ELENA SAPIPI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υποθ. Αρ. 152/2023, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ELENA SAPIPI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υποθ. Αρ. 152/2023, 23/3/2026
ELENA SAPIPI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υποθ. Αρ. 152/2023, 23/3/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 152/2023)

 

 23 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

            ELENA SAPIPI                                                                                                   Αιτήτρια

                                                 

                                                  ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,  ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

Κ. Κουπαρή (κα), για Αιτήτρια

Σ. Πλατής, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 17.11.2022, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αιτήτριας για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλους οικογένειας Κύπριου πολίτη, καθότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, «[.] δεν διατηρείτε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο Πολίτη». Καλείτο δε η αιτήτρια όπως διευθετήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή της.

 

Η αιτήτρια, γεννηθείσα κατά το έτος 1956, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά το έτος 2001 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός και στις 6.8.2004, τέλεσε γάμο με Κύπριο πολίτη.

 

Στις 6.9.2007, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση απόκτησης της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής, η οποία απορρίφθηκε από το Τμήμα, λόγω της προηγούμενης παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία, ως αναφέρεται στη σχετική επιστολή που εστάλη στην αιτήτρια, ημερομηνίας 26.8.2011. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή (παράρτημα 5 στην ένσταση), η αιτήτρια είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία συγκεκριμένες χρονικές περιόδους κατά τα έτη 2004, 2008 και 2009.

 

Η αιτήτρια επανήλθε και στις 19.12.2012, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών καθότι, ως αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 1.2.2019 που εστάλη στην αιτήτρια, κρίθηκε ότι δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεση της αιτήτριας για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία.

 

Προηγουμένως, στις 18.11.2015, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε εκδώσει διάταγμα λύσης του γάμου της αιτήτριας με τον προαναφερθέντα Κύπριο πολίτη.

 

Την 21.7.2022, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας προσωρινής παραμονής και απασχόλησης στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη.

 

Η αίτηση απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 17.11.2022, κατά της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 27.1.2023.

 

Η αιτήτρια, όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και/ή μη δεόυσας έρευνας, αλλά και μη επαρκούς αιτιολόγησής της. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι στην περίπτωσή της εφαρμόζεται ο περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισμένων Υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμος (Ν. 7(Ι)/2007), και δη το άρθρο 26(2) αυτού, και συνεχίζει να ισχύει το δικαίωμά της να διαμένει στη Δημοκρατία ως πρώην σύζυγος Κύπριου πολίτη, συναρτάται δε αυτό το δικαίωμα με το δικαίωμα της σε προστασία της οικογενειακής της ζωής. Υποβάλλει συναφώς η συνήγορος της αιτήτριας ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει ότι «από τη στιγμή που αλλοδαπός από τρίτη χώρα παντρεμένος με Ευρωπαίο πολίτη απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα ελεύθερης διακίνησης ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη, το ίδιο δικαίωμα θα πρέπει να απολαμβάνουν και μέλη οικογένειας Κύπριου πολίτη».

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο. Περαιτέρω δε, ούτε και ζήτημα παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος της αιτήτριας υφίσταται, εφόσον αυτή δεν αντλεί οποιοδήποτε δικαίωμα στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

Όπως έχει προαναφερθεί, στην επίδικη επιστολή του Τμήματος προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 17.11.2022, αναφέρεται ότι η αίτησή της ημερομηνίας 21.7.2022 για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη, απορρίφθηκε καθότι αυτή δεν διατηρεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη. Πέραν όμως τούτου, ουδέν. Πουθενά δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, ο λόγος για τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση κατέληξαν σε αυτή την διαπίστωση, ήτοι γιατί έκριναν ότι η αιτήτρια δεν διατηρεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη, αλλ' ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Απουσιάζει, δηλαδή, οποιαδήποτε αναφορά στους πραγματικούς και νομικούς λόγους λήψης της επίδικης κρίσης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αντιληπτό το σκεπτικό και/ή ο συλλογισμός της Διοίκησης και/ή ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης. Βεβαίως δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη και ούτε έχω εύλογη αιτία να αμφισβητήσω το περιεχόμενο του σχετικού υπηρεσιακού σημειώματος ημερομηνίας 17.11.2022 (παράρτημα 11 στην ένσταση), στο οποίο παρατίθεται το ιστορικό της αιτήτριας στη Δημοκρατία, αλλά και του γάμου της με τον Ελληνοκύπριο, μέχρι και την λύση του κατά το έτος 2015. Ωστόσο, και πάλι, δεν επιλύεται το πρόβλημα και δεν απαντάται το ερώτημα της βάσης και/ή αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης.

 

Υπενθυμίζεται ότι αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι γιατί η αιτήτρια δεν αντλεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη και όχι η γνησιότητα του γάμου της με τον προαναφερθέντα Ελληνοκύπριο.

 

Ούτε βεβαίως και τα όσα παραθέτει ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση προς ενίσχυση της δοθείσας αιτιολογίας μπορούν πληρώσουν το υφιστάμενο κενό αιτιολόγησης: κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία της διοικητικής πράξης θα πρέπει να δίδεται κατά το χρόνο λήψης και/ή έκδοσης της εν λόγω πράξης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση και γενικότερα ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους δικηγόρους δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Ελπινίκη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4104, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 565, Χριστίνα Τσιαντή κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 Α.Α.Δ. 824).

 

Εν προκειμένω, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι πρόκειται για μια παντελώς αναιτιολόγητη απόφαση, της οποίας είναι ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999, πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Θα πρέπει, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω). Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ούτως ώστε να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιων πραγματικών γεγονότων και νομοθετικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).

 

Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι κατά τη νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από τον διοικητικό φάκελο επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο. Στην Σωτήρη Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 37/2016, ημερ. 6.6.2023, τονίστηκε ότι είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων, αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση.

 

Η ανάγκη για σαφή και επαρκή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης και να τίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και να αποκαλύπτεται η επάρκεια της διενεργηθείσας έρευνας. Αυτό δεν έγινε στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει την πραγματική και νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης και/ή να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη και το προϊόν δέουσας έρευνας. Όπως τονίστηκε στην Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185). Το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραπομπή από τους καθ' ων η αίτηση σε στοιχεία εντός του εν λόγω φακέλου, προκειμένου να διαπιστώσει την επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης (βλ. και Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, όπου, με αναφορά στη Συμεωνίδου, ανωτέρω, τονίστηκε εκ νέου ότι δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου, για να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη). Εν προκειμένω, δεν έγινε από τους καθ' ων η αίτηση παραπομπή σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή/και έγγραφο του διοικητικού φακέλου που να στοιχειοθετεί τη νομική και πραγματική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν πάση δε περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, ουδόλως διαφοροποιούν τα πράγματα και ουδόλως μπορούν να καλύψουν την πλήρη απουσία αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αλλά μάλλον συνιστούν αποτυχημένη απόπειρα εισαγωγής αιτιολογίας εκ των υστέρων, η οποία βεβαίως και είναι ανεπίτρεπτη (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην C. LIASIDES EXHIBITIONWISE LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 230/2018, ημερ. 9.9.2022, MENDEL CENTER FOR BIOMEDICAL SCIENCES ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 412/2018, ημερ. 10.5.2022 και Μ.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1038/2020, ημερ. 22.9.2023).

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια προσέγγιση ακολούθησε το Δικαστήριο τούτο πρόσφατα, στην J.W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 935/2022 (i-Justice), ημερ. 14.1.2025, στην M.M.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2142/2022 (i-Justice), ημερ. 24.6.2025, αλλά και και ακόμα πιο πρόσφατα στις Majet Estanboli Kalaz ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2138/2023, ημερ. 13.1.2026 και Ε.Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2253/2022 (i-Justice), ημερ. 23.10.2025, σε υποθέσεις με παρόμοια γεγονότα με αυτά της παρούσας περίπτωσης, όπου διαπιστώθηκε βάσιμος λόγος ακύρωσης σε σχέση με την δοθείσα αιτιολογία. Έφεση κατ' αυτών των αποφάσεων δεν ασκήθηκε.

 

Καταλήγω, λοιπόν, ότι υφίσταται εν προκειμένω σαφές κενό αιτιολόγησης, που αναπόφευκτα επιδρά στο κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς να απαιτείται η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο