NEW HORIZON INTERNATIONAL FORWARDING & SHIPPING AGENTS LIMITED ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Οικονομικών, Υπόθεση Αρ. 590/2021, 5/2/2026
print
Τίτλος:
NEW HORIZON INTERNATIONAL FORWARDING & SHIPPING AGENTS LIMITED ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Οικονομικών, Υπόθεση Αρ. 590/2021, 5/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 590/2021

                                             

    5 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

             

           

NEW HORIZON INTERNATIONAL FORWARDING & SHIPPING AGENTS LIMITED

Αιτήτρια

                          Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Οικονομικών

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

 

......... 

 

Κωνσταντίνος Μάμαντος, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτήτρια

Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.:  Το Υπουργικό Συμβούλιο με την Απόφασή του με αρ. 90.651 και ημερ. 08.01.2021, ενέκρινε πρόσθετα έκτακτα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, για αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και, ο Υπουργός Οικονομικών εξουσιοδοτήθηκε να υποβάλει στον Έφορο Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων το Σχέδιο Κρατικής Χορηγίας Επιχειρήσεων και Αυτοτελώς Εργαζομένων και το Σχέδιο Ειδικού Επιδόματος Ορισμένων Κατηγοριών Αυτοτελώς Εργαζομένων οι οποίες δεν είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο ΦΠΑ, για κοινοποίηση τους στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την εξασφάλιση έγκρισης. Τα εν λόγω Σχέδια κοινοποιήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με την Απόφαση της ημερ. 08.03.2021 State Aid SA.61839 (2021/N)-Cyprus COVID-19: support to enterprises and self-employed person under mandatory suspension, τα ενέκρινε.

 

Ως σκοπός του Σχεδίου Κρατικής Χορηγίας Επιχειρήσεων και Αυτοτελώς Εργαζομένων (εφεξής το «Σχέδιο») καταγράφεται η κάλυψη ενοικίων, δόσεων, ή άλλων λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων και των αυτοτελώς εργαζομένων. Δικαιούχοι του Σχεδίου είναι επιχειρήσεις και αυτοτελώς εργαζόμενοι υποκείμενοι σε ΦΠΑ, που παρουσιάζουν μείωση του κύκλου εργασιών τους το 2020 σε σύγκριση με το 2019, τουλάχιστον κατά 35%, λόγω των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν για αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19.

Βάσει των προϋποθέσεων του Σχεδίου, οι επιχειρήσεις και αυτοτελώς εργαζόμενοι πρέπει να έχουν την έδρα τους ή μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο και ασκούν οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο, και έχουν πληγεί οικονομικά λόγω της εμφάνισης και διάδοσης του COVID-19 (κριτήριο α). Πρέπει περαιτέρω (σε περιπτώσεις υποκείμενες σε ΦΠΑ), να έχουν υποβάλει τις φορολογικές τους δηλώσεις για το ΦΠΑ του μηνός Αύγουστου ή Σεπτεμβρίου ή Οκτωβρίου του 2020 (κριτήριο β).

 

Το ύψος της επιδότησης βάσει του Σχεδίου, υπολογίζεται με ειδικό αλγόριθμο (εφεξής ο «αλγόριθμος») με βάση, μεταξύ άλλων, τον αριθμό εβδομάδων που η οικονομική δραστηριότητα τελεί υπό μερική ή ολική αναστολή λειτουργίας, ή που έχει επηρεαστεί από την πανδημία του COVID-19 λόγω της φύσης της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς επίσης και επιβολή ποσοστού επί του μέσου εβδομαδιαίου κύκλου εργασιών της κάθε δικαιούχου επιχείρησης, αναλόγως με το ύψος της μείωσης του κύκλου εργασιών της το 2020, σε σχέση με το μέσο εβδομαδιαίο κύκλο εργασιών ανά βδομάδα του 2019 (για τις περιπτώσεις που αφορούν το Λιανικό Εμπόριο, προβλέπονται κι άλλες ρυθμίσεις).

 

Λόγω του επείγοντος του θέματος και της άμεσης ανάγκης παροχής ρευστότητας στις περιπτώσεις, που αφορούσε το Σχέδιο, οι Καθ’ ων η αίτηση, χρησιμοποιώντας πληροφόρηση από τις υποβληθείσες δηλώσεις ΦΠΑ των υποκείμενων στο φόρο προσώπων κατά την περίοδο 2019 και 2020 και στη βάση του αλγόριθμου υπολόγισε το ύψος της κρατικής χορηγίας και την κατέβαλε από την αρχές Φεβρουαρίου 2021 μέχρι και τα μέσα Ιουνίου 2021, καταβάλλοντας περίπου €161.000.000 σε περίπου 18.000 περιπτώσεις.

 

Μετά από επανεξέταση, διαπιστώθηκε ότι, εκ παραδρομής καταβλήθηκε επιδότηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που δεν ενέπιπταν εξαρχής στα κριτήρια καταβολής της επιδότησης βάσει των όρων και προϋποθέσεων του Σχεδίου και τους ζητήθηκε η άμεση επιστροφή του ποσού στήριξης που είχαν λάβει.

 

Η οικονομική δραστηριότητα της Αιτήτριας, η οποία είναι νομικό πρόσωπο υποκείμενο στο ΦΠΑ βάσει του μηχανογραφικού συστήματος του ΦΠΑ, θεωρήθηκε επιλέξιμη οικονομική δραστηριότητα βάσει του Σχεδίου, και προς το σκοπό αυτό και βάσει του αλγόριθμου το ύψος κρατικής στήριξής της, υπολογίστηκε στις €45.779,98 και της καταβλήθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος στις 18.02.2021.

 

Στη βάση της διενέργειας σχετικών ελέγχων για επιβεβαίωση της ικανοποίησης των όρων και προϋποθέσεων του Σχεδίου από τις δικαιούχες επιχειρήσεις, διαπιστωθηκε ότι η περίπτωση της Αιτήτριας δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στο Σχέδιο, ως Εταιρεία Διεθνών Δραστηριοτήτων και δεν πληροί το κριτήριο (α) για την «άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στην Κύπρο».

 

Κατ’ επίκλησιν του άρθρου 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(1)/1999), και του αναφερόμενου ως μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την διενέργεια της καταβολής του ποσού της επιδότησης, οι Καθ’ ων η αίτηση με επιστολή ημερ. 30.03.2021 ζήτησαν την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στην Αιτήτρια και την κάλεσαν όπως το επιστρέψει εντός 15 ημερών από τη λήψη της επιστολής καθότι δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στο Σχέδιο.

Η πράξη αυτή είναι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή.

 

Ο κεντρικός λόγος ακύρωσης, ο οποίος προτάσσεται με την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ζητήθηκε, κατά τον ισχυρισμό, μετά  την πάροδο ευλόγου χρόνου, η επιστροφή της επιδότησης, παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και καλής πίστης [άρθρα 50-51 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου-Ν.158(Ι)/1999] και το άρθρο 53 του Ν.158(Ι)/1999. Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη είναι πεπλανημένη και ότι δεν προηγήθηκε αυτής δέουσα έρευνα ενώ τίθεται ότι υπάρχει αντίφαση στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση επειδή στο σημείο 11 των γεγονότων αναφέρεται ότι η Αιτήτρια ήταν επιλέξιμη της επίδικης χορηγίας ενώ στην παράγραφο 12 ουσιαστικά προτείνεται ότι δεν ήταν.  Με τον τρίτο και καταληκτικό λόγο ακύρωσης πλήττεται η επάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, ως κατ’ ισχυρισμό πράξης εκδιδόμενης κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας.

 

Με την αγόρευση  της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη υποστηρίζεται τόσο εξ απόψεως νομιμότητας όσο και έρευνας και αιτιολογίας. Πέραν τούτου, εγείρεται προδικαστική ένσταση ως προς την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης θέτοντας ότι ως ιδιωτική διαφορά εκπίπτει της αρμοδιότητας του παρόντος. 

 

Κατά τις διευκρινίσεις, παραπέμφθηκα στην απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Πρ. Αρ. 598/2021 GME GANG MIDDLE EAST (PRODUCTIONS) LIMITED ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Οικονομικών ημερ. 17.12.2024, ως σχετική με τα εδώ επίδικα.

 

Εξέτασα με την απαραίτητη προσοχή όσα ετέθησαν στις ενδελεχείς αγορεύσεις των μερών, στα δικόγραφα και διοικητικούς φακέλους.

 

Η ως άνω απόφαση στην GME GANG MIDDLE EAST (PRODUCTIONS) LIMITED αφορούσε παρόμοια επίδικα ζητήματα παροχής χορηγίας σε εταιρεία, η οποία εκ παραδρομής είχε κριθεί επιλέξιμη δυνάμει του Σχεδίου και στις 18.02.2021 της καταβλήθηκε η χορηγία και οι Καθ’ ων η αίτηση 40 ημέρες μετά, στις 30.03.2021, αξίωσαν ανάκτησή της λόγω ότι κατόπιν επανελέγχου, όντας ταξινομημένη ως εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων που δεν ασκούσε οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο, κρίθηκε ως μη δικαιούχος του Σχεδίου. Αναδρομή στα γεγονότα της παρούσας δείχνει ότι συμπίπτουν ακόμα και τα αναφερόμενα παραρτήματα και παράγραφοι της ένστασης, οι ημερομηνίες καταβολής (18.02.2021) και επιστολής επανάκτησης (30.03.2021) της χορηγίας και η αναφερόμενη αιτιολογία των προσβαλλόμενων στις δύο υποθέσεις. Διαπιστώνω λοιπόν ότι πράγματι η απόφαση αυτή καλύπτει τους ισχυρισμούς των μερών στην παρούσα, τόσο επί της προδικαστικής ένστασης όσο και επί των λόγων ακύρωσης. Και με βρίσκει συνολικά σύμφωνο. Παραπέμπω συναφώς σε εκτενές απόσπασμα, που απαντά στους ισχυρισμούς των μερών, και κατόπιν αυτού, συμπληρώνω την κρίση μου επί δύο επιπρόσθετων επιχειρημάτων που εγέρθηκαν στα πλαίσια των εδώ λόγων ακύρωσης. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε:

 

«Έχοντας εξετάσει προσεκτικά την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί της προδικαστικής ένστασης, κρίνω ότι αυτή δεν ευσταθεί.

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν στην αιτήτρια το ποσό των €51.490,50 μέσω τραπεζικού εμβάσματος στις 18.2.2021, στο πλαίσιο του Σχεδίου για κρατική στήριξη. Αυτό εξάλλου αναφέρεται ρητά και στο δικόγραφο της ένστασης (παρ. 11), σύμφωνα με την οποία, η οικονομική δραστηριότητα της αιτήτριας κρίθηκε επιλέξιμη οικονομική δραστηριότητα βάσει του Σχεδίου. Επίσης, σύμφωνα με την ένσταση, η στα πλαίσια του Σχεδίου παροχή κρατικής στήριξης σε κάθε δικαιούχο, δεν φαίνεται να έγινε κατόπιν αιτήσεως, αλλά κατόπιν συγκεκριμένης διαδικασίας που ακολούθησε το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Τμήμα Φορολογίας. Η παροχή κρατικής ενίσχυσης, βεβαίως, συνεπάγεται την καταβολή χρημάτων από το δημόσιο ταμείο και αυτό συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση, όπου, στη βάση των προνοιών του Σχεδίου και σύμφωνα με προηγηθείσα απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σχετική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καταβλήθηκε κρατική χορηγία σε αριθμό επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και στην αιτήτρια. Αυτή ακριβώς η πράξη επιδότησης αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από το κατά πόσον ορθώς ή εσφαλμένα αποφασίστηκε η καταβολή του πιο πάνω ποσού στην αιτήτρια. Η φύση της πράξης, ως εμπίπτουσας στο χώρο του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, δεν μπορεί να συνδέεται με την ορθότητα ή το εσφαλμένο αυτής.

 

Παρομοίως, εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στο χώρο του δημοσίου δικαίου είναι και η ακολουθείσασα απόφαση των καθ' ων η αίτηση να καλέσουν την αιτήτρια να επιστρέψει το ποσό των €51.490,50. Πρόκειται ουσιαστικά για ανάκληση της προηγηθείσας απόφασης των καθ' ων η αίτηση να θεωρήσουν δικαιούχο κρατικής χορηγίας την αιτήτρια και να καταβάλουν σε αυτήν ως επιδότηση το πιο πάνω ποσό. Μάλιστα, είναι οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση που στο δικόγραφο της ένστασής τους (παρ. 13) ρητά αναφέρουν ότι το Υπουργείο Οικονομικών με την επίδικη επιστολή του ημερομηνίας 30.3.2021, ζήτησε την επιστροφή του εν λόγω ποσού, βάσει του άρθρου 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), δηλαδή βάσει του άρθρου που προβλέπει για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων. Εν πάση δε περιπτώσει, το ανακλητικό αποτέλεσμα δεν συναρτάται αναγκαστικά προς τη χρήση ρητής σχετικής διατύπωσης στην ανακλητική πράξη, αλλά μπορεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν (Πορίσματα Νομολογίας Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 199, Ιωαννίδου ν Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 100). Περαιτέρω, αυτή ήταν και η προσέγγιση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην ICELINE (CYPRUS) LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5655/2013, ημερ. 17.10.2017, σε υπόθεση που αφορούσε επιστροφή από τους εκεί αιτητές του ποσού των €400.000, το οποίο τους είχε χορηγηθεί στα πλαίσια Σχεδίου Χορηγιών για Επενδύσεις στον Τομέα της Μεταποίησης και Εμπορίας Αλιευτικών Προϊόντων, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας 2007-2013. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση των καθ' ων η αίτηση να απαιτήσουν από τους αιτητές την επιστροφή του ποσού που είχαν λάβει ως χορηγία, συνιστούσε ανάκληση της απόφασής τους για ένταξη του επίδικου έργου στο Σχέδιο, απέρριψε σχετική προδικαστική ένσταση ότι η διαφορά ενέπιπτε στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον επρόκειτο για ανάκληση διοικητικής πράξης, η οποία βεβαίως συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Τονίζεται ότι αυτή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στην Δημοκρατία ν. ICELINE (CYPRUS) LTD, ΕΔΔ Αρ. 103/17, ημερ. 22.4.2024. Παρομοίως, και στην υπό εξέταση υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση που περιέχεται στην επιστολή των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.3.2021, αποτελεί πράξη ανάκλησης της αρχικής απόφασης των καθ' ων η αίτηση και, ως εκ της φύσεώς της, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στο πεδίο του δημοσίου δικαίου.

 

Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Όπως έχει προαναφερθεί στο πλαίσιο της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας επί της προδικαστικής ένστασης, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προέβαλε τη θέση, η οποία βεβαίως άπτεται ευθέως της ουσίας της προσφυγής, ότι εσφαλμένα οι καθ' ων η αίτηση θεώρησαν αρχικώς ότι η αιτήτρια πληρούσε τα κριτήρια του Σχεδίου και, συνακόλουθα, ορθώς και προς αποκατάσταση της νομιμότητας, ζήτησαν στη συνέχεια την επιστροφή του ποσού των €51.490,50.  Η πλευρά της αιτήτριας αμφισβητεί τον εν λόγω ισχυρισμό και τονίζει ότι η αιτήτρια πληρούσε τα κριτήρια του Σχεδίου. Μάλιστα, ο συνήγορος της αιτήτριας επισημαίνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την ουσία της προσφυγής, εφόσον δι' αυτής αμφισβητείται η θέση ότι η αιτήτρια δεν πληρούσε τα εν λόγω κριτήρια. Εντός αυτού του πλαισίου, ο κ. Ταλιαδώρος προβάλλει ως λόγους ακύρωσης την παντελή απουσία αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, καθώς και τη μη διενέργεια δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Επιπρόσθετα δε, προωθείται ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης και ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση ανάκλησης έλαβε χώρα μετά την πάροδο εύλογου χρόνου και συνιστά παράνομη ανάκληση.

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης.

 

Αποτελεί τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της αιτήτριας, ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παντελώς αναιτιολόγητη και ότι, πέραν της γενικόλογης αναφοράς που περιέχεται στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 30.3.2021, από πουθενά δεν προκύπτει ποιοι είναι οι όροι και ποιες οι προϋποθέσεις που δεν πληρούσε η αιτήτρια για συμμετοχή στο Σχέδιο, ούτε και η σχετική συλλογιστική των καθ' ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής της. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ποιο ήταν το αρμόδιο όργανο που εξέτασε την περίπτωση της αιτήτριας και έλαβε την επίδικη απόφαση. Η δε μεταγενέστερη αιτιολογία που επιχειρεί να δώσει η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση μέσω του δικογράφου της ένστασης, είναι ανεπίτρεπτη και δεν μπορεί να θεραπεύσει το κενό αιτιολογίας της πράξης, η οποία και θα πρέπει να ακυρωθεί.

 

Επιπρόσθετα, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, εγείρεται ως λόγος ακύρωσης και ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση ως προς το κατά πόσον η αιτήτρια πράγματι πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις του Σχεδίου.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, η οποία, αντικρούοντας τα πιο πάνω, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου, λήφθηκε δε καθόλα ορθά και νόμιμα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής της εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Κατά την κα Χαραλάμπους, η επίδικη απόφαση ημερομηνίας 30.3.2021 υπογράφεται από το αρμόδιο όργανο, ήτοι τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, στην αρμοδιότητα του οποίου ενέπιπτε η ερμηνεία και εφαρμογή του Σχεδίου. Περαιτέρω, από τους οικείους διοικητικούς φακέλους προκύπτει το σύνολο των στοιχείων που έλαβαν υπόψη τους οι καθ' ων η αίτηση για να λάβουν την επίδικη απόφαση. Εισηγείται επίσης η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ότι η επίδικη απόφαση δεν εκδόθηκε κατ' ενάσκηση διακριτικής εξουσίας, αλλά κατά δέσμια αρμοδιότητα, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται αιτιολογία: κατά την κα Χαραλάμπους, η αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών τα οποία λανθασμένα καταβλήθηκαν ως κρατική ενίσχυση, συνιστούσε άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας και στηριζόταν σε αντικειμενικά κριτήρια. Οι δε καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να προβούν σε όλα τα διαβήματα ανάκτησης του ποσού των €51.490,50 προς συμμόρφωση με τις ενωσιακές τους υποχρεώσεις και/ή προς αποκατάσταση της νομιμότητας και/ή χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Στην εν λόγω επιστολή που εστάλη στην αιτήτρια, ημερομηνίας 30.3.2021, αναφέρεται ως λόγος έκδοσης της επίδικης απόφασης, ότι-

 

«2. Στη βάση της διενέργειας ελέγχων στο πλαίσιο υλοποίησης του υπό αναφορά Σχεδίου, έχει διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση σας δεν πληρούσε τους όρους και προϋποθέσεις για συμμετοχή στο Σχέδιο».

 

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Σχεδίου (Παράρτημα ΙΙΙ στο δικόγραφο της ένστασης), προκειμένου επιχείρηση να δικαιούται επιδότησης, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχει την έδρα της ή μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο και να ασκεί οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο. Όπως δε προκύπτει από το σχετικό μηχανογραφικό σύστημα χειρισμού πληροφοριών του ΦΠΑ (Παράρτημα IV στην ένσταση), η αιτήτρια είναι ταξινομημένη ως εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων: με αποτέλεσμα να κριθεί ότι αυτή δεν ασκούσε οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο και, κατ' επέκταση, ότι δεν πληρούσε τους όρους και προϋποθέσεις συμμετοχής στο Σχέδιο και να της ζητηθεί η επιστροφή του ποσού των €51.490,50 που είχε λάβει ως κρατική επιδότηση και το οποίο, ως της λέχθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, εκ παραδρομής κατατέθηκε στο λογαριασμό της. Σημειώνεται ότι το ίδιο έγγραφο που περιέχεται στο Παράρτημα IV της ένστασης, εντοπίζεται και στον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Φορολογίας που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 2» κατά τις διευκρινίσεις.

 

Βεβαίως, στην περιεχόμενη στην επίδικη επιστολή απόφαση, ημερομηνίας 30.3.2021, πέραν της προεκτεθείσας αναφοράς, δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος λόγος ανάκλησης της αρχικής απόφασης επιδότησης της αιτήτριας, ήτοι το γεγονός ότι αυτή, ως εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων, δεν ασκούσε οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο. Ωστόσο, θεωρώ ότι πρόκειται για κλασσική περίπτωση συμπλήρωσης της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και δη από τα προαναφερθέντα Παραρτήματα ΙΙΙ και IV της ένστασης, αλλά και από την αίτηση της αιτήτριας για έκδοση αριθμού φορολογούμενου (Πρόσθετα στοιχεία που απαιτούνται για Εγγραφή στο Μητρώο ΦΠΑ), ημερομηνίας (.), στα οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, και από τα οποία προκύπτει ότι πράγματι, η αιτήτρια ήταν ταξινομημένη ως εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων, (…) με αποτέλεσμα να κριθεί ότι πράγματι, αυτή δεν ασκούσε οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο και, κατ' επέκταση, ότι δεν ενέπιπτε στους δικαιούχους του Σχεδίου.

 

Πρόκειται για στοιχεία που υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο, στα οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση και τα οποία σαφώς και μπορούν να ληφθούν υπόψη. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί η υπόθεση κρίνεται από τον διοικητικό φάκελο (Δημοκρατία ν. Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, ΕΔΔ Αρ. 57/2018, ημερ. 9.2.2024, Δημοκρατία ν. Δ. Αυλωνίτης και Υιοί Λτδ (2000) 3 Α.Α.Δ. 137). Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των φακέλων και δεν απαιτείται κατά την αιτιολόγηση, να μεταφέρεται στο σώμα αιτιολόγησης της πράξης, το περιεχόμενο των φακέλων. Αυτό που απαιτείται, είναι όπως τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία γίνεται παραπομπή, είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση, έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342), Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 185). Στην Σωτήρη Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 37/2016, ημερ. 6.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C194, ECLI:CY:AD:2023:C194, λέχθηκαν συναφώς τα εξής (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):

 

«Το γεγονός ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταγράφονται ειδικά τα πιο πάνω στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ουδόλως πλήττει την νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας. Όπως είναι νομολογημένο, είναι στοιχειώδες πως η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των φακέλων. Δεν αναμένεται, ωστόσο, κατά την αιτιολόγηση να μεταφέρεται στο πρακτικό το περιεχόμενο των φακέλων. Εκείνο, όμως, που αναμένεται είναι να εξάγεται νόημα που να δικαιολογείται να αποδοθεί στο αποφασίζον όργανο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438 είναι σχετικό:

 

«Είναι στοιχειώδες πως η αιτιολογία μπορεί, σ' αυτές τις περιπτώσεις, να συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των φακέλων. Επίσης πως δεν αναμένεται, κατά την αιτιολόγηση, να μεταφέρεται στο πρακτικό το περιεχόμενο των φακέλων. Αναμένεται όμως να εξάγεται νόημα που να δικαιολογείται να αποδοθεί στο αποφασίζον όργανο. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η μελέτη των στοιχείων και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης. Το Δικαστήριο δεν επιτελεί τέτοιο πρωτογενούς φύσης, έργο. Όπως έχει τονιστεί, είναι νοητή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση. Στην απόφαση της Ολομέλειας στην Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, το θέσαμε ως εξής:

 

«Εν προκειμένω, η παράλειψη εξειδίκευσης αφήνει σοβαρά ερωτηματικά ως προς το τι μέτρησε υπέρ του ενός και τι υπέρ του άλλου. Και πρέπει να τονίσουμε εδώ πως η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. (Βλ. Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185). Επίσης δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου "για να κρίνει αν η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν, παρά την αόριστη ή ελλιπή αιτιολογία λογικά εφικτή". (Βλ. την απόφαση της Ολομέλειας Ι.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56).»

 

(…)

 

Παρομοίως, και στην υπό κρίση περίπτωση, το γεγονός ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταγράφεται με ειδικότερη αναφορά ο λόγος ανάκλησης της αρχικής απόφασης των καθ' ων η αίτηση, όπως ο λόγος αυτός αποτυπώνεται στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ουδόλως πλήττει την νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας, εφόσον η αιτιολογία μπορεί και συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου και δη από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου, με αποτέλεσμα να καθίσταται αντιληπτός ο συλλογισμός του αποφασίζοντος οργάνου και ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

 

Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί ελλιπούς και/ή πάσχουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Περαιτέρω, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας. Αντιθέτως, είναι στη βάση της διενεργηθείσας έρευνας που διαπίστωσαν εν τέλει οι καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια πράγματι δεν ενέπιπτε στους δικαιούχους του Σχεδίου και έλαβαν την επίδικη απόφαση ανάκλησης. Όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της ένστασης και στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, αλλά μπορεί να διαπιστωθεί και από το διοικητικό φάκελο, διενεργήθηκαν από το Τμήμα Φορολογίας σχετικοί έλεγχοι για επιβεβαίωση της πλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του Σχεδίου από τον κάθε δικαιούχο και είναι λόγω αυτών των ελέγχων που διαπιστώθηκε ότι εσφαλμένα και εκ παραδρομής καταβλήθηκαν ποσά στήριξης σε συγκεκριμένο αριθμό περιπτώσεων επιχειρήσεων που δεν ενέπιπταν εξ' αρχής στα κριτήρια του Σχεδίου, μεταξύ των οποίων και αυτή της αιτήτριας. Ισχύουν εν πολλοίς τα όσα έχουν προαναφερθεί στο πλαίσιο εξέτασης του ισχυρισμού περί πάσχουσας αιτιολογίας

 

Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας και, συνεπώς, ως αβάσιμος απορρίπτεται και ο σχετικός εγειρόμενος λόγος ακύρωσης.

 

Ισχυρίζεται περαιτέρω η αιτήτρια ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση των αρχών που διέπουν την ανάκληση διοικητικών πράξεων και των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Ακόμα δε και αν γίνει δεκτό ότι η επίδικη απόφαση συνιστά ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος ανάκλησής της και συνεπώς λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 54(1) του Νόμου.

 

Δεν συμφωνώ ούτε με αυτόν τον ισχυρισμό.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, στην αιτήτρια καταβλήθηκε μέσω τραπεζικού εμβάσματος το ποσό των €(..) στις 18.2.2021. Σαράντα περίπου μέρες μετά, με επιστολή τους προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 30.3.2021, οι καθ' ων η αίτηση ζήτησαν από αυτήν την επιστροφή του πιο πάνω ποσού. Συνεπώς, με αυτό και μόνο ως δεδομένο, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό της πλευράς της αιτήτριας περί παρέλευσης του εύλογου χρόνου για τη λήψη της επίδικης πράξης ανάκλησης, εφόσον η πιο πάνω χρονική περίοδος δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρη με κανένα κριτήριο. Συνεπώς, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 54(1) του Νόμου 158(Ι)/1999[1], με αποτέλεσμα να μην εντοπίζεται ούτε και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.

 

Επιπρόσθετα δε, ακόμα και να μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος για την ανάκληση της επίδικης απόφασης, και πάλι η ανάκληση της απόφασης των καθ' ων η αίτηση να επιδοτήσουν την αιτήτρια, εφόσον η περίπτωσή της δεν πληρούσε τους όρους και τις προϋποθέσεις του Σχεδίου, θα ήταν επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 54(2) του Νόμου 158(Ι)/1999, σύμφωνα με το οποίο, «Η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης επιτρέπεται και μετά παρέλευση εύλογου χρόνου, αν αυτή εκδόθηκε έπειτα από δόλια ή απατηλή ενέργεια του ενδιαφερομένου ή αν ο ενδιαφερόμενος ήταν ενήμερος της παρανομίας της πράξης κατά το χρόνο της έκδοσής της ή για λόγους δημόσιου συμφέροντος.» (η υπογράμμιση έχει προστεθεί). Θα συμφωνήσω εν προκειμένω με τη θέση της κας Χαραλάμπους ότι οι καθ' ων η αίτηση υπείχαν υποχρέωση αναζήτησης της χορηγίας που παρανόμως και/ή εσφαλμένα καταβλήθηκε στην αιτήτρια προς συμμόρφωση προς τις ενωσιακές τους υποχρεώσεις και/ή προς αποκατάσταση της νομιμότητας και/ή χάριν του δημόσιου συμφέροντος, το οποίο έχει κοινωνικό χαρακτήρα, εξελίσσεται με βάση τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες και βεβαίως συνδέεται με την έννομη τάξη και την αρχή της νομιμότητας (Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος I, Δωδέκατη Έκδοση). Εν προκειμένω, με την καταβολή επιδότησης σε σειρά επιχειρήσεων που δεν ήσαν δικαιούχες με βάση το Σχέδιο, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης της αιτήτριας (όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της ένστασης, το ποσό που καταβλήθηκε σε αυτές τις επιχειρήσεις ανέρχετο στα 13,3 εκατομμύρια ευρώ), επήλθε αναμφισβήτητα ζημιά στα δημοσιονομικά του κράτους και κατ' επέκταση στο δημόσιο συμφέρον, σε μία περίοδο που η πανδημία είχε επιφέρει κρίση σε όλους τους τομείς, περιλαμβανομένου βεβαίως και αυτού της οικονομίας. Δεν μπορεί εξάλλου να παραγνωρίζεται ότι, προφανώς, σκοπός της οικονομικής ενίσχυσης των δικαιούχων επιχειρήσεων στο πλαίσιο του Σχεδίου, ήταν και η ενίσχυση της Κυπριακής οικονομίας και, κατ' επέκταση, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η δε αναζήτηση των ποσών που εσφαλμένα είχαν καταβληθεί στην αιτήτρια και σε όλους τους μη δικαιούχους, άπτεται άμεσα των δημόσιων οικονομικών της χώρας και των συμφερόντων της, ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που, όπως ορθώς επισημαίνει η συνήγορος των καθ' ων η αίθτηση, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι υπόλογη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την τήρηση των ενωσιακών κανόνων ενισχύσεων. Σχετική με το υπό συζήτηση ζήτημα είναι η απόφαση στην Δημοκρατία ν. JOANNOU & PARASKEVAIDES (OVERSEAS) Ltd, Α.Ε. 197/2010, ημερ. 12.9.2016, στην οποία τονίστηκε ότι η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων και η είσπραξη των νόμιμων οφειλών προς το κράτος, εμπίπτει στις περιπτώσεις εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογεί τη μετέπειτα αναζήτηση κάθε οφειλής, η οποία παραμένει ανείσπρακτη από λάθος της Διοίκησης. Τονίστηκε επίσης, ότι δεν υπήρχε ανάγκη παροχής περαιτέρω αιτιολογίας, αφού η ανάκληση είχε ως μόνο λόγο την αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

Ενόψει των πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται ούτε παραβίαση των αρχών της ανάκλησης, αλλ' ούτε των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου πλαισίου (πρόνοιες του Σχεδίου), εντός του οποίου ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191).

 

Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται (…)».

 

Στη βάση της παραπεμπόμενης νομολογίας και θεωρητικής θεμελίωσης αλλά και του όλου σκεπτικού της ανωτέρω (τελεσίδικης) απόφασης GME GANG MIDDLE EAST (PRODUCTIONS) LIMITED, το οποίο υιοθετείται και εδώ, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται όπως απορρίπτονται και οι λόγοι ακύρωσης περί πλημμελούς αιτιολογίας/έρευνας, παράβασης αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης και του άρθρου 53 του Ν.158(Ι)/1999.

 

Σημειώνεται ότι, και εδώ, δεν αμφισβητείται ότι η Αιτήτρια είναι εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων (προτελευταία παράγραφος της σελ. 6 αγόρευσης Αιτήτριας) όμως υποβάλλει ότι δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στους δικαιούχους του Σχεδίου ως ασκούσα οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο καθότι διατηρεί το εγγεγραμμένο της γραφείο και εργοδοτεί υπαλλήλους στην Κύπρο έχοντας πελάτες τόσο εκτός όσο και εντός της Δημοκρατίας. Δε θεωρώ όμως ότι οι ισχυρισμοί αυτοί επαληθεύονται, εφόσον ουδέν στοιχείο πελατών ή δραστηριοτήτων εντός Κύπρου υποδεικνύεται, ορθά δε η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση αντιπαραβάλλει ότι σε σχετικές φορολογικές δηλώσεις της Αιτήτριας για την επίδικη περίοδο αναφέρονται ότι το σύνολο των εκροών, αφορούν δραστηριότητες εκτός Κύπρου. Ως δε προς τους υπαλλήλους, στην αίτηση για εγγραφή της Αιτήτριας στο ΦΠΑ και στο εκεί συνημμένο «Ερωτηματολόγιο για την εγγραφή εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων» ημερ. 16.11.2015, παρά το ότι στο σημείο Γ απαντάται θετικά το ερώτημα κατά πόσο «Ασκείται η διεύθυνση ή ο έλεγχος στη Δημοκρατία» εντούτοις στο σημείο Β, η Αιτήτρια απαντά αρνητικά στο ερώτημα «Διατηρείται εξοπλισμένο και στελεχωμένο[1] γραφείο στη Δημοκρατία;».

 

Σημειώνεται καταλήγοντας ότι, δε βρίσκω ότι υπάρχει αντίφαση στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση επειδή στο σημείο 11 των γεγονότων αναφέρεται ότι η Αιτήτρια ήταν επιλέξιμη της επίδικης χορηγίας ενώ στην παράγραφο 12 κρίθηκε ότι δεν ήταν. Αυτό διότι στην ένσταση, αναφέρονται τα γεγονότα κατά τη χρονική αλληλουχία τους και η εν λόγω παράγραφος 11 αναφέρει την αρχική διοικητική ενέργεια που οδήγησε στην πίστωση της χορηγίας υπέρ της Αιτήτριας, της οποίας ο επανέλεγχος οδήγησε στην ορθή αντιμετώπισή της περίπτωσης και στην αξίωση ανάκτησης της χορηγίας ως δηλαδή αναφέρθηκε στην επόμενη παράγραφο 12 της ένστασης. Συνεπώς δεν υπάρχει αντιφατικότητα στα όσα ιστορούνται στην ένσταση ούτε είναι ακατάληπτη η θέση των Καθ΄ων η αίτηση για τον λόγο που η Αιτήτρια θεωρήθηκε ως μη δικαιούχος.

 

Ουδείς λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και προσβαλλόμενη επικυρώνεται με έξοδα 1.500 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Υπογράμμιση του Δικαστηρίου


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο