ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1470/2016)
30 Ιανουαρίου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
1. ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΚΚΕΛΗΣ
2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΚΕΛΗΣ
3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο. ΚΚΕΛΗΣ
4. ΕΛΕΝΗ Α. ΚΚΕΛΗ
5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ Ο. ΚΚΕΛΗ
Αιτητές
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
…………………………….
Ξ. Ευγενίου (κα) για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές.
Θ. Πιπερή - Χριστοδούλου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Οι αιτητές με την προσφυγή τους ζητούν την ακύρωση της Α.Δ.Π. 612 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 14.10.2016 με την οποία απαλλοτριώθηκε εκ νέου μέρος του τεμαχίου 222, Φ/Σχ. 0/2-291-381, Τμήμα 7 στον Δήμο Παραλιμνίου ιδιοκτησίας των αιτητών (στο εξής το «ακίνητο») για την κατασκευή / διασφάλιση πρόσβασης στην παραλία.
Το ακίνητο είχε αρχικά απαλλοτριωθεί στις 18.5.2001 και επιταχθεί την 1.6.2001 με δύο διαδοχικές ετήσιες παρατάσεις μέχρι τις 30.5.2003. Κατά της επίταξης οι αιτητές άσκησαν την Προσφυγή Αρ. 682/2003 η οποία οδήγησε στις 4.5.2004 σε ακυρωτική απόφαση. Εκκρεμούσης της προσφυγής, οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για ανάπτυξη του τεμαχίου η οποία, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε στις 31.12.2003. Κατά της εν λόγω απόφασης οι αιτητές άσκησαν την Προσφυγή Αρ. 255/2004 στην οποία στις 22.6.2005 εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση. Μετά από επανεξέταση, η αίτηση των αιτητών απορρίφθηκε εκ νέου στις 26.6.2006. Οι αιτητές άσκησαν ξανά προσφυγή την υπ’ αριθμό 1379/2006 η οποία με απόφαση ημερομηνίας 18.9.2008 απορρίφθηκε.
Στις 21.3.2008 δημοσιεύτηκε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης του ακινήτου και διάταγμα επίταξης. Ακολούθησε η δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης το οποίο μετά την επιτυχή άσκηση προσφυγής από τους αιτητές (Αρ. 590/09), ανακλήθηκε στις 12.9.2014.
Στις 23.10.2015 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και διάταγμα επίταξης. Οι αιτητές ενημερώθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 4.12.2015. Υπέβαλαν ένσταση η οποία, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε με απόφαση του καθ’ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 28.9.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147. Στις 14.10.2016 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το διάταγμα απαλλοτρίωσης.
Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλουν οι αιτητές αφορούν, συνοπτικά, σε ανεπίτρεπτη προσπάθεια εκ των υστέρων νομιμοποίησης κατά παραβίαση του δικαστικού δεδικασμένου, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και παραβίαση των Άρθρων 23(4) και 28 του Συντάγματος.
Το παρόν Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 31.5.2019 κατάληξε σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους καθ’ ων η αίτηση η οποία κατέληξε σε επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης (Δημοκρατία ν. Κκέλης κ.α., Ε.Δ.Δ. 120/2019, 25.1.2024). Κατόπιν άδειας, επιλήφθηκε της υπόθεσης το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο με την απόφασή του στην Αίτηση Αρ. 2/2024, 30.10.2024 αποφάσισε τον παραμερισμό τόσο της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου όσο και της πρωτόδικης. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η ουσία τελικά του ερωτήματος, όπως εντοπίζεται στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου, έχει ως ακολούθως:
«Πολύ εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο διέκρινε την ουσία της υπό κρίση διαφοράς, η οποία είναι η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο ένα διάταγμα απαλλοτρίωσης του οποίου ο σκοπός επιτεύχθηκε πριν την έκδοσή του δύναται να είναι νόμιμο.»
Συνεπώς, το ενώπιόν μας ερώτημα υπό το πιο πάνω πλαίσιο θα μας απασχολήσει, πάντα υπό το πρίσμα της ερμηνείας του ΄Αρθρου 23.4 του Συντάγματος. Είναι όμως ορθό να τονίσουμε ότι, το κατά πόσο η Διοίκηση επεμβαίνει παράνομα σε ακίνητη περιουσία ιδιώτη και κάτω από ποιες συνθήκες, εξαρτάται πάντοτε, από τα πραγματικά γεγονότα της κάθε υπόθεσης.
[…]
Με βάση τα πιο πάνω και υπό το φως των προνοιών της παραγράφου 2 του Άρθρου 23 του Συντάγματος, «Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου», προκύπτει ότι ο Συντακτικός νομοθέτης προσδιόρισε με σαφήνεια, ακρίβεια και κατ' αποκλειστικό τρόπο, τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το Κράτος και/ή η Διοίκηση ασκεί την εξουσία για απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας και οι οποίες συνίστανται, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 4 του πιο πάνω άρθρου: α) στην εξυπηρέτηση, μεταξύ άλλων, σκοπού δημοσίας ωφέλειας, β) ο οποίος (σκοπός) εξειδικεύεται σε αιτιολογημένη απόφαση της απαλλοτριούσας αρχής και γ) με την καταβολή προκαταβολικά, δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης.
Επομένως, υπό το πρίσμα όλων όσων έχουμε αναφέρει, η κατάληξη του Εφετείου κατά τρόπο απόλυτο, συνιστά, κατά την άποψη μας, ένα επιπρόσθετο όρο που εμποδίζει την έκδοση Διατάγματος απαλλοτρίωσης, ο οποίος, όμως δεν προβλέπεται από το Άρθρο 23.4 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, δεν συμφωνούμε ούτε και με την κατάληξη του Εφετείου πως η έκδοση του επίδικου Διατάγματος απαλλοτρίωσης συνιστά «ευθεία παραβίαση των προνοιών του Άρθρου 23.5 του Συντάγματος» το οποίο ορίζει ως ακολούθως:
«5. Οιαδήποτε ακίνητος ιδιοκτησία, ή δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς θα χρησιμοποιηθή αποκλειστικώς προς τον δι' ον απηλλοτριώθη σκοπόν. Εάν εντός τριών ετών από της απαλλοτριώσεως δεν καταστή εφικτός ο τοιούτος σκοπός, η απαλλοτριώσασα αρχή, ευθύς μετά την εκπνοήν της ρηθείσης προθεσμίας των τριών ετών υποχρεούται να προσφέρη την ιδιοκτησίαν επί καταβολή της τιμής κτήσεως εις το πρόσωπον παρ' ου απηλλοτρίωσεν αυτήν. Το πρόσωπον τούτο δικαιούται εντός τριών μηνών από της λήψεως της προσφοράς να γνωστοποιήση την αποδοχήν ή μη ταύτης. Εφ' όσον δε γνωστοποιήση ότι αποδέχεται την προσφοράν, η ιδιοκτησία επιστρέφεται ευθύς άμα αποδοθή παρά του προσώπου το τίμημα εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από της τοιαύτης αποδοχής.»
Υιοθετούμε την σχετική εισήγηση του Αιτητή, πως το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος εξασφαλίζει την σύνδεση της χρήσης της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, με τον καθορισμένο στην απαλλοτρίωση σκοπό. Αυτό δηλαδή που επιβάλλεται με το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος, είναι όπως η απαλλοτρίωση εξυπηρετεί τον καθορισμένο στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, σκοπό. Εξ ου και ο νομοθέτης στο ίδιο Άρθρο 23.5 ορίζει στη συνέχεια, την διαδικασία επιστροφής, όταν ο σκοπός δεν καθίσταται εφικτός εντός τριών ετών από την απαλλοτρίωση. Συνάγεται λοιπόν, ότι το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος, δεν καλύπτει την υπό συζήτηση περίπτωση.
Ερμηνεύοντας το Άρθρο 23.4 του Συντάγματος, καταλήγουμε, εις απάντηση του ενώπιον μας τεθέντος ερωτήματος, πως το γεγονός ότι ακυρώθηκαν προηγούμενα Διατάγματα απαλλοτρίωσης, ως και ότι το έργο έχει ήδη εκτελεσθεί, δεν εμποδίζει τη Διοίκηση, κατ' ερμηνείαν του πιο πάνω Άρθρου 23.4, να εκδώσει νέο Διάταγμα απαλλοτρίωσης. Τούτο δεν εξυπακούει εκ των υστέρων νομιμοποίηση, όπως αντιλήφθηκε το Εφετείο, προεκτείνοντας επί της απόφασής του. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, το νόμιμο συναρτάται σε κάθε περίπτωση από τα γεγονότα που την περιβάλλουν.
[…]
Διατάσσεται η επανεκδίκαση της Προσφυγής 1470/2016 από την ίδια Δικαστή κατά προτεραιότητα, προκειμένου να εξετασθούν οι υπόλοιποι εγερθέντες λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι, ως εκ του αποτελέσματος, δεν είχαν εξετασθεί πρωτόδικα.»
Στη βάση της πιο πάνω δεσμευτικής κρίσης, η αντίληψη του παρόντος Δικαστηρίου είναι ότι οι μοναδικοί λόγοι ακύρωσης από όσους προβάλλουν οι αιτητές που παραμένουν προς εξέταση είναι η έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Έχω την άποψη ότι εφόσον κρίνεται αποδεκτή και νόμιμη η δυνατότητα της διοίκησης να εκδίδει διάταγμα απαλλοτρίωσης σε σχέση με έργο που ήδη εκτελέστηκε, το ζήτημα κατά πόσο προηγήθηκε οποιαδήποτε έρευνα ως προς την αναγκαιότητα του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης δεδομένου ότι αυτό έχει ήδη υλοποιηθεί, προβάλλεται αλυσιτελώς. Το ίδιο ισχύει και για την αιτιολογία της πράξης.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο