ROWEN MANTALA PINEDA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υποθ. Αρ. 1469/2023, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ROWEN MANTALA PINEDA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υποθ. Αρ. 1469/2023, 23/3/2026
ROWEN MANTALA PINEDA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υποθ. Αρ. 1469/2023, 23/3/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 1469/2023)

 

 23 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

            ROWEN MANTALA PINEDA                                                                                                         Αιτήτρια

                                                 

                                                  ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,  ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

Α. Κουμής, για Αιτήτρια

Π. Κωνσταντίνου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 19.7.2023, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αιτήτριας για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλους οικογένειας Κύπριου πολίτη, καθότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, «[.] δεν αντλείτε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο Πολίτη». Καλείτο δε η αιτήτρια όπως διευθετήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή της.

 

Η αιτήτρια, γεννηθείσα κατά το έτος 1971, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 5.5.2010 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός και στις 30.11.2012, τέλεσε πολιτικό γάμο με Κύπριο πολίτη.

 

Στις 8.7.2015, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στην αιτήτρια ως σύζυγο Κύπριου πολίτη, η οποία στη συνέχεια ανανεωνόταν κατά διαστήματα, με την τελευταία εξ’ αυτών να έχει ισχύ μέχρι τις 23.6.2022.

 

Στις 5.4.2017, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε διάταγμα λύσης του γάμου της αιτήτριας με τον προαναφερθέντα Κύπριο πολίτη.

 

Στις 14.3.2018, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών καθότι, ως αναφέρεται στη σχετική επιστολή ημερομηνίας 2.4.2021 που εστάλη στην αιτήτρια, κρίθηκε ότι αυτή δεν είχε επαρκείς πόρους συντήρησης.

 

Στις 22.7.2022, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας προσωρινής παραμονής και απασχόλησης στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη.

 

Η αίτηση απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 19.7.2023, κατά της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 5.9.2023.

 

Ας σημειωθεί, για σκοπούς πληρότητας γεγονότων, ότι προηγουμένως, στις 16.3.2023, το Τμήμα απέρριψε για πρώτη φορά την αίτηση που είχε υποβάλει η αιτήτρια, ημερομηνίας 27.7.2022, για το λόγο ότι η αιτήτρια δεν είχε προσκομίσει αντίγραφο της αίτησης διαζυγίου, όπως της είχε ζητηθεί με επιστολή ημερομηνίας 11.10.2022.

 

Προωθείται εν πρώτοις ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), δεν έλαβαν την επίδικη απόφαση εντός εύλογου χρόνου, αλλά καθυστέρησαν υπέρμετρα στην έκδοσή της: κατά τον κ. Κουμή, η μεσολάβηση ενός έτους για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκφεύγει του εύλογου υπό τις περιστάσεις χρόνου.

 

Περαιτέρω, στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της αιτήτριας, βρίσκεται ο ισχυρισμός περί έλλειψης αιτιολογίας και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης, προβάλλεται και ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 45 του Νόμου 158(Ι)/1999. Εγείρεται επίσης ο ισχυρισμός ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση κατά παράβαση του άρθρου 46 του Νόμου 158(Ι)/1999, ενώ προωθούνται και ισχυρισμοί περί κακής ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας των καθ’ ων η αίτηση και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο. Σημειώνεται ότι επί του ισχυρισμού περί απόφασης εκδοθείσας εκτός εύλογου χρόνου, ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ουδέν αντέταξε. Απαντητική δε αγόρευση εκ μέρους της αιτήτριας, δεν καταχωρήθηκε.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

Εν πρώτοις, κρίνω ότι στερείται βασιμότητας ο ισχυρισμός του συνηγόρου της αιτήτριας ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος εξέτασης της αίτησης και έκδοσης απόφασης από τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τα όσα το άρθρο 10 του Νόμου 158(Ι)/1999 επιτάσσει. Το ζήτημα της παρέλευσης ή όχι του εύλογου χρόνου, είναι βεβαίως ζήτημα πραγματικό, το οποίο συναρτάται με τα γεγονότα, τη φύση και τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης, τελικός δε κριτής τούτου είναι το Δικαστήριο (βλ. Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Χριστόφορου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434 και Γ.Μ. Παπαχατζή - Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, Τόμοι Α και Β, Έκτη έκδοση, σελ. 645). Όπως εξάλλου ρητά προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 10, ο καθορισμός του εύλογου χρόνου εξαρτάται από τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες. Στα πλαίσια αυτά, λαμβάνεται υπόψη και το περίπλοκο της υπόθεσης, οι συνθήκες που την περιβάλλουν, η συμπεριφορά των εμπλεκομένων μερών (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Μιχάλης Ζαχαρίογλου, Ε.Δ.Δ. 104/18, ημερ. 25.1.2024), καθώς και το κατά πόσον η αργοπορία προς εξέταση της αίτησης, οφείλεται αποκλειστικά στην υπαίτια αδράνεια της αρμόδιας αρχής (Π. & Γ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας (2005) 4 Α.Α.Δ. 55, Oskar Estates Ltd v. Δήμος Παραλιμνίου (1993) 4 (Δ) Α.Α.Δ. 2642, 2647).

 

Εν προκειμένω, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, κρίνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την υποβολή της αίτησης (22.7.2022) μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 19.7.2023, υπήρξε εύλογος: ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη ότι μετά την υπό της αιτήτριας υποβολή της αίτησης, στις 22.7.2022, και πριν από την επίδικη απόφαση απόρριψης, ημερομηνίας 19.7.2023, το Τμήμα, στις 16.3.2023, είχε ήδη εξετάσει και για πρώτη φορά απορρίψει την αίτηση, για το λόγο ότι η αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε και δεν προσκόμισε αντίγραφο της αίτησης διαζυγίου, όπως της είχε ζητηθεί με επιστολή ημερομηνίας 11.10.2022. Συνεπώς, η όποια κατ’ ισχυρισμόν καθυστέρηση οφείλεται στην αιτήτρια.

 

Ως εκ των πιο πάνω, ο πρώτος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, στην επίδικη επιστολή του Τμήματος προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 19.7.2023, αναφέρεται ότι η αίτησή της ημερομηνίας 27.7.2022 για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη, απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι αυτή δεν αντλεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη. Πουθενά, όμως, δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, ο λόγος για τον οποίο οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν σε αυτή την διαπίστωση, ήτοι γιατί έκριναν ότι η αιτήτρια δεν αντλεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη, αλλ’ ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Απουσιάζει, δηλαδή, οποιαδήποτε αναφορά στους πραγματικούς και νομικούς λόγους λήψης της επίδικης κρίσης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αντιληπτό το σκεπτικό και/ή ο συλλογισμός της Διοίκησης και/ή ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης. Βεβαίως, δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη και ούτε έχω εύλογη αιτία να αμφισβητήσω το περιεχόμενο του σχετικού υπηρεσιακού σημειώματος ημερομηνίας 9.6.2023 (παράρτημα 13 στην ένσταση), στο οποίο παρατίθεται το ιστορικό της αιτήτριας στη Δημοκρατία, αλλά και του γάμου της με τον Ελληνοκύπριο, μέχρι και την λύση του, κατά το έτος 2017. Ωστόσο, και πάλι, δεν επιλύεται το πρόβλημα και δεν απαντάται το ερώτημα σχετικά με τη βάση και/ή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης.

 

Υπενθυμίζεται ότι αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι γιατί η αιτήτρια δεν αντλεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη.

 

Ούτε βεβαίως και τα όσα παραθέτει ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση προς ενίσχυση της δοθείσας αιτιολογίας μπορούν πληρώσουν το υφιστάμενο κενό αιτιολόγησης: κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία της διοικητικής πράξης θα πρέπει να δίδεται κατά το χρόνο λήψης και/ή έκδοσης της εν λόγω πράξης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση και γενικότερα ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους δικηγόρους δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Ελπινίκη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4104, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 565, Χριστίνα Τσιαντή κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 Α.Α.Δ. 824).

 

Εν προκειμένω, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι πρόκειται για μια παντελώς αναιτιολόγητη απόφαση, της οποίας είναι ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Θα πρέπει, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης και να τίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Αυτό δεν έγινε στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ούτως ώστε να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιων πραγματικών γεγονότων και νομοθετικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).

 

Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι κατά τη νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από τον διοικητικό φάκελο επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο. Στην Σωτήρη Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 37/2016, ημερ. 6.6.2023, τονίστηκε ότι είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων, αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση.

 

Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει την πραγματική και νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης και/ή να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη και το προϊόν δέουσας έρευνας. Όπως τονίστηκε στην Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185). Το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραπομπή από τους καθ' ων η αίτηση σε στοιχεία εντός του εν λόγω φακέλου, προκειμένου να διαπιστώσει την επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης (βλ. και Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, όπου, με αναφορά στη Συμεωνίδου, ανωτέρω, τονίστηκε εκ νέου ότι δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου, για να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη). Εν προκειμένω, δεν έγινε από τους καθ' ων η αίτηση παραπομπή σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή/και έγγραφο του διοικητικού φακέλου που να στοιχειοθετεί τη νομική και πραγματική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν πάση δε περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, ουδόλως διαφοροποιούν τα πράγματα και ουδόλως μπορούν να καλύψουν την πλήρη απουσία αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αλλά μάλλον συνιστούν αποτυχημένη απόπειρα εισαγωγής αιτιολογίας εκ των υστέρων, η οποία βεβαίως και είναι ανεπίτρεπτη (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην C. LIASIDES EXHIBITIONWISE LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 230/2018, ημερ. 9.9.2022, MENDEL CENTER FOR BIOMEDICAL SCIENCES ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 412/2018, ημερ. 10.5.2022 και Μ.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1038/2020, ημερ. 22.9.2023).

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια προσέγγιση ακολούθησε το Δικαστήριο τούτο πρόσφατα, στην J.W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 935/2022 (i-Justice), ημερ. 14.1.2025, στην M.M.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2142/2022 (i-Justice), ημερ. 24.6.2025, αλλά και και ακόμα πιο πρόσφατα στις Majet Estanboli Kalaz ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2138/2023, ημερ. 13.1.2026 και Ε.Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2253/2022 (i-Justice), ημερ. 23.10.2025, σε υποθέσεις με παρόμοια γεγονότα με αυτά της παρούσας περίπτωσης, όπου διαπιστώθηκε βάσιμος λόγος ακύρωσης σε σχέση με την δοθείσα αιτιολογία. Έφεση κατ' αυτών των αποφάσεων δεν ασκήθηκε.

 

Καταλήγω, λοιπόν, ότι υφίσταται εν προκειμένω σαφές κενό αιτιολόγησης, που αναπόφευκτα επιδρά στο κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο