ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1506/2022 (i-Justice))
16 Μαρτίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Μ. Κ., ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΜΕΣΩ ΤΩΝ Κ. Κ. ΚΑΙ Γ. Κ. ΓΟΝΕΩΝ, ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΧΟΝΤΩΝ ΤΗ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΥΤΗΣ
Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ)
Καθ’ ων η Αίτηση
Χ. Μάρκου (κα), για Χ. Μάρκου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια
Τ. Ιακωβίδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η αιτήτρια ζητεί-
«Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, που κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 20/05/2022 και με την οποία απορρίφθηκε ένσταση της Αιτήτριας στην απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση για απόρριψη της αίτησης της (αρ. Αιτ. ΕΕΕ [.]) για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ)-αναπηρικό επίδομα είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».
Κατά το έτος 2021, η αιτήτρια είχε αξιολογηθεί για πρώτη φορά από δυο ωτορινολαρυγγολόγους στο Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας, μετά από παραπομπή της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, για σκοπούς πιστοποίησης της αναπηρίας της, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής της για παροχή του Αναπηρικού Επιδόματος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ). Η αιτήτρια πιστοποιήθηκε με Μέτρια Ακουστική αναπηρία και, ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε δικαιούχος ΕΕΕ-Αναπηρικού Επιδόματος, καθότι δεν πληρούσε τα κριτήρια του ορισμού του όρου «άτομο με αναπηρία», ως προβλέπεται στον περί Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμο (Ν.109(Ι)/2014), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Η αιτήτρια αντέδρασε και στις 4.6.2021 υπέβαλε ένσταση κατά της πιο πάνω αξιολόγησής της, στο Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες («το Τμήμα»), ζητώντας την επαναξιολόγηση της περίπτωσής της.
Στις 12.5.2022, η αιτήτρια κλήθηκε στο Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας Λευκωσίας για επαναξιολόγηση, η οποία διενεργήθηκε από διαφορετικής σύνθεσης διμελή αξιολογητική επιτροπή, απαρτιζόμενη από μια ωτορινολαρυγγολόγο και έναν παθολόγο. Μετά και τη διενέργεια της επανεξέτασης, η Επιτροπή Αξιολόγησης κατέληξε εκ νέου στη διαπίστωση περί μέτριας αναπηρίας της αιτήτριας, η οποία κρίθηκε ότι δεν ήταν δικαιούχος ΕΕΕ-Αναπηρικού Επιδόματος, καθότι δεν πληρούσε τα κριτήρια του υπό του Νόμου προβλεπόμενου ορισμού του όρου «άτομο με αναπηρία». Όπως αναφέρθηκε στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 20.5.2022, η οποία εστάλη στην αιτήτρια, «[.] δεν πιστοποιείται ότι η αναπηρία σας είναι σοβαρή ή ολική σωματική ή πνευματική ή αισθητηριακή ή μέτρια νοητική, όπως καθορίζεται στον ορισμό του δικαιούχου «ατόμου με αναπηρία» στον περί Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμο». Μαζί με την εν λόγω επιστολή, εστάλη στην αιτήτρια και το Ολοκληρωμένο Πόρισμα Αξιολόγησης Αναπηρίας.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 28.7.2022.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της συνηγόρου της αιτήτριας, βρίσκεται ο ισχυρισμός περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς και/ή αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Κατά τη σχετική εισήγηση, από πουθενά δεν αποκαλύπτεται ο τρόπος και/ή το σκεπτικό που ακολούθησαν οι καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν ήταν δικαιούχος ΕΕΕ-Αναπηρικού Επιδόματος σύμφωνα με τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα. Με αναφορά σε σχετική νομολογία, η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια υποβάλλει ότι αυτή η απουσία αναφοράς στο σκεπτικό και στους λόγους της επίδικης κατάληξης, καθιστά την κρίση των καθ’ ων η αίτηση πάσχουσα ως στερούμενη της δέουσας αιτιολογίας.
Περαιτέρω, σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, προωθείται και ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, αυτή δε η έλλειψη επαρκούς έρευνας είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη της επίδικης απόφασης υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση δεν ερεύνησαν όλα τα κρίσιμα στοιχεία της περίπτωσης, προκειμένου να εξακριβώσουν τα ορθά γεγονότα και να διαμορφώσουν την τελική τους κρίση. Συναφώς, προωθούνται και ισχυρισμοί περί κακής ενάσκησης διακριτικής εξουσίας, παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και/ή κατάχρησης εξουσίας.
Προωθούνται, επίσης, συνδυαστικά λόγοι ακύρωσης που έγκεινται στους ισχυρισμούς περί μη νόμιμης συγκρότησης και/ή σύνθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης, μη τήρησης άρτιων πρακτικών, καθώς και παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Κατά τη σχετική εισήγηση, από την ημερομηνία που φέρουν τα σχετικά πρακτικά, φαίνεται ότι, κατά παράβαση της διαδικασίας, οι Αξιολογητές επιλέγησαν κατά την ημερομηνία της αξιολόγησης ή και επαναξιολόγησης της αιτήτριας ενώπιον της Επιτροπής Αξιολόγησης και όχι εκ των προτέρων, όπως προβλέπει η διαδικασία. Περαιτέρω, παρόλο που η αιτήτρια ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήλικη, δεν ορίστηκε Παιδίατρος στην Επιτροπή Αξιολόγησης, με αποτέλεσμα αυτή να αντιμετωπιστεί ως ενήλικας, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και των δικαιωμάτων του παιδιού. Όσον αφορά στον ισχυρισμό περί παραβίασης του οικείου θεσμικού πλαισίου, η κα Μάρκου υποβάλλει ότι, κατά παράβαση των προνοιών της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 79.926, ημερ. 14.12.2015, η δεύτερη Επιτροπή Αξιολόγησης που συστάθηκε αποτελούνταν από ιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων από αυτές της πρώτης Επιτροπής, χωρίς καμία αιτιολόγηση προς τούτο.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την περίπτωση στοιχεία, και κατ’ ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στη Διοίκηση ο Νόμος, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της, αλλ’ ούτε και υπήρξε είτε κατάχρηση εξουσίας, είτε παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και της εύρυθμης λειτουργίας της Διοίκησης, ως η αιτήτρια διατείνεται.
Επισημαίνουν οι καθ’ ων η αίτηση, δια του δικογράφου της ενστάσεώς τους, ότι η λειτουργία των Επιτροπών Αξιολόγησης του Τμήματος βασίζεται στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 79.925, ημερ. 14.12.2015, η οποία και αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των Κέντρων Αξιολόγησης Αναπηρίας και καθορίζει τον τρόπο σύνθεσης, συγκρότησης και λειτουργίας των εν λόγω Επιτροπών. Περαιτέρω, στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση αναφέρονται και επισυνάπτονται ως παράρτημα τα πιστοποιητικά που λήφθηκαν υπόψη κατά την αξιολόγηση της περίπτωσης της αιτήτριας, καθώς και σημείωμα καταγραφής της αξιολογητικής διαδικασίας που ακολουθούν τα Κέντρα Αξιολόγησης Αναπηρίας.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προέχει, ως ζήτημα δημοσίας τάξεως που εξετάζεται κατά προτεραιότητα, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί πάσχουσας σύνθεσης και/ή συγκρότησης της Επιτροπής Αξιολόγησης που επανεξέτασε την αιτήτρια στις 12.5.2022 (Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 Α.Α.Δ. 242). Τυχόν διαπίστωση προβλήματος, ανατρέχει στη ρίζα της νομιμότητας της ίδιας της τελικής, προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αυτήν άκυρη (Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Α.Ε. 29/2011, ημερ. 21.7.2016, Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 3 Α.Α.Δ. 130).
Εν προκειμένω, ως και οι ίδιοι οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 79.926, ημερ. 14.12.2015, εγκρίθηκε η Πρόταση και τέθηκε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των νέων Κέντρων Αξιολόγησης Αναπηρίας του Τμήματος (παράρτημα Στ στο δικόγραφο της ένστασης).
Στο παράρτημα 3 της σχετικής εγκριθείσας Πρότασης προς το Υπουργικό Συμβούλιο, προβλέπονται οι όροι λειτουργίας των Επιτροπών Αξιολόγησης και των Κέντρων Αξιολόγησης Αναπηρίας του Τμήματος. Σύμφωνα με την παράγραφο 15 του παραρτήματος 3, αιτητής που διαφωνεί με τη γνωμάτευση της Επιτροπής Αξιολόγησης και την απόφαση του Τμήματος που στηρίχθηκε στην εν λόγω γνωμάτευση, μπορεί να υποβάλει ένσταση προς το Τμήμα και να αιτηθεί επαναξιολόγησης. Σε αυτή την περίπτωση, ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 15 ότι η επαναξιολόγηση «διενεργείται από άλλη Επιτροπή Αξιολόγησης με σύνθεση διαφορετικών Αξιολογητών, των ίδιων όμως ειδικοτήτων με την πρώτη Επιτροπή, εκτός κι αν συντρέχει ειδικός λόγος διαφοροποίησης της σύνθεσης των απαιτούμενων ειδικοτήτων». Εντούτοις, στην υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώνεται ότι κατά την επανεξέταση ημερομηνίας 12.5.2022, η Επιτροπή Αξιολόγησης αποτελούνταν από ιατρούς-αξιολογητές διαφορετικής ειδικότητας από αυτήν των ιατρών-αξιολογητών της πρώτης Επιτροπής, κατά παράβαση της πιο πάνω πρόνοιας. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την πρώτη αξιολόγηση, εξέτασαν την αιτήτρια και αξιολόγησαν την κατάστασή της ένας ωτορινολαρυγγολόγος και ένας παθολόγος, κατά τη δεύτερη αξιολόγηση η αιτήτρια εξετάστηκε από δυο ωτορινολαρυγγολόγους. Ούτε και αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε λόγος για αυτή την διαφοροποίηση, ως προβλέπεται στην πιο πάνω πρόνοια της παραγράφου 15. Επί των πιο πάνω, και παρόλο που ρητά και με σαφήνεια τέθηκε το θέμα από τη συνήγορο της αιτήτριας, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ουδέν αντέταξε.
Κατά συνέπεια, στοιχειοθετείται ζήτημα πάσχουσας σύνθεσης της δεύτερης Αξιολογητικής Επιτροπής, η οποία αναπόφευκτα επιδρά στο κύρος και τη νομιμότητα της τελικής επίδικης απόφασης.
Επιπρόσθετα, όμως, ζήτημα προκύπτει και ως προς τη δοθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έχει ήδη προεκτεθεί η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτή περιλήφθηκε στην επίδικη επιστολή προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 20.5.2022. Στην εν λόγω απόφαση, γίνεται αναφορά τόσο στον ορισμό του όρου «άτομο με αναπηρία»[1], εντός του οποίου κρίθηκε ότι δεν εμπίπτει η αναπηρία της αιτήτριας, όσο και στην Έκθεση του Ολοκληρωμένου Πορίσματος Αξιολόγησης της αιτήτριας (παράρτημα Δ στο δικόγραφο της ένστασης). Το πρώτο που παρατηρώ, είναι η αυτολεξεί παράθεση μέρους του υπό του Νόμου προβλεπόμενου συγκεκριμένου ορισμού ως αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Αυτή η αιτιολογία, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής, σύμφωνα και με το άρθρο 28(2) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-
«(2) Δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία η αναφορά στην απόφαση γενικών χαρακτηρισµών που µπορούν να εφαρµοστούν και να ισχύουν για κάθε περίπτωση ούτε η απλή αναφορά των γενικών όρων του νόµου που µπορούν να τύχουν εφαρµογής σε οποιαδήποτε περίπτωση.».
Περαιτέρω, όσον αφορά το Ολοκληρωμένο Πόρισμα Αξιολόγησης της αιτήτριας, ημερομηνίας 12.5.2022, το οποίο επισυνάπτεται στην επιστολή ημερομηνίας 20.5.2022 ως μέρος της επίδικης απόφασης (Ερ. 44 στον διοικητικό φάκελο), καταγράφονται χειρόγραφα και ιδιαίτερα δυσχερώς στην ανάγνωσή τους, οι παρατηρήσεις των δυο ιατρών, οι οποίοι αξιολόγησαν τις βλάβες ως προς τις σωματικές λειτουργίες και δομές της αιτήτριας και κατέληξαν στη διαπίστωση περί μέτριας αναπηρίας της.
Είναι σαφές ότι τα πιο πάνω από μόνα τους δεν συνιστούν επ’ ουδενί επαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης. Συνεπώς, και δεδομένου ότι η αιτιολογία της πράξης δύναται να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999), αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι αν πράγματι, στην υπό κρίση περίπτωση η αιτιολογία της απόφασης συμπληρώνεται πράγματι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και γενικότερα από το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων, κατά τρόπο ικανοποιητικό και/ή επαρκή.
Συναφώς, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στο παράρτημα Ε του δικογράφου της ένστασης και στο εκεί περιεχόμενο πρακτικό αξιολόγησης της Αξιολογητικής Επιτροπής (Ερ. 50-49 του διοικητικού φακέλου), ανέφερε αυτολεξεί τα εξής στην παράγραφο 5 της ένστασης:
«Σύμφωνα με την αξιολογητική επιτροπή πρόκειται για μονόπλευρη βαρηκοΐα στο δεξιό αυτί ενώ στο αριστερό αυτί η ακουστική οξύτητα είναι φυσιολογική. Ως εκ τούτου, η ακουστική αναπηρία δεν μπορεί να πιστοποιηθεί ως σοβαρή αλλά ως μέτρια. Συγκεκριμένα οι βλάβες ήχων στην εντόπιση της ηχητικής πηγής και διάκριση της ομιλίας κρίνονται ως μέτριες και όχι ως σοβαρές δεδομένου του γεγονότος ότι αφορούν μόνο το ένα αυτί».
Ωστόσο, τα όσα ανέφερε η κα Ιακωβίδου διαφοροποιούνται από τα όσα πράγματι καταγράφονται χειρόγραφα στις παρατηρήσεις της Αξιολογητικής Επιτροπής:
«Η κύρια αναπηρία του αιτητή πιστοποιείται σε:
Τύπος αναπηρίας: Βαρηκοΐα ΔΕ Έκταση: Μέτρια
Για τους εξής λόγους: Η Μ. έχει μονόπλευρη Βαρηκοΐα (ΔΕ) δεν φέρει αυτή την περίοδο ακουστικά (όπως αναφέρει από 2018). Η ομιλητική έγινε 2022 χωρίς βοήθημα. Η μονόπλευρη βαρηκοΐα δυσχεραίνει την ποιότητα ζωής αλλά δεν εμποδίζει την ικανότητα επικοινωνίας και επίτευξης στόχων.».
Θα μπορούσε βεβαίως να λεχθεί ότι, πράγματι, τα αμέσως πιο πάνω αποκαλύπτουν μια στοιχειώδη διασύνδεση και/ή αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ευρημάτων των αξιολογούντων ιατρών και της διαπίστωσης περί μέτριας ανικανότητας της αιτήτριας. Ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών και του ιστορικού της περίπτωσης, η αξιολόγηση της Επιτροπής θα έπρεπε και μπορούσε να είναι πιο ενδελεχής και εμπεριστατωμένη για σκοπούς διενέργειας του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Ούτε και η γνωμάτευση της Επιτροπής Αξιολόγησης (Ερ. 48-45) δύναται να ενισχύσει περαιτέρω την διενεργηθείσα αξιολόγηση ως προς την επάρκεια της αιτιολόγησής της, με αποτέλεσμα να μην συμπληρώνεται δεόντως η αιτιολογία της επίδικης απόφασης.
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι κατά πάγια νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από τον διοικητικό φάκελο επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Στην Σωτήρη Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 37/2016, ημερ. 6.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C194, τονίστηκε ότι είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων, αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση.
Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει την πραγματική και νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης και/ή να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη και το προϊόν δέουσας έρευνας. Όπως τονίστηκε στην Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185). Το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραπομπή από τους καθ' ων η αίτηση σε στοιχεία εντός του εν λόγω φακέλου, προκειμένου να διαπιστώσει την επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης (βλ. και Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, όπου, με αναφορά στη Συμεωνίδου, ανωτέρω, τονίστηκε εκ νέου ότι δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου, για να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη).
Συναφώς, θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι ούτε και τα όσα αναφέρονται από τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση στην παράγραφο 7 της ένστασης δύνανται να διαφοροποιήσουν τα πράγματα, ούτε και να συμπληρώσουν την δοθείσα αιτιολογία της πράξης, καθότι οι εν λόγω ισχυρισμοί συνιστούν απόπειρα εισαγωγής αιτιολογίας εκ των υστέρων, η οποία βεβαίως και είναι ανεπίτρεπτη. Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία της διοικητικής πράξης θα πρέπει να δίδεται κατά το χρόνο λήψης και/ή έκδοσης της εν λόγω πράξης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση και γενικότερα ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους δικηγόρους δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Ελπινίκη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4104, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 565, Χριστίνα Τσιαντή κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 Α.Α.Δ. 824). Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο 7, κατά την αξιολόγηση της αιτήτριας λήφθηκαν υπόψη και σχετικά πιστοποιητικά (παράρτημα Ζ στην ένσταση), ενώ ακολουθήθηκε η αξιολογητική διαδικασία που εφαρμόζουν τα Κέντρα Αξιολόγησης Αναπηρίας, ως αυτή καταγράφεται σε σχετικό σημείωμα (παράρτημα Η στην ένσταση). Ωστόσο, από τα ενώπιον μου τεθέντα, δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά ήσαν ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση κατά το χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης και, εν πάση περιπτώσει, από πουθενά δεν προκύπτει πώς αυτά λήφθηκαν υπόψη και/ή αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο διαμόρφωσης της επίδικης κρίσης. Έτι δε περαιτέρω, και χωρίς να έχω λόγο να το αμφισβητήσω, από κανένα στοιχείο που τέθηκε ενώπιον μου δεν προκύπτει η υπαγωγή της περίπτωσης της αιτήτριας στη μεθοδολογία και στα όσα καταγράφονται στο σημείωμα του παραρτήματος Ζ σε σχέση με την αξιολογητική διαδικασία που ακολουθούν τα Κέντρα Αξιολόγησης Αναπηρίας: με άλλα λόγια, δεν προκύπτει με την κατάλληλη υπαγωγή των γεγονότων της περίπτωσης, πώς εφαρμόστηκε η υπό αναφορά αξιολογητική διαδικασία κατά την εξέταση της αιτήτριας.
Η σαφής και επαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ώστε να προκύπτει κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο και να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, είναι απαραίτητη. Θα πρέπει, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης και να τίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια τα κριτήρια, βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε να καθίσταται αντιληπτός ο συλλογισμός του αποφασίζοντος οργάνου και ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023, Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Εν προκειμένω, η δοθείσα αιτιολογία κρίνεται ως μη επαρκής, εφόσον δεν ανταποκρίνεται κατά τρόπο ικανοποιητικό στις πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποβαίνουν καθοριστικές για την έκβαση της υπό κρίση προσφυγής.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α..
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου, «άτοµο µε αναπηρία», για τους σκοπούς της νοµοθεσίας, σηµαίνει πρόσωπο το οποίο έχει µακροχρόνιες σωµατικές, πνευµατικές, διανοητικές ή αισθητηριακές διαταραχές, οι οποίες, κατά την αλληλοεπίδρασή τους µε διάφορα εµπόδια, δυνατό να εµποδίσουν την πλήρη και αποτελεσµατική συµµετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση µε άλλους και το οποίο πιστοποιείται ως πρόσωπο µε σοβαρή ή ολική αναπηρία από το Σύστηµα Αξιολόγησης της Αναπηρίας ή να έχει εγκριθεί ως λήπτης δηµόσιου βοηθήµατος ως ανάπηρο άτοµο µε βάση τις διατάξεις του περί ∆ηµόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόµου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, µέχρι να πιστοποιηθεί ως άτοµο µε σοβαρή ή ολική µακροχρόνια σωµατική ή/και πνευµατική ή/και διανοητική ή/και αισθητηριακή αναπηρία από το Σύστηµα Αξιολόγησης της Αναπηρίας, εφόσον κληθεί για πιστοποίηση ή πρόσωπο που πιστοποιείται από το Σύστηµα Αξιολόγησης της Αναπηρίας ως πρόσωπο µε µέτρια νοητική αναπηρία».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο