Αναφορικά με την Αίτηση της Olympic Insurance Co Ltd, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη v. DICKRAN HOVSEPIAN κ.α., Αίτηση Αρ.6/2026, 23/9/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Αίτηση της Olympic Insurance Co Ltd, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη v. DICKRAN HOVSEPIAN κ.α., Αίτηση Αρ.6/2026, 23/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν.33/1964

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

 

(Αίτηση Αρ.6/2026)

 

 23 Σεπτεμβρίου 2026

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

 

Αναφορικά με την Αίτηση της Olympic Insurance Co Ltd, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη.

 

Αναφορικά με νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Αρ.67/2018, ημερομηνίας 30.1.2026, Πολιτική Δικαιοδοσία.

 

 

Μεταξύ:

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΡΟΥΘΟΥ,

 

Εφεσείουσα,

 

ν.

 

                             1. DICKRAN HOVSEPIAN,

                             2. OLYMPIC INSURANCE CO LTD, υπό

                                 Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της

                                 Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη,

 

Εφεσίβλητων.

Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και Λέλλος Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια.

    Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Καθ΄ης η Αίτηση 1.

Π. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Καθ΄ου η Αίτηση 2.

 

                                  ____________________           

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

_____________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 ήταν η εναγόμενη σε αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία κρίθηκε ότι είχε αποκλειστική την ευθύνη για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος κατά το οποίο τραυματίστηκε ο Καθ’ ου η Αίτηση 2, ενάγοντας, οδηγός μοτοσικλέτας.  Εκδόθηκε, συνεπώς, απόφαση εναντίον της για το ποσό των €200.000, που ήταν οι συμφωνηθείσες αποζημιώσεις του Μοτοσικλετιστή.

 

    Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου το οποίο είχε εμπλακεί στο δυστύχημα.  Υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη από την Αιτήτρια ασφαλιστική εταιρεία, Olympic Insurance Co Ltd, η οποία, μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, εξέφρασε πρόθεση να μην αποζημιώσει τον Μοτοσικλετιστή.  Μάλιστα, ο δικηγόρος που μέχρι τότε εκπροσωπούσε την Οδηγό και είχε υποδειχθεί από την Ασφαλιστική Εταιρεία, παραιτήθηκε και αποχώρησε και η Οδηγός διόρισε νέο δικηγόρο, προσωπικής της επιλογής.   Ο λόγος για τη στάση της Ασφαλιστικής Εταιρείας ήταν γιατί ο Μοτοσικλετιστής δεν είχε πριν ή εντός επτά ημερών από την καταχώριση της αγωγής του ειδοποιήσει προς τούτο γραπτώς την Ασφαλιστική Εταιρεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000.[1]

 

    Μετά την εξέλιξη αυτή, η Ασφαλιστική Εταιρεία προσεπικλήθηκε ως τριτοδιάδικος  από την Οδηγό του αυτοκινήτου, η οποία αξίωσε εναντίον της διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται να την αποζημιώσει ή και να της παράσχει κάλυψη και συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσό διατασσόταν να καταβάλει στον Μοτοσικλετιστή.  Πρωτοδίκως, η απαίτηση της Οδηγού εναντίον της Ασφαλιστικής Εταιρείας απορρίφθηκε. 

 

    Η Οδηγός καταχώρισε έφεση, κατά της απόδοσης στην ίδια εξολοκλήρου της ευθύνης για το δυστύχημα και, στην έκταση που εδώ αφορά, κατά της απόρριψης της απαίτησης της εναντίον της Ασφαλιστικής Εταιρείας.  Η έφεση σε σχέση με την ευθύνη για το δυστύχημα απορρίφθηκε, ενώ σε σχέση με την απαίτηση εναντίον της Ασφαλιστικής Εταιρείας η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Οδηγού και εναντίον της Ασφαλιστικής Εταιρείας «για συνεισφορά και κάλυψη όλου του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον της».  Η κατάληξη ήταν το αποτέλεσμα αποδοχής ως βάσιμων των συναφών λόγων έφεσης 7 και 8.  Ουσιαστικά έγινε αποδεχτός ο λόγος έφεσης 8, κατάληξη που συμπαρέσυρε σε επιτυχία και το γενικότερο λόγο έφεσης 7 ότι η σχετική αξίωση είχε εσφαλμένα απορριφθεί.

 

    Με το λόγο έφεσης 8 υποστηριζόταν ότι:

 

«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η Τριτοδιάδικος με την εν γένει συμπεριφορά της και/ή των υποσχέσεων της προς την Εναγόμενη δεν κατέστει [sic] η ίδια υπόχρεα να πληρώσει τον Ενάγοντα και/ή λανθασμένα και/ή κατά αντίθεση με τις αρχές της Νομολογίας τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να καλύψει την Εναγόμενη και/ή ότι δεν εφαρμόζεται το κώλυμα στην προκειμένη περίπτωση».

 

 

    Το Εφετείο αναφέρθηκε στα συναφή με το ζήτημα διαδικαστικά γεγονότα της υπόθεσης, στα οποία δεν χρειάζεται εδώ να αναφερθούμε, και κατέληξε ότι η όλη συμπεριφορά της Ασφαλιστικής Εταιρείας, ως αναδυόταν μέσα από το ιστορικό, ήταν τέτοια που της στερούσε το δικαίωμα να επικαλεστεί τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 ώστε να μην καταβάλει αποζημίωση για το ποσό που επιδικάστηκε στην αγωγή εναντίον της Οδηγού.  Ανέφερε, περαιτέρω, ότι, παρόλο που η Ασφαλιστική Εταιρεία είχε δικαίωμα να μην τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις ένεκα της νομοθετικής πρόνοιας του συγκεκριμένου άρθρου, η κρίση του ήταν ότι αυτή η νομοθετική πρόνοια μπορούσε να παρακαμφθεί λόγω της αρχής του κωλύματος και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εξ αιτίας των ενεργειών της Ασφαλιστικής Εταιρείας, ήταν ορθό και δίκαιο να παρακαμφθεί, εφόσον, όπως ανέφερε, η εν λόγω πρόνοια δεν βασιζόταν σε σαφή δημόσια πολιτική, αλλά αφορούσε ατομικό δικαίωμα της Ασφαλιστικής Εταιρείας, σε σχέση με χρονικούς περιορισμούς.  Επιπροσθέτως, έκρινε ότι εφαρμογή είχε και η αρχή της δια της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος (waiver), εφόσον η Ασφαλιστική Εταιρεία, εμμέσως, πλην σαφώς, είχε παραιτηθεί από το δυνάμει της νομοθεσίας δικαίωμα της.  Έτσι, κατέληξε ότι, στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να επιτρέψει στην Ασφαλιστική Εταιρεία να επικαλεστεί την προστασία που της παρείχε το άρθρο 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 την οποία είχε αποποιηθεί, αποποιούμενη ουσιαστικά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.

 

    Τώρα, η Ασφαλιστική Εταιρεία αιτείται άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2025, οι Νόμοι, ώστε δύο Νομικά Θέματα να εξεταστούν από την Ολομέλεια.  Αυτά έχουν διατυπωθεί ως ακολούθως:

 

«Κατά πόσο η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 15(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «Ν.96(Ι)/2000») μπορεί να εξουδετερωθεί δια της αρχής του κωλύματος και/ή διά της αρχής απεμπόλησης/παραίτησης δικαιώματος λόγω συμπεριφοράς;»

 

    Και

 

«Κατά πόσο δύναται να θεμελιωθεί αγώγιμο δικαίωμα και/ή βάση διεκδίκησης αποζημιώσεων ή άλλης θεραπείας, δυνάμει των αρχών του κωλύματος και/ή διά της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος όταν αυτή διασυνδέεται με το εξ υποσχέσεως κώλυμα;»

 

 

    Κατά την Αίτηση, αμφότερα συναρτώνται με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και γενικής δημόσιας σημασίας και περαιτέρω, το μεν πρώτο με την ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής διάταξης, δηλαδή του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000, το δε δεύτερο με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής δικαιοδοσίας.

   

    Τόσο η Οδηγός, όσο και ο Μοτοσικλετιστής έχουν ένσταση.  Υποστηρίζουν ότι τα αναφερόμενα Νομικά Θέματα δεν προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και ότι η Αίτηση συνιστά συγκεκαλυμμένη έφεση για την ανατροπή της εφετειακής απόφασης την οποία η Ασφαλιστική Εταιρεία θεωρεί εσφαλμένη, καταλογίζοντας στο Εφετείο ότι δεν έχει ακολουθήσει τη νομολογία.  Περαιτέρω, ότι τα θέματα δεν συναρτώνται με ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, αφού ό,τι επικαλείται η Ασφαλιστική Εταιρεία δεν είναι το δημόσιο συμφέρον με σκοπό την προστασία του κοινού, αλλά το δικό της συμφέρον.

 

    Είναι αποκρυσταλλωμένο πως η δικαιοδοσία του άρθρου 9(3)(γ) δεν επιτρέπει εξέταση κατά πόσο η εφετειακή κρίση είναι εσφαλμένη.  Όπως εμφατικά έχει υπομνηστεί, δεν συνιστά έφεση στην έφεση (Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ.6/2023, ημερ.3.6.2024 και Γαβριηλίδη κ.ά., Αίτηση Αρ.2/2024, ημερ.11.11.2024).  Ωστόσο, η προσέγγιση του εκάστοτε αιτητή ότι το Εφετείο υπέπεσε σε σφάλμα, είναι ο λόγος για τον οποίο προωθείται μια αίτηση για να αποφασιστεί νομικό θέμα.  Μπορεί να πρόκειται για νομικό θέμα το οποίο αποφάσισε το Εφετείο ή για νομικό θέμα που δεν αποφάσισε το Εφετείο που όμως, εφόσον αποφασιστεί από την Ολομέλεια όπως προκρίνει ο αιτητής, το αποτέλεσμα της έφεσης θα διαφοροποιηθεί.  Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει δικαιοδοσία και ό,τι απομένει είναι η διαπίστωση του κατά πόσο το νομικό θέμα συναρτάται με κάποιο από τα ζητήματα όπως εξαντλητικά περιγράφονται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου (Κλεοβούλου, Σάββα, Αίτηση Αρ.8/2024, ημερ.8.7.2024 και Petrov, Αίτ. Αρ.18/2024, ημερ.15.7.2024).

 

    Η αξίωση της Οδηγού εναντίον της Ασφαλιστικής Εταιρείας, εδραζόταν στη συμβατική υποχρέωση που απόρρεε από τη σύμβαση ασφάλισης, την οποία η Οδηγός δεν είχε παραβιάσει με οιονδήποτε τρόπο.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο και οι συμβατικές υποχρεώσεις που προέκυπταν από αυτό δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000.  Το Εφετείο δεν διαφώνησε με αυτή την προσέγγιση.  Η μεταξύ των δύο Δικαστηρίων διαφωνία ήταν ότι το Εφετείο αποδέχτηκε ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία κωλυόταν λόγω της συμπεριφοράς της από το να επικαλεστεί τη νομοθετική αυτή πρόνοια, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι οι αρχές του εκ συμπεριφοράς κωλύματος δεν εφαρμόζονται όπου οι σχέσεις των μερών ρυθμίζονται από νομοθετικές διατάξεις.

 

    Το ζήτημα αγγίζει την καθημερινή ζωή.  Η απόφαση επί του πρώτου Νομικού Θέματος από την Ολομέλεια θα καθορίσει κατά πόσο παρά τη μη συμμόρφωση με την πρόνοια του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 για γραπτή ειδοποίηση, είναι νομικά επιτρεπτό, συμπεριφορά της εμπλεκόμενης ασφαλιστικής εταιρείας να την καταστήσει υπόχρεα να ικανοποιήσει τη σχετική Δικαστική απόφαση.  Είναι επομένως το ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας.  Καθίσταται αχρείαστο να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.

 

    Με τη χορήγηση της άδειας, δεν θα δοθεί «μια δεύτερη ευκαιρία επί των γεγονότων της υπόθεσης», όπως διατείνεται η Οδηγός.  Δεν θα εξεταστεί από την Ολομέλεια κατά πόσο στα γεγονότα της υπόθεσης εφαρμοζόταν η αρχή του κωλύματος, ή κατά πόσο τεκμηριωνόταν παραίτηση ή αποποίηση δικαιώματος ή κατά πόσο θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να επιτραπεί στην Ασφαλιστική Εταιρεία να επικαλεστεί την προστασία του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000.  Αυτό που θα εξεταστεί είναι αυτό που καταγράφεται στο πρώτο Νομικό Θέμα.  Εάν η απάντηση είναι θετική, η εφετειακή απόφαση δεν αλλάζει.  Εάν η απάντηση στο νομικό αυτό θέμα είναι αρνητική, τότε η απόφαση του Εφετείου ότι μπορούσε να εφαρμοστεί η αρχή του κωλύματος ή της απεμπόλησης ή παραίτησης δικαιώματος θα αντικατασταθεί από την απόφαση της Ολομέλειας περί του αντιθέτου, με συνέπεια την ανατροπή του αποτελέσματος της έφεσης και την απόρριψη της έφεσης. 

 

    Το αναφερόμενο ως δεύτερο Νομικό Θέμα, δεν είχε απασχολήσει το Εφετείο και αυτό γιατί η διαπίστωση κωλύματος στην Ασφαλιστική να επικαλεστεί τις πρόνοιες του άρθρου 15(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000, ήταν μεν το καθοριστικό ζήτημα που έκρινε την έκβαση της έφεσης, ωστόσο το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας δεν θεμελιωνόταν στις αρχές «του κωλύματος και/ή διά της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος όταν αυτή διασυνδέεται με το εξ υποσχέσεως κώλυμα», που αναφέρεται στο δεύτερο Νομικό Θέμα, αλλά στη συμβατική υποχρέωση της Ασφαλιστικής να πληρώσει.  Το εξ υποσχέσεως κώλυμα δεν ήταν το αγώγιμο δικαίωμα, αλλά ο λόγος για τον οποίο δεν επιτράπηκε στην Ασφαλιστική να επικαλεστεί τη νομοθετική πρόνοια που θα εξουδετέρωνε τη συμβατική της υποχρέωση να πληρώσει.  Επομένως, το ζήτημα που αναφέρεται στο δεύτερο νομικό ερώτημα δεν προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου.

 

    Καταλήγουμε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να παραχωρήσουμε και παραχωρούμε άδεια για το πρώτο μόνο Νομικό Θέμα.

 

    Τα έξοδα της Αίτησης επιφυλάσσονται.

 

    Η Αιτήτρια να επιδώσει αντίγραφο της Έκθεσης Νομικών Θεμάτων μαζί με τη συνταγμένη απόφαση στους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

 

Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

                                                          Ι. Ιωαννίδης, Δ.        

 

                                                          Ε. Εφραίμ, Δ.



[1]    «Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14-

(α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός επτά ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας,»

 

Το άρθρο 14, υπό τον τίτλο «Υποχρέωση ασφαλιστών να ικανοποιούν αποφάσεις Δικαστηρίων/Εξαιρούμενη ευθύνη», διαλαμβάνει ότι: «(1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε—

(α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε

(β)…. ».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο