JH VIEWS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1250/2017, 29/1/2026
print
Τίτλος:
JH VIEWS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1250/2017, 29/1/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                       

(Υπόθεση Αρ. 1250/2017)

 

 29 Ιανουαρίου 2026

 

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

              JH VIEWS LTD                                                                         Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

 

            ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

   ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

 

Καθ’ ης  η Αίτηση

 

Κ. Καλλής, για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια

Π. Βασιλείου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ης η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η αιτήτρια, εγγεγραμμένη εταιρεία στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), με κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα την κατασκευή κτιρίων, ζητεί την ακύρωση της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας («ο Έφορος»), ημερομηνίας 19.6.2017, σύμφωνα με την οποία εξεδόθη βεβαίωση οφειλόμενου φόρου ύψους €161.792,13, δυνάμει των άρθρων 49 και 50 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), για την περίοδο από 1.5.2007 μέχρι 31.8.2009.

 

Σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, περί το έτος 2011, αρμόδιοι λειτουργοί του Επαρχιακού Γραφείου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) Πάφου, διαπίστωσαν ότι η αιτήτρια είχε δηλώσει λιγότερο φόρο εκροών από αυτόν που όφειλε να είχε δηλώσει και να καταβάλει στον Έφορο Φ.Π.Α., σε σχέση με την ανάπτυξη και πώληση δώδεκα διαμερισμάτων, στην Πάφο. Ακολούθησε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, από την οποία προέκυψε ότι η αιτήτρια εταιρεία, μαζί με τρείς άλλες, είναι εταιρείες συνδεδεμένες μεταξύ τους, έχοντας κοινό διευθυντή.

 

Στις 18.7.2013, αρμόδιοι λειτουργοί του Τομέα Διερευνήσεων του Τμήματος Φορολογίας πραγματοποίησαν έρευνα στα υποστατικά των συνδεδεμένων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της αιτήτριας, καθώς και στην οικία του προαναφερθέντος διευθυντή της εταιρείας, κατόπιν έκδοσης δικαστικού εντάλματος έρευνας. Κατά την έρευνα, σύμφωνα πάντα με τα ενώπιον μου στοιχεία, παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια που αφορούσαν στην αιτήτρια, όπως λογαριασμοί, τιμολόγια, οικονομικές καταστάσεις και στοιχεία σχετικά με τους πελάτες της εταιρείας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία που συνελέγησαν διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια απέκρυπτε τις πραγματικές της πωλήσεις και δεν απέδωσε τον οφειλόμενο Φ.Π.Α.. Ως αναφέρεται και στην ένσταση, η αιτήτρια, αναφορικά με συγκεκριμένες φορολογικές περιόδους, υπέβαλλε στον Έφορο Φ.Π.Α. φορολογικές δηλώσεις με μηδενικά ποσά φόρου εκροών, παρόλο που υπήρχαν φορολογητέες συναλλαγές που ενέπιπταν στις εν λόγω φορολογικές περιόδους.

 

Ως εκ των πιο πάνω, οι αρμόδιοι λειτουργοί προέβησαν σε έλεγχο και ανάλυση των στοιχείων που είχαν παραληφθεί κατά την προαναφερθείσα έρευνα, ο δε έλεγχος αφορούσε στη χρονική περίοδο από 1.5.2007 μέχρι 31.8.2009. Ως αναφέρεται και στη σχετική έκθεση φορολογικού ελέγχου, με βάση τις χρεώσεις της αιτήτριας προς τους πελάτες της και τις εισπράξεις της αιτήτριας από τους πελάτες της κατά φορολογική περίοδο, διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια δεν απέδωσε φόρο εκροών ύψους €161.792,13. Ειδικότερα, ως αναφέρεται και στην ένσταση, έγινε σύγκριση των συμβολαίων που είχε υπογράψει η αιτήτρια με τους αγοραστές των υπό αναφορά διαμερισμάτων και των ποσών που είχε δηλώσει στις σχετικές φορολογικές δηλώσεις, από τα οποία προέκυψε ότι υπήρξε υποτιμολόγηση και η αιτήτρια δεν είχε αποδώσει τον προαναφερθέντα φόρο εκροών.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνοντας ότι οι φορολογικές δηλώσεις, τις οποίες είχε υποβάλει η αιτήτρια κατά τις φορολογικές περιόδους από 1.5.2007 μέχρι 31.8.2009, ήσαν ελλιπείς και/ή ανακριβείς, οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε βεβαίωση φόρου, σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50 του Νόμου. Η επίδικη απόφαση γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια, με σχετική επιστολή ημερομηνίας 19.6.2017.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή, στις 30.8.2017.

 

Το Δικαστήριο τούτο, με απόφασή του ημερομηνίας 10.11.2020, ακύρωσε της επίδικη απόφαση βεβαίωσης φόρου, καθότι έκρινε ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε από όργανο, ήτοι τον Έφορο Φορολογίας, ο οποίος είχε διοριστεί δυνάμει αντισυνταγματικής νομοθετικής πρόνοιας και ο αντισυνταγματικός αυτός διορισμός, οδηγούσε άνευ ετέρου στην ακύρωση της επίδικης απόφασης. Υπενθυμίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, Έφορος Φορολογίας ήταν ο κ. Γ. Τσαγκάρης, ο οποίος είχε διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το τότε εν ισχύ άρθρο 4 του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου (Ν. 70(Ι)/2014). Συναφώς, κρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο ότι ο Έφορος δεν μπορούσε να θεωρηθεί de facto διοικητικό όργανο εφόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με το Άρθρο 179.2 του Συντάγματος, ουδείς νόμος ή πράξη ή απόφαση οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου που ασκεί εκτελεστική εξουσία ή διοικητικό λειτούργημα, δύναται να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο αντίθετος ή ασύμφωνος προς τις διατάξεις του Συντάγματος. Ενόψει δε αυτής της διαπίστωσης, δεν εξετάστηκε ο έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθεί η πλευρά της αιτήτριας και για τον οποίο γίνεται αναφορά πιο κάτω.

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με την απόφασή του ημερομηνίας 18.7.2025[1], ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση, εφόσον έκρινε κατά πλειοψηφία ότι «υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Έφορος άσκησε τα καθήκοντα του μετά το διορισμό του, βάσει ρητής νομοθετικής διάταξης, ο οποίος, περιπλέον, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εύλογα μπορούσε να δημιουργηθεί στον καλόπιστο και σώφρονα διοικούμενο η πεποίθηση ότι αυτός νόμιμα είχε την ιδιότητα του Εφόρου και νόμιμα ασκούσε τα καθήκοντα του. Αδιαμφισβήτητα υπήρχε αντικειμενική επίφαση νομιμότητας. Ήταν ένα de facto διοικητικό όργανο, μέχρις ότου η ισχύς του διορισμού του να ακυρωθεί, χωρίς να επηρεάζεται το κύρος των διοικητικών πράξεων που είχε στο μεταξύ εκδώσει.».

 

Δεδομένης της πιο πάνω διαπίστωσης, διατάχθηκε η παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο τούτο, ούτως ώστε, «το συντομότερο δυνατόν, να εξετάσει τα άλλα ζητήματα που είχαν εγερθεί με την προσφυγή, χωρίς να εξεταστούν λόγω της απόφασης του επί του ζητήματος αναφορικά με το ανυπόστατο της επίδικης διοικητικής απόφασης».

 

Ως εκ των ανωτέρω, παρέμεινε προς εκδίκαση ο έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθεί η πλευρά της αιτήτριας και ο οποίος έγκειται στον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση είναι το προϊόν παράνομων προπαρασκευαστικών πράξεων και/ή διαδικασιών: κατά τη σχετική εισήγηση, η εν λόγω απόφαση διαμορφώθηκε στη βάση αποδεικτικού υλικού, το οποίο εξασφαλίστηκε κατά παράνομο και αντισυνταγματικό τρόπο και/ή στη βάση δικαστικού εντάλματος έρευνας που έπασχε και/ή ήταν παράνομο και/ή γενικό και/ή που δεν εκτελέστηκε ορθά. Πιο συγκεκριμένα, όπως εξειδικεύεται δια της απαντητικής γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της αιτήτριας, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι το προϊόν λήψης υπόψη αποδεικτικού υλικού, το οποίο είχε εξασφαλιστεί παράνομα και/ή κατά αντισυνταγματικό τρόπο. Ειδικότερα δε, υποβλήθηκε η θέση ότι το σχετικό αποδεικτικό υλικό είχε εξασφαλιστεί ύστερα από ένταλμα έρευνας το οποίο είχε εξουσιοδοτήσει την έρευνα της κατοικίας του διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd, μιας εκ των προαναφερθεισών συνδεδεμένων εταιρειών, αλλά δεν είχε εξουσιοδοτήσει την έρευνα στο διαμέρισμα, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της αιτήτριας, για τη διαμόρφωση της προσβαλλόμενης απόφασης λήφθηκαν υπόψη στοιχεία τα οποία είχαν εξασφαλιστεί κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος, το δε εκδοθέν ένταλμα έρευνας δεν είχε εξουσιοδοτήσει την διεξαγωγή έρευνας στο διαμέρισμα, παρά μόνον στην κατοικία του προαναφερθέντος προσώπου. Η ίδια δε η Διοίκηση εν προκειμένω, επέλεξε να ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας και για την κατοικία και για το διαμέρισμα, με αποτέλεσμα να μη δύναται εκ των υστέρων να προβάλλει ότι ο Νόμος δεν απαιτεί την ύπαρξη τέτοιου εντάλματος για είσοδο στο διαμέρισμα: αντίθετα, κατά τον κ. Καλλή, δεσμεύονται οι καθ’ ων η αίτηση από αυτά τα οποία οι ίδιοι είχαν ζητήσει, κατ’ εφαρμογή της οικειοθελούς τήρησης τύπων, μη επιβαλλόμενων υπό του νόμου.

 

Εν κατακλείδι, η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται ότι αυτό που τυγχάνει εξεταστέο στην υπό κρίση περίπτωση, δεν είναι η νομιμότητα του εντάλματος έρευνας, «αλλά το κατά πόσο το υλικό που παραλαμβάνεται ως αποτέλεσμα μιας αντισυνταγματικής και παράνομης εισόδου και έρευνας μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διοικητικής πράξης».

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες επί των πιο πάνω, υπήρξαν οι θέσεις των συνηγόρων των καθ’ ων η αίτηση.

 

Έχοντας εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του υπό συζήτηση ζητήματος, διαπιστώνω τα εξής:

 

Εν πρώτοις, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει έρεισμα ο ισχυρισμός περί παραβίασης του Άρθρου 16 του Συντάγματος, ο οποίος και απορρίπτεται. Στο εν λόγω Άρθρο, κατοχυρώνεται η προστασία της κατοικίας και μόνον. Εν προκειμένω, δε χωρεί αμφιβολία ότι με το υπό αναφορά εκδοθέν δικαστικό ένταλμα έρευνας, είχε εξουσιοδοτηθεί ο Έφορος και/ή οι Λειτουργοί της Υπηρεσίας ΦΠΑ να εισέλθουν για σκοπούς έρευνας στην κατοικία του Διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd. Δεν εμπίπτει, όμως, στην εμβέλεια του Άρθρου 16 η προστασία του υποστατικού και συγκεκριμένα του διαμερίσματος, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες και στο οποίο επίσης διενεργήθηκε έρευνα.

 

Περαιτέρω, δε χωρεί αμφιβολία ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πράγματι, όπως προκύπτει και από την σχετική ένορκη δήλωση της Λειτουργού ΦΠΑ που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε το υπό αναφορά ένταλμα, ζήτησαν από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος έρευνας τόσο για την κατοικία του Διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd, όσο και για το διαμέρισμα όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Ωστόσο, το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα έρευνας μόνο αναφορικά με την προαναφερθείσα κατοικία, όχι όμως για το διαμέρισμα. Με αυτά ως δεδομένα, εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσον νομιμοποιούνταν οι καθ’ ων η αίτηση να προχωρήσουν στη διενέργεια έρευνας στο διαμέρισμα της προαναφερθείσας εταιρείας. Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα καθορίζει και την τύχη του ισχυρισμού της πλευράς της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση είναι το προϊόν και/ή διαμορφώθηκε στη βάση στοιχείων, τα οποία εξασφαλίστηκαν παράνομα και/ή χωρίς την απαιτούμενη, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, εξουσιοδότηση. Η δε εξέταση αυτού του ισχυρισμού, όπως ορθώς εισηγείται ο συνήγορος της αιτήτριας, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον, πράγματι, η μη νόμιμη λήψη υπόψη αποδείξεων και/ή η στάθμιση στοιχείων κρίσεως μη νόμιμων, αποτελεί παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και συνιστά λόγο ακυρώσεως της διοικητικής απόφασης (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 291 και σύγγραμμα Γ. Παπαχατζή «Σύστημα του ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, Έκτη Έκδοση, σελ. 663). 

 

Στο άρθρο 43 του Νόμου προβλέπεται ότι «Οποιαδήποτε θέµατα αφορούν την είσπραξη και διαχείριση του Φ.Π.Α. καθώς επίσης την εκπλήρωση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ρυθµίζονται µε βάση τις διατάξεις του Δέκατου Παραρτήµατος τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 3Α(6).».

 

Στο Δέκατο Παράρτημα του Νόμου, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω διάταξη, ρυθμίζονται ζητήματα διαχείρισης και είσπραξης Φ.Π.Α.. Άμεσα σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα είναι οι διατάξεις της παραγράφου 8 του εν λόγω Παραρτήματος, οι οποίες, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, προβλέπουν τα εξής:

 

«8-(1) Για τους σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών που παρέχονται δυνάµει του παρόντος Νόµου, εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο δύναται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται σε υποστατικά, ή τόπο, εξαιρουµένων των κατοικιών, που χρησιµοποιούνται σε σχέση µε την άσκηση επιχείρησης.

 

(2) Όταν εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι υποστατικά ή τόπος χρησιµοποιούνται σε σχέση µε φορολογητέες παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών, δύναται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται και να επιθεωρεί τα εν λόγω υποστατικά ή τον τόπο, εξαιρουµένων των κατοικιών και να επιθεωρεί οποιαδήποτε αγαθά και έγγραφα που ευρίσκονται σε αυτά.

 

(3) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη εξουσία που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο, εάν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί αδίκηµα σχετικό µε το Φ.Π.Α. σε οποιαδήποτε υποστατικά ή τόπο ή ότι θα ανευρεθεί εκεί απόδειξη διάπραξης τέτοιου αδικήµατος, τότε οποιοδήποτε εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο δύναται να εισέλθει στα εν λόγω υποστατικά ή τον τόπο εξαιρουµένων των κατοικιών, και να τα ερευνήσει.

 

(4) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων της υποπαραγράφου (3) οποιασδήποτε άλλης εξουσίας που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο, όταν δικαστής ικανοποιείται µε γραπτή ένορκη δήλωση εξουσιοδοτηµένου προσώπου ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί αδίκηµα σχετικό µε το Φ.Π.Α. σε οποιαδήποτε υποστατικά ή τόπο ή ότι θα ανευρεθεί εκεί απόδειξη διάπραξης τέτοιου αδικήµατος, τότε ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλµα το οποίο να εξουσιοδοτεί το πρόσωπο αυτό ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που κατονοµάζεται στο ένταλµα να εισέλθει και να ερευνήσει τα υποστατικά ή τον τόπο που κατονοµάζεται στο ένταλµα έρευνας.

 

[.]

 

(6) Οποιοδήποτε πρόσωπο που εισέρχεται σε υποστατικά ή τόπο δυνάµει των υποπαραγράφων (3) και (4) δύναται -

(α) να κατάσχει και να µετακινήσει οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα αντικείµενα που βρίσκονται στα υποστατικά ή τον τόπο για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι δυνατό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας· και

(β) να ερευνήσει ή να µεριµνήσει την έρευνα οποιουδήποτε προσώπου που βρίσκεται στα υποστατικά ή τον τόπο για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε τέτοια έγγραφα ή άλλα αντικείµενα:».

 

Από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι σαφές, κατά την άποψή μου, ότι ο Νόμος παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση και συγκεκριμένα στον Έφορο και/ή σε εξουσιοδοτημένους Λειτουργούς της Υπηρεσίας ΦΠΑ, την εξουσία διενέργειας ελέγχου σε υποστατικά, εξαιρουμένων των κατοικιών, η οποία θεμελιώνεται, το πρώτον, στις προεκτεθείσες υποπαραγράφους (1) και (2), ενώ στη συνέχεια (βλ. υποπαραγράφους (3) και (4) αντίστοιχα), ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ επιθεωρήσεων σε υποστατικά επιχειρήσεων μόνο, εξαιρούμενων των κατοικιών, αφενός, και των περιπτώσεων εισόδου και διευρυμένων ελέγχων (περιλαμβανομένων και κατοικιών) μετά από δικαστική εντολή, αφετέρου. Όπως ευκρινώς προκύπτει από τα προβλεπόμενα στις υποπαραγράφους (1), (2) και (3), δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας για είσοδο και επιθεώρηση σε υποστατικό που χρησιμοποιείται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, ως ήταν εν προκειμένω το διαμέρισμα της προαναφερθείσας εταιρείας. Αντίθετα, από την πιο πάνω εξουσία εισόδου και έρευνας ρητά εξαιρείται η περίπτωση εισόδου και έρευνας σε κατοικία, για την οποία, όπως ρητά προβλέπεται στην υποπαράγραφο (4), απαιτείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε την έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος και για τις περιπτώσεις των υποστατικών που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, ρητά θα το προέβλεπε και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα προέβαινε στην, δια της προαναφερθείσας εξαιρέσεως, ρητή διάκριση μεταξύ υποστατικών και κατοικιών. Ούτε και προκύπτει ζήτημα σύγκρουσης των προβλεπόμενων στην υποπαράγραφο (4) με τα όσα προβλέπονται στις υποπαραγράφους (1), (2) και (3), αλλά μάλλον πρόκειται για περίπτωση που το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω υποπαραγράφων συμπληρώνεται, χωρίς να αναιρείται ή/και επηρεάζεται, από αυτό της υποπαραγράφου (4). Υπέρ αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης συνηγορεί και το ίδιο το λεκτικό της εν λόγω υποπαραγράφου, το οποίο αρχίζει με την επισήμανση ότι τα όσα εκεί προβλέπονται, είναι «Χωρίς επηρεασµό των διατάξεων της υποπαραγράφου (3) οποιασδήποτε άλλης εξουσίας που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο» (η έμφαση έχει προστεθεί).

 

Ενόψει των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται παρανομία στη δράση των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι εν προκειμένω έδρασαν και/ή διενήργησαν τον έλεγχο και/ή την επιθεώρησή τους στο διαμέρισμα της αιτήτριας, εντός των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος.

 

Περαιτέρω, υπέρ της πιο πάνω προσέγγισης συνηγορεί και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην MAHARRY ENTERPRISES LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1319/2010, ημερ. 14.3.2014, ECLI:CY:AD:2014:D191, υπόθεση που επίσης αφορούσε απόφαση επιβολής Φ.Π.Α. και στην οποία εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, ήτοι ισχυρισμός περί παράνομης εισόδου των λειτουργών του Φ.Π.Α χωρίς εξουσιοδότηση και παράνομης κατάσχεσης τεκμηρίων λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων της παρ. 8(3) του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου και κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Στην εν λόγω απόφασή του, η οποία, τονίζεται, δεν εφεσιβλήθηκε, το Δικαστήριο είπε και τα εξής:

 

«Οι εξουσίες ελέγχου των καθ΄ ων η αίτηση θεμελιώνονται, κατ’ αρχήν, στις υποπαραγράφους 1 και 2 της παραγράφου 8 του Δέκατου Παραρτήματος. Με τις υποπαραγράφους 3 και 4 διαβαθμίζονται κλιμακωτά οι εξουσίες ελέγχου, ο νομοθέτης διακρίνοντας μεταξύ επιθεωρήσεων σε υποστατικά επιχειρήσεων μόνο, εξαιρούμενων των κατοικιών, στην παρ. 8(3) και των περιπτώσεων εισόδου και διευρυμένων ελέγχων (συμπεριλαμβανομένων και κατοικιών) μετά από δικαστική εντολή όπως ορίζει η παρ. 8(4). Συνεπώς δεν έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής οι παρ. 8(3) και 8(4), αλλά η παρ. 8(4)  συμπληρώνει χωρίς να αναιρεί το πεδίο εφαρμογής της παρ. 8(3). Οι καθ' ων η αίτηση,  κατά τον έλεγχο των υποστατικών των αιτητών, έδρασαν νόμιμα σύμφωνα και με την αρχή υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπεισέρχεται  θέμα αιτιολόγησης της δράσης τους ή της μη επιλογής εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος (παρ. 8(4)), εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι νομοθετικά επιτακτικό στις περιπτώσεις υποστατικών ή τόπου που δεν περιλαμβάνουν κατοικία.

 

Οι αιτητές θέτουν περαιτέρω θέμα παράνομης εισόδου των λειτουργών του Φ.Π.Α χωρίς εξουσιοδότηση και παράνομης κατάσχεσης τεκμηρίων λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων της παρ. 8(3) του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου. Επίσης υποστηρίζουν ότι η έρευνα και κατάσχεση των τεκμηρίων, είναι αναιτιολόγητη και προσκρούει στα άρθρα 15 και 23 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι οι συγκεκριμένοι λειτουργοί στους οποίους αναφέρθηκε ονομαστικά, ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένοι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του Νόμου, επισυνάπτοντας αντίγραφα σχετικών εξουσιοδοτήσεων ημερ. 14.4.2005 και 3.1.2007 στην γραπτή της αγόρευση.

 

Το άρθρο 4 εδάφιο (2) του Νόμου καθορίζει:

 

«(2) Οποιαδήποτε πράξη ή οτιδήποτε είναι υπόχρεος ή εντεταλμένος να πράξει ο Έφορος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, μπορεί να διενεργηθεί από οποιοδήποτε λειτουργό ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του Εφόρου και οποιαδήποτε δήλωση υπογραμμένη από τον Έφορο που πιστοποιεί ότι πρόσωπο ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του είναι δεκτή ως απόδειξη σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία.»

 

            (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Επί του προκειμένου, με βρίσκουν σύμφωνη τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Caf? Citypath Entertainment Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 874/2004, ημερομηνίας 1.2.2006, στην οποία προβλήθηκε ο ίδιος ισχυρισμός:

 

«Ο Νόμος επιτρέπει σε λειτουργό να ενεργεί εκ μέρους του Εφόρου χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε εξουσιοδότηση. Η εξουσιοδότηση παρέχεται ρητά από το Νόμο. Οι λέξεις «δυνάμει εξουσιοδότησης του Εφόρου» αφορούν τις λέξεις «άλλο πρόσωπο» και όχι τον «λειτουργό». Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη δεύτερη πρόταση του εδαφίου (2) που αναφέρεται σε «πρόσωπο» που «ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης», και δεν αναφέρεται σε λειτουργό.»

 

Ως προς τα όρια εξουσιοδότησης των εν λόγω λειτουργών, δεν προκύπτει ούτε από την ένσταση ούτε από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου να προέβησαν σε πράξεις κατά την διερεύνηση των υποστατικών των αιτητών που να υπερέβαιναν τα όρια που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί.».

 

Παρομοίως, και υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι και εν προκειμένω, σύννομα και εντός της εξουσίας που τούς παρέχει ο Νόμος, οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν και διενήργησαν έρευνα στο διαμέρισμα της εταιρείας Sarina Estates Ltd, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, συλλέγοντας διάφορα τεκμήρια (λογαριασμούς, οικονομικές καταστάσεις, τιμολόγια) που αφορούσαν στον έλεγχο της αιτήτριας, στο πλαίσιο διαμόρφωσης της επίδικης κρίσης τους.  Δεδομένης δε της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου παρεχόταν στους καθ’ ων η αίτηση η δυνατότητα διενέργειας έρευνας στο εν λόγω υποστατικό και δυνάμει του οποίου ενήργησαν οι καθ’ ων η αίτηση, το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας και για το διαμέρισμα, ενώ το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα έρευνας μόνο για την κατοικία, δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της δράσης της Διοίκησης και ούτε καθιστά παράνομη τη διενέργεια έρευνας στο διαμέρισμα της εταιρείας. Τα όσα αναφέρει η πλευρά της αιτήτριας περί οικειοθελούς τήρησης τύπων που δεν επιβάλλονται από το νόμο (λόγω της συμπεριφοράς των καθ’ ων η αίτηση να προβούν σε αίτημα έκδοσης εντάλματος έρευνας και όσον αφορά το διαμέρισμα), δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, εφόσον προδήλως εδώ δεν τίθεται ζήτημα τήρησης τύπων: η έκδοση εντάλματος έρευνας και για το διαμέρισμα, την οποία, ενδεχομένως και εσφαλμένα, οι καθ’ ων η αίτηση είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο, δεν συνιστά τύπο τον οποίο όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση να τηρήσουν, πόσω δε μάλλον από τη στιγμή που ένταλμα έρευνας για το εν λόγω διαμέρισμα δεν εκδόθηκε.

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης και ως αβάσιμος απορρίπτεται.

 

Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.



[1] Βλ. Δημοκρατία ν. JH VIEWS LTD, Ε.Δ.Δ. 192/20, ημερ. 18.7.2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο