Reem Nassar ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση Αρ. 891/2023, 3/2/2026
print
Τίτλος:
Reem Nassar ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση Αρ. 891/2023, 3/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 891/2023 iJustice

                                             

    3 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦOΡΙΚΑ ΜΕ ΤA ΑΡΘΡA 28, 29 και 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

             

           

Reem Nassar

Αιτήτρια

                          Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και/ή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

 

......... 

 

Ελένη Ιακώβου, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Συρίας, η οποία στις 13.07.2006 αφίχθη στη Δημοκρατία ως επιβάτης εκδρομής με πλοίο, μετά την κάθοδό της από το οποίο, δεν επέστρεψε παραμένοντας στο έδαφος της Δημοκρατίας και την επομένη, 14.07.2006, υπέβαλε μαζί με την οικογένειά της, αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 28.12.2007 η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε να απορρίψει την εν λόγω αίτηση, πράξη η οποία αμφισβητήθηκε ανεπιτυχώς ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και ακολούθως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στην προσφυγή αρ. 611/2008 του συζύγου της). Τελικώς κατόπιν νεώτερου αιτήματος, στις 25.06.2014 η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αποφάσισε να της παραχωρήσει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Στις 13.11.2018 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση (εφεξής η «Αίτηση»), την οποία στις 20.09.2022 ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε να απορρίψει. Με επιστολή ημερ. 28.03.2023 οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν την Αιτήτρια περί την απόρριψη της Αίτησης αναφέροντάς της ότι μετά από δέουσα έρευνα τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν είχε επαρκείς πόρους για τη διαβίωση της και επιπλέον φαίνεται ότι δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο. Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια αιτείται ακύρωσης της εν λόγω απορριπτικής επί της Αίτησής της απόφασης.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή εγείρει καταρχάς ότι έγινε κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση καθότι η Αιτήτρια πληρούσε όλα τα προσόντα του Τρίτου Πίνακα του περί Αρχείου Πληθυσμού  Νόμου [(Ν. 141(Ι)/2002] έχοντας επαρκείς πόρους συντήρησής της και όντας επαρκώς ενταγμένη στο κοινωνικό σύνολο, παρ’ όλα αυτά οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση. Επικαλείται συναφώς και ειδικά ως προς το εύρημα περί ανεπαρκούς ένταξης στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο ότι υπό πλάνη, χωρίς δέουσα έρευνα και αναιτιολόγητα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση και ότι η αιτιολογία «Το αίτημα σας εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε» είναι προφανώς ελλιπής. Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πλήττεται και με τον λόγο ακύρωσης που αναλύεται υπό τον Νομ. Ισχ. Αρ. 5, εγείροντας περαιτέρω ότι η ενημέρωση της Αιτήτριας δε συμπίπτει με τους πραγματικούς λόγους που σημειώνονται στην έκθεση και στην εξέταση ως λόγοι απόρριψης της Αίτησης.

 

Με άλλους λόγους ακύρωσης, τίθενται ισχυρισμοί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη με μεγάλη καθυστέρηση πέραν του ευλόγου χρόνου και καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και ότι εκδόθηκε και στηρίχθηκε σε παράνομη προπαρασκευαστική πράξη. Η επιχειρηματολογία της Αιτήτριας καταλήγει υποβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη κατά παράβαση της αρχής καλής πίστης, προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της συνεπούς συμπεριφοράς.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση από την πλευρά της, υποστηρίζει τη νομιμότητα και το αιτιολογημένο της προσβαλλόμενης πράξης, θεωρώντας ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι η εξουσία του Υπουργού Εσωτερικών, ασκήθηκε νόμιμα, καλόπιστα και μετά από δέουσα έρευνα.

 

Εξέτασα τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και καταλήγω στα εξής:

 

Όπως τονίστηκε στην Α.Ε. 181/12 Reyes ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.10.2018, με αναφορά στην σχετική νομολογία [Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307 και Suleiman ν. Republic (1987) 3 C.L.R. 224] εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας να επιλέξει τα άτομα στα οποία θα παραχωρήσει την υπηκοότητά της, αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη, το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου. Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και επομένως το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην Yousife Mohamad ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. (2010) 3 Α.Α.Δ. 18,

 

«η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης».

 

Εξετάζοντας λοιπόν τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της Αίτησης, στις 09.11.2020 διεξήχθη στους Καθ’ ων η αίτηση, προσωπική συνέντευξη με την Αιτήτρια [Παράρτημα 9 σε ένσταση (Ερ. 207- 200, διοικητικού φακέλου Τεκμήριο 2)]. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της, διαμένει μαζί με το σύζυγο και τα τρία τέκνα της σε ενοικιαζόμενο σπίτι με το ενοίκιο της να ανέρχεται στα €250,00 μηνιαίως. Εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης από όπου οι μηνιαίες της απολαβές ανέρχονται στο ποσό των €450,00. Ως λόγους που αιτήθηκε πολιτογράφηση ανέφερε «για τα παιδιά της να έχουν δική τους πατρίδα» και ότι «Αρέσκει της η Κύπρος. Ο κόσμος είναι φιλικός». Δήλωσε επίσης ότι δεν εγκρίθηκε αίτηση της για παραχώρηση Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος τον Ιούλιο του 2020 και ότι λαμβάνει επίδομα τέκνου ύψους €170,00, ενώ πριν την ενηλικίωση του ενός παιδιού της λάμβανε επίδομα ύψους €250,00. Στο μέρος του Εντύπου Συνέντευξης όπου καταγράφονται τα ευρήματα του αρμοδίου Λειτουργού, καταγράφεται ότι η Αιτήτρια έδωσε περιορισμένες και ασαφείς απαντήσεις μέσα από τις οποίες δεν κατάφερε να καταδείξει οποιουσδήποτε βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο.

 

Η σχετική Έκθεση που υποβλήθηκε προς τον Υπουργό Εσωτερικών, επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία που υπέβαλε η Αιτήτρια (ερ. 195-192 του Τεκμηρίου 2), και επιπλέον αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο σύζυγος της δεν εργάζεται. Καταγράφηκαν τα συμπεράσματα ότι δε διαθέτει σταθερούς και τακτικούς οικονομικούς πόρους για τη συντήρηση της ίδιας και της οικογένειας της και ότι δεν κατάφερε να αποδείξει οποιουσδήποτε βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο, τα οποία απετέλεσαν τους λόγους αιτιολόγησης της απορριπτικής απόφασης.

 

Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω και ερχόμενος τώρα στους λόγους ακύρωσης, καταρχάς θα απορρίψω τον ισχυρισμό ότι η διοίκηση άσκησε κακώς τη διακριτική της ευχέρεια. Από τα ευρήματα και διαπιστώσεις που προέκυψαν στα πλαίσια της προφορικής συνέντευξης και στην έκθεση, πλείστα εκ των οποίων, αναφέρθηκα πιο πάνω, δε βρίσκω η, δεδομένη, ευρεία διακριτική ευχέρεια των Καθ’ ων η αίτηση να ασκήθηκε πλημμελώς.

 

Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της στη Δημοκρατία ήταν καθ’ όλα συνεπής με τις φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις της, ότι εργάζεται και ότι για να απορριφθεί αίτηση για πολιτογράφηση θα πρέπει ένα πρόσωπο να είναι έκδηλα ανίκανο να συντηρήσει τον εαυτό του και να είναι βάρος για τα δημόσια οικονομικά δεν αποτυπώνει τη διοικητική θεώρηση εφόσον η απόρριψη της Αίτησης (ως προς το ένα βέβαια σκέλος της αιτιολογίας της) δεν έγινε λόγω ότι η Αιτήτρια κρίθηκε ότι αποτελεί ή θα αποτελέσει βάρος στα δημόσια οικονομικά, αλλά επειδή δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους για τη διαβίωση της. Η κατάληξη αυτή, είναι εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση, δεδομένων των μηνιαίων εισοδημάτων της Αιτήτριας σε συνάρτηση και με τα λοιπά οικονομικά στοιχεία της οικογένειας (πχ. ενοίκιο και της διαπίστωσης ότι ο σύζυγος της δεν εργαζόταν).

 

Περαιτέρω, δε συμφωνώ ότι το έτερο σκέλος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, δηλαδή περί ανεπαρκούς ένταξης της στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο, ήταν αναιτιολόγητο, πεπλανημένο ή προϊόν ανεπαρκούς έρευνας. Εδώ σημειώνω ότι, σε αντίθεση με τις σχετικές υποβολές της Αιτήτριας, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε αιτιολογία που αναφέρει στην Αιτήτρια μόνον ότι «Το αίτημα σας εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε» αλλά η ενημέρωση της ως καταγράφηκε στην επιστολή ημερ. 28.03.2023, συμπίπτει με τα ως άνω δύο αναφερόμενα συμπεράσματα που σημειώνονται στην έκθεση και στην εξέταση ως λόγοι απόρριψης της Αίτησης. Άρα ουδεμία προβληματική αιτιολογία, έρευνα ή πλάνη επί τούτου. Γενικά δε, από όσα ευρήματα καταγράφηκαν στην προφορική συνέντευξη και στην έκθεση, τα οποία στηρίχθηκαν στις υποβολές της ιδίας της Αιτήτριας, (βλ. ιδίως λόγους που επιθυμεί να λάβει υπηκοότητα-μέρος 11 του Κ.202, κοινωνικοί δεσμοί-μέρος 8 του Κ204 όπου ως κοινωνικούς δεσμούς αναφέρονται η ραπτική, μαγειρική και ακρόαση μουσικής) δε βρίσκω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αστόχησαν να διερευνήσουν δεόντως την περίπτωση της Αιτήτριας γενικώς ή ειδικά ως προς τον βαθμό ένταξης της στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο.

 

Ατεκμηρίωτους και αβάσιμους κρίνω και τους λόγους ακύρωσης με τους οποίους η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ελήφθη με μεγάλη καθυστέρηση πέραν του ευλόγου χρόνου και καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και ότι εκδόθηκε και στηρίχθηκε σε παράνομη προπαρασκευαστική πράξη. Οι συγκεκριμένοι λόγοι αναλύονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με τα δεδομένα της Αιτήτριας και άρα εκ των πραγμάτων είναι απορριπτέοι για τον λόγο αυτό και μόνο [ΕΔΔ Αρ. 178/2018 Χριστοδουλίδου v. Δημοκρατίας ημερ. 13.05.2024[1]]. Σε κάθε περίπτωση και, ειδικότερα, σημειώνεται:

 

Το ζήτημα της ισχυριζόμενης καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης, δε συνδέεται με οποιαδήποτε έννομη συνέπεια πχ με αλλαγή του νομικού καθεστώτος ή ουσιώδη βλάβη/δυσμενή συνέπεια (τέτοια δεν αποτελεί η χαρά από την έγκαιρη εξέταση της), ώστε να γίνει κατανοητός ο λόγος που διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στην νομιμότητα της προσβαλλόμενης (σχ. η ΕΔΔ Αρ.169/2018 Nestoras Hotels Ltd v. Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 20.03.2024).

 

Η ισχυριζόμενη υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας επίσης δε συνδέεται με συγκεκριμένο τρόπο με τα δεδομένα της υπόθεσης, σε κάθε δε περίπτωση θεωρώ ότι η διαπίστωσή μου με την οποία ο ισχυρισμός περί κακόπιστης άσκησης της εξουσίας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση απορρίφθηκε, καλύπτει και τον λόγο ακύρωσης αυτόν στην ουσία του. Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται αφενός για ποιον λόγο παραβιάζεται η αρχή της ισότητας εφόσον δεν υποδεικνύεται οποιοδήποτε στοιχείο της προσβαλλόμενης ή της όλης διοικητικής ενέργειας που φανερώνει ότι η Αιτήτρια έτυχε άνισης μεταχείρισης στη βάση πχ φυλετικής, θρησκευτικής[2] ή άλλης πεποίθησης αφετέρου ποια είναι η παράνομη προπαρασκευαστική πράξη, επί της οποίας στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία επέφερε ακυρότητα στην τελευταία. Συνεπώς, και αυτοί οι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται.

 

Ο τελευταίος ισχυρισμός, ότι προσβαλλόμενη εξεδόθη κατά παράβαση της αρχής καλής πίστης, προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της συνεπούς συμπεριφοράς, επίσης χρήζει απόρριψης. Η αναφερόμενη πάροδος μεγάλου χρόνου για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δε συνδέεται, και στα πλαίσια του λόγου αυτού, με οποιαδήποτε έννομη συνέπεια, ουσιώδη βλάβη ή ζημιά και, εν πάση περιπτώσει, ακόμα και η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εξέταση της Αίτησης δε αποτελεί λόγο για έγκριση της ούτε οι πιο πάνω επικαλούμενες αρχές διοικητικού δικαίου θα μπορούσαν να εφαρμοστούν προκειμένου να στηρίξουν μια τέτοια θεώρηση.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και προσβαλλόμενη επικυρώνεται με έξοδα 1.500 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Στην εν λόγω απόφαση του ΑΣΔ επικροτήθηκε η πρωτόδικη θεώρηση ότι ο λόγος ακυρώσεως θα πρέπει να απορριφθεί:

 

«εκ προοιμίου ως αόριστος, καθότι οι αιτητές παρέλειψαν να υποστηρίξουν αυτόν με αναφορές στα πραγματικά τους δεδομένα».

 

[2] Μάλιστα καταγράφηκε ότι η Αιτήτρια είναι χριστιανή ορθόδοξη.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο