ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 24/2026 (Κ)
(i-Justice)
2 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
GRADY FALU LUTUNU
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Α. Δημητρίου, δικηγόρος για τον αιτητή.
Α. Φιλίππου, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής -και δια των αιτητικών της Προσφυγής υπό παραγράφους (Α) (Β) (Γ)-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 24.12.2025 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Στο σημείο αυτό, οφείλει να επισημανθεί, ότι η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) δια της οποίας ο αιτητής εξαιτείται την έκδοση απόφασης για άμεση απελευθέρωση του αιτητή δεν δύναται να αποδοθεί από το παρόν Δικαστήριο, η εξουσία του οποίου είναι αποκλειστικά αναθεωρητικής φύσεως και συνεπώς απορρίπτεται ως μη παραδεκτή. Ομοίως απορριπτέο κρίνεται και το αιτητικό (Ε) της Προσφυγής αφού τα όσα επιζητούνται ως θεραπεία δεν συνιστούν άλλη ξεχωριστή διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να προσβληθεί δια ξεχωριστής θεραπείας, αλλά λόγο ακύρωσης που άπτεται της νομιμότητας της ίδιας πάντοτε απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης που προσβάλλεται με το αιτητικό υπό παράγραφο (Β).
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
Στις 18.5.2022, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 6.8.2025. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 6.10.2025 κατά της νομιμότητας της οποίας ο αιτητής δεν άσκησε οποιαδήποτε προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο.
Ακολούθως, στις 24.12.2025, λήφθηκε πληροφορία από την ΑΔΕ Πάφου περί διατάραξης της δημόσιας τάξης μεταξύ ενοίκων ξενοδοχειακού συγκροτήματος, στο οποίο εντοπίστηκε ο αιτητής, ο οποίος συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Στις 24.12.2025 εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 13.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 12.1.2026.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) καθώς και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου (Τεκμήριο 2), οι οποίοι κατατέθηκαν από το συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.
Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνιστά προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας καθώς και ότι αυτά εκδοθήκαν υπό καθεστώς πλάνης και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Αποτελεί δε κύρια και κεντρική θέση του αιτητή, επί της οποίας στηρίζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον αιτητή. Διατείνεται δε ότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει καν αποσταλεί στον αιτητή και στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης «δεν υπάρχει πουθενά αναφορά σε κοινοποίηση, ταχυδρόμηση ή οποιασδήποτε ενέργειας ή πράξης της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής». Με τούτο ως δεδομένο, συνεχίζει η πλευρά του αιτητή, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί η τυχόν απόφαση επιστροφής που συνοδεύει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την έκδοση της οποίας ο αιτητής δεν γνωρίζει. Συνεπώς καταλήγει, εσφαλμένα οι καθ΄ων η αίτηση θεώρησαν ότι ο αιτητής παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, αγνοώντας ότι ο ίδιος είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και έχει δικαίωμα νόμιμης παραμονής μέχρι να ληφθεί τελική απόφαση επί του αιτήματος του για άσυλο. Είναι μάλιστα επί της πιο πάνω θέσης, ήτοι ότι ο αιτητής κατά τον επίδικό χρόνο διατηρούσε καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, που η πλευρά του αιτητή εγείρει και ισχυρισμό περί διαδικαστικής παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Πρόσθετα υποβάλλεται ότι εάν ο αιτητής απελαθεί στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και συνεπώς, κατά τον αιτητή, υφίσταται και ουσιαστική παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης επαναπροώθησης.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι παντελώς αβάσιμοι και ως συναφείς και αλληλένδετοι απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.
Εν προκειμένω αποτελεί ενώπιον μου αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται ευθέως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και δη από το ερυθρό 24 του Τεκμηρίου 1, το οποίο αποτελεί μέρος των εγγράφων από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου και στο οποίο ρητώς καταγράφεται ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 6.8.2025, δια της οποίας απορρίπτετο η αίτηση του αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 6.10.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αυτολεξεί, καταγράφεται έλαβε χώρα η «αποστολή απαντητικής επιστολής». Περαιτέρω παρατηρώ ότι στο ερυθρό 26 του Τεκμηρίου 1, το οποίο αποτελεί επίσης έγγραφο από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, αναγράφεται ως τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση, ο τόπος διαμονής του αιτητή επί της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ 15, apt 003, Βlock Selena, 8270 Tremithousa, Πάφος, την οποία ο ίδιος ο αιτητής είχε δηλώσει στην Υπηρεσία Ασύλου και συγκεκριμένα την 1.9.2022. Μάλιστα έχω ανατρέξει στο διοικητικό φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω εντοπίσει την επιστολή δια της οποίας κοινοποιείται στον αιτητή η απορριπτική επί του αιτήματος του απόφαση, η οποία φέρει ημερομηνία 6.10.2025 (ερυθρό 104 Τεκμηρίου 2). Ως δε παρατηρώ η επιστολή αυτή, στην οποία αναγράφεται, ως τόπος αποστολής, η τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του αιτητή φέρει και σχετική σφραγίδα με ένδειξη ταχυδρόμησης ημερομηνίας 6.10.2025.
Στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται εμφανές ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ότι ουδεμία καταγραφή υπάρχει περί αποστολής ή ταχυδρόμησης της εν λόγω επιστολής καθώς και ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση για την απόρριψη της αιτήσεως του παρέμειναν αίολοι. Άλλωστε, δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω ότι ως παρατηρώ, ο αιτητής, σε ουδέν άλλο διάβημα προέβηκε για ενημέρωση της αρμόδιας αρχής περί τυχόν αλλαγή της δηλωθείσας διεύθυνσης του- ούτε και βεβαίως ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο- ως η υποχρέωση του συμφώνως με τον Κανονισμό 36 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (ως αυτοί τροποποιήθηκαν) [1] και επομένως ακόμα και η όποια μη παραλαβή της επιστολής αυτής, δεν θα συνιστούσε τίποτα άλλο παρά αποκλειστικό αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών και παραλείψεων(ΗΟΑΙ ΤΗΙ LE και Δημοκρατίας Προσφυγή Αρ. 746/2013, ημερ. 29/07/2016) Singh και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.30/21, ημερομηνίας 23/2/22), ECLI:CY:DOD:2022:14 R.K v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 3/22, ημερομηνίας 16/3/22). Μάλιστα δεν θα μπορούσα, προσθέτως, να μην παρατηρήσω ότι ως αποκαλύπτεται από το ερυθρό 103 του Τεκμήριου 2 αρμόδιοι λειτουργοί της Υπηρεσίας Ασύλου προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, δυο φορές και δη στις 25.9.25 και στις 26.9.25 να ενημερώσουν μέσω τηλεφωνικών κλήσεων τον αιτητή για την εκδοθείσα απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 6.8.25 χωρίς καμία όμως, ως καταγράφεται, ανταπόκριση.
Περαιτέρω ως διαπιστώνω από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 6.10.2025, ο αιτητής πληροφορείτο τόσο για το δικαίωμα του βάσει του άρθρου 146 Συντάγματος και του άρθρου 12 Α του Ν.73(Ι)/2018 να προσφύγει εντός προθεσμίας 30 ημερών κατά της νομιμότητας της εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ενώ δια αυτής παρέχετο μάλιστα στον αιτητή και χρόνος επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση του από τη Δημοκρατία. Σημειώνεται δε ότι στη ρηθείσα επιστολή ρητώς κατεγράφετο ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής θα αναστέλετο είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερθείσας προθεσμίας για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είτε σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας Προσφυγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο.
Καθοριστικό δε παραμένει ότι ο αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε τη νομιμότητα της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ως αυτή εμπεριέχετο στην κοινοποιηθείσα επιστολή ημερομηνίας 6.10.2025, αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για ακύρωση της ώστε, ως ορθά υποβάλλουν οι καθ΄ων η αίτηση, η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να είχε γίνει τελική. Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα διαλαμβάνονται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Περί Προσφύγων στα οποία εύστοχα παραπέμπει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση.
Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 6(1)/2000, ορίζεται ότι:
«"αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο·».
«"τελική απόφαση" σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και
(α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή
(β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση».
Περαιτέρω και σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ίδιου Νόμου, ως εδώ ενδιαφέρουν, αναφορικά με το δικαίωμα παραμονής:
«8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι-
(i) την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή
(ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής».
Αυτό δε το γεγονός ήτοι ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου απεστάλη στον αιτητή στις 6.10.25 καθώς και ότι ο αιτητής ουδόλως προσέφυγε κατά αυτής είναι που αποτυπώνεται στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 24.12.25 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, τα οποία, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί (ερυθρό 3 Τεκμηρίου 1), ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων. Επομένως και υπό τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, ο αιτητής κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων ουδόλως διατηρούσε, ως η πλευρά του αιτητή εσφαλμένα διατείνεται, καθεστώς αιτητή ασύλου και ουδόλως διατηρούσε δικαίωμα νόμιμης παραμονής. Τουναντίον -και σε πλήρη συμφωνία με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση-διαπιστώνω ότι ο αιτητής νομίμως κρίθηκε και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105, απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 24.12.25 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 13.11.25, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης.
Τα πιο πάνω καθιστούν εμφανώς απορριπτέο και τον έτερο ισχυρισμό του αιτητή περί διαδικαστικής παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης επειδή δήθεν, ως η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται, ο αιτητής διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας, κάτι που ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στερείται πραγματικού ερείσματος.
Ούτε και βεβαίως ευσταθεί η έτερη γενική αναφορά του αιτητή ότι δεν απασχόλησε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων το κατά πόσο εφαρμόζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, ως αυτή προνοείται στο άρθρο 18ΟΖ του Κεφ 105. Τουναντίον από το σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 24.12.2025, το οποίο τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Τμήματος προς λήψη των επίδικων αποφάσεων, προκύπτει σαφώς ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη έρευνα περιλαμβανόμενων και των περιστάσεων του αιτητή με σκοπό να εξακριβωθεί κατά ποσό παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Ως δε ρητώς- και μεταξύ άλλων- καταγράφεται ο αιτητής «δεν διατηρεί οποιονδήποτε οικογενειακό δεσμό στη Δημοκρατία, ούτε είναι προστάτης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων». Περαιτέρω -και αφού πρώτα καταγράφεται όλο το ιστορικό του αιιτητή μέχρι και την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αιτήματος του για άσυλο- ρητώς καταγράφεται ότι «από τα εξετασθέντα στοιχεία δεν παραβιάζεται η αρχή της Μη επαναπροώθησης». Άλλωστε οι πιο πάνω καταγραφές και πέραν του γεγονότος ότι συνάδουν με τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του αιτητή, ως αυτά εμπεριέχονται στα σχετικά έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, ουδόλως και κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αμφισβητηθήκαν από την πλευρά του αιτητή.
Ούτε και όμως με βρίσκει σύμφωνη ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δια των προσβαλλόμενων διαταγμάτων υφίσταται ουσιαστική παραβίαση της αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι, ως υποβάλλεται, σε περίπτωση απέλασης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του αυτός θα «υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ή/και κινδυνεύει επίσης με παραβίαση του δικαιώματος του στη ζωή».
Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι κατά πάγια νομολογία για να εμπίπτει μία περίπτωση στο πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (ΔΕΕ C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερ. 6/7/23). Για να εφαρμοστεί δε το άρθρο 3 ΕΣΔΑ πρέπει να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι πέραν των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα προορισμού, ο επικαλούμενος κίνδυνος μεταχείρισης είναι πραγματικός και εξατομικευμένος (βλ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, 2η έκδοση, του Λίνου -Αλέξανδρου Σισιλιανού σελ.145, 146). Ο δε προσφεύγων είναι αυτός που φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν τον κίνδυνο κακομεταχείρισης στη χώρα προορισμού (ΕΔΔΑ Ν. κ. Φιλανδίας, 26.7. 2005) Dogan v Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ 716) Αίτηση του Rechtbank C-69/21, ημερομηνίας 22/11/22).
Τα όσα δε διατείνεται ο αιτητής ουδόλως μπορούν με τη γενικότητα και αοριστία που προβλήθηκαν και χωρίς οποιαδήποτε, έστω στοιχειώδη, τεκμηρίωση να αποδείξουν κατά ένα ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας την ύπαρξη πραγματικού κίνδυνου να υποστεί ο αιτητής σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ο οποίος υπενθυμίζεται πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς ή θεωρίες και να είναι πραγματικός και εξατομικευμένος αλλά και ούτε διαφοροποιούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα που η Υπηρεσία Ασύλου είχε ενώπιον της κατά την εξέταση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο. Άλλωστε δε το γεγονός της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η νομιμότητα της οποίας παρέμεινε απρόσβλητη, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας, ενώπιον της οποίας ουδέν άλλο τέθηκε προς αυτή την κατεύθυνση εκ του αιτητή.
Επομένως δεν διαπιστώνω οιονδήποτε σφάλμα στο πώς ενήργησαν οι καθ΄ων η αίτηση, ούτε διαπιστώνω ότι παραβίασαν την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως εισηγείται ο αιτητής, δεδομένων των αδιαμφισβήτητων δεδομένων που είχαν ενώπιον τους κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Καταληκτικά επισημαίνω ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας και ότι ο αιτητής ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ουδόλως κατόρθωσε, ως η υποχρέωση του, να καταδείξει με επαρκή στοιχεία οποιοδήποτε σφάλμα στην κρίση των καθ’ ων αίτηση και να κλονίσει το τεκμήριο της νομιμότητας που περιβάλλει τη διοικητική πράξη (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] σχετική υποχρέωση ενημέρωσης υφίσταται και με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο