ΧΡΙΣΤΙΝΑ-ΑΘΗΝΑ ΤΖΙΟΥΡΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1774/2022, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΙΝΑ-ΑΘΗΝΑ ΤΖΙΟΥΡΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1774/2022, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                        

(Υπόθεση Αρ. 1774/2022(i-Justice))

 

 27 Φεβρουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ-ΑΘΗΝΑ ΤΖΙΟΥΡΡΟΥ

                                                                             Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

                         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ

3. ΓΕΕΦ

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Μ. Παρασκευάς, για Αιτήτρια

Μ. Δρυμιώτου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

         

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η αιτήτρια ζητά-

«Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση (Παράρτημα Α), η οποία κοινοποιήθηκε στις 20.07.2022 στην Αιτήτρια με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση διορίζουν την Αιτήτρια ως Αξιωματικό στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό του Σημαιοφόρου από την επόμενη της αποφοίτησης της από την ΣΝΔ από την 29.06.2022 είναι άκυρη, παράνομη και στερείται κάθε έννομου αποτελέσματος.

 

Β. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση (Παράρτημα Α), η οποία κοινοποιήθηκε στις 20.07.2022 στην Αιτήτρια με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση διορίζουν την Αιτήτρια ως Αξιωματικό στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό του Σημαιοφόρου από την επόμενη της αποφοίτησης της από την ΣΝΔ με την τάξη αποφοιτησάντων του 2022 αντί της τάξης αποφοιτησάντων από την ΣΝΔ του 2018, είναι άκυρη, παράνομη και στερείται κάθε έννομου αποτελέσματος.».

 

Η αιτήτρια είναι Αξιωματικός του Στρατού της Δημοκρατίας, απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων («ΣΝΔ»), η οποία διορίστηκε στον Στρατό της Δημοκρατίας στις 29.6.2022, με το βαθμό του Σημαιοφόρου, και ανήκει στον Κλάδο του Ναυτικού. Ο διορισμός της αιτήτριας γνωστοποιήθηκε σε αυτήν δι’ επιστολής του Υπουργείου Άμυνας, ημερομηνίας 4.7.2022.

Η αιτήτρια είχε εισαχθεί στη ΣΝΔ κατά το έτος 2018.

 

Προηγουμένως, στις 5.3.2014, αυτή είχε υποβάλει αίτηση στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, προκειμένου να συμμετάσχει στις Παγκύπριες εξετάσεις του 2014 για εισαγωγή της σε Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα ή/και Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών. Στις 14.4.2014, η αιτήτρια παρουσιάστηκε στην επιτροπή διεξαγωγής υγειονομικής εξέτασης των υποψηφίων, όπου μετρήθηκε και ζυγίστηκε και ακολούθως απορρίφθηκε, καθότι βρέθηκε να έχει ύψος μικρότερο του ελάχιστου καθορισμένου και/ή αποδεκτού. Για την απόρριψή της, η αιτήτρια ενημερώθηκε αρχικώς προφορικά και εν συνεχεία εγγράφως, δια σχετικής επιστολής ημερομηνίας 5.5.2014.

 

Κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, επί της οποίας εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση από το Διοικητικό Δικαστήριο, ημερομηνίας 10.2.2017.

 

Στο πλαίσιο της επανεξέτασης μετά την πιο πάνω ακυρωτική δικαστική απόφαση, ζητήθηκε και δόθηκε γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.3.2017, σύμφωνα με την οποία το αίτημα της αιτήτριας για εισαγωγή σε στρατιωτική σχολή, ήταν αλυσιτελές, αφού ακόμα και αν αυτή είχε το απαιτούμενο ύψος, και πάλι η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να εισαχθεί σε καμιά Στρατιωτική Σχολή, ένεκα της χαμηλής βαθμολογίας της.

 

Ακολούθησε επιστολή της αιτήτριας προς τον Υπουργό Άμυνας, ημερομηνίας 2.5.2017, με την οποία η αιτήτρια ζητούσε όπως τής αποδοθεί θεραπεία, ενώ και ο δικηγόρος της, με δική του επιστολή προς το Υπουργείο Άμυνας, ημερομηνίας 18.5.2017, ζητούσε να πληροφορηθεί σε σχέση με τη συμμόρφωση της Διοίκησης με την προαναφερθείσα ακυρωτική δικαστική απόφαση. Η απάντηση του Υπουργείου δόθηκε δι’ επιστολής ημερομηνίας 15.6.2017: σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, από τη στιγμή που με βάση τη βαθμολογία της, η αιτήτρια δεν θα εξασφάλιζε θέση σε καμία Στρατιωτική Σχολή, δεν μπορούσε να τύχει καμιάς θεραπείας, αποκατάστασης ή αποζημίωσης.

 

Ακολούθησε σχετική αλληλογραφία μεταξύ της αιτήτριας, της Διοίκησης και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, η οποία ωστόσο δεν μετέβαλε την αρχική θέση των καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με την οποία, κατόπιν διενεργηθείσας επανεξέτασης, το σχετικό αίτημα της αιτήτριας είχε καταστεί αλυσιτελές, καθότι η αιτήτρια, αν και πληρούσε το κριτήριο του κατώτατου ορίου ύψους, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει θέση σε καμιά στρατιωτική σχολή ένεκα της χαμηλής και/ή μη απαιτούμενης βαθμολογίας της στις Παγκύπριες εξετάσεις που είχαν διενεργηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2014. Με αποτέλεσμα να έχει καταρρεύσει το βάθρο των απαιτήσεών της. Αυτά αναφέρονται σε σχετικές γνωματεύσεις της Νομικής Υπηρεσίας, ημερομηνίας 10.3.2017 και 9.2.2018. Σχετική δε επιστολή ημερομηνίας 20.4.2018, όπου και περιέχονται οι πιο πάνω θέσεις των καθ’ ων η αίτηση, εστάλη στην αιτήτρια.

 

Ακολούθως, στο πλαίσιο επανεξέτασης του αιτήματος της αιτήτριας για εισαγωγή και φοίτηση σε Ανώτατη Στρατιωτική Σχολή, ο Υπουργός Άμυνας, με επιστολή του προς τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς, ημερομηνίας 19.7.2018, διατύπωνε τη θέση ότι ήταν «ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για να κοινοποιηθούν τα στοιχεία της κας Τζούρρου στο αρμόδιο Τμήμα του ΓΕΕΦ και αυτό με τη σειρά του να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να ενσωματωθεί το όνομα/στοιχεία της κας Τζούρρου στον κατάλογο που θα σταλεί στις Ελληνικές Αρχές, για να εγγράφει και αυτή για φοίτηση στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Ελλάδας για το έτος 2018-2019», η δε θέση που θα παραχωρείτο στην αιτήτρια, θα ήταν υπεράριθμη. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή του Υπουργού (παράρτημα 32 στο δικόγραφο της ένστασης), αναφέρονταν και τα εξής:

 

«Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως τα στοιχεία της κας Τζούρρου σταλούν το αρμόδιο τμήμα του ΓΕΕΦ για τα περαιτέρω, με απώτερο σκοπό να εγγράφει στην Στρατιωτική Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, αφού προηγουμένως κληθεί η κα Τζούρρου να υπογράψει έγγραφο με το οποίο να δηλώνει ρητά ότι:

 

(1) Αποδέχεται να εγγράφει στην Στρατιωτική Σχολή Ναυτικών Δοκίμων ως οριστική διευθέτηση της απαίτησής της κατά του αποκλεισμού της από την επιλογική διαδικασία του 2014 για διεκδίκηση θέσης στα Ανώτατα και Ανώτερα Στρατιωτικά Ιδρύματα της Ελλάδας λόγω ύψους, εναντίον της οποίας στις 10.2.2017 εκδόθηκε απόφαση στην υπ’ αριθμό 991/114 προσφυγή, με την οποία δικαιώθηκε·

 

(2) δεν έχει ούτε θα έχει στο μέλλον οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με πιθανά δικαιώματα που πιθανώς να δημιουργούνται και/ή θα δημιουργηθούν στο μέλλον από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2017·

 

(3) δεν θα διεκδικήσει δικαίωμα για αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από την χρονική περίοδο 2014 και/ή ότι αναγνωρίζει ότι η αρχαιότητα της θα καθοριστεί με βάση την ημερομηνία διορισμού της στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας της κατά την αποφοίτηση της από την εν λόγω σχολή·

 

(4) θα αποσύρει άμεσα οποιαδήποτε διαδικασία και/ή υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου που σχετίζεται με όλα τα πιο πάνω· και

 

(5) δεν θα προβεί στο μέλλον σε οποιεσδήποτε άλλες νομικές διαδικασίες που αφορούν την απόφαση για απόρριψη της από την επιλογική διαδικασία του 2014, για διεκδίκηση θέσης στα Ανώτατα και Ανώτερα Στρατιωτικά Ιδρύματα της Ελλάδας λόγω ύψους.».

Η αιτήτρια, στις 19.7.2018, υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων». Ειδικότερη αναφορά στο εν λόγω έγγραφο (παράρτημα 33 στην ένσταση), γίνεται κατωτέρω.

 

Ως εκ των πιο πάνω, το ΓΕΕΦ με επιστολή του προς το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδος (ΓΕΕΘΑ), ημερομηνίας 1.8.2018, ενημέρωσε ότι ο Υπουργός Άμυνας ενέκρινε τη διάθεση μιας επιπλέον θέσης για τη ΣΝΔ, στο Τμήμα Μαχίμων. Εις απάντηση, το ΓΕΕΘΑ, με επιστολή του ημερομηνίας 27.8.2018, ενημέρωσε το ΓΕΕΦ ότι εγκρίνεται η διάθεση μιας θέσεως επιπλέον για φοίτηση στη ΣΝΔ, στο τμήμα Μαχίμων, για το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019.

 

Η αιτήτρια ενημερώθηκε δι’ επιστολής ημερομηνίας 31.8.2018, ότι είχε επιλεγεί από τον Υπουργό Άμυνας για φοίτηση στη ΣΝΔ, τμήμα Μαχίμων και ότι, ενόψει τούτου, διορίστηκε από τον Υπουργό με δοκιμασία ως Οπλίτης του Στρατού της Δημοκρατίας από 4.9.2018, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18(1) του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου (N.36(I)/2016), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), και του Κανονισμού 5(3) των περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 351/2016), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο («οι Κανονισμοί»).

 

Εν συνεχεία, στις 4.9.2018, η αιτήτρια υπέγραψε την «Συμφωνία μεταξύ Φοιτητών των Στρατιωτικών Σχολών και της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας» (παράρτημα 37 στην ένσταση).

 

Μετά την επιτυχή τετραετή φοίτησή της στη ΣΝΔ, η αιτήτρια διορίστηκε ως Σημαιοφόρος από την επόμενη της αποφοίτησής της, ήτοι από 29.6.2022. Ο διορισμός της αιτήτριας γνωστοποιήθηκε σε αυτήν δια της επιστολής ημερομηνίας 4.7.2022.

 

Στις 19.9.2022, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή. 

 

Οι καθ’ ων η αίτηση ήγειραν δια της ενστάσεώς τους και προώθησαν περαιτέρω δια της γραπτής τους αγόρευσης προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον στην προώθηση της υπό εξέταση προσφυγής, την οποίαν και προωθεί καταχρηστικά και χωρίς ύπαρξη δικαιώματος. Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι το αίτημα της αιτήτριας, όπως αυτό διατυπώνεται στην προσφυγή, ήτοι αφενός η ακύρωση του διορισμού της από το 2022 και, αφετέρου, ο αναδρομικός της διορισμός από το 2018, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα η ίδια η αιτήτρια είχε υπογράψει στις 19.7.2018 στη προαναφερθείσα Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων και ειδικότερα με την παράγραφο (γ) αυτής, σύμφωνα με την οποία δεσμεύτηκε ότι «[.] δεν θα διεκδικήσω δικαίωμα για αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από την χρονική περίοδο 2014 και/ή αναγνωρίζω ότι η αρχαιότητα μου θα καθοριστεί με βάση την ημερομηνία διορισμού μου στον Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας μου κατά την αποφοίτηση μου από την εν λόγω σχολή.». Ως υποβάλλει η κα Δρυμιώτου, με παραπομπή σε νομολογία,  η αιτήτρια στερείται του αναγκαίου εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη πράξη καθότι αυτή, «ελεύθερα βουλήσει και με αντάλλαγμα την παραχώρηση μιας (1) θέσης για φοίτηση στη Στρατιωτική Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 2018, παραιτήθηκε από το δικαίωμα που θα είχε αν εισαγόταν στη Σχολή το 2014».

 

Έτερη προδικαστική ένσταση που υποβάλλεται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι ουσιαστικά εκπρόθεσμη: και τούτο, κατά τη σχετική εισήγηση, καθότι ο διορισμός της αιτήτριας από το 2022, και όχι από το 2018, ως η ίδια εξαιτείται, είναι συνέπεια του διορισμού της ως Οπλίτη του Στρατού της Δημοκρατίας με Απόφαση του Υπουργού Άμυνας από το 2018. Συνεπώς, όπως προβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, η πράξη που έπρεπε να προσβληθεί και η οποία οδήγησε στον διορισμό της αιτήτριας ως Αξιωματικού τέσσερα (4) χρόνια αργότερα, ήτοι κατά το έτος 2022, ήταν η πράξη διορισμού της από το 2018 ως Οπλίτη. Ο δε διορισμός της αιτήτριας κατά το έτος 2022 ήταν πράξη δέσμιας αρμοδιότητας, σε συνέχεια του διορισμού της ως Οπλίτη κατά το έτος 2018.

Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι καθ’ ων η αίτηση αντικρούουν τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται και ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε, πόσω δε μάλλον ουσιώδης, κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής.

 

Από την πλευρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την αιτήτρια, αντικρούοντας τις προδικαστικές ενστάσεις, υποβάλλει ότι η αρχή της αποποίησης δικαιώματος (waiver) δεν τυγχάνει εφαρμογής στο διοικητικό δίκαιο, η δε αιτήτρια δεν έχει απωλέσει το δικαίωμά της αυτό και μπορούσε να το διεκδικήσει σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως και έπραξε. Με αναφορά στην Tamassos Tobacco Suppliers and Co. Ltd v. Της Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 60, ο κ. Παρασκευάς εισηγείται ότι εν προκειμένω δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις για επιτυχή επίκληση της αρχής της αποποίησης δικαιώματος από τους καθ’ ων η αίτηση, δεδομένης και της αρχής της καλής πίστης που ισχύει στο Διοικητικό Δίκαιο και που αποβλέπει στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας.  Επιπρόσθετα, ο συνήγορος της αιτήτριας τονίζει ότι το επίδικο δικαίωμα της αιτήτριας είναι δημόσιο και, κατά τη νομολογία, η αιτήτρια δεν μπορεί να του αποποιηθεί ή/και να το εγκαταλείψει.

Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί εκπρόθεσμης προσφυγής, ο κ. Παρασκευάς αντιτείνει ότι η αιτήτρια προσβάλλει μια αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη, αυτήν που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 4.7.2018, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα τα οποία επηρεάζουν δυσμενώς την αιτήτρια και, συνεπώς, μπορεί η πράξη αυτή να αποτελέσει αντικείμενο αναθεωρητικού ελέγχου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

 

Επιπρόσθετα, ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται ότι οι καθ’ ων η αίτηση είχαν υποχρέωση συμμόρφωσης με την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, κάτι όμως που αυτοί απέτυχαν να πράξουν, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται πρόσθετη παρανομία. Παραθέτει δε εν εκτάσει στη γραπτή του αγόρευση το ιστορικό της υπόθεσης, για να ισχυριστεί, επιπλέον, παράβαση της οικείας πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας, εμφιλοχώρηση πραγματικής και νομικής πλάνης, μη διενέργεια δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας και κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση.

 

Πριν από την εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται από την πλευρά της αιτήτριας, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειραν και προώθησαν οι καθ’ ων η αίτηση.

Αρχίζω με την εξέταση του ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της υπό κρίση προσφυγής. Η εξέταση του εν λόγω ζητήματος προέχει της εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού, αφού, αν η προσφυγή όντως κριθεί εκπρόθεσμη, τότε οποιοσδήποτε άλλος εγειρόμενος ισχυρισμός και προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία, ως λογικά ακολουθών το εμπρόθεσμο της προσφυγής (βλ. Μιχάλης Χάλιου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 435/2008, ημερ. 5.3.2010 και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Α.Μ. ν. Τμήμα Μετανάστευσης, Υποθ. Αρ. 137/2022, ημερ. 5.12.2024, Ιωαννίδου ν. Υπουργείου Οικονομικών, Υποθ. Αρ. 1315/2018, ημερ. 18.2.2022, Παπαγεωργίου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υποθ. Αρ. 186/2017, ημερ. 23.12.2020, CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1429/2016, ημερ. 14.2.2020 και Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1651/2015, ημερ. 6.11.2019).

 

Εν προκειμένω, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση που περιέχεται σε επιστολή του Υπουργείου Άμυνας προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 4.7.2022, και σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια διορίστηκε ως Αξιωματικός στον Στρατό της Δημοκρατίας από 29.6.2022, ήτοι από την επομένη της αποφοίτησής της από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Αυτή η απόφαση, όπως ορθώς επισημαίνει και ο συνήγορος της αιτήτριας, είναι αυτοτελής εκτελεστή διοικητική πράξη, δυνάμενη ωσαύτως να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Το γεγονός ότι ο επίδικος διορισμός της αιτήτριας ήταν επί της ουσίας το αποτέλεσμα της προηγηθείσας επιτυχούς τετραετούς φοίτησής της στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, όπου η αιτήτρια είχε εισαχθεί κατά το έτος 2018, δεν αφαιρεί από την αυτοτέλεια και την εκτελεστότητα της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση που περιέχεται στην προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 4.7.2022. Όπως δεν αφαιρεί από την εκτελεστότητα της εν λόγω απόφασης ούτε το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν προσέβαλε δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος την υπό του Υπουργού Άμυνας ληφθείσα απόφαση διορισμού της ως Οπλίτη του Στρατού της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.9.2018.

 

Κατά συνέπεια, και δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι η υπό κρίση προσφυγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.9.2022 και στρέφεται κατά της απόφασης που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 4.7.2022, είναι εμπρόθεσμη. Συνακόλουθα, η προδικαστική ένσταση περί εκπροθέσμως καταχωρηθείσας προσφυγής, απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Προχωρώ τώρα στην εξέταση της έτερης προδικαστικής ένστασης, περί έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας να προωθεί την παρούσα. Και τούτο, κατά τη σχετική εισήγηση, επειδή, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων που υπέγραψε στις 19.7.2018, η αιτήτρια δεσμεύτηκε ότι δεν θα διεκδικούσε δικαίωμα για αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από την χρονική περίοδο 2014 και/ή ότι αναγνώριζε ότι η αρχαιότητά της θα καθορίζετο με βάση την ημερομηνία διορισμού της στον Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας της κατά την αποφοίτησή της από την ΣΝΔ. Συνεπώς, ως υποβάλλει η κα Δρυμιώτου, η αιτήτρια ρητά, ανεπιφύλακτα και «ελευθέρα βουλήσει», παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανέλιξής της στην επετηρίδα και/ή αναγνώρισης αρχαιότητας με βάση την εισαγωγή της το έτος 2014. Περαιτέρω δε, αυτή η συμπεριφορά της αιτήτριας, συνιστά και παραβίαση της αρχής του ανεπίτρεπτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, εφόσον η αιτήτρια, με την Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων που αυτή υπέγραψε, αφενός επιδοκιμάζει και αποδέχεται τον διορισμό της ως Οπλίτη του Στρατού της Δημοκρατίας κατά το έτος 2018, ο οποίος και απέληξε στο να λάβει αυτή μετέπειτα το βαθμό του Σημαιοφόρου Αξιωματικού στο Ναυτικό το 2022, από την επομένη της αποφοίτησής της, και αφετέρου, με την παρούσα προσφυγή της, αποδοκιμάζει τον εν λόγω διορισμό της.

 

To έννομο συμφέρον αποτελεί αδήριτη προϋπόθεση για την άσκηση οποιασδήποτε προσφυγής στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Παναγιώτης Καλλής ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 126/2019, ημερ. 23.9.2024, The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Κουλέντη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 92/2014, ημερ. 2.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:C411) και, ως εκ της θεμελιώδους σημασίας του, η ύπαρξη του και η κρίση για τον κατά πόσον υφίσταται η απαιτούμενη νομιμοποίηση, εξετάζεται και αποφασίζεται κατά προτεραιότητα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοδότης Χατζηβασιλείου, Ε.Δ.Δ. 24/2018, ημερ. 25.1.2024, Παπαδόπουλος κ.α. ν. ΡΙΚ κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ. 1).

 

Ως έχει ήδη λεχθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η αιτήτρια είχε εισαχθεί κατά το έτος 2018, στη ΣΝΔ μετά από απόφαση του Υπουργού Άμυνας και, ενόψει τούτου, διορίστηκε από τον Υπουργό με δοκιμασία ως Οπλίτης του Στρατού της Δημοκρατίας από 4.9.2018, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών. Μετά δε την επιτυχή τετραετή φοίτησή της στη ΣΝΔ, η αιτήτρια διορίστηκε ως Σημαιοφόρος από την επόμενη της αποφοίτησής της, ήτοι από 29.6.2022, κατ’ εφαρμογή του Νόμου και των Κανονισμών.

 

Στο έγγραφο «Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων», το οποίο υπέγραψε η αιτήτρια στις 19.7.2018 (παράρτημα 33 στην ένσταση), αναφέρονται αυτολεξεί τα εξής (η έμφαση έχει προστεθεί):

«Εγώ η υποφαινόμενη Τζιούρρου Χριστίνα Αθηνά του Φλώρου, με αρ. ταυτ. 924664, αποδέχομαι την πρόταση Υπουργού Άμυνας να ζητήσει να μου παραχωρηθεί θέση στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η εγγραφή μου στην εν λόγω σχολή, αυτό θα θεωρείται ως πλήρη και οριστική διευθέτηση της απαίτησής μου κατά του αποκλεισμού μου από την επιλογική διαδικασία του 2014 για διεκδίκηση θέσης στα Ανώτατα και Ανώτερα Στρατιωτικά Ιδρύματα της Ελλάδας λόγω ύψους, εναντίον της οποίας στις 10.2.2017 εκδόθηκε απόφαση στην υπ’ αριθμό 991/114 προσφυγή, με την οποία δικαιώθηκα.

 

2. Περαιτέρω δεσμεύομαι ότι:

 

(α) η αποδοχή της πιο πάνω θέσης, σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η εγγραφή μου για την περίοδο 2018-2019, αποτελεί τελική διευθέτηση,

 

(β) δεν έχω, ούτε θα έχω στο μέλλον οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με πιθανά δικαιώματα που πιθανώς να δημιουργούνται και/ή θα δημιουργηθούν στο μέλλον από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2017,

 

(γ) δεν θα διεκδικήσω δικαίωμα για αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από την χρονική περίοδο 2014 και/ή αναγνωρίζω ότι η αρχαιότητα μου θα καθοριστεί με βάση την ημερομηνία διορισμού μου στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας μου κατά την αποφοίτησή μου από την εν λόγω σχολή,

 

(δ) θα αποσύρω άμεσα οποιαδήποτε διαδικασία και/ή υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου που σχετίζεται με όλα τα πιο πάνω και,

 

(ε) δεν θα προβώ στο μέλλον σε οποιεσδήποτε άλλες νομικές διαδικασίες που αφορούν την απόφαση για απόρριψη μου από την επιλογική διαδικασία του 2014, για διεκδίκηση θέσης στα Ανώτατα και Ανώτερα Στρατιωτικά Ιδρύματα της Ελλάδας λόγω ύψους».

 

Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι με την υπογραφή της πιο πάνω Δήλωσης, η αιτήτρια παραιτήθηκε ρητώς, ανεπιφύλακτα, με σαφήνεια και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, οποιουδήποτε δικαιώματος προς αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από το έτος 2014, ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε επίσης ρητώς, ανεπιφύλακτα, με σαφήνεια και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, ότι η αρχαιότητά της θα καθοριζόταν με βάση την ημερομηνία διορισμού της στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας της κατά την αποφοίτησή της από την ΣΝΔ. Όπερ και εγένετο, δεδομένου ότι με την επίδικη απόφαση, ως αυτή περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 4.7.2022, η αιτήτρια διορίστηκε ως Αξιωματικός στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό του Σημαιοφόρου από την επομένη της αποφοίτησής της από τη ΣΝΔ, ήτοι από 29.6.2022. Με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο της Δήλωσης Αποποίησης Δικαιωμάτων, ξεκάθαρα η αιτήτρια παραιτήθηκε του όποιου δικαιώματός της προς αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από το έτος 2014, αυτή δε η παραίτηση που προηγήθηκε ήταν εκούσια, ρητή, σαφής και ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

 

Ούτε και μπορεί να τίθεται ζήτημα ανεπίτρεπτης εγκατάλειψης δικαιώματος στην υπό εξέταση περίπτωση, ως ο κ. Παρασκευάς εισηγείται, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα παραίτηση της αιτήτριας, πέραν του ότι ήταν εκούσια, ρητή, σαφής και ανεπίδεκτη αμφισβήτησης, ουδόλως προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον. Στην Έμιλυ Παυλίδου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2005) 3 Α.Α.Δ. 71, σε περίπτωση αιτήτριας που παραιτήθηκε οικειοθελώς του προαγωγικού της δικαιώματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, τόνισε ότι είναι δυνατή η υπό υπαλλήλου τινός απεμπόληση του δικαιώματος προαγωγής του, «αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιθυμία αυτή δεν προσκρούει ουσιωδώς στο δημόσιο συμφέρον και η επιθυμία του είναι ρητή, σαφής και ανεπίδεκτη αμφισβήτησης». Όπως ακριβώς και στην παρούσα περίπτωση.

 

Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην Μαρία Ζαντή ν. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου μέσω Διοικούσας Επιτροπής, Ε.Δ.Δ. 129/2018, ημερ. 14.2.2024, αναφορικά με περίπτωση αιτήτριας που είχε αποδεχθεί με ελεύθερη βούληση και ανεπιφύλακτα τον αρχικό διορισμό της σε συγκεκριμένη κλίμακα και βαθμίδα και στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα για παραχώρηση πρόσθετων προσαυξήσεων. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με αναφορά στην πάγια επί του θέματος νομολογία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απορριπτική δικαστική απόφαση και απορρίπτοντας την Έφεση της αιτήτριας, επεσήμανε και τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας διοικητικής πράξης, συνεπάγεται αποστέρηση του έννομου συμφέροντος προσβολής της με προσφυγή.  (βλ. Π. Κύρου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3 (Α) ΑΑΔ 217 και Α. Μιχαήλ ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., ΕΔΔ 82/2018  και 83/2018, ημερ. 11.1.2024). Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από το Συμβούλιο της Επικράτειας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929 - 1959, σελ. 260, 261), όπου σημειώνεται πως, «γενικώς, δεν δημιουργείται έννομο συμφέρον οσάκις διαπιστώνεται ότι ο αιτών συνήνεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της πράξης. Η γενόμενη τυχόν αποδοχή της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα καθιστά απαράδεκτη την κατ' αυτής στρεφόμενη αίτηση ακυρώσεως, ελλείψει συμφέροντος.»

 

Σχετικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 2, 16η έκδοση (2022) του Επ. Σπηλιωτόπουλου, στις  παρ. 457 και 458, σελ. 105 και 106, που συνοψίζει την ορθή προσέγγιση επί του θέματος:

 

«457. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία:  α) κατά την έκδοση προσβαλλόμενης πράξης (ΣΕ 4964/2012), β) κατά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, δηλαδή κατά την κατάθεσή της και γ) κατά την τελευταία συζήτησή της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να μην δημιουργηθεί ή μπορεί να εκλείψει μετά τη δημιουργία του για λόγους υποκειμενικούς, που αφορούν τον αιτούντα ή αντικειμενικούς. Έτσι, η δημιουργία έννομου συμφέροντος εμποδίζεται, αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι θετική και εκδόθηκε μετά από αίτηση του προσώπου που ασκεί την αίτηση ακυρώσεως ή προκλήθηκε από αυτό, ή εάν ο αιτών έδωσε κατά οποιοδήποτε τρόπο την συναίνεσή του για την έκδοση της πράξης (ΣΕ 2356/1964, 2468/2009).

 

458. Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει από αντικειμενικούς λόγους και η δίκη καθίσταται άνευ αντικειμένου, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970), όπως όταν ο αιτών έχασε, μετά την έκδοση της πράξης, την ιδιότητα με την οποία είχε υποστεί τη βλάβη (ΣΕ 1757/2005), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (Δ/γμα 18/1989, άρθρο 29).  Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της όπως π.χ. είναι η ανεπιφύλακτη συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης της πράξης και ειδικότερα η υποβολή προσφορών σε διαγωνισμό δημοσίων έργων χωρίς επιφύλαξη για τη νομιμότητα της διακήρυξης. Η αποδοχή πρέπει i)  να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη, ii) να μην έγινε από νόμιμη υποχρέωση (ΣΕ 4528/1976, 4071/1990) ή λόγω οικονομικής ανάγκης (ΣΕ 2407/1970) ή λόγω παράνομης βίας ή απειλής  (ΣΕ 2013/1959) ή διότι η παράλειψή της θα είχε για τον αιτούντα δυσμενείς συνέπειες (ΣΕ 1568/1960) και iii) να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 2087/1970) ή, όταν δεν είναι ρητή να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως δεν υποδηλώνει αποδοχή της πράξης. Επίσης, το έννομο συμφέρον παύει να υπάρχει, εάν απωλέσθηκε η ιδιότητα υπό την οποίαν δημιουργείται βλάβη από την πράξη (ΣΕ 280/1996) εκτός αν επικαλείται τυχόν δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της από τη προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ4888/021, ΣΕ 1792/2014)»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, στη βάση των επίδικων γεγονότων, πως η Εφεσείουσα, στις 31.8.2007 αποδέχθηκε τον επίδικο διορισμό της, με μισθολογική τοποθέτηση στην 1η βαθμίδα της κλίμακας Α8.  Η αποδοχή της ήταν σαφής και εκούσια, δόθηκε  δηλαδή με ελεύθερη βούληση και χωρίς καμιά επιφύλαξη.  Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν απέρριψε, αλλά αποδέχθηκε στις 6.11.2007 και απέδωσε σ' αυτήν, μετά το διορισμό της, κατόπιν αιτήματος της ημερ. 22.10.2007, δύο επιπρόσθετες προσαυξήσεις για το μεταπτυχιακό της δίπλωμα, ουδόλως κατά την κρίση μας, επηρεάζει την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Εφεσείουσας να προσβάλει την επίδικη απόφαση για απόρριψη του αιτήματος της,  σε σχέση με την προϋπηρεσία της στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τούτο γιατί η εκ των υστέρων του διορισμού της και εν μέρει ικανοποίηση του αιτήματος της για άλλο λόγο, δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να αλλοιώσει την προγενέστερη ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού της στην συγκεκριμένη βαθμίδα και κλίμακα, ούτε και μπορεί να προσδώσει σ' αυτήν έννομο συμφέρον προκειμένου να αμφισβητήσει την νομιμότητα και ορθότητα της μεταγενέστερης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου σε σχέση με την προϋπηρεσία της.

 

Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω, κρίνουμε πως η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την Εφεσείουσα στις 31.8.2007, της πρότασης διορισμού της ημερ. 20.8.2007, αποστερεί από αυτήν το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την ορθότητα της μεταγενέστερης επίδικης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου ημερ. 13.2.2015 και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε προς τούτο την σχετική προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου.»

 

Τα πιο πάνω τυγχάνουν ευθέως εφαρμογής και στην υπό κρίση περίπτωση, με αποτέλεσμα να υφίσταται πράγματι ζήτημα έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης της αιτήτριας, η  οποία, ως ήδη ελέχθη, με την υπογραφή της Δήλωσης Αποποίησης Δικαιωμάτων, παραιτήθηκε ρητά, εκούσια και ανεπιφύλακτα οποιουδήποτε δικαιώματος για αναγνώριση επετηρίδας και/ή αρχαιότητας από το έτος 2014 και ρητά, εκούσια και ανεπιφύλακτα αναγνώρισε ότι η αρχαιότητά της θα καθοριζόταν με βάση την ημερομηνία διορισμού της στο Στρατό της Δημοκρατίας με το βαθμό της Σημαιοφόρου και τη σειρά επιτυχίας της κατά την αποφοίτησή της από τη ΣΝΔ. Επιπρόσθετα, με την εν λόγω Δήλωση, η αιτήτρια δήλωσε ότι η αποδοχή της θέσης στη ΣΝΔ αποτελούσε τελική διευθέτηση καθώς και ότι δεν θα είχε στο μέλλον «οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με πιθανά δικαιώματα που πιθανώς να δημιουργούνται και/ή θα δημιουργηθούν στο μέλλον από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2017 [ενν. την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου».

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας προσφυγής.

 

Έτι δε περαιτέρω, είναι σαφές ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της αιτήτριας, η οποία αρχικώς υπέγραψε την Δήλωση Αποποίησης Δικαιωμάτων και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα προσφυγή, συνιστά παραβίαση της αρχής του ανεπίτρεπτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, μιας συμπεριφοράς, την οποία η ημεδαπή νομολογία, πάγια και διαχρονικά, αποδοκιμάζει και η οποία επάγεται την έλλειψη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος ενός αιτητή προς προώθηση της προσφυγής του δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Άννα Ηλία ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 43/2017, ημερ. 10.10.2023, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/14, ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:C493). Εκτενής ανάλυση του υπό αναφορά θέματος γίνεται στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Περσεφόνη Κρασίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 174/2011, ημερ. 2.6.2017 (βλ. και Δημοκρατία v. China Wanbao Engineering Corporation (2000) 3 A.A.Δ. 406, Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 91/2011, ημερ. 21.12.2016).

 

Ως εκ των πιο πάνω, και κατ’ εφαρμογή του δόγματος του απαράδεκτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, όπως πράττει εν προκειμένω η αιτήτρια, κρίνω ότι και για τούτο τον λόγο, αυτή στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς προώθηση της υπό κρίση προσφυγής, η οποία, συνακόλουθα, υπόκειται σε απόρριψη.

 

Περαιτέρω, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, κατά νομολογιακή αρχή δημοσίου δικαίου, όχι μόνο η αίτηση ακυρώσεως, αλλά και οι λόγοι ακύρωσης θα πρέπει να προβάλλονται μετ’ εννόμου συμφέροντος (Καττιμέρη ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 65/2019, ημερ. 22.11.2023, Αναστασίου ν. Δήμου Παραλιμνίου (2000) 3 Α.Α.Δ. 389). Εν προκειμένω, η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος να συνεχίσει να προωθεί οποιονδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, εφόσον, δια της ανεπιφύλακτης και ελεύθερης απόφασης υπογραφής της προεκτεθείσας Δήλωσης Αποποίησης Δικαιωμάτων, αυτή απέκοψε τον ειδικό δεσμό, conditio sine qua non, της ίδιας της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, μεταξύ αυτής και μιας νόμιμης κατάστασης, δυνάμει του οποίου θα μπορούσε να αναμένει να αντλήσει ωφέλεια (The Onisi, ανωτέρω). Στο σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 5η έκδοση, σελ. 433 παρ. 458 και 459,  αναφέρονται τα εξής για το θέμα:

 

«458. Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει, από αντικειμενικούς λόγους, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970), όπως όταν ο αιτών έχασε, μετά την έκδοση της πράξης, την ιδιότητα με την οποία είχε υποστεί τη βλάβη (ΣΕ 1757/2005), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (Δ/μα 18/1989, άρθρο 29). Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή, δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της.».

 

Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, διαπιστώνεται η απουσία του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της, η οποία αναπόφευκτα υπόκειται σε απόρριψη.

 

Παρόλο δε που με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σφραγίζεται η τύχη της υπό κρίση προσφυγής και παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω, προς ολοκλήρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, ότι στην υπό κρίση περίπτωση, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κατά δέσμια αρμοδιότητα, σύννομα και κατ’ εφαρμογή των παραγράφων (3) και (4) του Κανονισμού 5 των Κανονισμών, όπου (στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει) ορίζεται ότι:

 

«(3)(α) Οι επιλεγέντες [.], μετά την αποδοχή της θέσης που εξασφάλισαν στα Α.Σ.Ε.Ι. σύμφωνα με την πιο πάνω διαδικασία, διορίζονται από τον Υπουργό πριν από την εισαγωγή τους στα εν λόγω εκπαιδευτικά ιδρύματα ως Οπλίτες του Στρατού [.].

 

(4) Οι Οπλίτες απόφοιτοι των Α.Σ.Ε.Ι. διορίζονται στο Στρατό με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως Αξιωματικοί με βαθμό Ανθυπολοχαγού από την επομένη της αποφοίτησης τους.»

 

Εν προκειμένω, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αιτήτρια διορίστηκε ως Οπλίτης του Στρατού κατά το έτος 2018, δυνάμει του προεκτεθέντος Κανονισμού 5(3)(α) και στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή της, αναγκαστικού δικαίου, παραγράφου (4) του ιδίου Κανονισμού, αυτή διορίστηκε ως Σημαιοφόρος από την επομένη της αποφοίτησής της, ήτοι από 29.6.2022, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 4.7.2022.

 

Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.  

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο