ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 23/2026 (Κ))
11 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MOHAMMAD QASIM HAYAT
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ι. Γιάννης, για Αλτάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Ν. Νικολάου, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 12.1.2026, ο αιτητής, υπήκοος Πακιστάν, στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ληφθείσας απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 24.12.2025.
Ο αιτητής αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο.
Στις 16.10.2019, αυτός υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 31.12.2020, όπως στη συνέχεια απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), στις 15.12.2021, η Προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Αργότερα, την 21.10.2022, ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για παροχή ασύλου, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου και απορρίφθηκε. Κατά της εν λόγω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή στο ΔΔΔΠ, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 30.3.2023.
Στις 8.9.2023 ο δικηγόρος του αιτητή απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ζητώντας όπως παραχωρηθεί στον αιτητή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που να παρέχει δικαίωμα παραμονής, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ(4) του Κεφ.105. Μάλιστα, στη συνέχεια, ο δικηγόρος του αιτητή καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο την προσφυγή αρ. 28/2024 προσβάλλοντας την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της Διοίκησης να απαντήσει στο προαναφερθέν αίτημα του αιτητή.
Τελικά, το αίτημα του αιτητή ημερομηνίας 8.9.2023 απορρίφθηκε με απόφαση του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και σχετική επιστολή, ημερομηνίας 26.8.2024, εστάλη μέσω ταχυδρομείου προς τον δικηγόρο του αιτητή. Επιπρόσθετα, στην ίδια επιστολή αναφερόταν ότι η απόφαση αυτή ήταν οριστική και τελεσίδικη, και καλούνταν ο αιτητής να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία, εντός 15 ημερών.
Ωστόσο, ο αιτητής εξακολούθησε να παραμένει παράνομα στη χώρα και στις 23.12.2025 τού επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ποινή φυλάκισης 4 μηνών, με ισχύ από τις 20.8.2025, για τα αδικήματα της παράνομης παραμονής και της άσκησης επαγγέλματος χωρίς άδεια απασχόλησης. Την ίδια μέρα (23.12.2025), ο αιτητής συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και τέθηκε υπό κράτηση.
Στις 24.12.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, καταδικάστηκε σε τέσσερεις μήνες φυλάκισης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση των διατάξεων του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, δεν λήφθηκαν υπόψη οι οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή, και δη ότι αυτός είναι έγγαμος, ούτε τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η κατάσταση της υγείας του αιτητή, κατά παράβαση του δικαιώματός του στην προσωπική και οικογενειακή του ζωή.
Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο του αιτητή, συνιστούν παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, αλλά και των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της καλής πίστης. Στο πλαίσιο αυτό, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση, κατά παραβίαση των πιο πάνω αρχών, δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο της λήψης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Προωθείται, επίσης, ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στην αρχή του δεδικασμένου «και πρωτίστως στην αρχή δικαίου autre fois acquis καθότι οι καθ’ ων στηρίζουν την απόφαση τους - κράτηση του Αιτητή επί περιστατικών τα οποία έχουν ήδη κριθεί αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο».
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου (Κεφ. 105) και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους.
Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει ο κ. Νικολάου, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, δεδομένου ότι ήδη από 15.12.2021, το ΔΔΔΠ απέρριψε την προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.
Ξεκινώντας από το τελευταίο, ήτοι τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δεδικασμένου, αυτός δεν μπορεί παρά να απορριφθεί χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω εξέτασή του, δεδομένου ότι δεν έχει δικογραφηθεί και δεν έχει περιληφθεί στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως. Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολόγηση των νομικών σημείων είναι απαραίτητη, εφόσον οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Γενικώς, δεν είναι αποδεκτή παρέκκλιση από τη ρητή επιταγή του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Γιασουμής ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 27, Δημοκρατία ν. Ευγενίου (2005) 3 Α.Α.Δ. 257, Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 23). Στη Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59, το Εφετείο αρνήθηκε να εξετάσει ζήτημα που αφορούσε νομικό σημείο που δεν είχε καν εκτεθεί στην προσφυγή ούτε και εξειδικευόταν στο δικόγραφο κατ' αντίθεση προς τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 7. Μπορεί δε να λεχθεί ότι ο Κανονισμός 7 είναι η αντίστοιχη στο Διοικητικό Δίκαιο πρόνοια της δικογράφησης στην αστική δίκη, των ισχυρισμών του διαδίκου με σαφή τρόπο, καθορίζοντας έτσι τη σιδηροδρομική γραμμή επί της οποίας θα συζητηθεί η υπόθεση. Η ίδια προσέγγιση επί του υπό συζήτηση θέματος, ακολουθήθηκε και πιο πρόσφατα, στην Μιχαήλ κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 112/17, ημερ. 19.3.2019.
Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της απουσίας της δικογράφησης του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, δεν αφήνεται περιθώριο εξέτασης του ισχυρισμού του αιτητή περί παραβίασης της αρχής του δεδικασμένου, ο οποίος και απορρίπτεται.
Αποτελεί πραγματικό γεγονός, προκύπτει εξάλλου και από τον οικείο διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήδη από 15.12.2021, το ΔΔΔΠ είχε αποφασίσει την απόρριψη της προσφυγής που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή του για χορήγηση ασύλου. Μάλιστα, όπως έχει προαναφερθεί, στη συνέχεια, στις 30.3.2023, από το ΔΔΔΠ απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα και η υπό του αιτητή καταχωρηθείσα προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί μεταγενέστερης αίτησής του για παροχή ασύλου.
Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ημερομηνίας 24.12.2025, ο αιτητής δεν είχε νόμιμο έρεισμα παραμονής στη Δημοκρατία και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη χώρα.
Ας σημειωθεί ότι τα πιο πάνω γεγονότα εκτίθενται και στην επιστολή της ΥΑΜ Λάρνακας προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 24.12.2025 (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου και γίνεται εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, καθότι, με βάση την προηγηθείσα συμπεριφορά του στο έδαφος της Δημοκρατίας, την προαναφερθείσα καταδίκη του, αλλά και το γεγονός ότι δεν διέμενε σε καμία από τις δηλωθείσες διευθύνσεις διαμονής και το γεγονός ότι αυτός δεν συναινεί και/ή δεν συνεργάζεται στον επαναπατρισμό του, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και, συνακόλουθα, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενώ ούτε και η αρχή της μη επαναπροώθησης παραβιάζεται.
Στις 24.12.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105. Όπως αναφέρεται σε αυτά, κατά το χρόνο έκδοσής τους, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι αυτός καταδικάστηκε σε τέσσερεις μήνες φυλάκιση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.
Εν πρώτοις, και παρόλο που ουδέν αναφέρεται επ’ αυτού από τον συνήγορο του αιτητή, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι εσφαλμένα στα επίδικα διατάγματα αναφέρεται το άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου ως νομική βάση της κρίσης ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης «καθότι καταδικάστηκε σε τέσσερεις μήνες φυλάκιση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας». Σαφώς και το γεγονός ότι ο αιτητής καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, αποτελεί λόγο βάσει του οποίου δύναται να κηρυχθεί, ως συνέβη εν προκειμένω, απαγορευμένος μετανάστης: όχι όμως σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ), αλλά δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Κεφ. 105[1]. Συνεπώς, λανθασμένα γίνεται αναφορά στο άρθρο 6(1)(κ), από τη στιγμή που ο λόγος για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, ήταν το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση.
Ωστόσο, το πιο πάνω σφάλμα δεν αποβαίνει καθοριστικό, δεδομένου ότι ούτως ή άλλως, ο αιτητής, ως ήδη ελέχθη, ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, εφόσον παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Ruth Nash v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024, όπου, με αναφορά και στην Madber v Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 8/22, ημερ. 17.11.2022, το Δικαστήριο τόνισε, με τρόπο που δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας, ότι το καθεστώς διεθνούς προστασίας τερματίζεται με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) επί προσφυγής κατά απόφασης απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας και ότι μετά την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης, η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, εκκρεμούσης της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν είναι νόμιμη. Πόσω δε μάλλον στην υπό κρίση περίπτωση όπου και η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε από το ΔΔΔΠ. Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψη των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης και υπό το φως των διαπιστώσεων στη Nash, ανωτέρω, είναι σαφές ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, αλλά και η απόφαση κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, επί της οποίας βασίστηκαν τα επίδικα διατάγματα, ήσαν ορθές και νόμιμες, εφόσον πράγματι ο αιτητής κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απαγορευμένος μετανάστης ήταν και δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Νόμου, λόγω της προηγηθείσας καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης. Σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ), είναι απαγoρευμέvoς μεταvάστης «oπoιoδήπoτε πρόσωπο το oπoίo εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv».
Πρόκειται για περίπτωση που η δοθείσα αιτιολογία συμπληρώνεται και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Διοικητικού φακέλου, αλλά και των παραρτημάτων του δικογράφου της ένστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, αλλά και την πάγια επί του θέματος νομολογία (Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371), η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης μπορεί να συμπληρωθεί, και όντως εδώ συμπληρώνεται, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά τρόπο που να προκύπτει με σαφήνεια τι είχε υπόψη του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασής του (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342) και να καθίσταται εντέλει ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023).
Συναφώς, και δεδομένων των πιο πάνω, θα μπορούσε να λεχθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η αρχή του Διοικητικού Δικαίου περί επάλληλων αιτιολογιών, η οποία κωδικοποιείται στο άρθρο 32 του Νόμου 158(Ι)/1999 και σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που υφίστανται επάλληλες αιτιολογίες, η πράξη είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, αν μια από τις αιτιολογίες αυτές είναι έγκυρη (βλ. Unitex Trading Ltd v. Δημοκρατίας (1992) 4Β Α.Α.Δ., 1338 ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ C.O. CYPRUS OPPORTUNITY ENERGY PUBLIC COMPANY LIMITED & AGR ENERGY AS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5756/2013, ημερ. 20.6.2017, Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1030/2022 (i-Justice), ημερ. 10.11.2025 και Πορίσματα Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελ. 189).
Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ και οι ισχυρισμοί περί εμφιλοχώρησης πλάνης στερούνται ερείσματος.
Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι, κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, χωρίς να υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, αλλά και δεδομένης της προηγηθείσας ποινικής καταδίκης του, της απροθυμίας του να επαναπατριστεί και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 24.12.2025, όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και λόγω του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία. Σημειώνεται συναφώς ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να έχει συμμορφωθεί σε απόφαση επιστροφής του.
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των αμέσως πιο πάνω, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση περί έκδοσης διατάγματος κράτησης, καθότι δεν υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, κρίνεται καθόλα ορθή και εύλογη. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή επί του θέματος και δη ισχυρισμοί περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας, παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. και απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1242/2022 (Κ) (iJustice,) ημερ. 18.8.2022, καθώς και πιο πρόσφατα του παρόντος Δικαστηρίου, στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025(Κ), ημερ. 10.2.2026, T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024(Κ), ημερ. 24.2.2025 και G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice) ημερ. 9.6.2023). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή, εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-
«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-
(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής
(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».
Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, είναι ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί και δη του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή.
Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, την κατάσταση της υγείας του αιτητή και το κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει σήμερα στη χώρα του, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Τονίζεται εν πρώτοις ότι ο ίδιος ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του, δεν ανέφερε το παραμικρό αναφορικά με βάσιμο φόβο δίωξης και/ή κίνδυνο να εκτεθεί αυτός σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση επαναπροώθησής του στη χώρα καταγωγής του. Έτι δε περαιτέρω, ανακρινόμενος, αυτός ανέφερε ότι δεν έχει οικογένεια ή άλλους δεσμούς με τη Δημοκρατία. Αυτό αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα στην προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 24.12.2025, δια της οποίας υποβάλλεται η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ήτοι περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στην χώρα του. Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).
Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται πρωτίστως και ανεξάρτητα από τα όσα το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλέπει, να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Όπως λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-
Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ’ επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ’ εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).
Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Τέλος, στη βάση των πιο πάνω, απορρίπτονται άνευ ετέρου ως καθόλα αβάσιμοι, αόριστοι και πλήρως ατεκμηρίωτοι και οι ισχυρισμοί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη «τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, η οικογενειακή ζωή και η κατάσταση της υγείας» του αιτητή.
Καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1300 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, είναι απαγορευμένος μετανάστης «(δ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, χωρίς να του απονεμηθεί χάρη, έχει καταδικαστεί για φόνο ή ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή της φυλάκισης έχει επιβληθεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και το οποίο, λόγω των συναφών περιστάσεων θεωρείται από το ∆ιευθυντή ως ανεπιθύμητος µετανάστης».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο