ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1037/2019, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1037/2019, 27/2/2026

  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

                                      (Υπόθεση αρ. 1037/2019)

 

                           27 Φεβρουαρίου 2026

                            [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                         ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

 

Αιτήτριας,

                                      και

                         ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

                        ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

Καθ’ ης  η αίτηση

                    ________________________________

 

Ε. Νικολαΐδου (κα), δικηγόρος για την αιτήτρια.

Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για την καθ’ ης η αίτηση.

Το Ενδιαφερόμενο μέρος εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

 

 

                         Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια δια της παρούσας Προσφυγής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας να προάξει το ενδιαφερόμενο μέρος Δέσπω Μέρτακκα στη μόνιμη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως Α’, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως από 15.5.2019 αντί της αιτήτριας.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν, εν συντομία, ως ακολούθως:

 

Με επιστολή ημερομηνίας 26.2.2018 υποβλήθηκε εκ μέρους της αρμόδιας αρχής πρόταση για την πλήρωση μεταξύ άλλων θέσεων και μιας μόνιμης θέσης Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως A', Θέση Προαγωγής, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως (Θέση Προαγωγής).  

 

Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας επιλήφθηκε του θέματος σε συνέδρια της ημερομηνίας 24.4.2019 κατά την οποία κλήθηκε και παρέστη η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «η Επίτροπος») η οποία σύστησε για προαγωγή το ενδιαφερόμενο μέρος. Ακολούθως, η Επιτροπή και αφού έλαβε υπόψη τα ενώπιον της στοιχεία, ως αυτά αποτυπώνονταν από το φάκελο πλήρωσης της επίδικης θέσης, τους προσωπικούς φάκελους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων καθώς και την υπέρ του ΕΜ σύσταση της Επιτρόπου Διοικήσεως έκρινε ότι το ΕΜ Μέρτακκα Δέσπω υπερείχε των άλλων υποψηφίων περιλαμβανομένου και της αιτήτριας και αποφάσισε να την επιλέξει ως την πιο κατάλληλη, προφέροντας της προαγωγή στην επίδικη θέση.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης προαγωγής τoυ EM η αιτήτρια βάλλει πρώτιστα κατά της σύστασης της Επιτρόπου Διοικήσεως, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και προϊόν πλάνης καθώς και ότι η ίδια υπερέχει έκδηλα έναντι του ΕΜ. Ειδικότερα προβάλλεται ότι υπό πλάνη κρίθηκε ότι ΕΜ υπερέχει σε ηλικιακή αρχαιότητα από την αιτήτρια αφού, ως  διατείνεται, «πουθενά δεν έγινε αναφορά ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος για ένα έτος είχε λάβει εκπαιδευτική άδεια άνευ απολαβών από τις 19/09/2009 έως 30/09/2010, ενώ για περίοδο μεγαλύτερη των τεσσεράμισι ετών, και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019, είχε αποσπαστεί στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, ασκώντας καθήκοντα άσχετα προς το αντικείμενο της θέσης Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, καθώς και της θέσης Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως Α». Τούτα δε σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η αιτήτρια κατέχει τη μόνιμη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως από την 1.8.2007, την οποία κατείχε και σε έκτακτη βάση από την 1.7.2003 μέχρι την 31.7.2007 υποδηλούν, κατά την αιτήτρια, ότι όχι μόνο η ίδια υστερεί έναντι του ΕΜ σε αρχαιότητα αλλά τουναντίον υπερέχει. Με αναφορά στα ίδια δε δεδομένα παραπονείται η αιτήτρια ότι το ΕΜ «έχει λιγότερα χρόνια εργασίας στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, και κατά συνέπεια μικρότερη πείρα στο αντικείμενο της επίδικης θέσης.»  Ούτε και όμως, συνεχίζει η πλευρά της αιτήτριας, είναι κατανοητή ή αποδεκτή η υπέρμετρη βαρύτητα που προσδόθηκε από την Επίτροπο στην επαγγελματική πείρα του ΕΜ που προκύπτει από την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος κατά την περίοδο 7.2.2003-6.7.2006 όταν μάλιστα «πουθενά δεν αντιπαρατέθηκε η συνεχής απασχόληση της Αιτήτριας στο γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως από 01/07/2003-31/07/2007 ως Έκτακτη Λειτουργός και από 01/08/2007 μέχρι και σήμερα ως Μόνιμη Λειτουργός». Στο ίδιο δε σφάλμα αναφορικά με την υπεροχή του ΕΜ σε ηλικιακή αρχαιότητα υπέπεσε κατά την αιτήτρια και η ΕΔΥ η οποία υπό πλάνη στήριξε την απόφαση της στο κριτήριο της αρχαιότητας και στη δοθείσα σύσταση της Επιτρόπου και η οποία επέλεξε το ΕΜ για προαγωγή χωρίς όμως να προβεί σε επαρκή έρευνα και αξιολόγηση των υποψηφίων και αιτιολόγηση της απόφασής της. Τελικώς η αιτήτρια διατείνεται ότι «παρ' ότι δεν αναφέρεται πουθενά από την Επίτροπο, είτε από την Επιτροπή, στα καταγεγραμμένα πρακτικά» υπάρχει το ενδεχόμενο η Επίτροπος και η ΕΔΥ να επηρεάστηκαν από τα όσα τιμητικά κατέγραψε για το ΕΜ σε σχετική επιστολή του, η οποία είναι κατατεθειμένη στο προσωπικό φάκελο του ΕΜ, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, στο οποίο το ΕΜ είχε αποσπασθεί για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων.

 

Παρεμβάλλεται ότι κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της υπόθεσης η πλευρά της αιτήτριας απέσυρε τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι  συναρτώνταν με άλλο Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης, το οποίο θα εφαρμόζετο σε χρόνο μεταγενέστερο του ουσιώδους χρόνου και δια του οποίου η επίδικη θέση θα πληρωνόταν ως θέση Πρώτου διορισμού και Προαγωγής και το οποίο διαλάμβανε άλλα απαιτούμενα, από αυτά που το σχετικό Σχέδιο Υπηρεσίας καθορίζει, προσόντα. Σύμφωνα δε με το Σχέδιο Υπηρεσίας, ως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προβλέπονταν ως απαιτούμενα προσόντα τα ακόλουθα:

 

« (1) Πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως.

(2) Ακεραιότητα χαρακτήρα, διοικητική και οργανωτική ικανότητά, πρωτοβουλία, υπευθυνότητα και ευθυκρισία

(3) Πολύ καλή γνώση της ελληνικής και μιας τουλάχιστον από τις επικρατέστερες ευρωπαϊκές γλώσσες, κατά προτίμηση της αγγλικής».


Η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υποδεικνύει ότι τόσο η σύσταση της Επιτρόπου όσο και η επίδικη απόφαση της Επιτροπής είναι δεόντως αιτιολογημένες και λήφθηκαν μετά από προσμέτρηση όλων των στοιχείων κρίσης και χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της απόφασης για προαγωγή του ΕΜ. Τονίζει δε ότι η απόφαση της καθ΄ης η αίτηση ήταν νόμιμη και εύλογα επιτρεπτή και ότι η αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδείξει έκδηλη υπεροχή.

 

Η πλευρά του ΕΜ, δια της γραπτής της αγόρευσης, υποστήριξε τη νομιμότητα της απόφασης προαγωγής του ΕΜ ανταπαντώντας σε έκαστο εγειρόμενο ισχυρισμό της αιτήτριας.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, οι οποίοι είναι αλληλένδετοι, όπως βεβαίως και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση και του ΕΜ σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.

 

Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περιστρέφονται πρωτίστως και κυρίως γύρω από τη νομιμότητα της σύστασης της Επιτρόπου, κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς πληρότητας, να παρατεθούν τα όσα  η Επίτροπος ανέφερε, ως εδώ ενδιαφέρουν, ενώπιον της Επιτροπής κατά τη συνέδρια της ημερομηνίας 24.4.2019:

 

«H Επίτροπος Διοικήσεως, προβαίνοντας στη σύστασή της, ανέφερε τα εξής:

 

    «Έχω μελετήσει και αξιολογήσει με προσοχή το σύνολο των στοιχείων που προέρχονται από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όλων των υποψηφίων, την αξία τους, ιδιαίτερα όπως αυτή αντικατοπτρίζεται τα τελευταία πέντε χρόνια, και έλαβα επίσης υπόψη τα ακαδημαϊκά ή και άλλα προσόντα τους.

                 Οι υποψήφιοι με α/α 1-9 κατέχουν όλα τα προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας απαιτούμενα προσόντα. Γνωρίζω προσωπικά όλους τους υποψηφίους και έχω λάβει υπόψη τη γενική εικόνα τους, όπως αποκρυσταλλώνεται από την απόδοση, τις ικανότητες, δυνατότητες και την εν γένει προσφορά τους στο Γραφείο.[..]

 

Συγκριτικά, μεταξύ των υποψηφίων με α/α 1, Μέρτακκα Δέσπως, και α/α 2, Διονυσίου Αθανασίας, που υπερέχουν σε αρχαιότητα έναντι των υπολοίπων υποψηφίων, διαπιστώνω, από τα στοιχεία των Προσωπικών τους Φακέλων, ότι:

- σε σχέση με την αξία, οι δύο υποψήφιες είναι ισοδύναμες σε βαθμολογημένη αξία στη βάση των Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων και ιδιαίτερα τα τελευταία πέντε χρόνια,

 

- σε σχέση με τα προσόντα, οι υποψήφιες διαθέτουν και οι δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που, αν και δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε θεωρούνται πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, κρίνονται σχετικοί με τα καθήκοντα της θέσης και τους απέδωσα την ανάλογη βαρύτητα, και

- σε σχέση με την αρχαιότητα, και οι δύο υποψήφιες διορίστηκαν στη μόνιμη Θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως την ίδια μέρα, δηλαδή την 1.8.07, που είναι και η Θέση Πρώτου Διορισμού τους.

Συγκριτικά και αφού συνεκτίμησα όλα τα πιο πάνω στοιχεία, κρίνω ότι η υποψήφια με α/α 1, Μέρτακκα Δέσπω, υπερέχει έναντι της υποψήφιας με α/α 2, Διονυσίου Αθανασίας, σε αξία, αφού κατέχει επαγγελματικό προσόν, ως εγγεγραμμένη στο Μητρώο Δικηγόρων και άσκησε δικηγορία, ως εγγεγραμμένη και στο Μητρώο των δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμα, από 15.1.02 - 6.2.03, ως ασκούμενη δικηγόρος και από 7.2.03 - 6.7.06 ως μάχιμη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος και Σία, ενώ η υποψήφια με α/α 2, Διονυσίου Αθανασία, ενεγράφη μόνο στο Μητρώο Δικηγόρων στις 25.4.17, ενώ εργαζόταν στο Γραφείο, χωρίς να έχει ασκήσει καθόλου δικηγορία. Λαμβάνοντας υπόψη την πάγια νομολογία ότι η πείρα στο δικηγορικό επάγγελμα επαυξάνει τις γνώσεις ενός υποψηφίου στα νομικά και του προσδίδει επιπρόσθετη πείρα που επαυξάνει στην αξία του, κρίνω ότι η υποψήφια με α/α 1, Μέρτακκα Δέσπω, υπερέχει έναντι της υποψήφιας με α/α 2, Διονυσίου Αθανασίας, σε αξία, αφού διαθέτει και επαγγελματική πείρα ως δικηγόρος.

 

·            Έλαβα, επίσης, υπόψη την πάγια νομολογία σε σχέση με την αρχαιότητα λόγω διαφοράς στην ηλικία, η οποία δεν μπορεί να παραγνωριστεί, αφού αποτελεί έγκυρο και νομοθετημένο κριτήριο, το οποίο δεν παύει να αποτελεί ένα αναγνωρισμένο διαφοροποιητικό στοιχείο κρίσης, σύμφωνα με το οποίο η υποψήφια με α/α 1, Μέρτακκα Δέσπω, υπερέχει έναντι της υποψήφιας με α/α 2, Διονυσίου Αθανασίας, και σε ηλικιακή αρχαιότητα σε σχέση με την ημερομηνία γέννησής της, που συνίσταται στα δύο έτη.

 

·            Συνεκτιμώντας το σύνολο όλων των πιο πάνω προαναφερθέντων στοιχείων, κρίνω ως καταλληλότερη και συστήνω για προαγωγή στην υπό πλήρωση Θέση την Μέρτακκα Δέσπω.»

Ακολούθως η Επιτροπή και αφού μελέτησε τους ενώπιον της φακέλους  και αφού έλαβε υπόψη της τα τρία κριτήρια ήτοι  την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα των υποψηφίων σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ’ αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα προχώρησε σε συγκριτική αντιπαραβολή και αξιολόγηση των υποψηφίων στα πλαίσια της οποίας διαπίστωσε ότι το ΕΜ είναι ίση σε βαθμολογημένη αξία με τους λοιπούς υποψήφιους, προηγείται έναντι όλων σε αρχαιότητα που ανάγεται στην ημερομηνία διορισμού της πλην της αιτήτριας από την οποία προηγείται σε ηλικιακή αρχαιότητα αφού διορίστηκαν κατά την ίδια ημερομηνία στην προηγούμενη της επίδικης θέσης. Αναφορικά με τα προσόντα η ΕΔΥ διαπίστωσε ότι αιτήτρια και ΕΜ, ως εδώ ενδιαφέρουν, είναι εγγεγραμμένοι δικηγόροι και κατέχουν αντιστοίχως  Master of Laws in Human Rights και Master of Laws in International Human Rights Law, προσόντα στα οποία προσέδωσε ανάλογη βαρύτητα, δεδομένης, ως ανέφερε, της σχετικότητας τους με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Στη βάση συνεκτίμησης όλων των πιο πάνω έκρινε ότι το ΕΜ, το οποίο διαθέτει υπερ του τη σύσταση της Επιτρόπου, η οποία, ως σημείωσε, συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων, είναι καταλληλότερο για προαγωγή.

 

Αποτέλεσε κύρια και βασική θέση της αιτήτριας ότι υπό πλάνη λήφθηκε υπόψη η υπεροχή του ΕΜ σε ηλικιακή αρχαιότητα αφού η αιτήτρια, ως ο ισχυρισμός της, υπερέχει έναντι του ΕΜ σε αρχαιότητα και τούτο διότι εσφαλμένα δεν συνυπολογίστηκε για σκοπούς αρχαιότητας ότι το ΕΜ υπηρετούσε για περίοδο πέραν των τεσσεράμισι ετών με απόσπαση, ότι είχε λάβει εκπαιδευτική άδεια άνευ απολαβών από τις 1.9.2009 έως 30.9.2010 καθώς και η προηγούμενη εργασιακή πείρα της αιτήτριας σε έκτακτη βάση στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως.

 

Ο ισχυρισμός της αιτήτριας δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος, αφού τίποτα από τα όσα η ίδια υποβάλλει δεν όφειλε να  προσμετρηθεί για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας.

 

Ως ορθά υποδεικνύει η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση η αξιολόγηση και η επιμέτρηση της αρχαιότητας διέπεται από το άρθρο 49 του Ν. 1/90, το οποίο τόσο η Επίτροπος όσο και η ΕΔΥ, σύμφωνα και με τα όσα καταγράφονται στο επίμαχο πρακτικό, εφάρμοσαν. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν οι πρόνοιες του άρθρου 49, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«49.—(1) Η αρχαιότητα μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν την ίδια µόνιµη θέση ή τάξη της ίδιας θέσης, είτε µόνιµα είτε προσωρινά είτε από µήνα σε µήνα είτε µε απόσπαση, είτε µε σύβαση, κρίνεται µε βάση την ημερομηνία της ισχύος του διορισμού, της προαγωγής ή απόσπασης τους στη συγκεκριμένη θέση ή τάξη, ανάλογα µε την περίπτωση, ανεξάρτητα από τον τρόπο κατοχής της.»

[..]

(7) Στο άρθρο αυτό —

«προηγούμενη αρχαιότητα» σημαίνει αρχαιότητα των υπαλλήλων στη θέση ή τάξη που κατεχόταν από αυτούς αμέσως πριν από τη κατοχή της παρούσας θέσης τους ή τάξης και αν η αρχαιότητα αυτή είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται µε την ίδια µμέθοδο, αφού εφαρμοστεί αναδρομικά µέχρι τους πρώτους διορισμούς των υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία. Σε περίπτωση που η αρχαιότητα στους πρώτους διορισμούς είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται µε βάση την ηλικία των υπαλλήλων.»

 

Ως προκύπτει από τους προσωπικούς φακέλους του ΕΜ και της αιτήτριας αλλά και από τον σχετικό κατάλογο υποψηφίων, ο οποίος τέθηκε ενώπιον της ΕΔΥ και ο οποίος περιλαμβάνεται στο διοικητικό φάκελο, αιτήτρια και ΕΜ διορίστηκαν στη μόνιμη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, ήτοι στην αμέσως προηγουμένη θέση της επίδικης θέσης, κατά την ίδια ημερομηνία και δη την 1.8.2007, γεγονός το οποίο η αιτήτρια ουδόλως αμφισβητεί. Δεδομένου δε ότι ουδεμία από τις δυο υποψήφιες δεν κατείχε προηγουμένως άλλη μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία, ώστε να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 49(2) του Ν.1/90, η μεταξύ τους διαφορά στην προηγούμενη αρχαιότητα ορθά διαπιστώθηκε ότι όφειλε να κριθεί στη βάση της ηλικίας των δυο υποψηφίων.

 

Ως υπομνήσθηκε στην Κωνσταντίνου v Αντωνίου και Δημοκρατίας (2017) 3Β Α.Α.Δ 907) αυτό που δεσμεύει το Δικαστήριο είναι ο Νόμος και στην προκείμενη περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 49 (1) και (7), οι οποίες υπέχουν εφαρμογής και επί των οποίων όφειλε να κριθεί η αρχαιότητα των υποψηφίων βάσει της ημερομηνίας ισχύος του διορισμού τους στη συγκεκριμένη μόνιμη θέση. Υπενθυμίζεται ότι όπως λέχθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανού v  Δημοκρατίας ( 2015) 3 Α.Α.Δ 246) με αναφορά στην Σταύρου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 317): «η αρχαιότητα  ενός υπαλλήλου σύμφωνα με το Νόμο είναι εκείνη που προσμετρά από την ημέρα που προσλαμβάνεται σε μόνιμη θέση» καθώς και ότι «υπηρεσία σε έκτακτη βάση δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αρχαιότητας».

 

Παρεμβάλλεται ότι σύμφωνα και με το άρθρο 47(2) του Ν.1/90, ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, συμφώνως με τις διατάξεις του οποίου διενεργήθηκε και η απόσπαση του ΕΜ, υπάλληλος που αποσπάται εξακολουθεί να κατέχει οργανικά τη θέση από την οποία αποσπάται.

 

Έπεται ότι η θέση της αιτήτριας ότι εσφαλμένα η Επίτροπος και συνακόλουθα η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη για σκοπούς υπολογισμού αρχαιότητας την προηγούμενη υπηρεσία της αιτήτριας ως έκτακτης στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, την εκπαιδευτική άδεια που έλαβε το ΕΜ για ένα έτος για λόγους δημοσίου συμφέροντος καθώς και τη χρονική περίοδο της απόσπασης της και επομένως να διαπιστώσει την υπεροχή της αιτήτριας σε αρχαιότητα ουδόλως βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 49 του Νόμου και επομένως ουδόλως μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της κρίσης της Επιτροπής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα επιμέτρησης της αρχαιότητας για σκοπούς προαγωγής. Καθοριστικό δε παραμένει ότι η αιτήτρια ουδόλως υποδεικνύει αλλά ούτε και εισηγείται ότι η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόστηκε εσφαλμένα και πεπλανημένα. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι είναι η ίδια αιτήτρια που είχε το βάρος να υποδείξει που ερείδονται τα όσα εισηγείται για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας των υποψηφίων, κάτι που εν προκειμένω απέτυχε να πράξει (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 60/2016, ημερομηνίας 6/9/23). Με δεδομένο, λοιπόν, ότι τα όσα η αιτήτρια επικαλείται δεν θα μπορούσαν, εκ των πραγμάτων, να διαφοροποιήσουν το κριτήριο της αρχαιότητας, δεν υπήρχε, ως εσφαλμένα παραπονείται, ούτε και οποιαδήποτε υποχρέωση της Επίτροπου και της ΕΔΥ να αναφερθούν στην απόσπαση του ΕΜ και στην εκπαιδευτική άδεια που αυτό είχε λάβει για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος κατά το έτος 2009.

 

Συνεπώς καταλήγω ότι νομίμως κρίθηκε ότι υπερείχε το ΕΜ σε ηλικιακή αρχαιότητα από την αιτήτρια.

 

Ούτε όμως θα συμφωνήσω με τη θέση της αιτήτριας ότι τόσο η Επίτροπος όσο και η ΕΔΥ όφειλαν να αναφέρουν ότι το ΕΜ είχε αποσπαστεί εκτελώντας καθήκοντα μη σχετικά με τη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και επομένως και με την επίδικη θέση καθώς και ότι είχε λάβει εκπαιδευτική άδεια άνευ απολαβών για ένα έτος για λόγους δημοσίου συμφέροντος ώστε να διαφανεί, ως η αιτήτρια εισηγείται, η υπεροχή της σε πείρα έναντι του ΕΜ.

Αναφορικά με την απόσπαση του ΕΜ και πέραν των όσων η πλευρά του ΕΜ υποδεικνύει ήτοι ότι το ΕΜ αποσπάστηκε δυνάμει του άρθρου 47(1)(ε) του Ν.1/90 για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων και δη νομικής φύσεως στο Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων - κάτι άλλωστε που επιβεβαιώνεται ευθέως από το περιεχόμενο του προσωπικού φακέλου του ΕΜ – καθώς και ότι σύμφωνα με το άρθρο 47(3) του Ν.1/90 ο χρόνος απόσπασης υπαλλήλου σε κενή θέση λογίζεται ως υπηρεσία στη θέση αυτή για όλους του σκοπούς του Ν.1/90 και επομένως και για σκοπούς προαγωγής, καθοριστικό παραμένει, ως και πάλι ορθά υποδεικνύει η πλευρά του ΕΜ, ότι δεν είναι δυνατή η θυματοποίηση των υπαλλήλων λόγω των καθηκόντων που καλούνται εκάστοτε να εκτελέσουν αφού με αυτό τον τρόπο θα επαυξάνονταν οι πιθανότητες προαγωγής άλλων υπαλλήλων που υπηρετούν στην ίδια θέση. 

 

Τα πιο πάνω, τα οποία είναι καταλυτικά για το ζήτημα που εγείρει η αιτήτρια, επιβεβαιώθηκαν προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Μαρία Αλκείδου v Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.163/20, ημερομηνίας 8/10/25) όπου εγέρθηκε πανομοιότυπος ισχυρισμός και υπομνήσθηκαν τα ακόλουθα:

«Σε ό,τι αφορά δε στον ισχυρισμό για πλάνη στην προσμέτρηση της πείρας  του Ε/Μ 4, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη ή/και διαζευκτικά να ληφθεί υπόψη η υπεροχή της εφεσείουσας έναντι αυτού, καθότι το Ε/Μ 4 είχε αποσπαστεί για σκοπούς της Προεδρίας της Δημοκρατίας και ασκούσε άλλα καθήκοντα από τα καθήκοντα της θέσης, ορθά ο ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι η  απόσπαση που αποφασίζεται από την υπηρεσία και συνεπάγεται την άσκηση άλλων καθηκόντων δεν μπορεί να αποβεί είτε εις βάρος του αποσπασθέντος υπαλλήλου, ούτε και να προσπορίσει όφελος λόγω της άσκησης άλλων καθηκόντων.»

 

Ούτε όμως και η αναφορά της αιτήτριας ότι η Επίτροπος παρέλειψε να αναφέρει ότι το ΕΜ είχε λάβει εκπαιδευτική άδεια άνευ απολαβών από την 1.9.2009 μέχρι 30.9.2010 μπορεί να έχει τέτοια ουσιαστική επίδραση ώστε να προσδώσει έκδηλη υπεροχή στην αιτήτρια σε πείρα έναντι του ΕΜ και ούτε και μπορεί να καταδείξει, ως η αιτήτρια εισηγείται, ότι η σύσταση της Επίτροπου είναι πράγματι πεπλανημένη και μη εναρμονισμένη με τα στοιχεία των φακέλων.

 

Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι η αναφορά αυτή της αιτήτριας, παρέμεινε πλήρως γενική και αόριστη αφού ουδόλως συσχετίστηκε με οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή με οποιαδήποτε άλλη τεκμηρίωση που να καταδεικνύει υποχρέωση της Επιτρόπου για ρητή καταγραφή τέτοιου ζητήματος. Περαιτέρω η εισήγηση της αιτήτριας παραβλέπει ότι το ΕΜ δεν έλαβε απλώς εκπαιδευτική άδεια άνευ απολαβών αλλά εκπαιδευτική άδεια για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την επιστολή της Επιτρόπου Διοικήσεως προς το ΕΜ ημερομηνίας 3.8.2009, η οποία περιλαμβάνεται στον προσωπικό φάκελο του ΕΜ.

 

Προς αυτή την κατεύθυνση η πλευρά του ΕΜ με τη γραπτή της αγόρευση υπέδειξε ότι σύμφωνα με τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικούς) Κανονισμούς του 1991 (ΚΔΠ 98/91) ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, η άδεια απουσίας άνευ απολαβών «για λόγους δημοσίου συμφέροντος» αποτελεί πραγματική υπηρεσία. Τούτο δε προκύπτει ξεκάθαρα, εισηγήθηκε, από τον Κανονισμό 14(3)(α) από τον οποίο εξάγεται ότι εκεί όπου η άδεια χωρίς απολαβές είναι για λόγους δημοσίου συμφέροντος τότε θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία, όπου αναφέρονται και τα ακόλουθα:

 

«14.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου και του Κανονισμού 15, όταν σε σχέδια υπηρεσίας απαιτείται ορισμένος χρόνος υπηρεσίας για προαγωγή, η υπηρεσία πρέπει να είναι πραγματική υπηρεσία.

«(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (1) ο όρος «πραγματική υπηρεσία» δεν περιλαμβάνει:-

(α) Χρόνο άδειας χωρίς απολαβές για λόγους άλλους ή του δημόσιου συμφέροντος».

 

Ειδικότερα όμως συνέχισε η πλευρά του ΕΜ, το όλο ζήτημα ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 15(1)(α) των πιο πάνω Κανονισμών, ο οποίος προνοεί ρητώς ότι:

 

«15.-(1) Σε σχέδια υπηρεσίας στα οποία απαιτείται ορισμένος χρόνος υπηρεσίας ή πείρας για προαγωγή, ο χρόνος σπουδών που διανύθηκε από υπάλληλο θα αναγνωρίζεται ως υπηρεσία ή πείρα ως ακολούθως:

(α) Για απόκτηση μεταπτυχιακού διπλώματος ή      τίτλου, θα αναγνωρί- ζεται ως υπηρεσία ή πείρα για τη θέση ή τις θέσεις που κατείχε όταν απουσίαζε από τα καθήκοντα του για να αποκτήσει το προσόν αυτό, μέχρι 3 έτη κατ' ανώτατο όριο, με βάση τον κανονικά απαιτούμενο χρόνο για απόκτηση του, νοουμένου ότι το προσόν σχετίζεται με τα καθήκοντα της Θέσης  ή των θέσεων που κατείχε ο υπάλληλος και ότι αυτό αποκτήθηκε μετά από σπουδές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό πάνω σε πλήρη βάση είτε με υποτροφία είτε με εκπαιδευτική άδεια κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.»

Η πλευρά της αιτήτριας ανταπάντησε με τη γραπτή της αγόρευση ότι η τροποποίηση που επήλθε με την Κ.Δ.Π.617/2020 στον Κανονισμό 14(3)(α)  δια της οποίας αντικαταστάθηκε η φράση «για λόγους άλλους ή του δημοσίου συμφέροντος» με τη φράση «εξαιρουμένων ... και των περιπτώσεων άδειας απουσίας χωρίς απολαβές για λόγους δημοσίου συμφέροντος», δεικνύει ότι προηγουμένως δεν περιλαμβάνετο ως πραγματική υπηρεσία, η άδεια απουσίας χωρίς απολαβές για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 

Είναι σαφές ότι τόσο ο Κανονισμός 14(1) που ρυθμίζει το ζήτημα  λήψης άδειας για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ως η περίπτωση του ΕΜ, όσο και ο Κανονισμός 15(1) που ρυθμίζει ειδικότερα το ζήτημα της αναγνώρισης του χρόνου που διανύθηκε για απόκτηση, μεταξύ άλλων μεταπτυχιακού τίτλου, ως εν προκειμένω έπραξε το ΕΜ, αφορούν αποκλειστικά το ζήτημα του υπολογισμού του ορισμένου χρόνου τον οποίο οφείλει να κατέχει ο εκάστοτε για προαγωγή υποψήφιος ως απαιτούμενο εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόν και όχι οποιοδήποτε άλλο χρόνο πέραν του απαιτούμενου. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι και σε αυτή ακόμη την περίπτωση που άπτεται του καθοριστικού ζητήματος πλήρωσης απαιτούμενου εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόντος, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αδάμος Αδάμου v Πούλλου v Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ 541) έκρινε ότι στη βάση του Κανονισμού 14 (3) (α) ως αυτό ίσχυε ακόμα και πριν την τροποποίηση του το 2020, ο χρόνος άδειας για λόγους δημοσίου συμφέροντος συνιστά δόκιμο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας.

 

Εν πάση περιπτώσει το γεγονός της ληφθείσας από το ΕΜ εκπαιδευτικής άδειας άνευ απολαβών για λόγους δημόσιου συμφέροντος για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ρητώς καταγράφεται και στον κατάλογο υποψηφίων και δη στον Πίνακα που καταρτίστηκε για το ΕΜ, ήταν ενώπιον της Επιτρόπου και επομένως σύμφωνα με το τεκμήριο της κανονικότητας λήφθηκε υπόψη.

 

Με δεδομένο ότι η πλευρά της αιτήτριας δεν υπέδειξε οτιδήποτε που να καταδεικνύει σφάλμα στην κρίση της Επιτρόπου και με δεδομένη την έκταση και τη μακρά υπηρεσία και των δυο υποψηφίων στην προηγούμενη της επίδικης θέσης αφού και οι δυο διορίστηκαν στη μόνιμη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως την 1.8.2007, υπηρεσία η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν ενώπιον της Επίτροπου και ρητώς σημειώθηκε, δεν διαβλέπω πώς το Δικαστήριο θα μπορούσε να επέμβει ώστε να διαπιστώσει ουσιώδη πλάνη, δυνάμενη να επιφέρει την ακύρωση της προαγωγής του ΕΜ ένεκα της εκπαιδευτικής άδειας που αυτό έλαβε για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά το έτος 2009-2010.

 

Περαιτέρω απορριπτέος πρέπει να κριθεί και ο έτερος ισχυρισμός της αιτήτριας περί υπέρμετρης δοθείσας βαρύτητας από την Επίτροπο στην επαγγελματική πείρα του ΕΜ από την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος κατά την περίοδο 7.2.2003-6.7.2006. Η αιτήτρια αν και ξεκάθαρα αποδέχεται ότι μια τέτοια πείρα είναι, σύμφωνα και με τη πάγια νομολογία, σχετική με τα καθήκοντα της θέσης αφού επαυξάνει τις γνώσεις ενός υποψηφίου στα νομικά, εντούτοις παραπονείται για τη βαρύτητα που προσδόθηκε από την Επίτροπο στην αποκτηθείσα πείρα του ΕΜ από την έμπρακτη ενάσκηση της δικηγορίας, η οποία, ως σημειώνει, δεν  αντιπαρατέθηκε  με την πείρα της αιτήτριας στο Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως στη θέση έκτακτου λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως από 1.7.2003-31.7.2007,  η οποία, κατά τις εισηγήσεις της αιτήτριας, είναι και η πιο σχετική πείρα για τις ανάγκες της θέσης.

 

Καταρχάς όσον αφορά την πείρα της αιτήτριας, η οποία αποκτήθηκε προ του μόνιμου διορισμού της ως έκτακτη λειτουργός, οφείλει να επισημανθεί ότι αυτή ήταν ενώπιον της Επιτρόπου αφού στην αίτηση της αιτήτριας για διορισμό στη μόνιμη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, η οποία περιλαμβάνεται στο προσωπικό της φάκελο, καταγράφεται ότι αυτή είχε εργαστεί ως έκτακτη λειτουργός στο Γραφείο της Επιτρόπου από την 1.7.2003 χωρίς όμως αυτή να συνοδεύεται ταυτόχρονα και από οποιαδήποτε καταγραφή αναφορικά με καθήκοντα τα οποία εκτελούσε. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω προσωπικός φάκελος της αιτήτριας είχε τεθεί ενώπιον τόσο της Επιτρόπου όσο και της ΕΔΥ, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το πρακτικό ημερομηνίας 24.4.2019, όπου ρητώς καταγράφεται ότι η Επίτροπος μελέτησε και αξιολόγησε με προσοχή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στους προσωπικούς φακέλους όλων των υποψηφίων. Παρόμοια δε καταγραφή διενεργείται στο ίδιο πρακτικό και σε σχέση με την ΕΔΥ. Συνεπώς και με δεδομένο ότι το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων ήταν ένα από τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση της τελικής της κρίσης δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραγνώριση της πείρας της αιτήτριας.

 

Πέραν τούτου, καθίσταται φανερό ότι αυτό που παραβλέπει η όλη εισήγηση της αιτήτριας είναι ότι η εκάστοτε επιλογή γίνεται στη βάση της αξιολόγησης όλων των δεδομένων και όχι υπό μια μορφής αριθμητικής συνεξέτασης των στοιχείων, αποσπασματικά ιδωμένων, κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου (Παναγή v Δημοκρατίας (2011) 3(Β) Α.Α.Δ 639).

 

Αφ΄ης στιγμής η πείρα του ΕΜ η οποία αποκτήθηκε από την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος έστω και απομακρυσμένη- ως βεβαίως απομακρυσμένη ήταν και η πείρα της αιτήτριας αφού αυτή δεν είχε αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων στην τελευταία θέση που προηγείται της επίδικης (Παναγιώτης Γεωργίου v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. αρ. 61/20, ημερομηνίας 21/1/25) - ήταν υπαρκτή  και  δεν αποτελούσε εξωγενές στοιχείο κρίσεως αφού και κατά τη νομολογία η πείρα στο δικηγορικό επάγγελμα επαυξάνει τις γνώσεις ενός υποψηφίου στα νομικά ημοκρατία ν. Σπύρου Κόκκινου (2005) 3 Α.Α.Δ. 199) δεν διαβλέπω πως το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει υποκαθιστώντας την κρίση της Επιτρόπου και κρίνοντας την αναφορά αυτή ως μη εύλογα επιτρεπτή.Ως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Κούσιου Κορφιώτου v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. αρ. 18/26, ημερομηνίας 24/5/22) σε περίπτωση που το Δικαστήριο προβαίνει σε κρίση ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να δοθεί σε κάθε στοιχείο, τούτο θα συνιστούσε υποκατάσταση της κρίσης του αρμοδίου οργάνου, κάτι που εκπίπτει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου. Τούτο δε μάλιστα όταν η πάγια νομολογία διαχρονικά υποδεικνύει ότι «οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων βρίσκονται σε μοναδική θέση να εκτιμήσουν τις ανάγκες της υπηρεσίας, καθώς και της ιδιότητες που απαιτούνται ώστε ν΄ ανταποκριθεί ένας υποψήφιος  στις απαιτήσεις μιας θέσης» (Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 390, 418) Σολομωνίδης v Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 1/17, ημερομηνίας 18/9/23, ECLI:CY:AD:2023:C286).

 

Στην Αρχή Λιμένων Κύπρου v. Μακρίδου (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 51) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Δεν διαπιστώσαμε πλάνη ή αδικία στη σύσταση η οποία συνάδει με τα στοιχεία των προσωπικών φακέλων. Η αναφορά της Διευθύντριας στην πείρα που απέκτησε το ενδ. μέρος στα πλαίσια εκτέλεσης συναφών καθηκόντων είναι στοιχείο το οποίο αναδύεται από το περιεχόμενο των φακέλων και το οποίο η Διευθύντρια μπορούσε να το υποδείξει. Η Διευθύντρια, ως εκ της θέσεως της, μπορούσε να διατυπώσει αυθεντική σύσταση βασισμένη στην προσωπική της γνώση για την καταλληλότητα των υποψηφίων σε συνάρτηση με τις ανάγκες της θέσης».

 

Με δεδομένο ότι αιτήτρια και ΕΜ ήταν ίσες σε βαθμολογημένη αξία καθώς και στο κριτήριο των πρόσθετων προσόντων (αφού και οι δυο κατείχαν μεταπτυχιακό τίτλο σχετικό, ως κρίθηκε, με τα καθήκοντα της θέσης καθώς και ήταν εγγεγραμμένες στο μητρώο δικηγορών) και με δεδομένο ότι το ΕΜ ήταν αυτό που υπερείχε σε ηλικιακή αρχαιότητα δεν διαβλέπω, πώς μια τέτοια σύσταση, δύναται να κριθεί ως εκφεύγουσα των επιτρεπτών ορίων εξουσίας της Επιτρόπου (Χατζηχάννα v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ. 80/20, ημερομηνίας 15/9/25).

 

Καθόλα δε νόμιμη κρίνεται και η απόφαση της ΕΔΥ η οποία κινήθηκε εντός των ευλόγων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Από το ενώπιον μου πρακτικό ημερομηνίας 24.4.2019 προκύπτει ότι η ΕΔΥ δεν περιορίστηκε στα όσα τέθηκαν ενώπιον της από την Επίτροπο αλλά προέβηκε στη δική της έρευνα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία και παρέχοντας καθηκόντως επαρκή αιτιολογία σε σχέση με την επιλογή της, ώστε να μην έχουν κανένα έρεισμα οι γενικές και αόριστες αιτιάσεις της αιτήτριας περί αναιτιολόγητης απόφασης και μη επαρκούς αξιολόγησης των υποψηφίων. Ειδικότερα, ως ήδη υπομνήσθηκε, η ΕΔΥ κατά την επιλογή της σημείωσε ότι το ΕΜ ως και οι υπόλοιποι υποψήφιοι, πλην ενός, είναι ίσοι στο κριτήριο της αξίας,  σε ότι αφορά δε τα πρόσθετα προσόντα  διαπίστωσε ότι αιτήτρια και ΕΜ κατέχουν εκατέρωθεν μεταπτυχιακό τίτλο και είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο δικηγόρων, προσόντα τα οποία η Επιτροπή έκρινε ως σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και τους έδωσε την ανάλογη βαρύτητα. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται, ότι απορριπτέα κρίνεται και η αποσπασματική και χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση αναφορά της αιτήτριας ότι η ΕΔΥ δεν αναφέρθηκε στα εκπαιδευτικά προγράμματα των υποψηφίων. Πέραν του ότι η ΕΔΥ είχε, ως ήδη υποδείχθηκε, ενώπιον της τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων στους οποίους σαφώς περιλαμβάνονται και όλα τα κατεχόμενα εκ των υποψηφίων προγράμματα/σεμινάρια, αρκεί να σημειωθεί ότι ουδόλως υφίσταται υποχρέωση ειδικής αναφοράς στα πρόσθετα προσόντα κάθε υποψηφίου και δη σε τέτοιου είδους προσόντα τα οποία δεν απαιτούνται από το σχέδιο υπηρεσίας και τα οποία δεν συνιστούν ακαδημαϊκά προσόντα (Χρυσόστομος Θεοδώρου ν Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ 613) Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341).

 

Περαιτέρω και σε ότι αφορά το κριτήριο της αρχαιότητας η ΕΔΥ διαπίστωσε την υπεροχή του ΕΜ έναντι της αιτήτριας σε ηλικιακή αρχαιότητα, αφού και οι δυο, ως παρατηρήθηκε διορίστηκαν στη θέση Λειτουργού κατά την ίδια ημέρα. Στη βάση συνεκτίμησης, ως η ίδια η Επιτροπή κατέγραψε, των πιο πάνω και αφού έλαβε υπόψη της και την υπέρ του ΕΜ σύσταση της Επιτρόπου, η οποία ως σημείωσε, συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων επέλεξε το ΕΜ ως καταλληλότερο για προαγωγή.

 

Ουδέν μεμπτό εντοπίζεται, αφού η Επιτροπή ενήργησε, ευλόγως, εντός των θεσμοθετημένων κριτήριων προαγωγής. Tούτο δε δεδομένης και της πάγιας νομολογίας ότι σε περίπτωση ισοδυναμίας των υποψηφίων στα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, ως εν προκειμένω επισυμβαίνει, η ηλικιακή αρχαιότητα αποτελεί ένα νόμιμο διαφοροποιητικό στοιχείο (Άννα Κυρατζιή-Κτωρίδου v  Δημοκρατία  (Ε.Δ.Δ αρ.17/17, ημερομηνίας 5/10/23) .

 

Καθοριστικό δε παραμένει – και είναι αυτό που παραγνωρίζουν όλες οι αιτιάσεις της αιτήτριας- ότι η στάθμιση των διαφόρων στοιχείων δεν γίνεται με αριθμητική εξίσωση, τα δεδομένα δεν εξετάζονται μεμονωμένα, ως άφησε η αιτήτρια να εννοηθεί, αλλά υπό το φως του συνόλου των στοιχείων με καθολική κρίση και έχοντας πρωτίστως κατά νου τις ανάγκες της υπηρεσίας (Κοτζάπασιη v Δημοκρατίας κ.α (Ε.Δ.Δ αρ.98/20 και 111/90, ημερομηνίας 10/7/25).

 

Ως δε προσφάτως επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Χατζηκύρου v Δημοκρατίας  (Ε.Δ.Δ αρ. 43 Α/20, ημερομηνίας 23/1/25):«Αποτελεί βασική αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με την δική του. Εκείνο που ελέγχει είναι τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξης.[..]Το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που καταδειχθεί ότι ο αιτητής υπερέχει έκδηλα του ενδιαφερομένου μέρους. Μόνο τότε συνάγεται ότι το διορίζον όργανο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας (βλ. Hjioannou v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1041, 1045).» 

 

Εν προκειμένω, δεν έχει καταδειχθεί τέτοια έκδηλη υπεροχή της αιτήτριας έναντι του ΕΜ.

 

Τελικώς παντελώς αβάσιμη κρίνεται και η έτερη αναφορά της αιτήτριας ότι «ενδεχομένως » η Επίτροπος και η ΕΔΥ να επηρεάστηκαν από τα όσα τιμητικά κατέγραψε για το ΕΜ σε σχετική επιστολή του, η οποία είναι κατατεθειμένη στο προσωπικό φάκελο του ΕΜ, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων στο οποίο το ΕΜ είχε αποσπασθεί για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων νομικής φύσεως. Ως και η ίδια η αιτήτρια ρητώς αναγνωρίζει δεν υπάρχει πουθενά στα καταγεγραμμένα πρακτικά οποιαδήποτε καταγραφή της Επιτρόπου ή οποιαδήποτε αναφορά της ΕΔΥ η οποία έστω να υποδηλεί ότι τα όσα επαινετικά αναγράφονται για την εργασία του ΕΜ από το Γενικό Διευθυντή του εν λόγω Υπουργείου αποτέλεσαν λόγο για την επιλογή του ΕΜ. Ούτε και βεβαίως παρέχεται έδαφος για παρέμβαση του Δικαστηρίου στη βάση τέτοιων υποθέσεων.

 

Στη βάση των ανωτέρω και για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.600 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση.

 

Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο