ΑΟΥΡΟΡΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΑΝΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 1567/2021, 11/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΟΥΡΟΡΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΑΝΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 1567/2021, 11/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 1567/2021)

 

                             11 Φεβρουαρίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΑΟΥΡΟΡΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΚΑΙ  ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΑΝΑ ΤΣΙΕΚΙΡΟΒΑ

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                       και

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Α. Κουμής, δικηγόρος για την αιτήτρια.

Π. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

                            Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, η μητέρα της αιτήτριας, η οποία περί το 2010 είχε τελέσει γάμο με ελληνοκύπριο πολίτη, απέκτησε στις 2.1.2017 κυπριακή υπηκοότητα δια εγγραφής στη βάση των διατάξεων του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002.

 

Στις 13.2.2020 και αφού ο γάμος της μητέρας της αιτήτριας είχε ήδη λυθεί, γεννήθηκε η αιτήτρια, ο πατέρας της οποίας είναι υπήκοος Ρωσίας.

 

Ακολούθως με επιστολή ημερομηνίας 5.8.2020 η μητέρα της αιτήτριας, δια μέσω του δικηγόρου της, υπέβαλε σχετικό αίτημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών για κατ’ εξαίρεση παραχώρηση κυπριακής ιθαγένειας στην αιτήτρια.

 

Στις 17.12.2021, η αιτήτρια ούσα ανήλικη, καταχώρησε δια μέσου της μητέρας της και φυσικού κηδεμόνα της την υπό εκδίκαση Προσφυγή δια της οποίας επιζητείται δικαστική απόφαση ως ακολούθως:

 

«Α. Απόφαση και ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η αρνητική‚ απόφαση τον Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας — Καθ' ων η αίτηση, με την οποία αρνείται να παραχωρήσει την Κυπριακή Ιθαγένεια στην Αιτήτρια δυνάμει του αιτήματος της και/ή της αναφοράς της ημερομηνίας 05/08/2020 είναι αντισυνταγματική και/ή παράνομή και/ή εκπρόθεσμη και/ή καταχρηστική και/ή εσφαλμένη και/ή αδικαιολόγητη και/ή αόριστη και/ή ασκήθηκε κατά παράβαση τύπου και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή συνίσταται κατάχρηση εξουσίας και/ή είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή αντίκειται σε βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου και/ή είναι αντίθετη με το N.141(1)/2002 και/ή είναι αντιβαίνει σχετικών Κανονισμών και Οδηγιών και/ή άλλως πως ».

 

Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι στις 3.10.2023, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απέστειλε επιστολή προς το δικηγόρο της αιτήτριας με την οποία τον ενημέρωνε ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας για κατ’ εξαίρεση παραχώρηση κυπριακής ιθαγένειας στην αιτήτρια καθότι σύμφωνα με την τέταρτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Ν. 141(1)/2002, ως αυτό είχε τροποποιηθεί το 2017, αλλοδαπός που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα μέσω εγγραφής λόγω γάμου με κύπριο πολίτη δεν δικαιούται να μεταφέρει το δικαίωμα σε τέκνο που δεν είναι τέκνο του συζύγου αυτού αλλά ούτε και σε επόμενο μελλοντικό σύζυγο.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση η πλευρά της αιτήτριας αρχικώς επεξήγησε ότι, η παρούσα Προσφυγή, ως άλλωστε αποτυπώνεται και στα νομικά σημεία της Προσφυγής, στηρίζεται στο άρθρο 36 του Ν. 158(Ι)/99. Ως δε αυτολεξεί κατέγραψε: «οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να απαντήσουν στο ειδικό αίτημα και ή αναφορά της Αιτήτριας, μετά την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή της και ως εκ τούτου η παράλειψη τους αυτή εκλήφθηκε ως άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος και/ή αναφοράς ημερομηνίας 05/02/2020 και η Αιτήτρια προχώρησε με την προσβολή της παραλείψεως απάντησης ως αρνητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 36 του Διοικητικού Νόμου (Ν. 158(1)/99).» Προς ακύρωση δε της προσβαλλόμενης απόφασης η πλευρά της αιτήτριας υποστήριξε ότι η επίδικη άρνηση είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας καθώς και ότι η προσθήκη της τέταρτης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Ν.141(Ι)2002 παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας.

 

Με την ένσταση της η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση προέβαλε ότι η Προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου καθότι η αίτηση της αιτήτριας εξετάστηκε και απαντήθηκε. Αυτό όμως το προδικαστικό ζήτημα ουδόλως αναπτύχθηκε ή υποστηρίχθηκε στη γραπτή αγόρευση των καθ΄ων η αίτηση δια της οποίας, τουναντίον, προβλήθηκε και αναπτύχθηκε ενδελεχώς, ως μοναδικό μάλιστα ζήτημα, ένα έτερο προδικαστικό ζήτημα ήτοι ότι η Προσφυγή είναι απαράδεκτη και/ή αβάσιμη ένεκα του ότι το αίτημα της αιτήτριας για απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας δεν εμπίπτει ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 29 του Συντάγματος ούτε και στο πλαίσιο του άρθρου 36 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου. Ως δε το έθεσε ο κ. Βασιλείου: «αμφότερα τα εν λόγω άρθρα δεν δύναται να θεωρείται ότι περικλείουν και περιπτώσεις αιτήσεων που προνοούνται και που ρητώς επιτάσσονται από τον Νόμο, ως η εδώ περίπτωση, αφού για τέτοιες αιτήσεις, ήτοι για αιτήσεις απόκτησης κυπριακής ιθαγένειας η υποβολή αίτησης προνοείται ειδικά και συγκεκριμένα στον περί Αρχείου Πληθυσμό Νόμο.» Προς επίρρωση της θέσης της η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση παρέπεμψε στα αποφασισθέντα της υπόθεσης ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΛΕΣΚΟΒ ν. Υπουργείου Εσωτερικών (Υποθ. αρ. 1223/2015, ημερ. 7.6.2016).

 

Παρεμβάλλεται ότι απαντητική γραπτή αγόρευση εκ μέρους της πλευράς της αιτήτριας δεν καταχωρήθηκε.

 

Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Καταρχάς και σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που ηγέρθηκε στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία αν και δεν προωθήθηκε αφού ουδέν προβλήθηκε προς ανάπτυξη της στη γραπτή αγόρευση των καθ΄ων η αίτηση, ώστε εν πολλοίς να θεωρείται εγκαταληφθείσα, αρκεί να επισημάνω ότι αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, ως είναι εκατέρωθεν παραδεκτό αλλά και ως αυτό καθορίζεται από την ίδια την αιτουμένη θεραπεία (Οικονόμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ 530) συνιστά η τεκμαιρόμενη άρνηση και συνεπώς απόρριψη στο αίτημα της αιτήτριας για παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας, η οποία εκλήφθηκε ως τέτοια βάσει του άρθρου 36 του Ν. 158 (Ι)/99[1], μετά την παράλειψη της διοίκησης, για χρονική περίοδο τριών μηνών, να απαντήσει στην επιστολή του δικηγόρου της αιτήτριας ημερομηνίας 5.8.2020. Συνεπώς η αποστολή της μεταγενέστερης επιστολής της διοίκησης ημερομηνίας 3.10.2023- την οποία η ίδια η πλευρά της αιτήτριας ειρήσθω εν παρόδω κατονομάζει ως βεβαιωτικού χαρακτήρα- και με την οποία η μητέρα της αιτήτριας πληροφορείτο, μέσω του δικηγόρου της, ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας και δη από την τέταρτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Ν.141(1)/2002 για κατ’ εξαίρεση παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας στην αιτήτρια, να μην καθιστά άνευ αντικειμένου την υπό κρίση Προσφυγή. Με άλλα λόγια η παρούσα περίπτωση σαφώς διακρίνεται από τις περιπτώσεις όπου η Προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψη απάντησης σε αίτημα του διοικούμενου κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπου ακόμα και η οποία μεταγενέστερη απάντηση καθιστά την Προσφυγή χωρίς αντικείμενο, αφού με τη δοθείσα απάντηση πληρώνεται το κενό στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της διοίκησης. (Πίτσιλλος ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (2000) 3 Α.Α.Δ. 777).

 

Σε σχέση δε με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι το αίτημα της αιτήτριας για πολιτογράφηση δεν εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 29 του Συντάγματος και συνεπώς ούτε και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 του Ν.158(Ι)/1999 καθότι, σύμφωνα και με τη νομολογία, πρόκειται για υποβολή αίτησης δυνάμει συγκεκριμένου Νόμου,  καταγράφω τα ακόλουθα:

 

Από μελέτη των νομοθετικών διατάξεων του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (βλ. άρθρα 108-111 Α, ως αυτά ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο) δεικνύεται ότι το εκάστοτε αίτημα για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας είτε αυτό αφορά πολιτογράφηση δυνάμει γέννησης ή καταγωγής είτε δυνάμει εγγραφής είτε δυνάμει πολιτογράφησης είτε αφορά τιμητική πολιτογράφηση αλλοδαπού για λόγους δημοσίου συμφέροντος διέπεται αποκλειστικά υπό συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες επί τη βάση των οποίων και κατόπιν υποβολής αίτησης σε καθοριζόμενο τύπο, εξετάζεται η σχετική αίτηση. Το ίδιο και το αίτημα της αιτήτριας, περιλαμβανομένου και αυτού που ο δικηγόρος της κατονομάζει στην επιστολή του ημερομηνίας 5.8.2020 ως «κατ΄ εξαίρεση πολιτογράφηση» και δια της οποίας ουσιαστικά δεν επιζητείτο τίποτα άλλο παρά, ως αυτολεξεί καταγράφεται, η μεταφορά στην αιτήτρια της κυπριακής ιθαγένειας που η μητέρα της είχε αποκτήσει δυνάμει πολιτογράφησης ως σύζυγος κύπριου πολίτη και επομένως η μη εφαρμογή της τέταρτης επιφύλαξης του άρθρου 110 (2) του Ν. 141(Ι)/2002[2], το οποίο διέπει κατ΄ αποκλειστικό τρόπο το ζήτημα πολιτογράφησης δια εγγραφής.  Συνεπώς καθίσταται αναντίλεκτο ότι το υποβληθέν αίτημα για πολιτογράφηση της αιτήτριας διέπεται ειδικώς από πρόνοιες συγκεκριμένης νομοθεσίας και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του άρθρου 29 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα των πολιτών να αναφέρονται στις διοικητικές αρχές και δεν αφορά αιτήσεις που υποβάλλει ο διοικούμενος ως προϋπόθεση σχετικών Νόμων (Έλλη Ευαγγέλου Τσιήσσιου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/2016, ημερομηνίας 3/10/23) Δημοτική Επιτροπή Αγ. Δομετίου ν. Χριστόφορος Χριστοφόρου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434) ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΛΕΣΚΟΒ ν. Υπουργείου Εσωτερικών (Υποθ. αρ. 1223/2015, ημερ. 7.6.2016).

 

Συνεπώς και επί τη βάση των ανωτέρω δεν θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής ούτε και τα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 του Ν. 158(Ι)/99.

 

Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο αφού η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση θα παρέμενε εν τέλει ακαδημαϊκή και θεωρητική, κάτι που η πάγια νομολογία δεν επιδοκιμάζει (Δημοκρατία κ.α Philips College Ltd (Ε.Δ.Δ αρ. 77/18, ημερ.10/4/24Χριστοφόρου και άλλων  v Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ.32/14, ημερομηνίας 30/1/2020). Τούτο δε διότι ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι δικαίως η αιτήτρια θεώρησε ότι το αίτημα που υπέβαλε συνιστά αναφορά εν τη εννοία του άρθρου 29 του Συντάγματος και επομένως ορθά εξέλαβε στη βάση του άρθρου 36 του Ν. 158(Ι)/99 μετά την πάροδο των τριών μηνών την παράλειψη της διοίκησης να απαντήσει ως άρνηση και την προσέβαλε με Προσφυγή και πάλι ως καθοριστικό θα παρέμενε το γεγονός ότι η υπό κρίση Προσφυγή καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Υπενθυμίζεται δε ότι το ζήτημα του εκπροθέσμου της Προσφυγής άπτεται ζητήματος δημοσίας τάξεως και μπορεί να εξετασθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Ιακώβου v Δημοκρατίας(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 63/2020, ημερομηνίας 24.1.2025) Παπαριστοδήμου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ 87/2018, ημερ. 30.1.2024).

 

Ειδικότερα εφόσον μετά την πάροδο προθεσμίας τριών μηνών από την ημέρα υποβολής της αναφοράς, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να θεωρήσει την παράλειψη της διοίκησης να απαντήσει ως άρνηση να ικανοποιήσει το αίτημα του, η Προσφυγή κατά της αρνήσεως αυτής οφείλει να ασκείται εντός της συνταγματικής και δη ανατρεπτικής προθεσμίας των 75 ημέρων, αφού τέτοια Προσφυγή στρέφεται πλέον κατά απορριπτικής απόφασης.

 

Εν προκειμένω, καθίσταται σαφές ότι το αίτημα της αιτήτριας υπεβλήθη μέσω του δικηγόρου της στις 5.8.2020. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η υπό κρίση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 17.12.2021 ήτοι ένα έτος και τρεις μήνες μετά την υποβολή του αιτήματος, η Προσφυγή, σε κάθε περίπτωση, είναι εκπρόθεσμη αφού είχε προ πολλού παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 146 του Συντάγματος προθεσμία των 75 ημερών από την ημερομηνία που μπορούσε να εκληφθεί -ήτοι μετά την παρέλευση των τριών μηνών- η παράλειψη απάντησης ως τεκμαιρόμενη άρνηση.

 

Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

                                  

                                              Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Συμφώνως με το άρθρο 36 του Ν. 158(Ι)99:«Μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημέρα της υποβολής της αναφοράς ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να θεωρήσει την παράλειψη της αρμόδιας αρχής να του απαντήσει άρνησή της να ικανοποιήσει την αναφορά του και να προσβάλει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την παράλειψη αυτή ως άρνηση ικανοποίησης της αναφοράς του. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί ταυτόχρονα να προσβάλει, με βάση το Άρθρο 29 του Συντάγματος, την παράλειψη απάντησης, εκτός αν από την παράλειψη έχει υποστεί βλάβη.»

[2] «Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να µμεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα µε την περίπτωση».

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο