ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 638/2016)
3 Φεβρουαρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΚΑ
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
……………………………
Μιχάλης Παρασκευά, για τον αιτητή.
Τατιάνα Ιακωβίδου, μαζί με Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόροι της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής κατέχει τη θέση Ανώτερου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Στις 31.12.2010, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων υπέβαλε προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής «ΕΔΥ»), πρόταση για πλήρωση μίας κενής θέσης Πρώτου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για την εν λόγω θέση.
Συστάθηκε Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία κάλεσε τους υποψηφίους σε προσωπική συνέντευξη και αφού αξιολόγησε την απόδοση και τα προσόντα τους, κατάρτισε κατάλογο υποψηφίων που, κατά την κρίση της, υπερτερούσαν και συστήνονταν για διορισμό / προαγωγή στην επίδικη θέση, υποβάλλοντας την έκθεσή της, στην ΕΔΥ. Στον κατάλογο, περιλαμβάνετο ο αιτητής και τρείς άλλοι υποψήφιοι. Η ΕΔΥ, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 9.12.2011, εξέτασε την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, την οποία υιοθέτησε και αποφάσισε όπως καλέσει τους συστηθέντες υποψηφίους σε ενώπιον της προφορική συνέντευξη.
Στο μεταξύ, επήλθε αλλαγή στη συγκρότηση της ΕΔΥ. Στις 2.7.2015, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διόρισε τον Πρόεδρο και τα Μέλη της ΕΔΥ, οι οποίοι ανέλαβαν τα καθήκοντά τους από την εν λόγω ημερομηνία.
Η καταληκτική συνεδρία της ΕΔΥ, έλαβε χώρα στις 5.2.2016, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ενώπιον της προσωπική συνέντευξη των υποψηφίων, στην παρουσία του Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, κατά την οποία παρέστησαν, ο αιτητής και ο ανθυποψήφιος του Μάρκος Μάρκου, αφού οι άλλοι υποψήφιοι δεν προσήλθαν. Ο Διευθυντής αξιολόγησε τον αιτητή «Σχεδόν Εξαίρετο» ενώ τον Μάρκου ως «Εξαίρετο», τον οποίο σύστησε για προαγωγή. Η ΕΔΥ, στη συνέχεια, προέβη σε αξιολόγηση της απόδοσης τους, αξιολογώντας τον αιτητή ως «Πολύ Καλό», τον δε Μάρκου ως «Εξαίρετο», αποφασίζοντας να προσφέρει σε αυτόν προαγωγή στην επίδικη θέση, από 15.2.2016.
Ο αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή, προσβάλλοντας τη νομιμότητα της απόφασης της ΕΔΥ να προάξει το ενδιαφερόμενο μέρος στην επίδικη θέση, από 15.2.2016, αντί και/ή στη θέση του ιδίου.
Στην γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, δεν ήγειρε κανένα λόγο ακύρωσης που να σχετίζεται με τη νομιμότητα της αξιολογικής κρίσης της ΕΔΥ, ή της υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους σύστασης του Διευθυντή, ούτε και επικαλέστηκε έκδηλη υπεροχή έναντι του τελικώς επιλεγέντος. Εγέρθηκε ένα και μοναδικό ζήτημα, αυτό της παράνομης συγκρότησης της ΕΔΥ. Πρωτόδικα, είχε κριθεί πως, υπό αυτά τα δεδομένα, η προσφυγή του ήτο αλυσιτελής και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αφού δεν είχε θεμελιώσει ίδιον προσωπικόν συμφέρον από την ακύρωση της πράξης.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 213/2019 Λουκά ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.11.2024, ανατρέποντας την πιο πάνω κρίση, κατέληξε πως ο αιτητής, έχει ωφέλεια από την ακύρωση της συγκρότησης της ΕΔΥ, η οποία συνίσταται στην προσδοκία του, ως κατάλληλος υποψήφιος για επιλογή, να συμμετάσχει, κατά την επανεξέταση, ενώπιον νόμιμα συγκροτημένης Επιτροπής, η οποία έχει αρμοδιότητα να εκδώσει, ενδεχομένως, πράξη που να ικανοποιεί τον αιτητή, διατάσσοντας την επανεκδίκαση της προσφυγής.
Παρά το γεγονός ότι το μοναδικό εγειρόμενο ζήτημα της παράνομης συγκρότησης της ΕΔΥ είχε αναπτυχθεί με γραπτές αγορεύσεις και από τους δύο διαδίκους, εντούτοις, δόθηκε η άδεια για καταχώριση και συμπληρωματικών, εκατέρωθεν, γραπτών αγορεύσεων, όπως είχε ζητηθεί.
Σύμφωνα με τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή, η συγκρότηση της ΕΔΥ υπήρξε πάσχουσα, σε σχέση με τον διορισμό των Μελών κ.κ. Παναγιώτη Αντωνίου και Αντρέα Παπαδόπουλου, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την 2.7.2015.
Κατά τον αιτητή, στις πρόνοιες του άρθρου 4(3)(β)(iv) του Ν. 1/90, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρεται πως κανένας δεν μπορεί να διοριστεί ή να παραμένει μέλος της ΕΔΥ εάν διατελεί ή έχει διατελέσει κατά τους προηγούμενους έξι μήνες του διορισμού, υπάλληλος οποιασδήποτε τοπικής αρχής ή νομικού προσώπου ή οργανισμού κοινής ωφελείας που ιδρύθηκε με νόμο για το δημόσιο συμφέρον.
Όπως υπέβαλε, το Μέλος κ. Παναγιώτης Αντωνίου είχε διατελέσει Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, από τον Μάρτιο του 2013 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2015, θέση που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας (Χορηγίαι και Γραφεία) Νόμου, Ν. 12/60. Κατά τις εισηγήσεις, ο κ. Αντωνίου διορίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 4(3)(β)(iv) του Ν. 1/90, προ της παρόδου του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών που εκεί προνοείται. Παράλληλα, ως προς το πρόσωπο του κ. Αντωνίου, εγείρεται και πρόσθετο ζήτημα, αυτό της συμμετοχής του σε πολιτικό κόμμα και συγκεκριμένα, της συμμετοχής του σε υψηλό επίπεδο στον κομματικό μηχανισμό του ΔΗ.ΣΥ., στο οποίο διετέλεσε Γενικός Διευθυντής από τον Αύγουστο του 2007 έως τον Φεβρουάριο του 2013. Υπέβαλε πως ο διορισμός του, αντιβαίνει στην αρχή της διάκρισης εξουσιών και στην απαγόρευση της ανάμιξης της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους.
Ομοίως, ισχυρισμός περί παράβασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, εγείρεται και σε σχέση με το Μέλος κ. Αντρέα Παπαδόπουλο, λόγω του ότι κατείχε τη θέση Προέδρου της Επαρχιακής Επιτροπής του ΔΗ.ΚΟ. από την 1.7.2009.
Οι ευπαίδευτες συνήγοροι της Δημοκρατίας υποστήριξαν πως το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την νομιμότητα της συγκρότησης της ΕΔΥ, καθότι ο διορισμός του Προέδρου και των Μελών της, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, συνιστά κυβερνητική πράξη και ως εκ της φύσεως της, αυτή είναι ανέλεγκτη.
Τούτο, με αναφορά στις διατάξεις του Άρθρου 124 του Συντάγματος και στην σημερινή ΕΔΥ, όπως ο Ν. 1/90 θεσπίστηκε στη βάση του δικαίου της ανάγκης και του άρθρου 4 αυτού. Υπέδειξαν πως, ο Πρόεδρος και τα Μέλη της ΕΔΥ, διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κάνοντας αναφορά στις Republic v. Louca and Others (1984) 3A CLR 241 και Δημοκρατία ν. Γιάλλουρου κ.ά. (1995) 3 Α.Α.Δ. 363, όπου κρίθηκε πως, νομοθετικές πρόνοιες για τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία της Ε.Δ.Υ. πρέπει να συνάδουν, σε όποιο βαθμό είναι δυνατό, με τις συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τη λειτουργία του ανεξάρτητου αυτού σώματος.
Κατά τις εισηγήσεις τους, ο διορισμός του Προέδρου και των Μελών της ΕΔΥ, συνιστά αρμοδιότητα που παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από το ίδιο το Σύνταγμα και συνιστά πολιτική ή κυβερνητική λειτουργία, έχοντας έντονο τον πολιτικό χαρακτήρα και συνιστούν διαχείριση πολιτικής εξουσίας, καταλήγοντας πως, ως κυβερνητικές πράξεις, αυτές είναι ανέλεγκτες.
Η δεύτερη πτυχή της εισήγησης της Δημοκρατίας, άνευ βλάβης της πιο πάνω αναφερόμενης θέσης, με αναφορά στην Λάρκου ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 745, άπτεται της εισήγησης πως ανεπίτρεπτα ζητείται από το Δικαστήριο η άσκηση παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου σε σχέση με τις πράξεις διορισμού των Μελών της ΕΔΥ.
Εν πάση περιπτώσει και άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφερόμενων θέσεων περί μη δυνατότητας άσκησης δικαστικού ελέγχου σε σχέση με τις πράξεις διορισμού των Μελών της ΕΔΥ, οι ευπαίδευτες συνήγοροι της Δημοκρατίας, απορρίπτουν και επί της ουσίας τις προβαλλόμενες αιτιάσεις. Αναφέρουν πως το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν συνιστά νομικό πρόσωπο ή οργανισμό κοινής ωφελείας που ιδρύθηκε με νόμο για το δημόσιο συμφέρον και συνεπώς, δεν εμπίπτει εντός του άρθρου 4(3)(β)(iv) του Ν. 1/90, αλλά αντιθέτως, αυτό αποτελεί κυβερνητικό θεσμό συνταγματικά κατοχυρωμένο (Άρθρα 52 και 57 του Συντάγματος) που συστάθηκε δυνάμει του Ν. 12/60.
Ως προς τον ισχυρισμό του αιτητή περί συμμετοχής των δύο προαναφερόμενων Μελών σε πολιτικά κόμματα, παραπέμποντας στις Ε.Δ.Δ. 2/16 κ.ά. ΕΠΑ ν. ΑΤΗΚ (2017) 3Α Α.Α.Δ 174, υπέβαλαν πως η κομματική ιδιότητα ενός προσώπου, δεν το ενδύει με πολιτικό αξίωμα, κατατάσσοντάς το στην πολιτική εξουσία. Πέραν τούτου, υπέδειξαν πως, ούτε από τις διατάξεις του Άρθρου 124.6 του Συντάγματος, αλλά ούτε και από το άρθρο 4(3) του Ν. 1/90, προνοείται τέτοιο κώλυμα διορισμού και ούτε θα μπορούσε να προστεθεί τέτοιο.
Στην συμπληρωματική γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, επανέλαβε εκ νέου τις αρχικές του θέσεις, τονίζοντας την σύγχρονη τάση της νομολογίας να περιορίζει τον χαρακτηρισμό πράξεων ως κυβερνητικών, κάνοντας αναφορά και σε αποφάσεις άλλων χωρών, ενώ υποστήριξε τη δυνατότητα άσκησης από το Δικαστήριο παρεμπίπτοντος ελέγχου.
Ως έχει λεχθεί, μοναδικό επίδικο ζήτημα, αποτελεί ο ισχυρισμός περί παράνομης και/ή αντισυνταγματικής συγκρότησης της ΕΔΥ, σε σχέση με τον διορισμό των δύο Μελών της, κ.κ. Παναγιώτη Αντωνίου και Ανδρέα Παπαδόπουλου. Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός, άπτεται συνταγματικής υφής, που μπορεί να καταστεί επίδικος και να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο, μόνον εφόσον προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα (Τhe Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou (1967) 1 C.L.R. 167, ΕΠΑ ν. ΑΤΗΚ (ανωτέρω)), κάτι που διαπιστώνω να εγείρεται με την απαιτούμενη λεπτομέρεια, στο νομικό σημείο της παραγράφου 2 της αίτησης ακυρώσεως, αλλά και στις παραγράφους 9, 10 και 12 των γεγονότων αυτής.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 124.1 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος και τα Μέλη της ΕΔΥ διορίζονται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην Δημοκρατία ν. Γιάλλουρου κ.ά. (ανωτέρω), με αναφορά και στην Republic v. Louca and Others (ανωτέρω), στις οποίες με παρέπεμψε η Δημοκρατία, υπεδείχθη πως με τον υφιστάμενο περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, Ν. 1/90 και ιδίως των διατάξεων του άρθρου 4(3) του Νόμου, ενσωματώθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, σε σχέση με τους όρους υπηρεσίας των μελών της ΕΔΥ[1].
Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χατζηανδρέου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 352, εξετάζοντας ισχυρισμό που προωθήθηκε εκ μέρους της Δημοκρατίας για το κατά πόσον η απόφαση τερματισμού του διορισμού προξένου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφορούσε πράξη κυβερνήσεως και ως εκ τούτου, συνιστούσε άσκηση πολιτειακής εξουσίας και όχι διοικητικής λειτουργίας και επομένως, πράξη ανέλεγκτη δικαστικώς, κατέληξε ως εξής:-
«Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υπάρχει σταθερό και γενικά αποδεκτό κριτήριο στη βάση του οποίου να μπορεί να διαπιστωθεί ο κυβερνητικός χαρακτήρας συγκεκριμένης πράξης. Όπως και το Γαλλικό και Ελληνικό Συμβούλιο Επικρατείας, έτσι και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις όπου εξετάστηκε το ζήτημα, ακολουθεί την πρακτική μέθοδο της απαρίθμησης σύμφωνα με την οποία κυβερνητικές πράξεις είναι μόνο εκείνες οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο, όπως διαμορφώνεται σταδιακά με τη νομολογία.
Όπως διαφαίνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως κυβερνητικές πράξεις θεωρούνται η απόφαση για απονομή ή άρνηση χάριτος (Demetriou v. The Republic 3 RSCC 121), ο κατά το Σύνταγμα διορισμός του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Louca v. The President of the Republic (1983) 3 C.L.R. 783)*, ο διορισμός του Αρχηγού ή Υπαρχηγού της Αστυνομίας (Stokkos v. The Republic (1983) 3(B) C.L.R. 1411), και η άρνηση και/ή παράλειψη εξέτασης και ικανοποίησης αιτήματος για απομάκρυνση πρεσβείας από ορισμένο δρόμο (Ελένη Παντελάκη Λοΐζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2643). Δεν υπόκειται, επίσης, σε δικαστικό έλεγχο ο διορισμός Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Level Tachexcavans Ltd (Αρ.1) (1995) 1 Α.Α.Δ. 1075). Αντίθετα, όπως κρίθηκε στην Karaliota v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2053, η άρνηση χορήγησης άδειας εισόδου αλλοδαπού στη Δημοκρατία δεν συνιστά κυβερνητική πράξη. Στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε και τονίστηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας του διοικητικού δικαίου για περιορισμό των κυβερνητικών πράξεων».
Σχετικά πρόσφατα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 66/2018 Φυρίλλας ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 5.11.2024, επανέλαβε τις αρχές και τα κριτήρια που εφαρμόζονται, προκειμένου μία πράξη να ταξινομηθεί ως πράξη κυβερνήσεως ή διοικητική, κάνοντας μνεία και στην σύγχρονη τάση της νομολογίας, για τον περιορισμό των πράξεων που χαρακτηρίζονται ως κυβερνητικές, όπως υπήρξε και η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή.
Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε:-
«Για τούτο και έχουν νομολογιακά προταθεί και χαρακτηριστεί ως τέτοιες, σε μια προσπάθεια μείωσης των πράξεων οι οποίες εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου, οι ακόλουθες, χωρίς ο κατάλογος να είναι εξαντλητικός.
«Όπως διαφαίνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως κυβερνητικές πράξεις θεωρούνται η απόφαση για απονομή ή άρνηση χάριτος (Demetriou v. The Republic 3 RSCC 121), ο κατά το Σύνταγμα διορισμός του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Louca v. The President of the Republic (1983) CLR 783, ο διορισμός του Αρχηγού ή Υπαρχηγού της Αστυνομίας ((Stokkos v. The Republic (1983) 3 (B) CLR 1411), και η άρνηση και/ή παράλειψη εξέτασης και ικανοποίησης αιτήματος για απομάκρυνση πρεσβείας από ορισμένο δρόμο (Ελένη Παντελάκη Λοϊζου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 522/90, 28.7.1991). Δεν υπόκειται επίσης, σε δικαστικό έλεγχο ο διορισμός Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Level Tachexcavans Ltd (Αρ. 1) (1995) 1 ΑΑΔ 1075). Αντίθετα, όπως κρίθηκε στην Karaliota v. Republic (1985) 3 CLR 2053, η άρνηση χορήγησης άδειας εισόδου αλλοδαπού στη Δημοκρατία δεν συνιστά κυβερνητική πράξη.»
Είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τον χαρακτηρισμό μίας πράξης ως κυβερνήσεως ή διοικητικής, στην απόφαση μας Μ.Παπαγεωργίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας ΕΔΔ 118/2016, ημερ. 26.10.2023, απόσπασμα της οποίας, ως σχετικό παραθέτουμε:
«…. Οι «πράξεις κυβερνήσεως» δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένες. Ο χαρακτηρισμός μια πράξεως ως «πράξεως κυβερνήσεως» ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, ο οποίος όμως δεν είναι πάντοτε εύκολο εγχείρημα, αφού δεν υπάρχει σταθερό και, γενικά, αποδεκτό κριτήριο, στη βάση του οποίου μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο μία πράξη είναι «πράξη κυβερνήσεως». Για το χαρακτηρισμό αυτό, λαμβάνονται υπόψη συνταγματικές και άλλες αρχές όπως αρχές της νομιμότητας της διάκρισης των εξουσιών, του κράτους δικαίου και της κατοχύρωσης του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη.
Στο σύγγραμμα «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» Μ. Σπηλιωτοπούλου, 6η έκδοση σελ. 97 αναφέρονται τα εξής βοηθητικά, για τον καθορισμό μιας πράξης κυβερνήσεως:
«Οι πράξεις αυτές, ονομαζόμενες «κυβερνητικές πράξεις ή πράξεις κυβερνήσεως», εκδίδονται βάσει αρμοδιότητας που παρέχεται από το Σύνταγμα ή από νομοθετικές πράξεις που ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τη λεγόμενη «πολιτική εξουσία η κυβερνητική λειτουργία.»
Αφορούν δε, σύμφωνα με το Π. Δ. Δαγτόγλου, «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 6η έκδ. σελ. 21, πράξεις της διοικήσεως που τα δικαστήρια θεωρούν ως πολιτικές κυρίως αποφάσεις και αρνούνται να ελέγξουν. Πρόκειται δηλαδή, για έναν όρο προσανατολισμένο στον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Συναφής ορισμός παρέχεται και στο σύγγραμμα «Το Ένδικον Μέσον της Αιτήσεως Ακυρώσεως» Δρος Τ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, σελ. 22, όπου διαβάζουμε:
«Συνεπώς, η αληθής έννοια των «κυβερνητικών πράξεων» είναι ότι δεν πρόκειται περί πράξεων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας και δη πράξεων ανεξαρτήτως των κειμένων νόμων επιχειρουμένων, αλλά περί πράξεων επιχειρουμένων βάσει είτε συνταγματικής είτε νομοθετικής διατάξεως. Δεν υπόκεινται δε εις δικαστικόν έλεγχον διότι δεν προέρχονται από, πράγματι, διοικητικόν όργανον, αλλά από όργανον ενδεδυμένον είτε την συντακτικήν, είτε την νομοθετικήν είτε τέλος την δικαστικήν εξουσίαν.»
Συναφής και ιδιαίτερα σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ελευθέριος Χατζηανδρέου v. Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 352, η οποία αφορούσε τον τερματισμό διορισμού Επίτιμου Προξένου της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εξωτερικό, ο οποίος δεν ανήκε στη διπλωματική υπηρεσία και κρίθηκε ότι, τόσο ο διορισμός, όσο και ο τερματισμός του, συνιστούν πράξεις κυβερνήσεως, σχετιζόμενες με την άσκηση Πολιτικής Εξουσίας».
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω και της ισχύουσας μέχρι και σήμερα ταξινόμησης, από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου - (ταξινόμηση δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, που δεν μεταβλήθηκε με νεότερη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου) - της πράξης διορισμού των μελών της ΕΔΥ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως πράξης κυβερνήσεως, καταλήγω πως ο ισχυρισμός του αιτητή σε σχέση με την παράνομη και/ή αντισυνταγματική συγκρότηση της ΕΔΥ, δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο, αφού αυτής της φύσεως πράξη, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, καθότι συνιστά, στην ουσία, άσκηση πολιτειακής εξουσίας και συνιστά πράξη κυβερνήσεως.
Στη βάση των πιο πάνω, απορρίπτεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί παράνομης συγκρότησης της ΕΔΥ, λόγω του ότι η πράξη διορισμού των μελών αυτής, Προέδρου και Μελών της, αποτελεί κυβερνητική πράξη, ήτοι πράξη ασκούμενη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατ’ ενάσκηση πολιτικής εξουσίας παρεχόμενης εκ του Συντάγματος.
Εν πάση περιπτώσει, παρά την πιο πάνω κρίση, διαπιστώνω ότι ανεπίτρεπτα ζητείται από το Δικαστήριο η άσκηση παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου σε σχέση με τις πράξεις διορισμού των Μελών της ΕΔΥ, κατά τα όσα αναφέρονται και στην Λάρκου (ανωτέρω).
Παρά την πιο πάνω κατάληξη, δεν συμφωνώ ούτε και επί της ουσίας με τις εισηγήσεις του αιτητή.
Κατ΄αρχήν, τα ασυμβίβαστα προσώπων να διοριστούν ως μέλη της ΕΔΥ, αναφέρονται περιοριστικά στις διατάξεις του Άρθρου 124.6 του Συντάγματος, ως εξής:-
«[…]6. (1) Oυδείς δύναται να διορισθή ως μέλος της επιτροπής, εάν δεν είναι υπήκοος της Δημοκρατίας, δεν είναι αμέμπτου χαρακτήρος και δεν έχη τα προσόντα εκλογής αυτού ως βουλευτού.
(2) Oυδείς δύναται να διορισθή ή να παραμείνη ως μέλος της επιτροπής εφ’ όσον διατελεί ή διετέλεσε κατά τους δώδεκα προηγουμένους του διορισμού αυτού μήνας προκειμένου του προέδρου αυτής, ή κατά τους εξ προηγούμενους του διορισμού αυτού μήνας προκειμένου περί οιουδήποτε ετέρου μέλους:
(α) υπουργός
(β) βουλευτής ή μέλος εκατέρας Kοινοτικής Συνελεύσεως,
(γ) δημόσιος υπάλληλος ή πρόσωπον ανήκον εις τας ενόπλους δυνάμεις,
(δ) υπάλληλος οιασδήποτε τοπικής αρχής ή νομικού προσώπου ή οργανισμού κοινής ωφελείας ιδρυθέντος δια νόμου προς το δημόσιον συμφέρον, και
(ε) μέλος συντεχνίας ή σωματείου ή οργανώσεως ανηκούσης εις αυτήν».
Τα ίδια ασυμβίβαστα προνοούνται και στις διατάξεις του άρθρου 4(3) του Ν. 1/90.
Όπως λέχθηκε, ο διορισμός των Μελών κ.κ. Αντωνίου και Παπαδόπουλου, έλαβε χώρα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 2.7.2015. Ο κ. Αντωνίου, είχε διοριστεί Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας τον Μάρτιο του 2013. Το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, βρίσκει συνταγματική κατοχύρωση, αναφορά στο οποίο γίνεται στις διατάξεις των Άρθρων 52 και 57 του Συντάγματος. Θεσπίστηκε δια του περί Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας (Χορηγίαι και Γραφεία) Νόμου, Ν. 12/1960, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, όπου στις διατάξεις του άρθρου 5 και του εκεί Πίνακα, γίνεται ρητή αναφορά στις θέσεις που συστήνονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων και η θέση του Διευθυντή του Γραφείου.
Με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη οι εισηγήσεις της Δημοκρατίας, πως το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν συνιστά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για να μπορέσει να υπαχθεί στα ασυμβίβαστα του Άρθρου 124.6 του Συντάγματος, ομοίως και του άρθρου 4(3) του Ν. 1/90. Αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ως Οργανισμός Κοινής Ωφελείας.
Όπως πολύ ορθά αναφέρεται από τις ευπαιδεύτους συνηγόρους της Δημοκρατίας, με αναφορά στο σύγγραμμα του Ν. Χρ. Χαραλάμπους, «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου», 2006, σελ. 52, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είναι οργανισμοί οι οποίοι είναι προικισμένοι με αποφασιστική αρμοδιότητα σε ένα ή περισσότερους τομείς του δημοσίου δικαίου προς εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, έχουν συσταθεί δυνάμει Νόμου και τελούν υπό τον έλεγχο του κράτους.
Στο σύγγραμμα του Α.Ι.Τάχου «Ελληνικό διοικητικό δίκαιο», πέμπτη έκδοση (1996), σελ. 242, § 272, αναφέρεται επίσης πως τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως οργανικές μονάδες του συστήματος διοικητικής οργάνωσης αποτελούν πρόσωπα διαφορετικά και διακρινόμενα από το Κράτος, δηλαδή, αυτοδιοικούνται. Συνεπώς, απολαμβάνουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και αναδεικνύονται, άλλοτε με εκλογή από τον κύκλο των πολιτών, άλλων με διορισμό από το Κράτος, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση.
Παράλληλα, στις διατάξεις του περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικών Συμβουλίων) Νόμου, Ν. 149/1988, ως αυτός έτυχε τροποποίησης, περιλαμβάνεται κατάλογος με τα εκεί καθορισμένα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως αυτά αναφέρονται στο Παράρτημα του Νόμου και δεν περιλαμβάνεται το Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ομοίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε και Οργανισμός Κοινής Ωφελείας, αφού τέτοιοι, είναι οργανισμοί οι οποίοι παρέχουν στο κράτος υπηρεσίες κοινής ωφελείας για το κοινό, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο Άρθρο 122 του Συντάγματος (Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Οργανισμός Ηλεκτρισμού Κύπρου).
Κρίνεται, βάσει των ανωτέρω, πως υπηρεσία στη θέση Διευθυντή στο Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν εμπίπτει στα ασυμβίβαστα για τον διορισμό ενός προσώπου ως μέλος της ΕΔΥ.
Ούτε, όμως, βρίσκω να ευσταθεί η θέση του αιτητή πως η ιδιότητα του κ. Αντωνίου, ως Γενικός Διευθυντής του ΔΗ.ΣΥ. από τον Αύγουστο του 2007 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2013 και του κ. Παπαδόπουλου, ως Πρόεδρος της Επαρχιακής Επιτροπής του ΔΗ.ΚΟ., τους ένδυε με πολιτικό αξίωμα. Το ζήτημα αυτό κρίθηκε τελεσίδικα στα πλαίσια της ΕΠΑ ν. ΑΤΗΚ (ανωτέρω), όπου λέχθηκε πως η όποια κομματική ιδιότητα προσώπου, δεν ταυτίζεται με πολιτικό αξίωμα που συνεπάγεται πρωτογενώς άσκηση κρατικής λειτουργίας, γεγονός που δεν συνιστά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, οι θέσεις του αιτητή περί παράνομης και/ή αντισυνταγματικής συγκρότησης της ΕΔΥ, απορρίπτονται στην ολότητά τους, ως αβάσιμοι.
Δεδομένου του γεγονότος πως ο αιτητής δεν προέβαλε οποιονδήποτε άλλο ισχυρισμό σε σχέση με τις αξιολογικές κρίσεις, είτε της Συμβουλευτικής Επιτροπής, είτε του Διευθυντή, είτε και της ΕΔΥ, ούτε και ισχυρίστηκε έκδηλη υπεροχή έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.400 έξοδα εναντίον του αιτητή.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
[1] Αυτό αφορούσε κυρίως τον τρόπο που τα μέλη της ΕΔΥ μπορούσαν να απολυθούν, λόγω των επιφυλάξεων που είχαν τότε εκφραστεί στην Louca v. The President of the Republic (1983) 3 C.L.R. 783, όπου δυνάμει του εκεί ισχύοντος τότε Ν. 33/67, υπήρχε πρόνοια περί δικαιώματος του Προέδρου της Δημοκρατίας να τερματίσει τις υπηρεσίες των μελών της ΕΔΥ, παρά τις συνταγματικές διατάξεις που προνοούσαν την απόλυσή τους, κατά τον ίδιο τρόπο που απολύονται οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σημειώνεται πως κατά της εν λόγω απόφασης, ασκήθηκε έφεση, η οποία στην συνέχεια απεσύρθη, κατόπιν των λεχθέντων στην απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην The President of the Republic v. Louca and others (1984) 3A C.L.R. 241).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο