρος του ακινήτου της για δημιουργία δημόσιου δρόμου, και, από την άλλη, να προβάλλει ότι ο δρόμος της ανήκει και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από το κοινό, επειδή δεν έχει, ακόμη, μεταβιβαστεί στο Κτηματολόγιο και εγγραφεί ως δημόσιος. Δεν έχει δικαίωμα να απαγορεύει αυτός, έστω και αν δεν έχει ακόμη εγγραφεί, να χρησιμοποιείται, εφόσον η παραχώρησή του ήταν όρος της άδειας οικοδομής του ξενοδοχείου της.» 

          Εγείρεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και απεδέχθη μαρτυρία η οποία δεν ήταν δικογραφημένη. Αυτή, κατά τον Εφεσείοντα, αφορούσε την κακή κλίση του δρόμου και τον διαμοιρασμό του βάρους των οχημάτων στους τέσσερις τροχούς.  

Η εισήγηση του Εφεσείοντα ότι ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε στη μη δικογραφημένη θέση για κακή κλίση του δρόμου κρίνεται αβάσιμη. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του Εφεσίβλητου και κατά τη μαρτυρία του δεν ηγέρθη οποιαδήποτε ένσταση για τη μη παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας σε αυτή τη βάση. 

Η μαρτυρία εκ μέρους του Εφεσίβλητου για το φορτίο που μπορούσε να αντέξει ο δρόμος, για τους κραδασμούς και τις δονήσεις από τα οχήματα που περνούσαν από αυτόν και ακόμα για την κατανομή του βάρους στους τέσσερις τροχούς των οχημάτων, αφορούσε στον όρο που είχε συμπεριληφθεί στην άδεια οικοδομής «Οδοστρωτήρ βάρος 7 τόνων (συντελεστής κρούσεως 1.4)», ο οποίος αναφερόταν ρητώς στο δικόγραφο του Εφεσίβλητου. Επομένως η σχετική μαρτυρία αφορούσε δικογραφημένη θέση και μάλιστα απασχόλησε κατά την αντεξέταση μαρτύρων του Εφεσίβλητου.

Επομένως ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Ο Εφεσείων απέδιδε ευθύνη στον Εφεσίβλητο με τη χορήγηση άδειας οικοδομής στον όμιλο Σιακόλα, καθότι αυτή είχε ως συνέπεια την κατ’  ισχυρισμόν διάβαση πολύ βαρέων οχημάτων από τον δρόμο της στοάς για σκοπούς ανέγερσης της εν λόγω οικοδομής. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι το ζήτημα της άδειας αυτής ενέπιπτε στο διοικητικό δίκαιο, πλην όμως το ζητούμενο ήταν το κατά πόσο, συνεπεία της έκδοσης της εν λόγω άδειας, υπήρχε τέτοια αύξηση της τροχαίας κίνησης στον δρόμο της στοάς η οποία απέληγε σε ενδεχόμενη απόδειξη οποιασδήποτε των βάσεων αγωγής του Εφεσείοντα.

Αυτό το ζήτημα συνδέεται με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν προσδιορίστηκε ο όγκος και το βάρος των οχημάτων που περνούσαν από τον συγκεκριμένο δρόμο, για να μπορούσε να διαφανεί η όποια ευθύνη του Εφεσίβλητου σε σχέση με αυτή.

Ορθά εκτιμήθηκε η σχετική επί τούτου μαρτυρία από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η μαρτυρία που προήλθε από την πλευρά του Εφεσείοντα (συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Μ.Ε.3) ήταν γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη, ενώ από την πλευρά του Εφεσίβλητου, κατ’ αρχάς ουδέποτε ο Μ.Υ.2 δέχθηκε ότι υπήρχε παραβίαση της άδειας οικοδομής αναφορικά με το βάρος των οχημάτων που περνούσαν από τον δρόμο, ως η εισήγηση του Εφεσείοντα. Αντιθέτως, οι μάρτυρες του Εφεσίβλητου εξήγησαν με σαφήνεια γιατί ήταν αδύνατον ο εν λόγω δρόμος να δεχόταν οχήματα που ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο της άδειας βάρος καθ’ οιονδήποτε χρόνο. Και για αυτό το ζήτημα ο Εφεσείων θεωρεί ότι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα είναι εκ προοιμίου αξιόπιστη για τον λόγο ότι αυτός είναι αυτόπτης, ενώ και αυτή η μαρτυρία αξιολογείται και δύναται να μην γίνει δεκτή, όπως έπραξε στην υπό κρίση περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολογημένα και ορθά. 

Επομένως οι λόγοι έφεσης 8 και 10 κρίνονται επίσης αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορρίπτονται.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας οδηγούν και στην απόρριψη του εντέκατου λόγου έφεσης ως αβάσιμου. Αυτός αναφέρεται γενικά στο ότι τα τελικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία και στην αιτιολογία αυτού ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι θέσεις που αναφέρονται στους προαναφερόμενους λόγους. 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως ο Εφεσίβλητος δεν υπείχε ευθύνη για το επίδικο κτίριο και δρόμο στη βάση των νομίμων καθηκόντων του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την όποια ευθύνη του Εφεσίβλητου με βάση τα ευρήματα του αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους όρους της άδειας, επεξηγώντας τι ακριβώς αυτοί προνοούσαν σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων του Εφεσίβλητου. Συγκεκριμένα, ο όρος για τον οδοστρωτήρα βάρους επτά τόνων με συντελεστή κρούσεως 1.4, σήμαινε ότι το φορτίο που θα λαμβανόταν υπόψη στην στατική μελέτη υπολογισμού της πλάκας οροφής ισογείου θα έπρεπε να ήταν επτά τόνοι με αύξηση 40% (δηλαδή 7 χ 1.4 = 9.8 τόνοι συγκεντρωμένο φορτίο), με την αύξηση να λαμβάνει υπόψη τη δυναμικότητα του φορτίου λόγω δονήσεων κατά την κίνηση του οδοστρωτήρα.  Ο όρος για ασφαλτικό οδόστρωμα και θεμέλιο συνολικού πάχους τουλάχιστον 25 εκ. σήμαινε ασφαλτικό οδόστρωμα από ασφαλτική επάλειψη που τοποθετείται πάνω από τον ασφαλτικό τάπητα και το θεμέλιο. Ο όρος ανθρωποσυνοστιμός Α΄ τόνος κατά τετραγωνικό μέτρο σήμαινε ένα συνδυασμό φόρτισης για τον στατικό υπολογισμό της πλάκας οροφής ανά τετραγωνικό μέτρο από ανθρώπινο συνωστισμό καθότι κατά τη μελέτη επιλέγεται η χειρότερη πιθανή περίπτωση φόρτισης. Υπενθυμίζεται ότι η  άδεια περιείχε όρο ότι «η κλίσις της ως άνω επιφάνειας της εκ μπετόν αρμέ πλακός του υπογείου να ακολουθήση την κλίσιν του δρόμου και να είναι εις υψομετρικήν θέση τοιαύτην ώστε να υπέχει θέσιν θεμελίου» και ότι «δεδομένου ότι η Στοά θα χρησιμοποιείται ως δρόμος η όλη εργασία του υπογείου (θεμελίωσις, τοιχοποιία, μπετόν-αρμέ) θα γίνη υπό τον έλεγχο του Δήμου».

Σύμφωνα με τους όρους της άδειας, και όπως άλλωστε αναγνωρίστηκε και από τον Μ.Ε.2, η ορθή κατασκευή του θεμελίου και η στεγανοποίηση της πλάκας του υπογείου, καθώς επίσης και η δημιουργία συστήματος περισυλλογής ομβρίων, ήταν υποχρέωση του ιδιοκτήτη της οικοδομής. Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο αυτό προβλέπεται από τον Κανονισμό 17 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και το άρθρο 33 του περί Αποχετευτικών συστημάτων Νόμο του 1971, Ν.1/1971.

Με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σύμφωνα με τους όρους οικοδομής, ο Εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να ελέγξει ότι η διεργασία του υπογείου έγινε σύμφωνα με τους όρους αυτής. Με δεδομένο το εύρημα ότι οι όροι της άδειας οικοδομής σε σχέση με την κατασκευή του υπογείου είχαν τηρηθεί, ότι οι μεταγενέστερες εργασίες, ήτοι η στεγανοποίηση της πλάκας του υπογείου και η δημιουργία συστήματος περισυλλογής ομβρίων, ήταν υποχρέωση του ιδιοκτήτη της οικοδομής, και ότι ο ιδιοκτήτης αυτής παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες και ενδεικνυόμενες επιστημονικά εργασίες ως προς αυτά, τόσο κατά την κατασκευή όσο και για σκοπούς συντήρησης, τότε ορθά κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος δεν υπείχε οποιαδήποτε ευθύνη για αυτά. Η ευθύνη βάρυνε αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη της κατοικίας καθότι, όπως ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η υγρασία και η μούχλα που είχαν προκληθεί οφείλονταν αφενός στη «λανθασμένη κατασκευή» κατά την ανέγερση της οικοδομής, με τη μη λήψη των απαραίτητων μονωτικών και στεγανοποιητικών μέτρων για την προφύλαξη του υπογείου, ούτως ώστε η οροφή αυτού να κατασκευαζόταν με τις σωστές ρήσεις για να μεταφέρονταν και διοχετεύονταν τα ύδατα στους παρακείμενους αγωγούς ομβρίων και αφετέρου ακολούθως στη μη συντήρηση του κτιρίου. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η κακοτεχνία και η προχειρότητα παρατηρείται και σε υδρορροή, που είχε κατασκευαστεί και καταλήγει σε παραδεξάμενο χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε στεγανοποίηση στο σημείο αυτό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα με την διείσδυση υγρών στοιχείων στο κάτω μέρος του δρόμου, δηλαδή στον υπόγειο χώρο, με συνέπεια να προκύπτει εστία υγρασίας και να δημιουργούνται προβλήματα οξείδωσης οπλισμού και ενανθράκωση σκυροδέματος».

Σε σχέση με τον δρόμο, συναφής είναι και ο πέμπτος λόγος έφεσης.

Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι ο δρόμος της στοάς ήταν ιδιωτικός με δικαίωμα δημόσιας διάβασης, όπως προέβλεπε η άδεια οικοδομής. Πρόκειται για ένα δρόμο στενό και μήκους περίπου 110 μέτρων, του οποίου οι διαστάσεις δεν παρείχαν τη δυνατότητα έλευσης μεγάλου αριθμού και διαστάσεως οχημάτων και δεν ήταν εφικτό να αναπτυχθεί μεγάλη ταχύτητα από τα οχήματα που περνούσαν από εκεί.

Το άρθρο 84(ε) του περί Δήμων Νόμου του 1985, Ν.111/1985, προνοεί τα ακόλουθα:

«84. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύι νόμου, το συμβούλιον θα εκτελή, εν τω μέτρω των οικονομικών δυνατοτήτων του δήμου, εντός των δημοτικών ορίων πάντα ή οιαδήποτε των ακολούθων καθηκόντων, ήτοι- 

………………………………………………………………………………

 

(ε) θα προνοή διά την κατασκευήν, συντήρησιν καθαριότητα, φωτισμόν και ελευθέραν χρήσιν των οδών και γεφυρών· θα ελέγχη την κατασκευήν, μετατροπήν, κλείσιμον ή αλλαγήν κατευθύνσεως οιωνδήποτε οδών και γεφυρών και θα παρεμποδίζη την καθ’ οιονδήποτε τρόπον παρακώλυσιν της ελευθέρας χρήσεως οιασδήποτε οδού και γεφύρας·»

          Χρήσιμη ανάλυση του εν λόγω άρθρου περιέχεται στην υπόθεση Δήμος Αγίου Αθανασίου v. Ματθαίου, Πολ. Έφεση Αρ. 314/2015, ημερ. 30.4.2024. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Δήμος Πάφου v. C & N Kyriakou Ltd (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 607, η οποία αφορούσε την υποχρέωση του Δήμου να μεριμνά οτιδήποτε αφορά το σύστημα ύδρευσης με βάση το άρθρο 84(β):

«Εξετάσαμε τις πρόνοιες του Άρθρου 84(β) του Νόμου υπό το φως των πιο πάνω αρχών. Θεωρούμε ότι σκοπός της εν λόγω νομοθετικής διάταξης είναι να δημιουργήσει υποχρέωση στα δημοτικά συμβούλια να προνοούν για την προμήθεια ικανοποιητικής και επαρκούς ποσότητας ύδατος διά την ύδρευση του Δήμου, εφόσον δεν υφίσταται σε λειτουργία σύστημα ύδρευσης δυνάμει άλλου Νόμου. Δεν προνοείται ποινή για παράβαση της υποχρέωσης. Από την άλλη, όμως, δεν θεωρούμε ότι η υποχρέωση του Δήμου επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης υπέρ της οποίας δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση του Δήμου να πληρώσει αποζημιώσεις σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, εγείρεται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο υπέστη ζημιά συνεπεία αμέλειας του Δήμου κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων του, ή λόγω παράλειψης εκτέλεσής τους.»

Με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η χρήση του ιδιωτικού δρόμου ως δημόσιου ήταν ρητός όρος στην άδεια οικοδομής τον οποίο η τότε ιδιοκτήτρια απεδέχθη και εν πάση περιπτώσει, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είχε προσβληθεί με προσφυγή. Στην άδεια είχαν επίσης τεθεί οι προαναφερόμενοι όροι για τον τρόπο κατασκευής της πλάκας άνωθεν του υπογείου, για να αντέχει την τροχαία κίνηση. Από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε τέτοιος όγκος και βάρος οχημάτων που περνούσαν από τον δρόμο, που ενδεχομένως να δημιουργούσαν κίνδυνο στη χρήση και αντοχή αυτού, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για υποχρέωση του Εφεσίβλητου ρύθμισης της τροχαίας κίνησης και της χρήσης του δρόμου. Τέτοιο καθήκον δεν προκύπτει από το άρθρο 84(ε) ανωτέρω. Άλλωστε αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το 1992 ο Εφεσίβλητος, ακολουθώντας τις υφιστάμενες κλίσεις, επίστρωσε τον δρόμο με άσφαλτο με βάση τις τότε ισχύουσες προδιαγραφές και με τη σωστή και προβλεπόμενη διαδικασία. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρέβη οποιοδήποτε νόμιμο καθήκον του σε σχέση με τον δρόμο.

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τυχόν ευθύνη του Εφεσίβλητου για τον δρόμο και στη βάση της αμέλειας. Το  άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί ότι αμέλεια συνίσταται στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Καθοδηγούμενο ορθά από το εν λόγω άρθρο και την υπόθεση Λάππας v. Παφίτη κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 832, στην οποία λέχθηκε ότι το καθήκον επιμέλειας εξετάζεται σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και σε αναφορά με την πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά, ορθά κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε καθήκον επιμέλειας εκ μέρους του Εφεσίβλητου αναφορικά με τη ρύθμιση της τροχαίας κίνησης ή την τοποθέτηση κατάλληλης σήμανσης στον συγκεκριμένο δρόμο. Ούτε και απεδείχθη ότι οι εργασίες επίστρωσης του δρόμου στις οποίες προέβη ο Εφεσίβλητος το 1992 ήταν ελαττωματικές, αλλά αντιθέτως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι αυτές εκτελέστηκαν καθόλα ορθά και σύμφωνα με τις τότε εν ισχύι προδιαγραφές και ότι η αιτία των ζημιών αφορά μόνο τον ιδιοκτήτη της οικοδομής. Η θέση του Εφεσείοντα ότι ο Εφεσίβλητος ρητώς απεδέχθη ευθύνη και ανέλαβε την «οριστική επίλυση του προβλήματος» δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία.  

          Ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσης 4 και 5 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

          Το άρθρο 43 του Κεφ. 148 ορίζει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία ως παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Από τη στιγμή που ο όρος της άδειας οικοδομής επέτρεπε τη χρήση του ιδιωτικού δρόμου ως δημόσιου και με βάση τα ευρήματα του, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε αποδειχθεί η διάπραξη τέτοιου αδικήματος από πλευράς Εφεσίβλητου.

          Και ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.

          Αναφορικά με τη βάση αγωγής της ιδιωτικής οχληρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στα συστατικά του αδικήματος με βάση το άρθρο 46 του Κεφ. 148, ως ακολούθως:

«46. Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συμπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιμοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, µε τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση µε ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά:»

Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε σωρεία αποφάσεων ως προς το αδίκημα της οχληρίας, εξετάζοντας ακόμη και το συστατικό στοιχείο της «κατά συνήθεια παρέμβασης» η οποία δυνατό να συνιστά ιδιωτική οχληρία (βλ. Demetriou v. Aristodemou (1988) 1 C.L.R. 615, Medcon Construction Ltd v. Ευαγγέλου κ.ά. (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 565 και Α.Η.Κ. κ.ά. v. Rawnsello Trading Company Ltd (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1570). Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης αλλά και το εύρημα πως από το 2002 ο Εφεσείων έχει κλείσει τον δρόμο, ήταν εύλογο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί οχληρία. Ορθά μάλιστα σημείωσε ότι η χρήση του επίδικου δρόμου δεν είχε συνδεθεί με τις προκληθείσες στην οικοδομή ζημιές, οι οποίες οφείλονταν στον ιδιοκτήτη της οικοδομής.

Επομένως και ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

Η Έφεση απορρίπτεται.

 

€4.500 έξοδα Έφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα.      

 

 

                                                          Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

                                                          Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.                       

 

 

/κβπ 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο