RAJ KHAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 237/2022, 4/2/2026
print
Τίτλος:
RAJ KHAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 237/2022, 4/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 237/2022)

                                                                                                   (i-Justice)

   4 Φεβρουαρίου 2026

                                 [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                        RAJ KHAN

 

                                                                                                 Αιτητής,

                                             και

             ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

             1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Χ. Παφίτη (κα), για Γ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τον αιτητή.

Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 4.2.2022.

 

Προτού υπεισέλθω στην παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης, οφείλει να επισημανθεί ότι τα όσα επιζητούνται ως θεραπεία στα αιτητικά (Β) (Γ) (Δ) και (Ε) της Προσφυγής, δεν συνιστούν άλλη ξεχωριστή διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να προσβληθεί δια ξεχωριστής θεραπείας αλλά λόγους ακύρωσης που άπτονται της νομιμότητας της ίδιας πάντοτε απόφασης που προσβάλλεται με το αντίστοιχο αιτητικό υπό παράγραφο (Α) της αιτήσεως ακυρώσεως και ως εκ τούτου απορρίπτονται.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο αιτητής, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Μπαγκλαντές, αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 18.11.2003 μέσω των κατεχόμενων περιοχών και στις 25.11.2003 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε στις 12.7.2004 από την Υπηρεσία Ασύλου καθότι ο αιτητής δεν προσήλθε στην προκαθορισμένη συνέντευξη.

Με επιστολή ημερομηνίας 7.6.2005, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης πληροφορούσε τον αιτητή ότι ένεκα της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, να κλείσει το φάκελο του αιτητή, ο ίδιος όφειλε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός 14 ημέρων.

 

Στις 9.9.2005-και αφού διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής συνέχιζε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία- τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν από την αστυνομία στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop list) με σκοπό τον εντοπισμό του.

 

Ακολούθως στις 28.7.2008- και μετά την πάροδο τριών ετών, διάστημα κατά το οποίο ο αιτητής συνέχιζε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία- ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με ευρωπαία υπήκοο βουλγαρικής καταγωγής και στις 24.10.2008 υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης το οποίο παραχωρήθηκε, εν τέλει, στον αιτητή στις 27.10.2011 με ισχύ μέχρι τις 27.10.2016. 

 

Έκτοτε και παρά τη λύση του γάμου του αιτητή με απόφαση του Οικογενειακού Διακστηριου Λευκωσίας, η οποία έλαβε χώρα στις 23.2.2016,  η ισχύς της αδείας διαμονής του αιτητή ανανεώνετo στη βάση του καθεστώτος υπηκόου τρίτης χώρας που διατηρεί δικαίωμα διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης λόγω της συμπλήρωσης πέραν των τριών ετών γάμου με την ευρωπαία υπήκοο, με την τελευταία να έχει ισχύ μεχρι την 1.3.2018.

 

Την 1.6.2018 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Η πιο πάνω αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 22.9.2021, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η οποία περιλαμβάνετο σε σχετικό σημείωμα που ετοιμάστηκε μετά από προσωπική συνέντευξη του αιτητή και αφού προηγουμένως είχαν ληφθεί πληροφορίες από την Αστυνομία, την ΚΥΠ και στοιχεία από την Interpol.

 

Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 4.2.2022, με το ακόλουθο  περιεχόμενο:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 01/06/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί βάσει του μεταναστευτικού σας ιστορικού κατά τη διάρκεια παραμονής σας στη Δημοκρατία.»

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλεται από την πλευρά του αιτητή ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας καθώς και ότι η διοίκηση ενήργησε κακόπιστα και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Αποτελεί κύρια και βασική θέση του αιτητή επί της οποίας εδράζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ότι η άρνηση της διοίκησης για πολιτογράφηση του αιτητή δεν μπορεί να έγκειται στο γεγονός ότι ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα και συνεπώς «να συναρτάται ανεπιεικώς με περιόδους απομακρυσμένες στο χρόνο σε σχέση με το χρόνο υποβολής της αίτησης και ενώ στο μεσοδιάστημα ο αλλοδαπός ήταν κατά τα άλλα υπόδειγμα νομιμότητας». Πρόσθετα διατείνεται η πλευρά του αιτητή ότι πάσχει η αιτιολογία της επίδικης απόφασης και ότι η διοίκηση έδρασε αντιφατικά καθότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη η παράνομη είσοδος του αιτητή στη Δημοκρατία «αφού μεταγενέστερα η ΚΔ νομιμοποίησε τον αιτητή ενόψει του επικείμενου του γάμου που η διοίκηση αποφάσισε να του εκδώσει άδεια διαμονής».

Αντίθετα η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία  πλάνη κατά τη λήψη της. Επισημαίνει δε η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται δεν εξειδικεύονται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Τονίζει δε ότι η πολιτογράφηση αποτελεί εξουσία η όποια ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους ενώ η πλήρωση των τυπικών προσόντων δεν συνιστά τίποτα άλλο παρά μόνο προϋπόθεση για να εξεταστεί η αίτηση του αιτητή. Η δε διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών, συνεχίζει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, είναι η ευρύτερη δυνατή, με μόνο περιορισμό την καλή πίστη και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. Επί της ουσίας αποτελεί θέση του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση ότι το μεταναστευτικό προφίλ του αιτητή, ως αυτό ήταν ενώπιον του Υπουργού, δεν δικαιολογούσε την παραχώρηση σ΄ αυτόν υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

Εν πρώτοις δεν θα συμφωνήσω με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση περί μη επαρκούς δικογράφησης, δεδομένου ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης σαφώς περιλαμβάνονται και εξειδικεύονται στα νομικά σημεία της Προσφυγής και ως εκ τούτου θα τύχουν δικαστικής εξέτασης.

 

Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων αυτών, με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) (Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.18, ISSAE.EALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3Α.Α.Δ.496) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20).Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης αφού η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για  πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ ετέρου της κυπριακής ιθαγένειας  (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307) Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18) Nabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011 3 Α.Α.Δ 66).Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK MKRTCHYAN v.Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερομηνίας 27/9/23).

 

Σχετικά είναι τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης.»

 

Περαιτέρω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακά δοσμένες αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή του αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω και οι οποίοι είναι συναφείς και αλληλένδετοι, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.

 

Όπως ήδη έχει υποδειχθεί ανωτέρω και ως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την επιστολή που κοινοποιήθηκε στον αιτητή ημερομηνίας 4.2.2022, λόγο για την απόρριψη της αίτησης του αιτητή αποτέλεσε το μεταναστευτικό ιστορικό του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο Σημείωμα της λειτουργού εξέτασης ημερομηνίας 26.5.2020, το οποίο ως αδιαμφισβήτητα προκύπτει τέθηκε ενώπιον του Υπουργού και αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του και στο οποίο παρατίθενται, μεταξύ άλλων, αυτούσια και τα ακόλουθα:

 

«2.Ο αλλοδαπός αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 18.11.2003 μέσω κατεχομένων και αιτήθηκε για πολιτικό άσυλο στις 25.11.2003. Στις 12.7.2004 η Υπηρεσία Ασύλου ενημέρωσε το Τμήμα πως ο εν λόγω αλλοδαπός δεν θεωρείτε πλέον αιτητής ασύλου (ερ. 15) και στις 7.6.2005 με επιστολή του Τμήματος ενημερώνεται ο αλλοδαπός για την απόφαση (ερ. 18). Ο αλλοδαπός συνέχιζε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (ερ.19). Κατέχει δελτίο μόνιμης διαμονής με ισχύ 1.03.2028 (ερ. 121).

 

3.Τέλεσε γάμο με Ευρωπαία Πολίτιδα στις 28.7.2008 (ερ. 42). Δεν απέκτησαν παιδιά μαζί. Μετά από έρευνα της Αστυνομίας για την γνησιότητα του γάμου στις 22.4.2009 αναφέρει την διαφορά ηλικίας που υπάρχει μεταξύ τους και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο αλλοδαπός με την άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία αφού διέμενε παράνομα από το 2005 μέχρι το 2008 που τέλεσε γάμο με την Ευρωπαία Πολίτιδα (ερ. 56-52). Το 2016 πήραν διαζύγιο (ερ. 123).»

 

Το Σημείωμα και αφού πρώτα καταγράφονταν σ΄ αυτό και πρόσθετες πληροφορίες που περιβάλλουν τις προσωπικές, οικονομικές και εργασιακές περιστάσεις του αιτητή, κατέληγε με την εισήγηση ότι παρόλο που ο αιτητής ικανοποιεί τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση, το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή δεν δικαιολογεί πολιτογράφηση.

 

Πράγματι τα όσα παρατίθενται με επάρκεια στο σημείωμα της λειτουργού επεξηγούν με σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία πλαισιώνουν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να μην αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του τι ήταν αυτό που εν προκειμένω λήφθηκε υπόψη. Περαιτέρω τα όσα καταγράφονται επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, στα ερυθρά του οποίου παραπέμπει και η ίδια η λειτουργός και το οποίο δεικνύει ότι ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία παρανόμως από τα κατεχόμενα, υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία όμως απορρίφθηκε, αφού ως προκύπτει από την επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου προς το Τμήμα Μετανάστευσης ημερομηνίας 12.7.2004, ο ίδιος δεν προσήλθε στην απαιτούμενη καθορισμένη συνέντευξη. Έκτοτε δε και παρά την αποστολή σχετικής επιστολής του Τμήματος ημερομηνίας 7.6.2005 δια της οποίας πληροφορείτο ο αιτητής για την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καθώς και ότι εξ΄ αυτού του γεγονότος ο ίδιος όφειλε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός 14 ημέρων, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Η δε παράνομη παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία και σε αντίθεση με τη γενική και αόριστη αναφορά του αιτητή περί «έλλειψης πρακτικού που να καταδεικνύει ότι ο αιτητής ήταν απαγορευμένο πρόσωπο» επιβεβαιώνεται από το ερυθρό 19 του Τεκμηρίου 1, το οποίο συνιστά έγγραφη καταχώρηση της Αστυνομίας ημερομηνίας 9.9.2025 δια της οποίας διενεργήθηκε η ανάρτηση των στοιχείων του αιτητή στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop list) με σκοπό τον εντοπισμό του, αφού, ως ρητώς καταγράφεται, ο αιτητής αντί να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός του τασσόμενου χρονικού διαστήματος των 14 ημέρων από τη ημέρα που πληροφορήθηκε για την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση.

 

Τούτη δε η παράνομη παραμονή του αιτητή διήρκησε μέχρι και την τέλεση του πολιτικού γάμου του με ευρωπαία υπήκοο βουλγαρικής καταγωγής στις 28.7.2008 ένεκα του οποίου παραχωρήθηκε στον αιτητή δελτίο διαμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης, του οποίου η ισχύς και παρά τη λύση του γάμου του αιτητή το 2016, ανανεώθηκε μέχρι την 1.3.2028.

 

Η πλευρά του αιτητή ουδόλως αμφισβήτησε δια της γραπτής της αγόρευσης τα γεγονότα που περιβάλλουν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή και τις πιο πάνω διαπιστώσεις της λειτουργού. Το μόνο δε που ανέφερε ήταν ότι η άρνηση της διοίκησης δεν μπορεί «ανεπιεικώς» να συναρτάται με το γεγονός ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία καθώς και «με περιόδους απομακρυσμένες στο χρόνο σε σχέση με το χρόνο υποβολής της αίτησης».

 

Η εισήγηση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτον διότι παραβλέπει ότι δεν ήτο μόνο η παράνομη είσοδος του αιτητή στη Δημοκρατία που λήφθηκε υπόψη αλλά το σύνολο των δεδομένων που συνέθεταν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία, ως αυτό καταγράφηκε στο σχετικό σημείωμα της λειτουργού, περιλαμβανομένου και του καίριου γεγονότος ότι ο αιτητής είχε παραμείνει για τρία και πλέον έτη παράνομα στη Δημοκρατία. Κατά δεύτερο διότι οι πληροφορίες και τα γεγονότα που συνεκτιμήθηκαν, τα οποία άρχονται από το χρόνο έλευσης του αιτητή στη Δημοκρατία περιλαμβανομένου και της παράνομης παραμονής του αιτητή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου στο οποίο ανάγονται, ακόμα δε και στο μακρινό παρελθόν, αποτελεί καθόλα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Επί τούτου απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23). Τα παραθέτω:

 

«Όπως ετέθη και στη Mohamad ανωτέρω, η παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμη και στο παρελθόν (πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης) αποτελεί ένα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης. Το ίδιο και οι λοιπές επιφυλάξεις και εξηγήσεις που δόθηκαν από τους Εφεσίβλητους. Υπενθυμίζουμε ότι εξετάζουμε την πράξη– και την επικυρωτική αυτής απόφαση – υπό το πρίσμα της θεώρησης της ύπαρξης καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, όρια που ορθώς εκρίθη από το Δικαστήριο, πως οι Εφεσίβλητοι επ΄ουδενί παραβίασαν (Βλ. Meneka Madhumathi Senadhipathi S. Mudiyanselage κ.α ν. Δημο-κρατίας, ΕΔΔ76/16, 25.9.2023).»

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Συναφώς απορριπτέα είναι και η έτερη ατεκμηρίωτη αναφορά του αιτητή περί αντιφατικής δράσης της διοίκησης και πάσχουσας αιτιολογίας επειδή δήθεν «μεταγενέστερα η ΚΔ νομιμοποίησε τον αιτητή ενόψει του επικείμενου του γάμου που η διοίκηση αποφάσισε να του εκδώσει άδεια διαμονής». Αρκεί να σημειωθεί ότι η όποια μεταγενέστερη παραχώρηση άδειας διαμονής στον αιτητή εξαιτίας του δικαιώματος παραμονής που απέκτησε από το γάμο του με ευρωπαία υπήκοο ουδόλως μπορεί να αναιρέσει όλα όσα μεσολάβησαν και να διαγράψει το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία περιλαμβανομένου και του πραγματικού γεγονότος ότι ο ίδιος εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία καθώς και ότι η προηγούμενη παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία αρχομένης από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου μέχρι και την έκδοση τέτοιας άδειας, ήταν παράνομη. Άλλωστε η εν λόγω εισήγηση του αιτητή σαφώς παραβλέπει ότι οι προϋποθέσεις άσκησης εξουσίας για παραχώρηση άδειας διαμονής διαφέρει κατά πολύ από αυτήν της πολιτογράφησης, η οποία ανάγεται σαφώς στην κυρίαρχη φύση του κράτους και ασκείται με μόνο περιορισμό την επίδειξη καλής πίστης (Mohamad v. Δημοκρατίας (2010)3 Α.Α.Δ. 18) (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερ. 25.2.2025) Arakelian ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερ. 10.3.2025).

 

Επί της ουσίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην επίδικη κρίση και οι αιτιάσεις του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει εσφαλμένη αιτιολογία καθώς και ότι λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση του αιτητή. Τα όσα δε παραθέτει ο αιτητής ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται από τη λειτουργό ελέγχου, τα οποία αποτέλεσαν το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και τα οποία σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνουν την αιτιολογία καταδεικνύοντας αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 185) Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).

 

Ούτε και όμως εντοπίζεται οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της καλής πίστης ή κατάχρηση ή κακοπιστία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, η οποία υπενθυμίζεται ότι ως νομολογιακά επιτάσσεται, είναι ιδιαίτερα ευρεία. Αντιθέτως και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί, διαπιστώνεται ότι η επίδικη απόφαση του Υπουργού για απόρριψη της αίτησης του αιτητή, δεν εκφεύγει της καλής πίστης και ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον της διοίκησης, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (VARSIK MKRTCHYAN (ανωτέρω) Angela Siomina Ήρωα v. Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 307).

 

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.600 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

                                                        

                                                               Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 



 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο