ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΙΤΣΕΡΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση Αρ. 809/2022, 5/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΙΤΣΕΡΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση Αρ. 809/2022, 5/2/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 809/2022

5 Φεβρουαρίου, 2026

 

 [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

1.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΙΤΣΕΡΟΥ

2.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ

3.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

4.  


ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗΣ

5.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΕΔΙΟΥ

6.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ

7.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ

8.   ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ

                                                                                                         Αιτητές,

-ΚΑΙ-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/Ή

2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή

3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ/Ή

4. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή 5. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ/Ή  6.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Ή 7. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ν. Ιακώβου (κα) μαζί με Π. Ευαγόρου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε, για τους Αιτητές

Θ. Πιπερή (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση

Μ. Κλεάνθους (κα), για Χαβιαράς και Φιλίππου ΔΕ.Π.Ε., για το Ενδιαφερόμενο Μέρος - Prometheas Asphalt Ltd

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ: Η παρούσα προσφυγή έχει ως αιτητικά τα ακόλουθα: 

«(Α) Δήλωση και/ ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 24.3.2022, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές περί τις 9.4.2022, να εγκρίνει την αίτηση για πολεοδομική άδεια με αρ. ΛΕΥ/ 00108/202.1, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α, και οποιαδήποτε συναφής με αυτή πράξη (εφεξής «προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση»), είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιοσδήποτε έννομου αποτελέσματος.

(Β) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη της Καθ’ ης η Αίτηση να προβεί στις οφειλόμενες νόμιμες ενέργειες για ανάκληση της απόφασης και/ή τερματισμό της διαδικασίας μετακίνησης της επίδικης μονάδας ασφαλτικού στο Μιτσερό, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.»

Το Δικαστήριο υπό την προηγούμενη του σύνθεση, στις 25/09/2023 απέρριψε την προσφυγή, σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία της παραγράφου «Β», αφού εξετάζοντας την πρώτη προδικαστική ένσταση που υποβλήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, έκρινε πως η προσβολή παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας των καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την πολεοδομική άδεια, είναι απαράδεκτη. Το ζήτημα δεν απασχόλησε το Εφετείο στην απόφαση του ημερομηνίας 23.01.2025 στα πλαίσια εξέτασης των Συνεκδικαζόμενων Εφέσεων αρ. 27/2023 και 29/2023, στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία της παραγράφου «Β» στην προσφυγή, έχει αποσυρθεί μέσω σχετικής δήλωσης της δικηγόρου των αιτητών στις Διευκρινήσεις ημερ. 2.7.2025 με αποτέλεσμα να παραμένει προς εκδίκαση η θεραπεία της παραγράφου «Α».

 

Σημειώνεται ότι, το Δικαστήριο υπό την προηγούμενη του σύνθεση, κρίνοντας πως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, στοιχειοθετήθηκε πιθανότητα ανεπανόρθωτης ζημίας για τους κατοίκους των επηρεαζόμενων κοινοτήτων από την άμεση εκτέλεση της πολεοδομικής άδειας, επέβαλε στις 10.08.2022 αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους, οι οποίοι κατατέθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων στα πλαίσια της πρώτης εκδίκασης της υπόθεσης και έχουν ως ακολούθως.

 

Στα πλαίσια της δέσμευσης της κυβέρνησης για την επίλυση των προβλημάτων όχλησης από τη λειτουργία των Μονάδων Παραγωγής Ασφάλτου κοντά σε κατοικημένες περιοχές, μεταξύ αυτών και του Εργοστασίου της Εταιρείας Prometheas Asphalt Ltd (Ε/Μ),  το οποίο λειτουργούσε στα διοικητικά όρια του Δήμου Τσερίου, το Υπουργικό Συμβούλιο, όρισε αρμόδια Υπουργική Επιτροπή, για εξεύρεση των βέλτιστων δυνατών λύσεων, για μετεγκατάσταση των Μονάδων που λειτουργούσαν κοντά σε οικιστικές περιοχές σε κρατικά ή/και τουρκοκυπριακά τεμάχια, υπό την αίρεση ότι αυτά θα κρίνονταν από περιβαλλοντικής απόψεως κατάλληλα, στο πλαίσιο εκπόνησης σχετικών περιβαλλοντικών μελετών, κατά τις απαιτήσεις της σχετικής Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας.

 

Η υλοποίηση της απόφασης σε σχέση με την μετακίνηση των Μονάδων Παραγωγής Ασφαλτικού Σκυροδέματος, αποτελούσε απόρροια αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου. Αρχικά της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, με αρ. 88.280, ημερομηνίας 2.10.2019, σύμφωνα με την οποία, συγκλήθηκε αρμόδια Υπουργική Επιτροπή, από τον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, τον Υπουργό Εσωτερικών, τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και μεταγενέστερα της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, με αρ. 89.874, ημερομηνίας 29.7.2020, σύμφωνα με την οποία δόθηκαν οδηγίες προς τα αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα, για την διενέργεια των απαιτούμενων δράσεων.

 

Όπως περιγράφουν οι Καθ΄ ων η αίτηση στην Ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την Πολεοδομική Νομοθεσία και το σε ισχύ Σχέδιο Ανάπτυξης, ήτοι την Δήλωση Πολιτικής για την Ύπαιθρο, οι Μονάδες Παραγωγής Ασφαλτικού Σκυροδέματος, επιτρεπόταν να χωροθετούνται είτε σε Βιομηχανικές Ζώνες Κατηγορίας Α΄, είτε στις Λατομικές Ζώνες, είτε στις Γεωργικές Ζώνες που βρίσκονται πλησίον Λατομικών Ζωνών με συναφείς δραστηριότητες, εντοπίστηκαν από τους αρμόδιους λειτουργούς και χαρτογραφήθηκαν σε πρώτο στάδιο, όλες οι καθορισμένες Βιομηχανικές Ζώνες Αυξημένου Βαθμού Οχληρίας, στις Επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού και Λάρνακας.

 

Η έρευνα, η οποία διενεργήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, μέσω του αρμόδιου Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, κατέδειξε ως κατάλληλους χώρους μετεγκατάστασης των Μονάδων, τις καθορισμένες οχληρές Βιομηχανικές Ζώνες των Κοινοτήτων Κόσιης και Καλαβασού και προτάθηκε από την αρμόδια Υπουργική Επιτροπή η χωροθέτηση τμημάτων των Ασφαλτικών Μονάδων και των τριών επηρεαζόμενων Εταιρειών σε αυτές τις περιοχές. 

 

Ειδικά όμως για την μία εκ των δύο Μονάδων του Ε/Μ, μετά τον καθορισμό πρόσθετων κριτηρίων χωροθέτησης, που περιλάμβαναν θέματα απρόσκοπτης προσβασιμότητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού και άμεση εγγύτητα με την ακριβή τοποθεσία εξαγωγής πρώτης ύλης (άμμου) από Λατομείο στο Μιτσερό, επιλέγηκαν τρεις υποψήφιες θέσεις εντός κρατικού τεμαχίου (αρ. 565, Φ/Σχ. 29/45), όπου δραστηριοποιείτo λατομικά και εξήγαγε την πρώτη ύλη της η Εταιρεία του Ε/Μ, οι δύο εντός και η μία πλησίον της Λατομικής Ζώνης, όλες στην Κοινότητα Μιτσερού. Επισημάνθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση, ότι η καταλληλόλητα χωροθέτησης της ασφαλτικής Μονάδας, εντός και/ή πλησίον της Λατομικής Ζώνης, είχε υποδειχθεί λόγω ακριβώς των πολεοδομικών, χωροταξικών και ειδικών δεδομένων του υπό αναφορά τμήματος του κρατικού τεμαχίου, από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Μεταλλείων. Τούτο δε, όπως προκύπτει από τους διοικητικούς φακέλους, με δεδομένο ότι το Ε/Μ εξέφρασε την άποψη ότι η Μονάδα θα έπρεπε αντί στις προτεινόμενες περιοχές Κόσιη και Καλαβασού να χωροθετείτο στη Δυτική Λευκωσία. 

 

Από τις τρεις προταθείσες θέσεις, εντός του ίδιου κρατικού τεμαχίου στην Κοινότητα Μιτσερού, θεωρήθηκε ως καταλληλότερη η περιοχή εντός της Γεωργικής Ζώνης. Όπως εξηγούν οι καθ’ ων η αίτηση, τα κριτήρια που συνηγόρησαν θετικά στην επιλογή της συγκεκριμένης θέσης από τις τρεις στο κρατικό τεμάχιο, ως της καταλληλότερης, αποτέλεσε το γεγονός ότι χωροθετείτο σε μεγαλύτερη απόσταση από τα καθορισμένα Όρια Ανάπτυξης των πέριξ Κοινοτήτων και διέθετε χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα οποία, λόγω της γεωγραφικής θέσης/προσανατολισμού και του μορφολογικού ανάγλυφου της ευρύτερης λατομικής περιοχής, όπως ευνοϊκή κατεύθυνση ανέμων, έντονη τοπογραφία, με υψόμετρο χωροθέτησης υψηλότερο από την περιβάλλουσα περιοχή, που θα απέτρεπε τη διάχυση οσμών κ.λ.π., κατά την κρίση των καθ’ ων η αίτηση, δεν προδιαγραφόταν όχληση των κατοικημένων περιοχών.

 

Στις 18.1.2021, το Ε/Μ, αφού εκμίσθωσε την συγκεκριμένη έκταση του κρατικού τεμαχίου, υπέβαλε στην Πολεοδομική Αρχή αίτηση με αρ. ΛΕΥ/108/2021, για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την Ανέγερση Εργοστασίου Παραγωγής Ασφάλτου. Η αίτηση συνοδεύτηκε και με την Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, (ΜΕΕΠ), δυνάμει των απαιτήσεων του περί της

Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου του 2018 (Ν.127(Ι)/2018). Με βάση τα υποβληθέντα σχέδια, η ανάπτυξη προτείνετο σε τμήμα του κρατικού τεμαχίου με αρ. 565, Φ/Σχ. 29/45, εντός των διοικητικών ορίων της Κοινότητας Μιτσερού, το οποίο ενέπιπτε σε Γεωργική Ζώνη Γ3, σε άμεση γειτνίαση, βορείως της καθορισμένης Λατομικής Ζώνης ΛΖ, της Δήλωσης Πολιτικής.

 

Στο πλαίσιο προώθησης της αίτησης, στις 20.01.2021, αποστάληκαν διαβουλεύσεις προς όλα τα καθ’ ύλην αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα/Υπηρεσίες, αναφορικά με θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων τους, όπως Διευθυντή Τμήματος Περιβάλλοντος, Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων, Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Επαρχιακό Μηχανικό Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, Διευθυντή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και στον Έπαρχο Λευκωσίας, από τους οποίους εξασφαλίσθηκαν θετικές απόψεις. 

 

Περαιτέρω οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν, ότι η Πολεοδομική Αρχή ζήτησε τις απόψεις της οικείας Τοπικής Αρχής, όπως επίσης και των τεσσάρων όμορων τοπικών αρχών, δηλαδή των Κοινοτικών Συμβουλίων Μιτσερού, Μενοίκου, Κάτω Μονής, Αγίου Ιωάννη και Αγροκηπιάς, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα διοικητικά όρια των προαναφερθεισών Κοινοτήτων εμπίπτουν σε απόσταση μικρότερη των 2 χιλιομέτρων από την ανάπτυξη. Για το συγκεκριμένο έργο υποβλήθηκαν πάνω από 100 ενστάσεις από τους κατοίκους των επηρεαζόμενων Κοινοτήτων. Το Τμήμα Περιβάλλοντος απέστειλε επιστολή στους ενιστάμενους, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με ημερομηνία 22.03.2021, σχολιάζοντας/απαντώντας τα κύρια θέματα, στα οποία αναφέρονταν οι ενστάσεις, η οποία αναρτήθηκε και στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος.

 

Το Τμήμα Περιβάλλοντος, υπέγραψε στις 23.11.2020, σύμβαση με Ομάδα Ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κύπρου, προκειμένου να ενισχύσει το έργο της αξιολόγησης των περιβαλλοντικών μελετών για τα εν λόγω έργα. Οι όροι εντολής της σύμβασης περιλάμβαναν την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στην Περιβαλλοντική Αρχή σε παραμέτρους της αξιολόγησης των περιβαλλοντικών μελετών, που αφορούσαν την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ασφάλτου, σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

Επιπλέον, το Τμήμα Περιβάλλοντος ζήτησε στις 3.02.2021, την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων, με βάση την αξιολόγηση του έργου, τα σχόλια/ερωτήματα που τέθηκαν και από άλλα αρμόδια τμήματα και την Ομάδα Ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τα συμπληρωματικά στοιχεία υποβλήθηκαν στο σύνολό τους στις 17.02.2021.

 

Η Επιτροπή Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον εξέτασε το έργο σε συνεδρία της ημερομηνίας 2.03.2021, βάσει του άρθρου 11 του προαναφερθέντος Νόμου 127(1)/2018, αφού προηγουμένως η Περιβαλλοντική Αρχή ικανοποιήθηκε σε σχέση με την επάρκεια του περιεχομένου της ΜΕΕΠ. Κατά την πιο πάνω συνεδρία, ζητήθηκαν επιπρόσθετα συμπληρωματικά στοιχεία, που αφορούσαν κυρίως την μοντελοποίηση των αέριων ρύπων, τα οποία υποβλήθηκαν στις 21.4.2021. Τα συμπληρωματικά στοιχεία που αφορούσαν το έργο εξετάστηκαν σε νέα συνεδρίαση της Επιτροπής στις 23.4.2021, κατά την οποία τα μέλη της Επιτροπής τοποθετήθηκαν ομόφωνα θετικά για την κατασκευή του έργου.

 

Στις 18.6.2021, η Ομάδα Ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κύπρου απέστειλε στο Τμήμα Περιβάλλοντος Έκθεση Αξιολόγησης για την προτεινόμενη μονάδα. Στην Έκθεση γινόταν λόγος, μεταξύ άλλων, σε ελλιπή και αμφιβόλου αξιοπιστίας δεδομένα στη ΜΕΕΠ, τα οποία δεν οδηγούσαν σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής των επηρεαζόμενων αποδεκτών.

 

Για σκοπούς αντιμετώπισης προβληματισμών της Ομάδας των Ακαδημαϊκών, το Τμήμα Περιβάλλοντος προχώρησε σε αξιολόγηση του θέματος της οχληρίας από την έκλυση οσμών από τη λειτουργία της μονάδας παραγωγής ασφαλτικούσκυροδέματος και πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις 9.9.2021 με λειτουργούς του Τμήματος Περιβάλλοντος, του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, της Ομάδας των Ακαδημαϊκών, καθώς επίσης και των μελετητών του έργου. Μετά από διεξοδική συζήτηση του θέματος, αποφασίστηκε η ετοιμασία μοντέλου οσμών αναφορικά με τη λειτουργία του έργου στην προτεινόμενη περιοχή μετεγκατάστασης στο Μιτσερό. Η εν λόγω μελέτη αποφασίστηκε να γίνει από το Τμήμα Περιβάλλοντος σε συνεργασία με την συμβουλευτική εταιρεία Altantis Consulting, η οποία έχει ήδη διεξάγει αντίστοιχες μελέτες για θέματα οσμών και συγκεκριμένα αναφορικά με το εργοστάσιο παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος στην περιοχή της Παρεκκλησιάς. Ως εκ τούτου, το Τμήμα Περιβάλλοντος ετοίμασε σύμβαση υπηρεσιών με απευθείας ανάθεση στην εν λόγω εταιρεία, για ετοιμασία της μελέτης οσμών. Με βάση τα πιο πάνω, στις 12.10.2021 το μελετητικό γραφείο Altantis Consulting υπέβαλε στο Τμήμα Περιβάλλοντος τη συγκεκριμένη μελέτη, η οποία και παρουσιάστηκε διαδικτυακά στις 22.10.2021 στα μέλη της Επιτροπής Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον και στην Ομάδα των Ακαδημαϊκών.

 

Μετά την ολοκλήρωση της πιο πάνω αξιολόγησης και σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν.127(Ι)/2018, η Περιβαλλοντική Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τη ΜΕΕΠ και τα συμπληρωματικά στοιχεία αυτής, τα πρακτικά από τη συνεδρίαση της Επιτροπής, καθώς επίσης και τις σχετικές απόψεις ή παραστάσεις οποιωνδήποτε προσώπων, οι οποίες είχαν υποβληθεί στον Διευθυντή, τη μελέτη της Atlantis Consulting και την ανταλλαγή απόψεων που έγινε στις 22.10.2021, προχώρησε στην ετοιμασία Γνωμοδότησης στις 25.10.2021, έχοντας αξιολογήσει όλες τις περιβαλλοντικές πτυχές του έργου.

 

Στις 24.3.2022, με βάση όλα τα πιο πάνω ενώπιον της δεδομένα και ειδικά τη θετική Γνωμοδότηση της Περιβαλλοντικής Αρχής, η Πολεοδομική Αρχή προχώρησε με τη χορήγηση της επίδικης Πολεοδομικής Άδειας, με κατάλληλους όρους, συμπεριλαμβανομένων των όρων της Περιβαλλοντικής Γνωμοδότησης, που επικεντρώνονταν στις προδιαγραφές κατασκευής του Εργοστασίου, στον έλεγχο λειτουργίας του και στην περιβαλλοντική παρακολούθηση και επιτήρηση με αυστηρά διαχειριστικά μέτρα, οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν ως αναπόσπαστο μέρος της Πολεοδομικής Άδειας. 

 

Οι Αιτητές προέβαλαν στην προσφυγή τους λόγους ακυρώσεως που αφορούν στην παράβαση των ρητών κανονιστικών διατάξεων της Δήλωσης Πολιτικής για την Ύπαιθρο (παράγραφοι 9.9.2.2 και 9.9.2.3), την πλάνη περί το Νόμο, την υπέρβαση εξουσίας της εξ Υπουργών Επιτροπής, η οποία δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο να εξεύρει τεμάχιο για χωροθέτηση της βιομηχανίας σε Ζώνη άλλη από Ζώνη Βιομηχανίας Κατηγορίας Α΄, την έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την περιβαλλοντική κατάσταση στην περιοχή του Μιτσερού πριν την λήψη απόφασης για χωροθέτηση του εργοστασίου στην περιοχή αυτή, την πλάνη περί τα πράγματα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, την ελλιπή Μελέτη Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον που ετοιμάστηκε κατ’ εντολή του Ε/Μ, την μη λήψη υπόψη των έντονων αντιδράσεων των κατοίκων της περιοχής της Κοινότητας του Μιτσερού και των λοιπών Κοινοτήτων που βρίσκονται πλησίον της χωροθέτησης, την μη λήψη υπόψη της αρνητικής γνωμοδότησης των Ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κύπρου που είχαν εξουσιοδοτηθεί από την Περιβαλλοντική Αρχή για να ετοιμάσουν μελέτη/γνωμάτευση σε σχέση με το θέμα, και την έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης απόφασης για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας, παρά την οχληρία και τους κινδύνους για την υγεία των κατοίκων από την λειτουργία του εργοστασίου παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος, ως οι προειδοποιήσεις ειδικών ιατρών αλλά και της επιβάρυνσης του φυσικού περιβάλλοντος της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία ήταν ήδη επιβαρυμμένη με πάρα πολλές οχληρές βιομηχανίες και/ή λατομεία και/ή σφαγεία και/ή κτηνοτροφικές μονάδες και/ή λύματα. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι, υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αιτητών, με επίκληση παραβιάσεων των άρθρων 7, 9, 15, 23 και 28 του Συντάγματος όπως και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και των άρθρων 1, 2, 3, 7, 17, 20, 21, 34, 41 και 47 αυτής.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση και το Ε/Μ υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης απόφασης, επεξηγώντας ότι τηρήθηκε το γράμμα των Νόμων αλλά και των Κανονισμών, ότι όλες οι αρμόδιες αρχές ενήργησαν εντός των πλαισίων των εξουσιών τους, ότι δόθηκε το δικαίωμα ακροάσεως, ότι η άποψη των Ακαδημαϊκών αποτελούσε συμβουλή προς την Περιβαλλοντική Αρχή και ότι ούτως ή άλλως λήφθηκε υπόψιν κατά την Γνωμάτευση της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, η οποία έθεσε αυστηρούς όρους στην Πολεοδομική Άδεια που διασφάλιζαν την λειτουργία του εργοστασίου κατά τον ασφαλέστερο τρόπο.

 

Το Δικαστήριο υπό την προηγούμενη του σύνθεση, στις 25/09/2023, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντάς ότι η υπόθεση μπορεί να επιτύχει σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία της παραγράφου («Α») στην προσφυγή, ενώ την απέρριψε σε σχέση με την θεραπεία της παραγράφου «Β», αφού εξετάζοντας την πρώτη προδικαστική ένσταση που υποβλήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, έκρινε πως αυτή η θεραπεία  («Β»), με την οποία προσβάλλεται από τους αιτητές η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας των καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την πολεοδομική άδεια, είναι απαράδεκτη. Ακόμα το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε προδικαστική ένσταση που υποβλήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους για την συνέχιση της προσφυγής τους, αφού απέτυχαν να υποδείξουν με ποιο τρόπο υπέστησαν βλάβη από την επίδικη απόφαση, έκρινε ότι αυτοί θεμελιώνουν έννομο συμφέρον, εάν στην περιοχή τους εκδίδεται πολεοδομική άδεια για βαριά βιομηχανία, επικαλούμενοι βλάβη που δυνατόν να προκύψει στο περιβάλλον και/ή στη διαβίωση και/ή στην υγεία των κατοίκων τους.

 

Το προδικαστικό ζήτημα απασχόλησε το Εφετείο μέσα στα πλαίσια εξέτασης των Συνεκδικαζόμενων Εφέσεων αρ. 27/2023 και 29/2023, όπου με την απόφαση του ημερ. 23.01.2025 κρίθηκε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτητές θεμελιώνουν έννομο συμφέρον, αφού διαπίστωσε ότι αυτό δεν βάσισε την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος των αιτητών σ' αυτή καθ' αυτή και άνευ ετέρου Σύμβαση του Άαρχους, αλλά πρωτίστως και κυρίως στην ημεδαπή νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς και στην συναφή ελληνική νομολογία και βιβλιογραφία, ενώ ακόμα ότι οι αιτητές έχουν επαρκώς πιθανολογήσει, για σκοπούς παραδεκτού της προσφυγής τους, το έννομο συμφέρον τους.

 

Το ζήτημα αναφορικά με τις διατάξεις των παραγράφων 9.9.2.2 και 9.9.2.3 της οικείας Δήλωσης Πολιτικής για την Ύπαιθρο, το οποίο οδήγησε το Δικαστήριο υπό την προηγούμενη του σύνθεση να αποφασίσει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, απασχόλησε εκτενώς το Εφετείο και οδήγησε στην επιτυχία του αντίστοιχου λόγου έφεσης και στην επιστροφή της υπόθεσης στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξέταση των απομεινάντων ζητημάτων. Συγκεκριμένα, το Εφετείο κατέληξε ότι «Όσον αφορά ειδικά στο Κοινοτικό Συμβούλιο Μαλούντας που δεν προκύπτει να ακούστηκε για τους σκοπούς, πάντα, και στο πλαίσιο εφαρμογής των προνοιών της παραγράφου  9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής, δεν έχουμε εντοπίσει να προκύπτει από τα ενώπιον μας στοιχεία και δεν έχει θεμελιωθεί από την πλευρά του συγκεκριμένου Εφεσίβλητου, ως όφειλε να πράξει ότι, η επίδικη πολεοδομική ανάπτυξη κείται σε απόσταση μικρότερη της τάξης των δυο (2) χιλιομέτρων από τα αντίστοιχα διοικητικά του όρια, ώστε να τίθεται θέμα ύπαρξης δικαιώματος του στα πλαίσια της παραγράφου 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής, το οποίο να παραβιάστηκε.». Δεδομένου τούτου, το Εφετείο στις 23.01.2025 έκρινε πως ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης προβλήθηκε και προωθήθηκε αλυσιτελώς και παραμερίζοντας την απόφαση ημερομηνίας 25.09.2023 έδωσε οδηγίες η υπόθεση να επιστραφεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς εξέταση των απομεινάντων ζητημάτων.

 

Η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε διαδοχικές δικασίμους, δεδομένης δήλωσης για αίτημα των αιτητών μέσω των δικηγόρων τους για παραπομπή της εν λόγω απόφασης του Εφετείου στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, αίτημα το οποίο εν τέλει δεν έγινε αποδεκτό. Ακολούθησε υποβολή γραπτών Υπομνημάτων εκ μέρους όλων των μερών και πραγματοποίηση εκ νέου Διευκρινήσεων, με επιφύλαξη της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στις 2.07.2025.

 

Αφού έχω παραθέσει τα γεγονότα και το ιστορικό της υπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω τους απομείναντες, μετά την απόφαση του Εφετείου, λόγους ακυρώσεως.

 

Όπως επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι ισχυρισμοί που τίθενται, θα εξεταστούν στη βάση της μεταξύ τους συνάφειας, δεδομένου ότι κάποιοι εξ αυτών συνδέονται μεταξύ τους. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των αιτητών για πλάνη περί το νόμο, υπέρβαση εξουσίας της Υπουργικής Επιτροπής επειδή δεν έτυχε εξουσιοδότησης από το Υπουργικό Συμβούλιο ούτως ώστε να εξεύρει τεμάχιο για χωροθέτηση σε άλλη ζώνη από «Ζώνη Βιομηχανίας Κατηγορίας Α» και συνεπώς η προβαλλόμενη θέση για παρανομία της Υπουργικής Απόφασης, εμπίπτουν στο ζήτημα τήρησης από τους Καθ’ ων η αίτηση της αρχής της νομιμότητας.  Αντίστοιχα, ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας συνδέεται με τον ισχυρισμό περί πάσχουσας αιτιολογίας στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης και επομένως και με τους ισχυρισμούς των αιτητών περί ύπαρξης πλάνης από τη διοίκηση. Τέλος, θα απασχολήσει το Δικαστήριο και η θέση των αιτητών για παραβίαση άρθρων του Συντάγματος όπως και της Ε.Σ.Δ.Α. μέσω της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Καταρχήν, θα εξετάσω τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της νομιμότητας από τους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού σύμφωνα με τους αιτητές υπήρξε πλάνη περί το νόμο, υπέρβαση εξουσίας της εξ’ υπουργών Επιτροπής, η οποία δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο να εξεύρει τεμάχιο για χωροθέτηση της βιομηχανίας σε Ζώνη άλλη από «Ζώνη Βιομηχανίας Κατηγορίας Α΄» όπως ορίζει η Δήλωση Πολιτικής για τέτοιου είδους ανάπτυξη.

 

Όπως αναλυτικά περιγράφουν οι Καθ΄ ων η αίτηση στην Ένσταση τους, με παραπομπή σε συγκεκριμένα έγγραφα, η προσβαλλόμενη πράξη είναι το αποτέλεσμα της απόφασης της πολιτείας να επιλύσει τα προβλήματα οχληρίας σε κατοικημένες περιοχές, από τη λειτουργία Μονάδων Παραγωγής Ασφάλτου συμπεριλαμβανομένου του εργοστασίου του Ενδιαφερόμενου Μέρους, στα διοικητικά όρια του Δήμου Τσερίου. Η υλοποίηση της απόφασης σε σχέση με την μετακίνηση των Μονάδων Παραγωγής Ασφαλτικού Σκυροδέματος, αποτελεί απόρροια αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, αρχικά της απόφασης με αρ. 88.280 ημερομηνίας 2.10.2019, σύμφωνα με την οποία συγκλήθηκε αρμόδια Υπουργική Επιτροπή και μεταγενέστερα της απόφασης με αρ. 89.874, ημερομηνίας 29.7.2020, σύμφωνα με την οποία δόθηκαν οδηγίες προς αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα, για την διενέργεια των απαιτούμενων δράσεων. Ειδικότερα σημειώνεται η έρευνα, η οποία διενεργήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, μέσω του αρμόδιου Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, κατ’ εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων αξιολόγησης, ούτως ώστε να καταδειχθούν οι κατάλληλοι χώροι μετεγκατάστασης των Μονάδων, η οποία κατέληξε στην επιλογή τριών υποψήφιων θέσεων εντός συγκεκριμένου κρατικού τεμαχίου (αρ. 565, Φ/Σχ. 29/45), όπου δραστηριοποιείται λατομικά και εξάγει την πρώτη ύλη του το Ε/Μ, εντός και πλησίον της Λατομικής Ζώνης της Κοινότητας Μιτσερού.  Ακολούθησε στις 18.01.2021 η πολεοδομική αίτηση του Ενδιαφερόμενου Μέρους για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την «Ανέγερση Εργοστασίου Παραγωγής Ασφάλτου», μαζί με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, εντός κρατικού τεμαχίου στη Κοινότητα Μιτσερού, το οποίο εμπίπτει σε Γεωργική Ζώνη Γ3, σε άμεση γειτνίαση, βορείως της καθορισμένης Λατομικής Ζώνης ΛΖ. Στο πλαίσιο προώθησης της αίτησης, αποστάληκαν διαβουλεύσεις προς όλα τα καθ' ύλην αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα/Υπηρεσίες, αναφορικά με θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων τους και ειδικότερα στους Διευθυντή Τμήματος Περιβάλλοντος, Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων, Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Επαρχιακό Μηχανικό Λευκωσίας Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, Διευθυντή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, όπως επίσης και στον Έπαρχο Λευκωσίας με αποτέλεσμα να δοθούν θετικές απόψεις από όλους.

Αναφορικά με τον υπό εξέταση λόγο ακύρωσης, σημειώνεται ότι, η αιτούμενη ανάπτυξη, που διαλαμβάνει την παραγωγή ασφαλτικού σκυροδέματος με τη διαδικασία ανάμιξης πρώτων υλών, αποτελεί Βιομηχανική Ανάπτυξη Κατηγορίας Α', η οποία με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 9.9.2.1 της Δήλωσης Πολιτικής, του Κεφαλαίου 9.9 — «Βιομηχανική, Βιοτεχνική και Αποθηκευτική Ανάπτυξη», επιτρέπεται κατά κανόνα εντός Βιομηχανικής Ζώνης Κατηγορίας Α', όπως υποδεικνύουν οι αιτητές. Ωστόσο κατ' εξαίρεση δύναται να επιτραπεί, υπό προϋποθέσεις, με βάση την παράγραφο 9.9.2.2(α) και εκτός της αναφερόμενης Ζώνης, πλησίον χώρου στον οποίο διεξάγονται νόμιμα λατομικές δραστηριότητες ως στη παρούσα περίπτωση. Σχετική είναι η πολυσέλιδη έκθεση του Διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος ημερ. 4.3.2022 όπου ακριβώς σημειώνεται ότι: «Παρόλο που το προτεινόμενο έργο αποτελεί βιομηχανική ανάπτυξη, η οποία χωροθετείται σε  Βιομηχανικές Ζώνες, Κατηγορίας Α', στην παράγραφο 9.9.2.2 «Βιομηχανικές Αναπτύξεις Κατηγορίας Α'» της Δήλωσης Πολιτικής γίνεται σαφής αναφορά ότι επιτρέπει κατ' εξαίρεση την χωροθέτηση τέτοιου τύπου ανάπτυξης εκτός των πιο πάνω Ζωνών ή Περιοχών (και σε γεωργική ζώνη), η οποία σχετίζεται λειτουργικά με μεταλλευτικές και λατομικές δτραστηριότητες, περιλαμβανομένων και αναπτύξεων παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος,  premix ή άλλων αναπτύξεων παρόμοιυ τύπου, όπως αυτή του ασφαλτικού.»

 

Στο σημείο αυτό θα επαναλάβω αυτούσιο απόσπασμα από την απάντηση των Καθ’ ων η αίτηση στη σελίδα 43 της αγόρευσης τους, σχετικά με τον υπό εξέταση λόγο ακύρωσης, ως εξης: «1.3.4.  Σε σχέση με τον ισχυρισμό δε των Αιτητών (βλ. την παράγραφο 36 στην Αγόρευσή τους), σε σχέση με την απόφαση χωροθέτησης σε τμήμα του κρατικού τεμαχίου εντός  ζώνης υπαίθρου στο Μιτσερό, που υποστηρίζει ότι αυτή έγινε καθ’ υπέρβαση της Υπουργικής Απόφασης με αρ. αρ. 82.850, επισημαίνεται ότι η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 89.874 και ημερομηνία 29.7.2020, η οποία είναι μεταγενέστερη της πρώτης, επικύρωσε ουσιαστικά την Πρόταση που υπέβαλε ο Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος για καθορισμό νέων τεμαχίων σε καθορισμένες περιοχές, μεταξύ των οποίων, όπως ρητά αναφέρεται στη σχετική Πρόταση του Υπουργού ΓΑΑΠ, και στο Μιτσερό (Πρόταση με αρ. 1029/2020). Συνεπώς και ενώ αρχικά, όπως αναφέρεται και ανωτέρω (βλ. την § 1.3.3. στην παρούσα Αγόρευση), η αρχική πρόθεση και προσπάθεια ήταν η εξεύρεση κατάλληλων τεμαχίων εντός καθορισμένων Βιομηχανικών Ζωνών Αυξημένης Οχληρίας εντούτοις, η αδυναμία εξεύρεσης διαθέσιμων τεμαχίων εντός καθορισμένων Βιομηχανικών Ζωνών Αυξημένης Οχληρίας, οδήγησε στην αναγκαιότητα διεύρυνσης των επιλογών μετακίνησης των υφιστάμενων Μονάδων και σε άλλες κατάλληλες περιοχές. Με βάση τις πρόνοιες της πολεοδομικής νομοθεσίας (και συγκεκριμένα της Δήλωσης Πολιτικής), οι Μονάδες Ασφαλτικού Σκυροδέματος αποτελούν Βιομηχανικές Αναπτύξεις Αυξημένης Οχληρίας και ως εκ τούτου μπορούν να χωροθετούνται είτε εντός Βιομηχανικών Ζωνών Αυξημένης Οχληρίας (Κατηγορίας Α) είτε, κατ’ εξαίρεση «…μέσα ή κοντά στο χώρο που διεξάγονται νόμιμα […] δραστηριότητες, περιλαμβανομένων και αναπτύξεων παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, premix ή άλλων αναπτύξεων παρόμοιου τύπου». Στο πλαίσιο αυτό και όπως αναλυτικά περιγράφεται και πιο πάνω στις παραγράφους 1.3.3. επ. στην παρούσα Αγόρευση ανωτέρω, το Υπουργείο Εσωτερικών, μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, αξιολόγησε και πρότεινε κατ’ αρχήν, την μετακίνηση μιας Μονάδας Ασφαλτικού Σκυροδέματος σε τμήμα του κρατικού τεμαχίου στο Μιτσερό, υπό την αίρεση της περιβαλλοντικής αξιολόγησης της εν λόγω θέσης. Η πρόταση αυτή, εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, στο πλαίσιο της Απόφασής του με αρ. 89.874.»

 

Σημειώνοντας αυτά, θα συμφωνήσω με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι, ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος στην παρούσα υπόθεση περί παρανομίας της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, αφού διαπιστώνω πως στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει οιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, ως αποδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Λαμβάνοντας υπόψη την άμεση εγγύτητα του προτεινόμενου προς ανάπτυξη κρατικού τεμαχίου, με την καθορισμένη Λατομική Ζώνη, εντός της οποίας το Ε/Μ δραστηριοποιείται λατομικά (εξόρυξη πρώτης ύλης (άμμου)), η αιτούμενη Βιομηχανική ανάπτυξη Κατηγορίας Α, είναι συμβατή με τις πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής και συνεπώς απορρίπτεται η θέση των αιτητών ότι, η διοίκηση ενήργησε παράνομα, αφού δεν επιτρέπεται δημιουργία τέτοιου είδους βιομηχανίας σε Ζώνη άλλη από «Ζώνη Βιομηχανίας Κατηγορίας Α΄» όπως ορίζει η Δήλωση Πολιτικής για τέτοιου είδους ανάπτυξη. Είναι η απαίτηση στη Δήλωση Πολιτικής όπως σε τέτοιες περιπτώσεις προηγείται μελέτη επιπτώσεων στο περιβάλλον, λόγω ακριβώς του χαρακτήρα της βαριάς βιομηχανίας και πιθανή πρόκληση βλάβης στην υγεία των κατοίκων της περιοχής και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τη λειτουργία της μονάδας, η οποία μελέτη διαπιστώνω ότι πραγματοποιήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση. Δεδομένης της λήψης της θετικής Γνωμοδότησης στις 4.3.2022 από την αρμόδια Περιβαλλοντική Αρχή, εξασφαλίσθηκε στις 16.3.2022 η έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου για την εκμίσθωση του προτεινόμενου προς ανάπτυξη τμήματος του κρατικού τεμαχίου, το οποίο ακολούθως παραχωρήθηκε στην ενδιαφερόμενη εταιρεία, με βάση την συνομολογηθείσα, με το αρμόδιο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Σύμβαση Μίσθωσης, ημερομηνίας 21.3.2022, για την ανέγερση της προτιθέμενης ανάπτυξης. Στις 24.3.2022, με βάση όλα τα πιο πάνω ενώπιον της δεδομένα και ειδικά τη θετική Γνωμοδότηση της Περιβαλλοντικής Αρχής, η Πολεοδομική Αρχή προχώρησε με τη χορήγηση της Πολεοδομικής Άδειας, με συγκεκριμένους όρους, συμπεριλαμβανομένων των όρων της Περιβαλλοντικής Γνωμοδότησης.

 

Συνεπώς, απορρίπτω τον ισχυρισμό των Αιτητών για παραβίαση της αρχής της νομιμότητας από τους Καθ’ ων η Αίτηση και ειδικότερα περί αποτυχίας συμμόρφωσης της Υπουργικής Επιτροπής με το νόμο, αφού προκύπτει πως η Πολεοδομική Αρχή, ενήργησε εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και με βάση τις πρόνοιες του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και του ισχύοντος Σχεδίου Ανάπτυξης και κατ’ επέκταση, η απόφαση της για χορήγηση της προσβαλλόμενης Πολεοδομικής Άδειας μέσα από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, είναι ορθή και νόμιμη.

 

Υπό το φως και των όσων έχουν λεχθεί πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα των ενεργειών της διοίκησης ως προς τη διενέργεια πλήρους έρευνας, με συνέπεια την απουσία πλάνης περί τα πράγματα και κατ’ επέκταση την ύπαρξη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της πράξης αυτής της διοίκησης. Οι ενέργειες των Καθ’ ων η Αίτηση έχουν αναφερθεί εν πολλοίς στα γεγονότα της υπόθεσης ανωτέρω, ενώ η όλη διεργασία που ακολουθήθηκε φαίνεται στο περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν ογκώδες υλικό το οποίο έχει εξετάσει το Δικαστήριο.

 

Στο σημείο αυτό, επιβάλλεται να υπενθυμίσω ότι, κατά τη πάγια νομολογία το Διοικητικό Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στον έλεγχο του κατά πόσο το αρμόδιο διοικητικό όργανο διεξήγαγε επαρκή ή δέουσα έρευνα για εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων και κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο πλάνης περί τα πράγματα ή υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας. Η πρωτογενής εκτίμηση των γεγονότων ανήκει στην διοίκηση και το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εκτίμηση της διοίκησης για πληροφορίες που προβάλλουν οι αιτητές και άπτονται εξειδικευμένων γνώσεων (Υπόθεση αρ. 144/04 Victor Abe v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 26.2.2004) παρά μόνο όταν διαπιστωθεί ότι στον συλλογισμό της διοίκησης έχει υπεισέλθει πλάνη (Αποφάσεις Ολομέλειας στις Α.Ε. αρ.1423 και 1426 Δημοκρατία κ.α. ν. Χρυσόστομου Καλού, ημερομηνίας 29.6.1992, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 239/2000 κ.α., Μάρω Ράφτη ν. Δημοκρατία και Ήρα Λτδ ν. Δημοκρατία, απόφασh Ανωτάτου Δικαστήριο ημερομηνίας 28.6.2001). Η διαδικασία και ο τρόπος έρευνας που θα ακολουθηθεί από τη διοίκηση ανάγεται στην ευχέρεια της, ενώ το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει όταν η έρευνα της διοίκησης είναι επαρκής (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας ΑΕ 3017, 5.6.2002).

 

Περαιτέρω, ειδικά για ζητήματα επιλογών της διοίκησης ως τίθενται μέσω των γεγονότων αναφορικά με την έκδοση της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας και τη διαδικασία μετακίνησης της επίδικης μονάδας ασφαλτικού στο Μιτσερό, η πάγια νομολογία ορίζει ότι το αναθεωρητικό δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει τον χειρισμό τεχνικών ζητημάτων από τη διοίκηση. Τέτοιας φύσης ζήτημα αποτελεί και η επιλογή συγκεκριμένου χώρου από τη διοίκηση, ως το επίδικο. Ειδικότερα, η θέση των αιτητών αφορά ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε σχέση με, την περιβαλλοντική κατάσταση στην περιοχή του Μιτσερού πριν την λήψη απόφασης για χωροθέτηση του εργοστασίου στην περιοχή αυτή, την πλάνη περί τα πράγματα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, την ελλιπή Μελέτη Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον που ετοιμάστηκε κατ’ εντολή του Ε/Μ, την μη λήψη υπόψη της αρνητικής γνωμοδότησης των Ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κύπρου που είχαν εξουσιοδοτηθεί από την Περιβαλλοντική Αρχή για να ετοιμάσουν μελέτη/γνωμάτευση σε σχέση με το θέμα, και την έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης απόφασης για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας, παρά την, κατά τους αιτητές, οχληρία και τους κινδύνους για την υγεία των κατοίκων από την λειτουργία του εργοστασίου παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος και της επιβάρυνσης του φυσικού περιβάλλοντος της συγκεκριμένης περιοχής.

 

Ενδεικτικά, στην Υπόθεση αρ. 783/95, Ιωάννη Φιλίππου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας ημερομηνίας 9.1.1998, αναφέρεται ότι ο τρόπος επίλυσης τεχνικών ζητημάτων δεν εμπίπτει στον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου, ως το σχετικό απόσπασμα:  «Δεν απαιτείται να προκύπτει ότι ο μόνος τρόπος απόκτησης του επιλεγέντος χώρου από τη διοίκηση είναι η αναγκαστική απαλλοτρίωση του και το κατά πόσο ενδείκνυτο η απαλλοτρίωση των επίδικων τεμαχίων προς άρση των δυσμενών συνθηκών, οι οποίες δημιουργήθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο από την κατασκευή του νέου δρόμου ή εάν το πρόβλημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τρόπο άλλο, αποτελεί ζήτημα τεχνικής φύσεως το οποίο εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (βλ. σχετικά Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν.  Δημοκρατίας, Υπ.αρ 63/82, ημερ. 5.4.1990, Θεοχάρης Χρίστου Καντρή κ.α. ν. Δημοτικού Συμβουλίου Λευκωσίας, Υπ.αρ 129/95, ημερ. 22.1.1997.       

 

Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση LATOMIA ESTATE LTD ν. Δημοκρατίας. Προσφ. 211/1994 κ.α., ημερ. 29.4.2999, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Ιωαννίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Προσφ. 72/89, ημερ. 27.12.1990 υποδεικνύοντας ότι, «Εφόσον η επιλογή της διοίκησης ήταν αποτέλεσμα της διεξαγωγής δέουσας έρευνας στην απουσία οποιωνδήποτε ενδείξεων ότι η διοίκηση ήταν αποτέλεσμα της διεξαγωγής δέουσας έρευνας στην απουσία οποιωνδήποτε ενδείξεων ότι η Διοίκηση ενήργησε κάτω από το βάρος πλάνης ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας, το Δικαστήριο αρνείται να επέμβει και να αντικαταστήσει έτσι τη διακριτική εξουσία της Διοίκηση με δική του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επιλογής ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εφικτές λύσεις στις οποίες υπεισέρχονται τεχνικά ζητήματα ή ζητήματα που χρειάζονται εξειδικευμένη γνώση.».

 

Ακόμα, στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kυπριακή Δημοκρατία μέσω του Yπουργικού Συμβουλίου και Άλλος ν. Koινότητας Πυργών μέσω του Kοινοτάρχη και της Xωριτικής Aρχής Πυργών και Άλλων (1996) 3 ΑΑΔ 503 στην οποία η έφεση της Δημοκρατίας έγινε αποδεκτή, παραμερίζοντας την πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση, έγινε η εξής αναφορά σε παρεμφερές ζήτημα:

«Κρίνουμε, πως οι συνήγοροι των εφεσειόντων έχουν δίκαιο στις εισηγήσεις που διατυπώνονται στο (β).  Αρχίζοντας με μια γενική παρατήρηση επισημαίνουμε πως ολόκληρη η έρευνα της διοίκησης πριν από την έκδοση της άδειας λατομείου κατευθυνόταν προς δυο σημεία, (α) τη διαπίστωση της αναγκαιότητας του υλικού από το λατομείο και (β) οι επιπτώσεις που θα είχε η λατόμευση στο φυσικό περιβάλλον της κοινότητας Πυργών, αλλά βεβαίως και σε ολόκληρη τη χώρα. Αφού διαπιστώθηκε η ανάγκη για το λατομικό υλικό, πράγμα εύκολο, η υπόλοιπη εργασία που καταγράφεται στα έγγραφα του ογκώδους διοικητικού  φακέλου αφορούσε το ζήτημα του περιβάλλοντος. Οι απόψεις των εφεσιβλήτων, που ενίσταντο στην έκδοση της άδειας, γιατί πιστεύουν πως θα επηρεάσει σοβαρά το φυσικό περιβάλλον και την ανάπτυξη των κατοικημένων περιοχών της κοινότητας, ήσαν γνωστές στη διοίκηση η οποία και κατέβαλε προσπάθειες να αξιολογηθούν, ώστε να αποφευχθούν πιθανές επιπτώσεις σ' αυτό. Αποτέλεσμα μάλιστα της διερεύνησης αυτής ήταν να ζητηθεί από τον εφεσείοντα - ενδιαφερόμενο μέρος - να παρουσιάσει έκθεση εμπειρογνώμονος, στην οποία να προτείνονται κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην επηρεαστεί το φυσικό περιβάλλον από τη λατόμευση, ως προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας, στην οποία περιλαμβάνεται ως όρος η δέσμευση του ενδιαφερομένου μέρους από το περιεχόμενό της.

Οι εφεσίβλητοι είχαν την ευκαιρία σε αριθμό συσκέψεων να εκφράσουν τη διαφωνούσα άποψή τους. Ο αδελφός δικαστής Χρυσοστομής τις απαριθμεί στην απόφασή του με αναφορά στα έγγραφα του φακέλου.

Είναι γνωστή η αρχή του διοικητικού δικαίου η οποία επιβάλλει στο αποφασίζον όργανο τη διεξαγωγή έρευνας, προτού ληφθεί η απόφαση που επηρεάζει τον πολίτη.  Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει  ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Το ζητούμενο είναι: να ερευνηθεί το ζήτημα προτού ληφθεί η απόφαση. Στην υπό εξέταση υπόθεση το ζητούμενο ήταν η διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος. Όπως διαπιστώνουμε από τη δική μας έρευνα που αναφέρεται πιο πάνω, το ζήτημα μόνον ερευνήθηκε επαρκώς αλλά λήφθηκαν και τα κατάλληλα μέτρα για την επιδίωξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Κατά συνέπεια διαφωνούμε με την προσέγγιση του συναδέλφου μας στην υπό έφεση απόφασή του.

Oι εφέσεις είναι αποδεκτές. Η πρωτόδικη απόφαση ανατρέπεται, ενώ επικυρώνεται η διοικητική.  Δε θα υπάρξει διαταγή για έξοδα.»

 

Η διοίκηση σύμφωνα με το Άρθρο 45(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα όλων των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων. Η υποχρέωση αυτή της διοίκησης είναι sine qua non προϋπόθεση για την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης (Δημοκρατία (Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας) v. Θεοδούλου Πανταζή (1991) 3 CLR 47). Η δε έρευνα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο είναι επαρκής, εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονός που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών και Άλλου (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450). Η έκταση και η μορφή της δέουσας έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Σολωμού κ.α. v. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 271, Αντωνίου v. Δημοκρατίας κ.α. (1995) 3 Α.Α.Δ. 74, Ράφτη κ.α. v. Δημοκρατίας κ.α. (1995) 3 Α.Α.Δ. 345, 366). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται ακριβώς στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζαμπόγλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, 276).  Αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο έχει ερευνηθεί κάθε πτυχή του θέματος που τείνει να αποκαλύψει το διερευνούμενο γεγονός. Εφόσον τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί φωτίζουν κάθε πτυχή του διερευνώμενου θέματος, η αξιολόγηση του ανάγεται στην αρμοδιότητα της διοίκησης (Νικολαΐδης κ. ά. ν. Μηνά κ. ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 321).

 

Εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο, εξετάζοντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνει πως η διοίκηση έχει προβεί σε διεξαγωγή της δέουσας έρευνας ώστε να έχει ενώπιον της όλα τα στοιχεία που ήταν απαραίτητα για να εκδώσει την απόφασή της αφού εξετάστηκαν οι πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας, έγινε ανταλλαγή απόψεων με τους αρμόδιους φορείς και τους αιτητές και κατόπιν, η αρμόδια αρχή ερεύνησε δεόντως τα γεγονότα της υπόθεσης σταθμίζοντας τα δεδομένα, στη βάση παγιωμένων τεχνικών κανόνων. Ως έχω σημειώσει ανωτέρω, στην επίδικη περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν προβεί σε εκτενέστατη έρευνα, η οποία περιλάμβανε τη συλλογή και αξιολόγηση όλων εκείνων των ουσιωδών στοιχείων που δημιουργούν τη βάση για ασφαλή συμπεράσματα, κύρια ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ούτως ώστε να καταλήξουν στην απόφαση τους. Η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί στα πλαίσια άσκησης διακριτικής ευχέρειας από τη διοίκηση και όπου απόφαση λαμβάνεται κατά διακριτική ευχέρεια, το δικαστήριο δεν επεμβαίνει εφόσον έχει ληφθεί μια απόφαση η οποία ήταν εύλογα επιτρεπτή, λαμβανομένου υπόψη του υλικού το οποίο βρισκόταν ενώπιον της Διοίκησης. Περαιτέρω, ως έχω προαναφέρει, η εκτίμηση των διαδοχικών ενεργειών της διοίκησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας και τη διαδικασία μετακίνησης της επίδικης μονάδας ασφαλτικού στο Μιτσερό εμπίπτει στα τεχνικά ζητήματα. Η δε στάθμιση και εκτίμηση των πραγματικών αυτών δεδομένων στο σύνολο τους, τα οποία εμπίπτουν στο τομέα των τεχνικών ζητημάτων, απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, και το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εκτίμηση της διοίκησης επί τούτων. Ούτε προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν υποπέσει σε πλάνη και η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν το αποτέλεσμα τέτοιας.

 

Συνεπώς καταλήγω ότι, το ζήτημα ερευνήθηκε επαρκώς από τη διοίκηση και ο ισχυρισμός των αιτητών περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ως έχω προαναφέρει, ο ισχυρισμός των αιτητών περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας εκ μέρους της διοίκησης συνδέεται με τον ισχυρισμό τους περί πάσχουσας αιτιολογίας.

 

Η αναγκαία αιτιολογία αρκεί να είναι σαφής από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, προς συμπλήρωση της εκφρασθείσας, στο σώμα της πράξης, αιτιολογίας (Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 298, 304, Υπόθεση αρ. 831/1990 Ανδρέα Θρασυβούλου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21.10.1991). Σχετικά ορίζει το άρθρο 29 του περί του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/99), ότι «η αιτιολογία μπορεί να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από στοιχεία του διοικητικού φακέλου».

 

Στην Υπόθεση LATOMIA ESTATE LTD και Άλλοι ν. Δημοκρατίας. Προσφυγή αρ. 211/1994 κ.α., ημερ. 29.4.1999, αναφέρονται τα εξής: «Όσον αφορά δε την αιτιολόγηση της απαλλοτρίωσης, ο Κωνσταντινίδης, Δ., στην υπόθεση Σταυρίδη ν. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 303, ανωτέρω, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 319: “Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η ανάγκη για την αιτιολόγηση της απόφασης για την απαλλοτρίωση προϋποθέτει ενσωμάτωση σε αυτή του όγκου των στοιχείων που υπήρχαν. Η παραπομπή σ΄ αυτά τα στοιχεία έχοντας υπόψη τη φύση του θέματος, προσφέρει την αναγκαία αιτιολόγηση και επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο (Βλ. Alakati Investment Ltd and Another v. Republic (Minister of Commerce and Others (1973) 3 CLR 255)".»

 

Στη παρούσα, ως έχει αναφερθεί, έχουν γίνει διαδοχικές ενέργειες από τους Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίες αποτυπώνονται στους διοικητικούς φακέλους, καταγράφονται αναλυτικά στην Ένσταση της Δημοκρατίας που καταχωρήθηκε στις 31.5.2022 και συνοψίζονται στα γεγονότα της υπόθεσης ανωτέρω, ενώ τις διαδοχικές ενέργειες της διοίκησης οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση της πολεοδομικής άδειας ημερ. 24.03.2022, υποδεικνυουν και οι Καθ’ ων η αίτηση στις σελίδες 25 – 34 της γραπτής τους αγόρευσης. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί χρήσιμο να επαναλάβει και σε αυτό το σημείο της απόφασης τις ενέργειες της διοίκησης που προηγήθηκαν, μέσω των διάφορων οργάνων, κυβερνητικών τμημάτων και Επιτροπών, μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η ανωτέρω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα, σε συνάρτηση με την παγιωμένη αρχή ότι η αιτιολογία μίας απόφασης δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάζεται μόνο στο σώμα της πράξης αλλά μπορεί να διαπιστώνεται και από τα στοιχεία του φακέλου, οδηγεί σε απόρριψη και αυτού του προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης. Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τον ισχυρισμό των αιτητών περί πάσχουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και απορρίπτω και αυτόν ως αβάσιμο.

 

Παραμένει προς εξέταση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι, υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών και ανθρωπίνων τους δικαιωμάτων. Ειδικότερα ισχυρίζονται παραβίαση των άρθρων 7, 9, 15, 23 και 28 του Συντάγματος όπως και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στα άρθρα 1, 2, 3, 7, 17, 20, 21, 34, 41 και 47 αυτής.

 

Εξετάζοντας την γραπτή αγόρευση των αιτητών, διαπιστώνω ότι αυτοί επαναλαμβάνουν το λεκτικό των παραγράφων 25, 26 και 28 των λόγων ακύρωσης της προσφυγής και παραθέτουν απόσπασμα από απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, χωρίς ωστόσο να επεξηγούν με ποιο τρόπο βρίσκει εφαρμογή η εν λόγω απόφαση και έχουν συντελεστεί οι κατ’ ισχυρισμό αυτές παραβιάσεις.

 

Επί τούτου, καταρχήν σημειώνω ότι, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, θέτει ρητή υποχρέωση σε κάθε διάδικο, δια των εγγράφων προτάσεών του, «να εκθέτει τα νομικά σημεία επί αιτέρω των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως». Περαιτέρω η νομολογία διευκρίνισε ότι οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια παραβιάστηκε και συγκεκριμένα ποιοι είναι οι λόγοι για ακύρωση της. Οι δε λόγοι ακυρώσεως δεν είναι ορθό να δικογραφούνται με αοριστία, γενικότητα και ασάφεια και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προβάλλεται η απαιτούμενη αιτιολογία (Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.α. (1993) 3 ΑΑΔ 598, B. Νικολάου και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας (1998) 3 862, Latomia Estate Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 2831, 2832 και 2840 της 13.7.2001, Κυπριακή Δημοκρατία ν. 1. Παναγιώτη Ευγενίου κ.ά. Α.Ε. 3493 ημερ. 15.6.2005).

 

Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση Latomia Estate Ltd (ανωτέρω) ως προς την υποχρέωση αιτιολόγησης των ισχυριζόμενων λόγων προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και ότι, η απλή επίκληση της παραβίασης ενός συνταγματικού άρθρου, συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή (η έμφαση προστίθεται), ως ακολούθως:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης. Όπως αναφέρεται ρητά στο σχετικό Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου,

"7. Έκαστος διάδικος δέον δια των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος

εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον.”

Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης ενός συνταγματικού άρθρου, συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή. Οι εφεσείοντες απέτυχαν να συνοδεύουν τους ισχυρισμούς με εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα εφοδίαζαν το Δικαστήριο με το απαραίτητο υλικό που θα επέτρεπε την εξέταση της νομιμότητας της διοικητικής απόφαση. (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598)».

 

Οι αιτητές θα πρέπει να θεμελιώσουν ειδικά και συγκεκριμένα έκαστον ισχυρισμό τους, διαφορετικά αυτοί καθίστανται έωλοι και απορριπτέοι. Εν προκειμένω, ανατρέχοντας στο κείμενο της γραπτής αγόρευσης των Αιτητών, διαπιστώνω ότι, οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις των άρθρων του Κυπριακού Συντάγματος όπως και, αντίστοιχων άρθρων, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν υποστηρίζονται από την αναγκαία λεπτομέρεια, σαφήνεια και καθαρότητα, ήτοι «με εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα εφοδίαζαν το Δικαστήριο με το απαραίτητο υλικό που θα επέτρεπε την εξέταση» τους από το Δικαστήριο.

 

Συνεπώς θα συμφωνήσω εν προκειμένω και με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι οι ισχυρισμοί που προβάλουν οι Αιτητές περί παραβίασης σωρείας  άρθρων του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στερούνται επαρκούς θεμελίωσης και, ως εκ τούτου, αυτοί κρίνονται ως αβάσιμοι.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη και του παρόντος  - τελευταίου λόγου ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ολοκληρώνοντας επαναλαμβάνω ότι ουδείς εκ των λόγων οι οποίοι προβάλλονται από τους Αιτητές μπορούν να έχουν επιτυχία, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να επικυρώνεται.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα 2000 Ευρώ, υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών.

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο