ΕΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΒΑΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1280/2019, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΒΑΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1280/2019, 27/2/2026

                                               ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                         

  Υπόθεση Αρ. 1280/2019

                                                   27 Φεβρουαρίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

                        ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

1. ΕΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ,

2. ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΚΑΚΟΠΙΕΡΟΥ,

Αιτητές,

Και

 

ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΒΑΡΩΝ

    Καθ' ου η Αίτηση.

   

 __________________

 

Η. Ταλιαδώρος, δια Κ.Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ, δικηγόροι για τους Αιτητές.

Γ. Μουζουράκη (κα), δια Απόστολος Ντορζής & Συνεργάτες, δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή, οι Αιτητές ζητούν:

«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 με την επιστολή ημερ.11.6.2019, η οποία κοινοποιήθηκε και στον πρώην σύζυγο της, Αιτητή 2, (βλ. Παράρτημα 11 της Προσφυγής), και με την οποία ο Καθ' ον η Αίτηση τερμάτισε την επιδότηση επιτοκίου δανείου ύψους €50.000, με 20 χρόνια περίοδο επιδότησης νια επιδιόρθωση διαμερίσματος, που είχε παραχωρηθεί στην Αιτήτρια 1 τον Ιούλιο του 2008, (εγκρίνοντας σχετικό αίτημα υπό στοιχεία ΕΣΤ/5357 A) και η οποία επιδότηση θα της παραχωρείτο μέχρι το έτος 2028, που θα αποπληρωνόταν το σχετικό στεγαστικό δάνειό της, καθώς επίσης απαίτησε από την Αιτήτρια 1 όπως τον επιστρέψει ποσό ύψους €7.633,88.  το οποίο αφορά το ποσό επιδότησης επιτοκίου πού είχε εξασφαλίσει η Αιτήτρια 1 κατά τα έτη 2012 έως 2017, δηλαδή το ποσό που της είχε καταβληθεί μετά την έκδοση του διαζυγίου της στις 04.10.2011 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.»

 

Ως καταγράφεται στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει αντίστοιχα από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου του Φορέα ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής.

 

Ο Καθ' ου η Αίτηση είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Οι Αιτητές υπήρξαν σύζυγοί από το την 7/09/1996 μέχρι την 4/10/2011 οπότε έλαβαν διαζύγιο, ενώ από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα τα οποία κατά τη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ήταν ενήλικα.  Συγκεκριμένα, ο αιτητής 2 είναι εκτοπισθείς εν τη έννοια του νόμου και κάτοχος προσφυγικής ταυτότητας και η αιτήτρια 1 ήτο σύζυγος του αιτητή 2 και εκ του γεγονότος αυτού κατέστη δικαιούχος μεταξύ άλλων επιδότησης επιτοκίου με βάση τον Περί Εγκαθιδρύσεως Κεντρικού Φορέα δια την Ισότιμη Κατανομή των εκ της Τούρκικης Εισβολής και Συνεπεία αυτής Προκυψάντων Βαρών Νόμο του 1988 (ΝΙ 6/1988), τον Περί Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμο του 1989(Ν141/1989 όπως έχει τροποποιηθεί), τους Περί Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σχέδιο Αποκατάστασης Προπολεμικής Φερεγγυότητας) Κανονισμούς του 1995 (Κ.Δ.Π. 203/95 όπως έχουν τροποποιηθεί).

 

Ο Καθ'ου η αίτηση με την συγκατάθεση του αιτητή 2 από τις 18/7/2008 και μέχρι να έλθει σε γνώση του ότι οι αιτητές έπαυσαν να είναι σύζυγοι επιδοτούσε το δάνειο της αιτήτριας. Η απόφαση επιδότησης επιτοκίου λήφθηκε στα πλαίσια της αίτησης ΕΣΤ/5357Α στο όνομα της αιτήτριας 1 με εξασφάλιση περιουσιακών στοιχείων στα κατεχόμενα ιδιοκτησίας της μητέρας του αιτητή 2.

 

Μετά που οι αιτητές κατά ή περί την 4/10/2011 στην αίτηση διαζυγίου αρ. 801/2010 έλαβαν διαζύγιο, κρίθηκε ότι η αιτήτρια 1 έπαυσε να είναι πρόσωπο δικαιούμενο επιδότησης επιτοκίου στεγαστικού δανείου και/ή οποιαδήποτε άλλης οικονομικής βοήθειας. Ο Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του ημερ. 17/1/2019 ενημέρωνε την αιτήτρια 1 μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει κατεχόμενη περιουσία στο όνομα της που να την καθιστά δικαιούχο πρόσωπο σύμφωνα με τους Κανονισμούς του Κεντρικού Φορέα, τότε η επιδότηση επιτοκίου του δανείου της θα τερματισθεί ή σε περίπτωση που υπάρχει τότε θα γίνει η ανάλογη μείωση στο εγκριθέν ποσό για το οποίο της παραχωρήθηκε επιδότηση επιτοκίου καθ'ότι δεν είναι κάτοχος προσφυγικής ταυτότητας.

 

Ο καθ' ου η αίτηση με απόφαση του η οποία γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια 1 με επιστολή του ημερ. 11/6/2019 και κοινοποιήθηκε στον αιτητή 2 τερμάτισε την επιδότηση επιτοκίου δανείου ύψους €50000,00 και ταυτόχρονα της ζητείτο η επιστροφή ποσού ύψους €7633,88.

 

Στις 26/08/2019 καταχωρήθηκε από τους αιτητές η παρούσα προσφυγή όπου ισχυρίζονται ότι στην προσβαλλόμενη ως θεραπεία της προσφυγής απόφαση, ο Καθ' ου η αίτηση εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αγνοώντας τις αρχές της χρηστής διοίκησης, καθώς και ότι η απόφαση είναι προϊόν πλάνης, υπέρβασης εξουσίας και παράβασης της αρχής της νομιμότητας.

 

Πρωτίστως, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη αναρμόδια, από κάποια λειτουργό του Καθ' ου η Αίτηση και όχι από το αρμόδιο όργανο, όπως αυτό καθορίζεται στον περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Αλλα Συναφή Θέματα) Νόμο του 1989 (Ν 141/1989 όπως τροποποιήθηκε).

Αντίθετα, η θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι ότι αυτός, προέβη στη δέουσα έρευνα και ορθά κατέληξε στη προσβαλλόμενη πράξη. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Φορέα παραθέτει τα γεγονότα της υπόθεσης προς απόδειξη της δέουσας έρευνας που έγινε εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση, η οποία οδήγησε στην απόφαση να απαιτηθεί από την Αιτήτρια 1 όπως του επιστρέψει ποσό ύψους €7.633,88.  το οποίο αφορά το ποσό επιδότησης επιτοκίου πού είχε εξασφαλίσει η Αιτήτρια 1 κατά τα έτη 2012 έως 2017. Ωστόσο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο δικηγόρος των αιτητών ουδεμία αναφορά γίνεται στον πρώτιστο ισχυρισμό ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη από αναρμόδιο όργανο και συγκεκριμένα, από κάποια λειτουργό του Καθ' ου η Αίτηση και όχι από το αρμόδιο όργανο,

 

Περαιτέρω, τίθεται εξαρχής μέσω της Ένστασης του Καθ' ου η αίτηση ως προδικαστική ένσταση ότι, σε σχέση με τον Αιτητή αρ.2 και ισχυρίζεται ότι αυτός  αφού πλέον δεν είναι σύζυγος με την Αιτήτρια αρ.1 δεν έχει έννομο συμφέρον να προωθεί την παρούσα προσφυγή, παραπέμποντας προς τούτο στα γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς οιαδήποτε αναφορά σε υποστηρικτική νομολογία.    

 

Της εξέτασης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ενστάσεως την οποία εγείρουν μέσω της Ένστασης και προωθεί  μέσω της γραπτής του αγόρευσης ο Καθ’ ού η αίτηση.

 

Επί τούτου του ζητήματος, οι αιτητές, απαντούν παραπέμποντας ομοίως στα γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα υποδεικνύουν ότι,  η αίτηση για επιδότηση επιτοκίου δανείου υποβλήθηκε από τον Αιτητή 2, υπό την ιδιότητά του ως πρόσφυγας, από τον Καραβά της Επαρχίας Κερύνειας, η οποία συνιστά ένα από τα κριτήρια του επίδικου σχεδίου. Ακόμα τονίζουν ότι, για την έγκριση της αίτησης επιδότησης επιτοκίου δανείου δεσμεύτηκε συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία της μητέρας του Αιτητή 2, στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Μετά την έγκριση της αίτησης επιδότησης επιτοκίου δανείου, στις 28/7/2008 ο Αιτητής 2 παρέδωσε στον Καθ' ου η Αίτηση υπογεγραμμένη Υπεύθυνη Δήλωση Αποδοχής των όρων της Αίτησης, με την οποία εξουσιοδότησε τον Καθ' ου η Αίτηση να εμβάζει κατ' έτος το ανάλογο ποσό του επιδοτούμενου επιτοκίου έναντι του στεγαστικού δανείου που συνήψε η σύζυγός του - Αιτήτρια 1. Ο Αιτητής 2 ουδέποτε απέσυρε την προαναφερθείσα εξουσιοδότηση και συνεπώς αυτή εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, στις 4.1.2010 οι Αιτητές ζήτησαν τη μεταφορά της επιδότησης σε άλλο δάνειο στο οποίο είχαν συγχωνευτεί τόσο το στεγαστικό δάνειο όσο και δεύτερο δάνειο το οποίο είχε συνάψει ο Αιτητής 2 και την αποπληρωμή του την είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η Αιτήτρια 1. O Καθ' ου η Αίτηση με επιστολή του προς τον Αιτητή 2, ημερομηνίας 18.1.2010 ενέκρινε το προαναφερθέν αίτημά τους.

Τέλος, οι Αιτητές μετά τη λύση του γάμου τους κατέληξαν σε διακανονισμό και συμφώνησαν, όπως αντί άλλης συνεισφοράς του Αιτητή 2 προς εξόφληση των οφειλών του, να συνεχίσει να εξουσιοδοτεί τον Καθ' ου η Αίτηση για να καταβάλλει το επιδοτούμενο επιτόκιο στο συγκεκριμένο δάνειο που είναι δικαιούχος.

 

Ανεξαρτήτως του ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλει ήδη από το δικόγραφο της Ενστάσεως του τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση, το κατά πόσο αμφότεροι οι αιτητές κατέχουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον, ως ζήτημα αντικειμενικής προϋπόθεσης του παραδεκτού της προσφυγής, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Georgiou ν. Republic(1982) 3 C.L.R. 828, Yiangou ν. Republic (1987) 3 C.L.R. 27 και Hadjigeorghi ν. The Minister of Finance (1987) 3 C.L.R. 280). Εν προκειμένω, εξετάζοντας τα πιο πάνω γεγονότα υπό το φως των εγγράφων τα οποία τα συνοδεύουν και αποδεικνύουν την ορθότητα των ισχυρισμών των αιτητών, δεν παρά μπορώ να συμφωνήσω με τον κ.Ταλιαδώρο ότι, στη παρούσα περίπτωση, τα δεδομένα είναι τέτοια τα οποία διασφαλίζουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον και στους δύο αιτητές για την από κοινού προσβολή της απόφασης του Φορέα να επιστρέψει ποσό ύψους €7.633,88, το οποίο αφορά το ποσό επιδότησης επιτοκίου πού είχε εξασφαλίσει η Αιτήτρια 1 κατά τα έτη 2012 έως 2017, για τη μη επιστροφή του οποίου συμφέρον έχει και ο Αιτητής 2, αφού τυχόν επιβεβαίωση της απόφασης θα συνεπάγεται άλλη υποχρέωση του προς την Αιτήτρια 1, ως η μεταξύ τους συμφωνία για επίλυση των περιουσιακών διαφορών τους. Όπως φαίνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 2.4.2019, οι Αιτητές ενημέρωσαν γραπτώς και ξεκάθαρα τον Καθ' ου η αίτηση για τον μεταξύ τους σχετικό διακανονισμό δια το ζήτημα του επιδοτούμενου επιτοκίου του στεγαστικού δανείου, μετά τη λύση του γάμου τους. Όπως ενδεικτικά υποδεικνύει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών στην απαντητική του γραπτή αγόρευση,  παραθέτοντας σχετικό απόσπασμά από την εν λόγω επιστολή: «όταν δε λύθηκε ο γάμος μας συμφωνήθηκε μεταξύ μας, όπως, αντί για άλλης συνεισφοράς του Ευγένιου προς εξόφληση των οφειλών του, να συνεχίσει να εξουσιοδοτεί τον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών όπως καταβάλλει την επιδότηση στο συγκεκριμένο δάνειο, για το οποίο είναι δικαιούχος. H συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ μας για αυτό και συνεχίστηκε η επιδότηση μέχρι σήμερα απρόσκοπτα εφόσον εξακολουθεί να ισχύει η εξουσιοδότηση τον Ευγένιου Κακόπιερου ως δικαιούχου με ημερομηνία 28/07/2008 (…)»

 

Διαπιστώνοντας το έννομο συμφέρον του Αιτητή 2 να βάλλει, μαζί με την Αιτήτρια 1, εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτω την προδικαστική ένσταση την οποία προβάλει ο Καθ’ ου η Αίτηση, ως ανεδαφική.

 

Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση του πρώτου λόγου τον οποίο προωθούν οι αιτητές και επί του οποίου ο συντάκτης της αγόρευσης του Καθ’ ου η Αίτηση δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικά, όπως υποδεικνύει και ο δικηγόρος των αιτητών προς το Δικαστήριο.

 

Συγκεκριμένα, προβάλλεται από τους αιτητές ότι, η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοσή της είναι παράνομη και/ή παραβιάζει τις πρόνοιες των άρθρων 6, 7, 8 και 9 τον περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Αλλα Συναφή Θέματα) Νόμο του 1989 (141/1989). Παραπέμποντας στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο κ.Ταλιαδώρος υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ελήφθη από το καθορισμένο εκ του νόμου αρμόδιο όργανο, αλλά, αναρμοδίως, ελήφθη από κάποια κυρία Ευτυχία Μικελλίδη, ενδεχομένως λειτουργό του Καθ' ου η αίτηση.

 

Συμφώνως των προνοιών του άρθρου 7 του περί Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου του 1989 (Ν.14111989), το Συμβούλιο του Καθ' ου η Αίτηση Φορέα συνιστά το όργανο, το οποίο έχει αρμοδιότητα, να εξετάζει και να αποφασίζει επί αιτήσεων για παροχή οικονομικής ή άλλης χορηγίας και κατ' επέκταση, να τερματίζει ή να αναστέλλει τέτοιες παροχές ή χορηγίες, στις κατάλληλες περιπτώσεις, υπό το φως όσων ορίζονται στον προαναφερθέντα νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.

 

Οι σχετικές πρόνοιες του προειρημένου άρθρου 7 προβλέπουν τα εξής:

 «κ(1) Το Συμβούλιο εφορεύει τις δραστηριότητες του Κεντρικού Φορέα και έχει πλήρη εξουσία προς διοίκηση και διαχείριση της περιούσίας αυτού, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς

(2) Το Συμβούλιο ειδικότερα:

(γ) εξετάζει αιτήσεις προς παροχή οικονομικής ή άλλης χορηγίας και αποφασίζει επ' αυτών, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς

[- -]

(ζ) αποφασίζει την εκμίσθωση όλης ή μέρους της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας τον Κεντρικού Φορέα, την παραχώρηση μέσω σχεδίων των δανείων ή εγγυήσεων για δάνεια που παραχωρούνται απόχρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους όρους και προϋποθέσεις αυτών(...]»

 

Επιπλέον, στο άρθρο 9 του ίδιου νόμου, προνοούνται τα των συνεδριάσεων του Συμβουλίου του Καθ' ου η Αίτηση:

«κ(4) Στις συνεδρίες του Συμβουλίού προεδρεύει ο πρόεδρος που μεριμνά για την τήρηση πρακτικών και υπογράφει αυτά.

(5) Επτά μέλη παριστάμενα στη συνεδρία συνιστούν απαρτία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος τον προέδρου.»

 

Ανατρέχοντας στο διοικητικό φάκελο της υπό κρίση υπόθεσης, συμφωνώ με τους αιτητές ότι, πουθενά εντοπίζεται σχετικό πρακτικό του Συμβουλίου, υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο, από το οποίο να προκύπτει ότι διεξήχθη συνεδρία, στην οποία παρίσταντο τουλάχιστον 7 μέλη, στο πλαίσιο της οποίας να συζητήθηκε το θέμα του επίδικου τερματισμού επιδότησης επιτοκίου και απαίτησης επιστροφής ήδη καταβληθείσας επιδότησης και να ελήφθη υπόψη η απαντητική επιστολή της Αιτήτριας 1 ημερομηνίας 2.4.2019, στην επιστολή του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 17.1.2019 1.41 και ότι το αρμόδιο όργανο κατέληξε κατά πλειοψηφία στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Το μοναδικό έγγραφο που εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο και που σχετίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ένα σημείωμα που ετοιμάστηκε και υπογράφηκε από κάποια Ευτυχία Μικελλίδη, με ημερομηνία την 17.4.2019 (πρόκειται για τις σελίδες ερυθρά 261-260 του διοικητικού φακέλου με αριθμό 5357Α, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο). H κα Μικελλίδη δεν αναφέρει σε ποιον απευθύνει το εν λόγω σημείωμα. Καταγράφει μόνο την εισήγησή της για τερματισμό της επιδότησης επιτοκίου και επιστροφή στον Καθ' ου η Αίτηση ποσού ύψους €7.633,88, που αφορά το ποσό επιδότησης από το έτος 2012-2017.

 

Από τον διοικητικό φάκελο δεν φαίνεται το πιο πάνω σημείωμα, «εισήγηση», να ετέθη υπόψη του αρμόδιου οργάνου - Συμβουλίου για συζήτηση και έκδοση απόφασης. Βεβαίως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο εν λόγω σημείωμα υπάρχουν δύο υπογραφές. H μία συνοδεύεται από τη λέξη «Συμφωνώ» και την ημερομηνία 23/4/19 και η άλλη από τη φράση «Πρόεδρε, συμφωνώ» και την ημερομηνία 3/5/2019. Και πάλι, ωστόσο, ούτε αυτές οι υπογραφές ικανοποιούν τις απαιτήσεις του σχετικού νόμου αναφορικά με τον τρόπο που το Συμβούλιο του Καθ' ου η Αίτηση λαμβάνει νόμιμα αποφάσεις (βλ. άρθρο 9 Ν.141/89 ανωτέρω). Οι εν λόγω υπογραφές είναι αγνώστου ταυτότητας, κι αν ακόμη συνιστούν υπογραφές μελών του Συμβουλίου, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ληφθεί νόμιμα απόφαση με τη σύμφωνη γνώμη μόνο δύο μελών του. Έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι η απλή μονογράφηση μιας εισήγησης, χωρίς οτιδήποτε άλλο, πόρρω απέχει από την εκπλήρωση του καθήκοντος του αρμόδιου οργάνου για λήψη απόφασης (Πρόξενου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 1308/99, ημερ.  31.10.2000, Κούτσιου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.ΑΔ. 987, Χαράλαμπος Χωματένου ν.  Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. 9/2005, ημερ. 13.2.2006, Μαριέττα Τριανταφυλλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπόθ. 548/2004), ημερ. 17.4.2006 και Παναγιώτη Παπαναγιώτου  ν. Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας (1990) 3Α Α.Α.Δ 571).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 17(6) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(1)/1999) «η διοικητική αρμοδιότητα πρέπει να ασκείται από το όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί από το νόμο». Στην απόφαση Κούτσιου ν Δημοκρατίας (2001) 3 A.A.Δ. 987 τονίσθηκε, ότι στην απουσία έγγραφης καταχώρισης που να επιβεβαιώνει ότι η απόφαση για συγκεκριμένο θέμα έχει ληφθεί από το όργανο στο οποίο ο Νόμος έχει εναποθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων δεν διαθέτει την εμβέλεια να ενδύει με τον μανδύα της νομιμότητας τα όσα χρειάζονται να συντελεσθούν για να διενεργηθεί νόμιμα μια πράξη. Αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση των αρχών της χρηστής διοίκησης, οι οποίες υπαγορεύουν την τήρηση εγγράφων καταχωρίσεων, το δε τεκμήριο της κανονικότητας θα προσέφερε ασυλία σε πράξεις αναρμοδίων οργάνων με τη δικαιολογία ότι είχαν ενεργήσει ύστερα από οδηγίες των αρμοδίων οργάνων.

 

Κατά την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ίδια η διοικητική απόφαση, η αιτιολογία της, καθώς και το πρόσωπο που την έλαβε, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα εμφανή στο διοικητικό φάκελο, κάτι που στη παρούσα περίπτωση διαπιστώνω ότι δεν συμβαίνει.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ελλείψει οποιουδήποτε πρακτικού συνεδρίασης του Συμβουλίου του Καθ' ου η Αίτηση, από το οποίο να προκύπτει η ενασχόλησή του με τα στοιχεία που οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και αυτή καθ' αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο και συνεπώς παράνομα.

 

Δεδομένης της κατάληξης μου για επιτυχία του πρώτου λόγου ακύρωσης, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων παρέλκει.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται.

 

Επιδικάζονται €1800 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση.

                        

 Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.      


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο