ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1566/2022(iJ))
17 Φεβρουαρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το άρθρο/τα άρθρα (α) 146, 29, 30 του Συντάγματος, του Περί Προσφύγων Νόμου 6(1)/2000, της Διεθνούς Σύμβασης του Δουβλίνου του 1990, του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (158(1)/1999), της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008, άρθρο 5 και 7° Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και στον περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου (Ν.7(Ι)/2007) ειδικότερα και χωρίς περιορισμό άρθρο 7, 11, 19, 29 και 30 καθώς και στην Οδηγία 2004/38.
DULAN CHAMARA ABEYWICHRAMA ABEYWICHRAMA GIGUMMADUWAGE
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Αναστασία Ιωαννίδη, για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Φοίβος Χριστοφίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 23.5.2022, με την οποία ακυρώθηκε η ισχύς του δελτίου διαμονής που είχε εκδοθεί στον αιτητή, λόγω της διαπίστωσης ότι δεν διέμενε με την Ευρωπαία του σύζυγο, η οποία είχε αναχωρήσει από την Δημοκρατία.
Ο αιτητής κατάγεται από το Μπαγκλαντές. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 11.6.2010, με άδεια φοιτητή. Στις 4.3.2013 αποβλήθηκε από το Κολλέγιο στο οποίο φοιτούσε, λόγω μη ανανέωσης της εγγραφής του. Ακολούθως, στις 27.11.2015 εκδόθηκε άδεια εργασίας, ως οικιακός βοηθός, η οποία είχε ισχύ μέχρι την 21.11.2019. Στις 20.11.2019 τέλεσε γάμο με υπήκοο Ρουμανίας και στις 21.11.2019 υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής, ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτιδας, δελτίο το οποίο είχε ισχύ μέχρι την 25.2.2025. Έλεγχος της γνησιότητας του γάμου του αιτητή με την Ευρωπαία, έλαβε χώρα στις 15.11.2020 και σχετική έκθεση ετοιμάστηκε στις 17.11.2020.
Αποτέλεσμα, ήταν η έκδοση της εδώ προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, ημερομηνίας 23.5.2022, στην οποία αναφέρονται τα εξής:-
«I am directed to refer to your Residence Card issued on 25/02/2022 and valid until 25/02/2025, and to inform you that after thorough investigation it was detected that you do not live with your wife […], citizen of EU, as she departed from Cyprus.
Therefore, you don’t meet the conditions for the retention of your right of residence in the Republic of Cyprus, according to Articles 4, 9(2) and 27(2) of Law 7(I)/2007. Consequently, your residence card has been revoked and you have to depart from the Republic as soon as possible, otherwise measures will be taken against you, according to the relevant provisions of the Law 7(I)/2007».
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, υποστηρίζει πως η διοίκηση πλανήθηκε και/ή δεν λήφθηκαν υπόψη οι λόγοι για τους οποίους η σύζυγος του αιτητή δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία, αφού ο δικηγόρος του, με επιστολή ημερομηνίας 10.12.2020, είχε ενημερώσει πως η ανήλικη θυγατέρα της αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και αναμενόταν να επιστρέψει στη Δημοκρατία, μόλις αυτό θα ήταν δυνατό. Εισηγείται πως οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να καλέσουν τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη, κατά παράβαση του άρθρου 4(3) του Ν. 7(Ι)/2007 και στερήθηκε του δικαιώματος σε προηγούμενη ακρόαση, προκειμένου να θέσει τις απόψεις του, πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης. Με απλή αναφορά στο άρθρο 52 του Ν. 158(Ι)/99, υποστηρίζει πως υπήρξε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά διατείνεται επίσης πως η ανάκληση του δελτίου διαμονής του, έγινε μετά την πάροδο εύλογου χρόνου και τη δημιουργία δικαιωμάτων και ευνοϊκών καταστάσεων. Τέλος, κατά τις εισηγήσεις, δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία και πως η επίδικη απόφαση ελήφθη κατόπιν ελλιπούς διερεύνησης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, απορρίπτοντας όλες τις πιο πάνω θέσεις, υποστήριξε τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, ενώ προέβαλε και ζήτημα απώλειας του αντικειμένου της, αφ΄ ης στιγμής το δελτίο διαμονής είχε ισχύ μέχρι την 25.2.2025. Με αναφορά σε σχετική νομολογία, υποστήριξε πως για την συνέχιση της δίκης, θα πρέπει ο αιτητής να αποδείξει, με στοιχεία που να περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως, το κατάλοιπο ζημιογόνων γι’ αυτόν συνεπειών, από την έκδοση της επίδικης απόφασης, τεκμηριώνοντας το κατάλοιπο της ζημίας του. Ανεξαρτήτως τούτου, υποστήριξε πως ο αιτητής δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, αφ’ ης στιγμής η ευρωπαία του σύζυγος αναχώρησε για την χώρα της, πως διεξήχθη έλεγχος στη βάση και της τηλεφωνικής επικοινωνίας που προηγήθηκε με τον αιτητή, ο οποίος δεν διέμενε στη δηλωθείσα διεύθυνση, ενώ αρνήθηκε να δώσει στοιχεία για την νέα διεύθυνση διαμονής του και δεν αρνήθηκε το γεγονός της απουσίας της συζύγου του.
Αντικείμενο της υπό εκδίκαση προσφυγής, αποτελεί η νομιμότητα της ακύρωσης του δελτίου διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτιδας, το οποίο εκδόθηκε στις 25.2.2020 και είχε ισχύ μέχρι τις 25.2.2025. Ο έλεγχος για την γνησιότητα του γάμου του με την Ευρωπαία, έλαβε χώρα στις 15.11.2020 και 17.11.2020 και οδήγησε στην ακύρωση του δελτίου διαμονής του, με την γνωστοποίηση της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 23.5.2022.
Δεν συμφωνώ με το προδικαστικό ζήτημα που τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Δημοκρατίας πως το αντικείμενο της προσφυγής έχει εκλείψει, λόγω του ότι η πράξη που προσβάλλεται είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια και η οποία έληξε στις 25.2.2025. Η προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 23.5.2022, με την οποία ακυρώθηκε το δελτίο διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, δεν είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, αλλά η ακύρωση επιφέρει την μόνιμη στέρηση και απώλεια του δικαιώματος του αιτητή να διαμένει στη Δημοκρατία. Εν προκειμένω, δεν είναι η επίδικη απόφαση που είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, αλλά ήταν το δελτίο διαμονής του στη Δημοκρατία, το οποίο και θα έληγε, εάν δεν μεσολαβούσε η επίδικη ακύρωσή του, στις 25.2.2025, κάτι όμως που δεν ενδιαφέρει, ούτε και επηρεάζει το παραδεκτό της προσφυγής, αφ’ ης στιγμής αυτή η απόφαση έπαυσε πλέον να ισχύει με την επίδικη ακύρωσή της.
Αυτό που διαφαίνεται από τα επίδικα γεγονότα, είναι πως ο αιτητής, δεν αμφισβητεί την διαπίστωση της διοίκησης πως η Ευρωπαία του σύζυγος, έχει αναχωρήσει από την Δημοκρατία και βρίσκεται στην χώρα της. Στις σελιδώσεις 298-292 του Τεκμηρίου 1, περιέχεται ο έλεγχος γνησιότητας του γάμου του αιτητή, έλεγχος που πραγματοποιήθηκε στις 15.11.2020 και 17.11.2020, στη δηλωθείσα διεύθυνση του ζεύγους. Όπως αναφέρεται, εκεί δεν εντοπίστηκε ο αιτητής, αλλά τρίτος αλλοδαπός, από έλεγχο στο σύστημα του Τμήματος Μετανάστευσης, διαπιστώθηκε πως δεν υπήρξε αλλαγή διεύθυνσης διαμονής (σελίδωση 242 Τεκμηρίου 1) και έγινε προσπάθεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ίδιο. Στην τηλεφωνική επικοινωνία, ο ίδιος ισχυρίστηκε πως εξακολουθεί να διαμένει στην δηλωθείσα διεύθυνση, ενώ παραδέχθηκε πως η σύζυγός του, αναχώρησε για την χώρα της, μετά την τέλεση του γάμου τους. Πρόσθετα, του ζητήθηκε όπως παρουσιαστεί στις 17.11.2020 στα γραφεία του Κλιμακίου της ΥΑΜ Λευκωσίας προς περαιτέρω διερεύνηση, αλλά δεν το έπραξε και κατόπιν εκ νέου τηλεφωνικής επικοινωνίας μαζί του, ο ίδιος επανέλαβε στην απουσία της συζύγου του από την Δημοκρατία.
Στη βάση όλων των ανωτέρω και κυρίως από την παραδοχή και του ίδιου του αιτητή πως η Ευρωπαία σύζυγος αναχώρησε για την χώρα της μετά την τέλεση του γάμου τους, διαπιστώνεται πως η επίδικη απόφαση ελήφθη εντός νομίμων πλαισίων, στη βάση και των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 4 και 9(2) του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισμένων Υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου, Ν. 7(Ι)/2007, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Σε συμφωνία με τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4(1) αυτού, οι διατάξεις του προαναφερθέντος Νόμου, εφαρμόζονται σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος αφίκνειται ή διαμένει στη Δημοκρατία, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του, ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9(2) του Νόμου, το δικαίωμα διαμονής εκτείνεται και στα μέλη της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, όταν συνοδεύουν τον πολίτη της Ένωσης, ή όταν αφίκνεινται στη Δημοκρατία για να τον συναντήσουν.
Συνεπώς, από τις προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, διαπιστώνεται πως το δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, δεν είναι αυτοτελές, αλλά παράγωγο των δικαιωμάτων του πολίτη της Ένωσης. Και αφ’ ης στιγμής ο πολίτης της Ένωσης δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία, δεν υπάρχει εκ του Νόμου υπόβαθρο για την αυτοτελή συνέχιση της διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας στη Δημοκρατία.
Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και ιδίως από τις σελιδώσεις 298 - 292, προκύπτει η πληρότητα της έρευνας στην οποία έχουν προβεί οι καθ’ ων η αίτηση για την διαπίστωση των πραγματικών και προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, για την συλλογή όλων των απαραίτητων στοιχείων προκειμένου να καταλήξουν σε απόφαση για ακύρωση του δελτίου διαμονής του αιτητή. Σημειώνεται πως δεν υπήρξε εκ μέρους του αμφισβήτηση της μη παρουσίας της Ευρωπαίας στην Δημοκρατία και συνεπώς, μόνον εξ’ αυτού, ο αιτητής δεν είχε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής. Πρόσθετα, προκύπτει με επάρκεια ο λόγος της ακύρωσης της έκδοσης του δελτίου διαμονής, τόσο από το σώμα της επίδικης απόφασης, όσο και από τα, εντός του διοικητικού φακέλου, έγγραφα.
Ούτε διαπιστώνω να υπήρξε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Κατά πρώτον, αυτός ο λόγος ακύρωσης δεν αναπτύχθηκε επαρκώς στην γραπτή αγόρευση του αιτητή και κατά δεύτερον και επί της ουσίας, από την στιγμή που επιβεβαιώθηκε και ούτε, εξάλλου, αμφισβητήθηκε από τον ίδιο η απουσία της Ευρωπαίας από την Δημοκρατία, δεν παρείχετο περιθώριο για λήψη οποιασδήποτε άλλης απόφασης.
Εγέρθηκε ο ισχυρισμός πως η διοίκηση, κατά την ακύρωση του δελτίου διαμονής του αιτητή, δεν εξέτασε τις ευνοϊκές καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί για τον αιτητή. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση, αφού στην ουσία, η διοίκηση προχώρησε στην ακύρωση του δελτίου διαμονής που εκδόθηκε προς όφελος του αιτητή, λαμβανομένης υπόψη της μη πλήρωσης εκ μέρους του, των απαιτήσεων της νομοθεσίας, ως αυτό αναφέρεται και στις πρόνοιες των άρθρων 4, 9(2) και 27(2) του Ν. 7(Ι)/2007, μνεία των οποίων έγινε και στην επίδικη διοικητική απόφαση.
Ομοίως, απορριπτική κατάληξη θα πρέπει να έχει και η θέση του αιτητή περί παράβασης του δικαιώματος ακρόασης πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης. Είναι σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1) του Ν. 158(Ι)/99, αφού δεν αποτελεί, ούτε κύρωση, αλλά ούτε και μέτρο πειθαρχικής φύσεως. Εξάλλου, ο αιτητής είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του, όταν ο ίδιος κλήθηκε να παρουσιαστεί στις 17.11.2020 ενώπιον της ΥΑΜ Λευκωσίας και δεν το έπραξε.
Οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι καθ’ ων η αίτηση, βασίστηκαν αφενός στις δηλώσεις του ιδίου του αιτητή, αλλά και επί του αποτελέσματος της επιτόπιας διερεύνησης στην οικία του ζεύγους που βρίσκεται επί της δηλωθείσας διεύθυνσης στην Λευκωσία, όπου δεν εντοπίστηκε κανένας εκ των δύο. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του Αστυφύλακα της ΥΑΜ μαζί με τον αιτητή, ο τελευταίος επιβεβαίωσε πως δεν διαμένει στην οικία που δηλώθηκε και δεν γνωρίζει πότε θα επιστρέψει.
Οι λόγοι για τους οποίους η διοίκηση προχώρησε στην ακύρωση του δελτίου διαμονής του αιτητή, διαφαίνονται ευκρινώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κρίνεται πως έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα και μετά από δέουσα διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών και δεδομένων.
Βάσει των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο