ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1136/2025 (Κ))
10 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MR PACRAZ REMZI
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ι. Γιάννης, για Αλτάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Α. Φιλίππου, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 8.10.2025, ο αιτητής, τούρκος υπήκοος, στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ληφθείσας απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 7.10.2025.
Ο αιτητής αφίχθηκε, μαζί με την οικογένειά του, παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο της γραμμής αντιπαράταξης.
Στις 25.4.2004, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 21.3.2006, όπως στη συνέχεια απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, στις 22.6.2010, η Διοικητική Προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της πιο πάνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Έκτοτε, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.
Την 21.12.2012, ο αιτητής εντοπίστηκε και συνελήφθη από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λευκωσίας για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 22.5.2013, ο αιτητής απελάθηκε στη χώρα καταγωγής του.
Ωστόσο, ο αιτητής επανήλθε και στις 15.1.2020, απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του για παροχή ασύλου, ενώ ακολούθως, στις 17.12.2020, απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) και η προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της προηγηθείσας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 15.1.2020. Έκτοτε, ο αιτητής συνέχισε και πάλι να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, σε άγνωστη διεύθυνση, τα δε στοιχεία του είχαν καταχωρηθεί από 22.5.2013 στον κατάλογο προσώπων, των οποίων η είσοδος στη χώρα απαγορεύεται (stop list), λόγω των προηγηθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Αργότερα, στις 6.10.2025, όπως αναφέρεται και σε σχετική επιστολή της ΥΑΜ Λεμεσού προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 7.10.2025 (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής εντοπίστηκε στη Λεμεσό από μέλη της ΥΚΑΝ και μετά από διενέργεια σχετικού ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι αυτός βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Την ίδια μέρα, ο αιτητής συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και εκδόθηκαν εναντίον του τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 17.12.2020, όταν και απορρίφθηκε η προσφυγή του από το ΔΔΔΠ.
Στις 7.10.2025, το επίδικο διάταγμα απέλασης ανεστάλη, δεδομένου του ανασταλτικού χαρακτήρα της υπό κρίση προσφυγής.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση των διατάξεων του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), είναι δε αυτή η απόφαση αναιτιολόγητη, κατά τρόπο που δεν είναι εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, ο αιτητής δεν είναι απαγορευμένος μετανάστης, αλλά παραμένει αιτητής ασύλου και ουδέποτε τερματίστηκε το δικαίωμα παραμονής του στη Δημοκρατία. Συναφώς, ο αιτητής, σύμφωνα με τον συνήγορό του, καταχώρησε νέα μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία και εκκρεμεί, και την οποία οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη, ως όφειλαν, πριν από την τελική τους κρίση. Εσφαλμένα δε έκριναν οι καθ’ ων η αίτηση ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου.
Περαιτέρω, ο κ. Γιάννης προβάλλει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη η ύπαρξη οικογένειας στη Δημοκρατία, καθώς και η κατάσταση της υγείας του, αλλ’ ούτε και ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, κατά παραβίαση του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου. Συνεπώς, και δεδομένου ότι ο αιτητής παραμένει αιτητής ασύλου, τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού.
Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο του αιτητή, συνιστούν και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της καλής πίστης. Στο πλαίσιο αυτό, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση, κατά παραβίαση των πιο πάνω αρχών, δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο της λήψης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Προωθείται, επίσης, στη βάση των πιο πάνω, και ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του αιτητή, κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε..
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου (Κεφ. 105) και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους.
Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει ο κ. Φιλίππου, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, δεδομένου ότι ήδη από 17.12.2020, το ΔΔΔΠ απέρριψε την προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.
Αποτελεί πραγματικό γεγονός, προκύπτει εξάλλου και από τον οικείο διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήδη από 17.12.2020, το ΔΔΔΠ αποφάσισε την απόρριψη της Προσφυγής που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του για χορήγηση ασύλου. Μάλιστα, προηγουμένως, ήδη από 22.6.2010, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων είχε απορρίψει την Διοικητική Προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτηση του αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, δεν είχε ακόμα ιδρυθεί το ΔΔΔΠ και των προσφυγών κατά απόφασης (της Υπηρεσίας Ασύλου) απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, επιλαμβάνετο η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων.
Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ημερομηνίας 7.10.2025, ο αιτητής δεν είχε νόμιμο έρεισμα παραμονής στη Δημοκρατία και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη χώρα.
Ας σημειωθεί ότι τα πιο πάνω γεγονότα εκτίθενται και στην επιστολή της ΥΑΜ Λεμεσού προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 7.10.2025 (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου και γίνεται εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, καθότι, με βάση την προηγηθείσα συμπεριφορά του στο έδαφος της Δημοκρατίας, την μη ύπαρξη σταθερού τόπου διαμονής, την πιθανότητα διαφυγής του και το γεγονός ότι αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενώ ούτε και η αρχή της μη επαναπροώθησης παραβιάζεται.
Στις 7.10.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105. Όπως αναφέρεται σε αυτά, κατά το χρόνο έκδοσής τους, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από 17.12.2020, όταν και απορρίφθηκε από το ΔΔΔΠ, η προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Ruth Nash v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024, όπου, με αναφορά και στην Madber v Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 8/22, ημερ. 17.11.2022, το Δικαστήριο τόνισε, με τρόπο που δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας, ότι το καθεστώς διεθνούς προστασίας τερματίζεται με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) επί προσφυγής κατά απόφασης απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας και ότι μετά την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης, η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, εκκρεμούσης της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν είναι νόμιμη. Η αυτή νομολογιακή προσέγγιση εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί όχι μόνον η προαναφερθείσα απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ, αλλά και αυτή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία κατά τον χρόνο έκδοσης της δικής της απορριπτικής απόφασης, κατά το έτος 2010, επιλαμβάνετο των προσφυγών κατά απόφασης (της Υπηρεσίας Ασύλου) δεδομένου ότι δεν είχε ακόμα ιδρυθεί το ΔΔΔΠ.
Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης και υπό το φως των διαπιστώσεων στη Nash, ανωτέρω, είναι σαφές ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, αλλά και η απόφαση κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, επί της οποίας βασίστηκαν τα επίδικα διατάγματα, ήσαν ορθές και νόμιμες, εφόσον πράγματι ο αιτητής κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105.
Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ και οι ισχυρισμοί περί εμφιλοχώρησης πλάνης στερούνται ερείσματος.
Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, χωρίς να υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, αλλά και δεδομένης της απροθυμίας του να επαναπατριστεί και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 7.10.2025, όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και λόγω του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία. Σημειώνεται συναφώς ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε και στο παρελθόν συλληφθεί για παράνομη παραμονή στη χώρα, απελάθηκε και επανήλθε, όντας στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών (stoplist), ενώ ούτε προέβη σε διευθέτηση της νομιμοποίησης της παραμονής του, αλλά ούτε και αναχώρησε οικειοθελώς από τη Δημοκρατία.
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των αμέσως πιο πάνω, και δεδομένης της μη συναίνεσης του αιτητή για τον επαναπατρισμό του αλλά και του πράγματι υπαρκτού κινδύνου διαφυγής του, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση περί έκδοσης διατάγματος κράτησης, καθότι δεν υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, κρίνεται καθόλα ορθή και εύλογη. Κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή και δη ισχυρισμοί περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας, παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 7.10.2025, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-
«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-
[.]
(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».
Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ’ ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. και απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1242/2022 (Κ) (iJustice,) ημερ. 18.8.2022, καθώς και πιο πρόσφατα του παρόντος Δικαστηρίου, στην T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025 και G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ) (i-Justice) ημερ. 9.6.2023). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή, εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-
«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-
(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής
(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».
Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, είναι ότι ο Υπουργός Εσωτερικών (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί και δη του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή.
Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης.
Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, την κατάσταση της υγείας του αιτητή και το κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει σήμερα στη χώρα του, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024, ημερ. 24.2.2025). Θεωρώ δε πως είχε ο αιτητής σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, πέραν του επαρκούς χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη χώρα χωρίς να επικαλείται στο παρόν στάδιο ανθρωπιστικούς λόγους για την παραμονή του. Ουδέν όμως έπραξε.
Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Τονίζεται εν πρώτοις ότι ο ίδιος ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του, δεν ανέφερε το παραμικρό αναφορικά με βάσιμο φόβο δίωξης και/ή κίνδυνο να εκτεθεί αυτός σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση επαναπροώθησής του στη χώρα καταγωγής του, και αυτό προκύπτει τόσο από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 7.10.2025, δια της οποίας υποβάλλεται η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, όσο και από την κατάθεση του Αστυφύλακα Χ. (επίσης παράρτημα 4), ο οποίος και προέβη στη σύλληψη του αιτητή.
Έτι δε περαιτέρω, από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, και σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει ο κ. Γιάννης, προκύπτει ευκρινώς ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασής τους, έλαβαν υπόψη τους την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή στη Δημοκρατία (βλ. παράγραφο 6 της επιστολής) και δη το γεγονός ότι στην Κύπρο βρίσκονται η κόρη του αιτητή, η οποία είναι παντρεμένη με Ελληνοκύπριο και έχει άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία που λήγει το έτος 2027, καθώς και οι δυο ενήλικες γιοί του αιτητή, ο πρώτος νόμιμα και ο δεύτερος παράνομα καθότι μετά την ενηλικίωσή του δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για διευθέτηση της άδειας παραμονής του. Όπως δε αναφέρεται στην, περιεχόμενη στην ίδια επιστολή, εισήγηση που υποβλήθηκε στην Διευθύντρια, ο αιτητής δεν αντλεί δικαίωμα από Κύπριο πολίτη, είναι απορριφθείς αιτητής ασύλου και παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία για μακρά χρονική περίοδο. Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της πλευράς του αιτητή ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι οικογενειακές συνθήκες του αιτητή. Η δε κρίση των καθ’ ων η αίτηση ότι αυτός δε αντλεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη, δεν εμπίπτει στην εμβέλεια εξέτασης της παρούσας προσφυγής, αλλά συνιστά αυτοτελή διοικητική πράξη, την οποία θα μπορούσε να προσβάλει ο αιτητής, εφόσον το επιθυμούσε, δια ξεχωριστής προσφυγής, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος και δη ότι εσφαλμένα δεν εξετάστηκε από τους καθ' ων η αίτηση κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος ο αιτητής να εκτεθεί σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στην Τουρκία. Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί, σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).
Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Όπως λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-
Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ’ επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ’ εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).
Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».
Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από αυτήν στην Munish Kumar v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2025 (Κ), ημερ. 8.1.2026, επί της οποίας το Δικαστήριο τούτο πρόσφατα εξέδωσε ακυρωτική απόφαση, στη βάση της εκεί διαπίστωσης περί παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης. Σε εκείνη την υπόθεση, το παρόν Δικαστήριο, με αναφορά στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025, όπου τονίστηκε ότι η Διοίκηση, στο πλαίσιο της υποχρέωσης τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ του Νόμου, οφείλει να λαμβάνει υπόψη στοιχεία, τα οποία υπάρχουν ενώπιον της και αφορούν την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος, έκρινε ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πριν από την απόφαση έκδοσης διαταγμάτων, κράτησης και απέλασης, δεν είχαν λάβει υπόψη τους, στοιχεία που ήδη ήσαν ενώπιον τους και τα οποία αφορούσαν στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη την ύπαρξη ανήλικου τέκνου του αιτητή. Αντίθετα, στην υπό κρίση περίπτωση, όπου ούτως ή άλλως δεν προκύπτει η ύπαρξη ανήλικων τέκνων, ούτε και συζύγου του αιτητή, προκύπτει ότι οι καθ’ ων η αίτηση, έλαβαν υπόψη τους την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή στη Δημοκρατία. Επαναλαμβάνεται δε ότι κατά το χρόνο σύλληψής του, ουδέν ανέφερε ο αιτητής είτε σε σχέση με τις οικογενειακές του περιστάσεις, είτε αναφορικά με θέματα υγείας είτε με φόβο δίωξης στη χώρα του.
Έτι δε περαιτέρω, είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας εάν πράγματι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, εκκρεμούσε νέα μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή για παροχή ασύλου, υπό το φως των κριθέντων στην Nash, ανωτέρω και Madber, ανωτέρω, αλλά και δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης (Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/21, ημερ. 20.4.2022).
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και απορρίπτεται. Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και εμφιλοχώρησης ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης στην κρίση τους.
Τέλος, ως προς τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της οικογενειακής ζωής του αιτητή κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., επισημαίνεται ότι το ίδιο το ΕΔΑΔ τόνισε ότι η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει και να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (βλ. X and Y v. Germany [1977] 9 DR 219 και Chahal v. U.K. [1997] 23 E.H.R.R. 413). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Limon, ανωτέρω, τονίστηκε ότι το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο αιτητής, ιδιαίτερα δε στην περίπτωση, που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα, ως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος δεν έχει σεβαστεί τους νόμους της Δημοκρατίας, εισήλθε και παρέμεινε στη χώρα παράνομα (Kedoum ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505, Hasnas Natalia ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 921/2015 ημερ. 23.7.2015, ECLI:CY:AD:2015:D538, P.M.D. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 427/2025, ημερ. 25.8.2025).
Καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1300 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο