ADAM MATONDO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1395/2025, 3/2/2026
print
Τίτλος:
ADAM MATONDO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1395/2025, 3/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 1395/2025 (Κ))

 

3 Φεβρουαρίου 2026

 

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ADAM MATONDO

                                                                             Αιτητής

                                                    ΚΑΙ

          ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Α. Ιωάννου, για Αιτητή

Π. Κωνσταντίνου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ληφθείσας απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 26.11.2025.

Ο αιτητής εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο, και στις 4.2.2005 υπέβαλε αίτημα παροχής ασύλου, το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 20.4.2012, όπως στη συνέχεια απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, στις 17.6.2013, η Διοικητική Προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της πιο πάνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στη συνέχεια, στις 30.7.2013, μετά την απόρριψη της Διοικητικής Προσφυγής του, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα επανεξέτασης και/ή νέα αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, προσκομίζοντας προς τούτο σειρά εγγράφων. Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με απόφασή της ημερομηνίας 3.10.2013, εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος του αιτητή και επιβεβαιωτική της αρχικής της απόφασης, ημερομηνίας 17.6.2013.

 

Εις απάντηση των πιο πάνω, ο αιτητής, στις 13.1.2014, προσκόμισε νέα, πρόσθετα έγγραφα προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας, ωστόσο η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με νέα απόφασή της, ημερομηνίας 31.3.2014, έκρινε ότι τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αιτητής δεν αποτελούσαν στοιχεία που να δικαιολογούν την περαιτέρω ουσιαστική εξέταση του αιτήματός του, το οποίο και απέρριψε, η δε αρχική απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 17.6.2013, παρέμεινε σε ισχύ.

Ωστόσο, ο αιτητής επανήλθε και, στις 14.7.2014 (μέσω νομικού εκπροσώπου) και εν συνεχεία στις 30.7.2014, υπέβαλε για τρίτη φορά διάφορα έγγραφα και/ή στοιχεία που, κατά τους ισχυρισμούς του, δικαιολογούσαν την παραχώρηση διεθνούς προστασίας σε αυτόν. Η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε εκ νέου από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, την 1.9.2014, η δε αρχική απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 17.6.2013, εξακολούθησε να παραμένει σε ισχύ.

 

Στις 18.2.2015, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης (ΜΜΑΔ) για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία γνωστοποιήθηκαν στον αιτητή με σχετική επιστολή ημερομηνίας 19.2.2015, την οποία αυτός αρνήθηκε να υπογράψει. Κατά της εν λόγω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή αρ. 555/2015[1].

 

Με απόφασή του, ημερομηνίας 25.11.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης για διαδικαστικούς λόγους, ήτοι λόγω ελλιπούς αιτιολόγησης του διατάγματος κράτησης του αιτητή, καθώς και πλημμελούς αναφοράς και ακολουθηθείσας διαδικασίας συγκεκριμένων άρθρων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, από τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Συνεπεία των πιο πάνω, ο αιτητής αφέθηκε ελεύθερος στις 27.11.2015.

 

Ακολούθως,  ο αιτητής υπέβαλε νέο αίτημα, ημερομηνίας 20.7.2016, για έκδοση άδειας παραμονής στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους, το οποίο απορρίφθηκε και σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 13.10.2016, εστάλη στον δικηγόρο και/ή εκπρόσωπο του αιτητή. Με την εν λόγω επιστολή καλείτο ο εν λόγω δικηγόρος όπως συμβουλεύσει τον αιτητή να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία το συντομότερο. Είχε προηγηθεί έτερη επιστολή του Τμήματος προς τον αιτητή, ημερομηνίας 1.12.2015, με την οποία καλείτο αυτός όπως, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, εγκαταλείψει τη Δημοκρατία εντός 7 ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του.

 

Τελικά, στις 24.11.2025, ο αιτητής εντοπίστηκε στη Λευκωσία από μέλη της Αστυνομίας και συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για εντάλματα προστίμου που εκκρεμούσαν εναντίον του, καθώς και για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Στις 25.11.2025, ο αιτητής προέβη στην εξόφληση των εν λόγω ενταλμάτων και εν συνεχεία, στις 26.11.2025, εκδόθηκαν εναντίον του τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105.

 

Στις 11.12.2025, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.

 

Στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι πάσχει το επίδικο διάταγμα κράτησης: δεδομένου ότι, σύμφωνα με το οικείο νομοθετικό πλαίσιο, η κράτηση αποτελεί την εξαίρεση, αλλά και λόγω της απουσίας έλλειψης προοπτικής απέλασης του αιτητή, εφόσον, κατά τον σχετικό ισχυρισμό, ουδέποτε εκδόθηκε σχετικό ταξιδιωτικό έγγραφο για να απελαθεί αυτός στη χώρα του, οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, κάτι που δεν έπραξαν, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Ούτε και προκύπτει οποιαδήποτε ουσιώδης μεταβολή των δεδομένων από το έτος 2015, όταν και αποδείχθηκε ότι η διαδικασία έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου του αιτητή είναι χρονοβόρα, σύνθετη, αβέβαιη και καταδικασμένη σε αποτυχία. Συνεπώς, δεν μπορούσε η Διοίκηση να καταλήξει ευλόγως στην διαπίστωση ότι υπήρχε πραγματική και άμεση προοπτική απέλασης του αιτητή κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης. Αντίθετα, είχε την υποχρέωση να εξετάσει και επιβάλει εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, δεδομένων των πιο πάνω και εφόσον η κράτηση δεν εμφανίζετο ως απολύτως αναγκαία και η απέλαση δεν ήταν άμεσα εφικτή.

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης έγκειται στον ισχυρισμό ότι οι καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ. 105, της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς και του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/1972), ουδέποτε ενημέρωσαν τον αιτητή δεόντως ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης. Περαιτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση δεν έδωσαν προθεσμία 30 ημερών για οικειοθελή αναχώρηση στον αιτητή, ως όφειλαν, ούτε και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής, η οποία να έχει επιδοθεί στον αιτητή σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζεται στο άρθρο 18ΠΔ του Κεφ. 105, «αναφέροντας δηλαδή τους νομικούς και πραγματικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται η απόφαση επιστροφής καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα».

 

Περαιτέρω, ο κ. Ιωάννου ισχυρίζεται ότι υφίσταται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή, καθότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν δόθηκε στον αιτητή αυτό το δικαίωμα, «το οποίο έχει καθοριστεί από το ΔΕΕ ως αναπόσπαστο μέρος και δικαίωμα που πρέπει να παραχωρείται στις διαδικασίες επιστροφών και απομάκρυνσης».

 

Τέλος, ως αυτοτελείς λόγοι ακύρωσης εγείρονται ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας, εμφιλοχώρησης πραγματικής και νομικής πλάνης, έλλειψης αιτιολογίας, παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και κακής ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση. Στον πυρήνα της σχετικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν συνυπολόγισαν και/ή δεν έλαβαν υπόψη τους άλλους παράγοντες, προκειμένου να διαμορφώσουν την επίδικη κρίση τους, παρά μόνον εξέδωσαν τα επίδικα διατάγματα στη βάση του γεγονότος ότι ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Ούτε και διερεύνησαν κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει σήμερα στη χώρα του, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Ο συνηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 105 και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Σε κάθε δε περίπτωση, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Αποτελεί πραγματικό γεγονός, προκύπτει εξάλλου και από τον οικείο διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήδη από 17.6.2013, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αποφάσισε την απόρριψη της Διοικητικής Προσφυγής που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή του για χορήγηση ασύλου. Μάλιστα, στη συνέχεια απορρίφθηκαν και όλα τα μεταγενέστερα αιτήματα του αιτητή, τα οποία αυτός είχε θέσει ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, της οποίας η αρχική απόφαση ημερομηνίας 17.6.2013 εξακολουθούσε να παραμένει σε ισχύ. Παρομοίως, απορρίφθηκε από το Τμήμα και το αίτημα του αιτητή, ημερομηνίας 20.7.2016, για έκδοση άδειας παραμονής στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους, με την απορριπτική επιστολή ημερομηνίας 13.10.2016 να αποστέλλεται στον δικηγόρο και/ή εκπρόσωπο του αιτητή. Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής δεν είχε νόμιμο έρεισμα παραμονής στη Δημοκρατία και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης.

 

Τα πιο πάνω γεγονότα, εκτίθενται και στην επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 25.11.2025 (παράρτημα 8 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου και γίνεται εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, καθότι, με βάση την προηγηθείσα συμπεριφορά του στο έδαφος της Δημοκρατίας, την πιθανότητα διαφυγής του και το γεγονός ότι αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενώ ούτε και η αρχή της μη επαναπροώθησης παραβιάζεται.

 

Στις 26.11.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105. Όπως αναφέρεται σε αυτά, κατά το χρόνο έκδοσής τους, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από 17.6.2013, όταν και απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Το γεγονός ότι ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά τον χρόνο της σύλληψής του δεν φαίνεται να αμφισβητείται ούτε από τον συνήγορό του: ορθώς, εφόσον είναι πρόδηλο ότι πράγματι, ο αιτητής, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης ως διαμένων παράνομα στη χώρα. Άμεσα σχετική είναι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Ruth Nash v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024, όπου, με αναφορά και στην Madber v Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 8/22, ημερ. 17.11.2022, το Δικαστήριο τόνισε, με τρόπο που δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας, ότι το καθεστώς διεθνούς προστασίας τερματίζεται με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) επί προσφυγής κατά απόφασης απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας και ότι μετά την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης, η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, εκκρεμούσης της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν είναι νόμιμη. Η αυτή νομολογιακή προσέγγιση εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπό κρίση περίπτωσης δεν είχε ακόμα ιδρυθεί το ΔΔΔΠ και των προσφυγών κατά απόφασης (της Υπηρεσίας Ασύλου) απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, επιλαμβάνετο η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Η οποία εν προκειμένω εξέδωσε απορριπτική απόφαση από 17.6.2013.

 

Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης και υπό το φως των διαπιστώσεων στη Nash, ανωτέρω, είναι σαφές ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, αλλά και η απόφαση κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, επί της οποίας βασίστηκαν τα επίδικα διατάγματα, ημερομηνίας 26.11.2025, ήσαν ορθές και νόμιμες, εφόσον πράγματι ο αιτητής κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105. Ας σημειωθεί, στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχή Προσφύγων ημερομηνίας 17.6.2013 δεν επηρεάστηκε από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή αρ. 555/2015 και παρέμεινε αλώβητη, εφόσον όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση-

 

«H απόφαση για απέλαση, όπως και κάθε άλλη προηγούμενη απόφαση που αφορά στο καθεστώς διαμονής αλλοδαπού και αποτελεί το υπόβαθρο για την απέλαση του από την Δημοκρατία, είναι αυτοτελώς εκτελεστή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής δεν προσέβαλε την απόφαση απόρριψης του αιτήματος του για πολιτικό άσυλο, η οποία οριοθετεί και την περαιτέρω παραμονή του στην Δημοκρατία ως παράνομη, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαγορευμένος μετανάστης. Συνεπώς, δεν νομιμοποιείται στο να θέτει οποιουσδήποτε ακυρωτικούς ισχυρισμούς που αφορούν στην απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ούτε μπορεί να ασκηθεί τέτοιος παρεμπίπτον έλεγχος στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής.».

 

Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ και οι ισχυρισμοί περί εμφιλοχώρησης πλάνης στερούνται ερείσματος.

 

Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, στο οποίο αναφέρεται εν εκτάσει ο συνήγορος του αιτητή, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, ενώ δεδομένης της απροθυμίας του αιτητή να επαναπατριστεί, αλλά και του κινδύνου διαφυγής του, δεν υπήρχε περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 25.11.2025, όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και λόγου του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία. Σημειώνεται συναφώς ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε και στο παρελθόν συλληφθεί για παράνομη παραμονή στη χώρα, ενώ όχι μόνο δεν προέβη σε διευθέτηση της νομιμοποίησης της παραμονής του, αλλά ούτε και αναχώρησε οικειοθελώς από αυτήν, ως τον καλούσαν να πράξει οι καθ’ ων η αίτηση με τις προαναφερθείσες επιστολές τους.

 

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των αμέσως πιο πάνω, και δεδομένης της μη συναίνεσης του αιτητή για τον επαναπατρισμό του αλλά και του πράγματι υπαρκτού κινδύνου διαφυγής του, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση περί έκδοσης διατάγματος κράτησης, καθότι δεν υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, κρίνεται καθόλα ορθή και εύλογη.

 

Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 26.11.2025, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-

 

«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-

 

[.]

 

(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».

 

Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ’ ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. και απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1242/2022 (Κ) (iJustice,) ημερ. 18.8.2022, καθώς και πιο πρόσφατα του παρόντος Δικαστηρίου, στην T.B.F. ν.  Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025 και G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ) (i-Justice) ημερ. 9.6.2023). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή, εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-

 

«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-

 

(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής

(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».

 

Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, είναι ότι ο Υπουργός Εσωτερικών (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί και δη του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή και δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του συνηγόρου του αιτητή.

 

Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης.

 

Περαιτέρω, και για σκοπούς πληρότητας, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, τον οποίο, ούτως ή άλλως, ακροθιγώς και μόνον εγείρει ο συνήγορος του αιτητή. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με το κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει σήμερα στη χώρα του, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των  επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024, ημερ. 24.2.2025).

 

Εν πάση δε περιπτώσει, θεωρώ πως είχε ο αιτητής σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, και δη από το έτος 2015 ή έστω το 2016, όταν και του γνωστοποιήθηκε η απορριπτική απόφαση επί του αιτήματός του για παραμονή στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους, το χρόνο και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη χώρα. Ουδέν όμως έπραξε.

 

Λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Εξάλλου, ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του, δεν ανέφερε το παραμικρό αναφορικά με βάσιμο φόβο δίωξης και/ή κίνδυνο να εκτεθεί αυτός σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση επαναπροώθησής του στη χώρα καταγωγής του, και αυτό προκύπτει τόσο από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 25.11.2025, δια της οποίας υποβάλλεται η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, όσο και από την κατάθεση του Αστυφύλακα Ι. (παράρτημα 8 στο δικόγραφο της ένστασης), ο οποίος και προέβη στη σύλληψη του αιτητή.

 

Έτι δε περαιτέρω, οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος και δη ότι εσφαλμένα δεν εξετάστηκε από τους καθ' ων η αίτηση κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος ο αιτητής να εκτεθεί σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).

Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Όπως  λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-

 

Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ’ επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ’ εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).

Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».

 

Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Περαιτέρω, αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτητής ότι ουδέποτε ενημερώθηκε δεόντως ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 105. Ο αιτητής, είχε υποβάλει αίτημα, ημερομηνίας 20.7.2016, για έκδοση άδειας παραμονής στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους, το οποίο απορρίφθηκε και σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 13.10.2016, εστάλη στον δικηγόρο και/ή εκπρόσωπο του αιτητή. Με την εν λόγω δε επιστολή, καλείτο ο εν λόγω δικηγόρος όπως συμβουλεύσει τον αιτητή να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία το συντομότερο. Είχε μάλιστα προηγηθεί επιστολή του Τμήματος προς τον αιτητή, ημερομηνίας 1.12.2015, με την οποία καλείτο αυτός όπως, μετά την έκδοση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης στην προσφυγή αρ. 555/2015, εγκαταλείψει τη Δημοκρατία εντός 7 ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του. Συνεπώς, ο αιτητής γνώριζε ήδη από τα τέλη του έτους 2015, και σίγουρα κατά το έτος 2016, ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη Δημοκρατία. Κατά πάγια δε νομολογία, η κοινοποίηση της απόφασης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ενός αιτητή, όπως συνέβη και εν προκειμένω, αποτελεί κοινοποίηση και προς τον ίδιο τον αιτητή, για σκοπούς έναρξης της προθεσμίας αμφισβήτησης της νομιμότητάς της (βλ. Miglena Varbanova Kalyova κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 61/2015, ημερ. 8.5.2015, Papasavva v. Republic (1979) 3 C.L.R. 563 Ιsseyegh ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 956, THEVATHA v. Δημοκρατίας (Α.Ε. 250/12, ημερ. 16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:C316 και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αρ. 1135/1957 και 182/1958). Σε αυτές τις περιπτώσεις, με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας, το οποίο λειτουργεί υπέρ της Διοίκησης, εύλογα αναμένεται ότι ο αιτητής λαμβάνει γνώση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (Θεανώ Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας (2007) Α.Α.Δ.3 σελ. 415). Συνεπώς, κοινοποίηση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ενός αιτητή, αποτελεί κοινοποίηση προς τον ίδιο τον αιτητή, ο οποίος εν προκειμένω γνώριζε ήδη ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία (βλ. και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην PHILIP CHUNG ΚΑΙ/Η ZHONG NINGLIN (ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΟΝΟΜΑ) κ.α. ν. Δημοκρατίας, 1712/2024 (i-Justice), ημερ. 4.4.2025, καθώς και την απόφαση στην F.G.O. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 394/2025(K), ημερ. 12.5.2025).

 

Συναφώς, ούτε ο ισχυρισμός ότι δεν δόθηκε στον αιτητή προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης με βρίσκει σύμφωνο. Εν πρώτοις, υπενθυμίζω ότι ήδη με την απόφασή τους να απορρίψουν την αίτηση του αιτητή, ημερομηνίας 13.10.2016, οι καθ’ ων η αίτηση είχαν παράσχει στον αιτητή χρόνο για οικειοθελή αναχώρηση από την χώρα. Ο αιτητής, ωστόσο, ουδέν έπραξε. Εν πάση δε περιπτώσει, οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν στη συνέχεια, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της παραγράφου (4) του άρθρου 18ΟΘ του Κεφ. 105, να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον υπήρχε σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

 

Εν προκειμένω, ο αιτητής ήταν κατ’ επανάληψη αρνητικός στον επαναπατρισμό του και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να παραμείνει στη Δημοκρατία, στην οποία εισήλθε παράνομα και παράνομα παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, στη βάση πάντα των γεγονότων της υπόθεσης, δεδομένα υπήρχε ο κίνδυνος διαφυγής του και, συνακόλουθα, η κρίση της Διοίκησης να μην παραχωρήσει σε αυτόν χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται σύννομη, ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M και Δημοκρατίας (Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice), ημερ. 9.6.2023, V.E.A. v. Δημοκρατίας (Υποθ. Αρ. 583/2023, ημερ. 2.6.2023).

 

Περαιτέρω, αδίκως διαμαρτύρεται η πλευρά του αιτητή ότι δεν παρασχέθηκε σε αυτόν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης υπάρχει όπου ο νόμος ρητά το αναγνωρίζει ή ρητά το επιβάλλει ή σε περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (Χριστάκης Κωνσταντινίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 93/16, ημερ. 11.9.2023, Φροσούλλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1488/2010, ημερ. 30.1.2015, ECLI:CY:AD:2015:D50). Άτομα, στα οποία ο νόμος δεν δίδει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης, δεν καλύπτονται (G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 155).

 

Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 158(Ι)/1999 και δη του άρθρου 43(1) αυτού: σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται «σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης» (Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 2013/12 κ.α., ημερ. 28.1.2014, ECLI:CY:AD:2014:D71). Είναι σαφές ότι στην υπό κρίση περίπτωση, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις σαφώς και δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελούν ούτε κύρωση αλλ’ ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί παραβίασης του προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης του αιτητή, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ δεν εντοπίζεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, ούτε κακή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση, ισχυρισμοί που δεν στοιχειοθετούνται και απορρίπτονται.

 

Τέλος, δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου ορθώς ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να υποσκελίσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (G. P. Iron & Wood Makers Ltd ν. Δημοκρατίας Υποθ. Αρ. 959/2004, ημερ. 17.1.2006, Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191). Έχει δε η εν λόγω αρχή συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021 και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016). Εν προκειμένω, δεδομένης της ύπαρξης των προεκτεθεισών διατάξεων του Κεφ. 105, δεν θα μπορούσε η αρχή της καλής πίστης να τις υποσκελίσει και να αποτελέσει λόγο απόκλισης από αυτές.

 Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.




cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο