MD JAHIDUL ISLAM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 768/2023, 24/3/2026
print
Τίτλος:
MD JAHIDUL ISLAM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 768/2023, 24/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 768/2023)

 

24 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                         MD JAHIDUL ISLAM

                                                                             Αιτητής

                                                    ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Α. Αλεξάνδρου, για Αιτητή

Κ. Χριστοφή (κα), για Γενικό Εισαγγελέα  της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής, υπήκοος Μπαγκλαντές, προσβάλλει ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 17.3.2023 και σύμφωνα με την οποία απερρίφθη το αίτημά του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Ο αιτητής, γεννηθείς κατά το έτος 1981, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, κατά το έτος 2004 και στις 28.7.2004, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση σε αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στον αιτητή παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής ως αιτητή ασύλου, με ισχύ μέχρι τις 28.3.2006.

 

Στις 3.11.2008, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με Ευρωπαία πολίτη (Βουλγάρα υπήκοο) και εν συνεχεία, στις 12.6.2009, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτου. Η αίτηση απορρίφθηκε, καθότι ο αιτητής, ως αναφέρεται στην επιστολή της απορριπτικής απόφασης, ημερομηνίας 24.8.2010 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), δεν εργαζόταν στον εργοδότη που είχε δηλώσει στην αίτησή του. Μετά την απόρριψη της αίτησής του, ο αιτητής συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Στις 20.7.2011, ο αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή και εργασία. Το ίδιο δε συνέβη και αργότερα, στις 7.9.2014, όταν αυτός συνελήφθη από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Πάφου για παράνομη εργοδότηση άλλου αλλοδαπού (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης).

Στις 12.12.2018, ο αιτητής, ο οποίος από το έτος 2011 και εντεύθεν, αφού εξασφάλισε σχετική άδεια παραμονής, βρίσκεται στη Δημοκρατία ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης, διενεργήθηκε έρευνα από τους καθ’ ων η αίτηση και διαπιστώθηκε ότι στο παρελθόν ο αιτητής είχε απασχολήσει την Αστυνομία και κατηγορηθεί για τα πιο πάνω αδικήματα. Στις 22.6.2022, υποβλήθηκε σχετική Υπηρεσιακή Έκθεση προς τον Υπουργό Εσωτερικών, από Λειτουργό του Τμήματος που εξέτασε την περίπτωση του αιτητή, δια της οποίας υποβαλλόταν η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης.

 

Η πιο πάνω εισήγηση έγινε δεκτή και η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 17.1.2023, ο δε αιτητής ενημερώθηκε σχετικώς με την επίδικη επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 17.3.2023. Ως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, η αίτηση απορρίφθηκε, καθότι ο αιτητής δεν πληρούσε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), δηλαδή δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αιτητής είναι άτομο καλού χαρακτήρα, αφού στο παρελθόν είχε απασχολήσει την Αστυνομία.

Κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή, στις 16.5.2023.

 

Εν πρώτοις, εγείρεται ζήτημα αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση ή/και απουσίας έγγραφης καταχώρησης λήψης της επίδικης απόφασης υπό του του αρμοδίου οργάνου, ήτοι του Υπουργού Εσωτερικών («ο Υπουργός»).

 

Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, βρίσκονται ισχυρισμοί περί διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, αλλά και εμφιλοχώρησης πλάνης στη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Εντός αυτού του πλαισίου εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πεπλανημένα και χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα απέρριψαν την αίτηση του αιτητή, χωρίς να έχουν εξετάσει ποιο ήταν το αποτέλεσμα της ποινικής δίωξης κατά του αιτητή και/ή κατά πόσον ο αιτητής καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για τα προαναφερθέντα αδικήματα, επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση ότι αυτός δεν είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα.

 

Επιπρόσθετα, ο κ. Αλεξάνδρου ισχυρίζεται ότι έχει κλονιστεί το τεκμήριο υπέρ της καλόπιστης ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης: και τούτο, κατά τη σχετική εισήγηση, καθότι υπάρχει κατ’ επανάληψη ασυμφωνία των αναφορών που γίνονται μέσα στην υπηρεσιακή έκθεση που υποβλήθηκε στον Υπουργό. Αντίθετα, ως υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, ενώ υπήρχε εν προκειμένω σωρεία στοιχείων που συνηγορούσαν υπέρ της έγκρισης της αίτησης του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση πεπλανημένα έκριναν ότι δεν υφίστατο οποιοσδήποτε λόγος για την πολιτογράφησή του.

 

Περαιτέρω, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι πουθενά στο Νόμο δεν βρίσκει έρεισμα η αναφορά των καθ’ ων η αίτηση ότι ο αιτητής θα πρέπει να είναι άτομο καλού χαρακτήρα πέραν πάσης αμφιβολίας. Πρόκειται, κατά τον κ. Αλεξάνδρου, για έναν αδικαιολόγητο περιορισμό, ο οποίος στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος. Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του, ο συνήγορος του αιτητή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην Rosy Oolad v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 730/2019, ημερ. 27.6.2022.

 

Τέλος, προωθείται και ο ισχυρισμός περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, η οποία καθιστά ανέφικτη τη διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε δε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν διαπιστώνεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, αλλ’ ούτε παραβίαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά του αιτητή, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη.

 

Τονίζει, μεταξύ άλλων, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση ότι το ζήτημα της παραχώρησης υπηκοότητας σε αλλοδαπό, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους, ως έκφανση της άσκησης την κρατικής του κυριαρχίας και, εφόσον η Διοίκηση ενεργεί καλόπιστα, η κρίση της ως προς την έγκριση ή απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος, αναγνωρίζεται κατά τα λοιπά ως απόλυτη. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν καλόπιστα και καθόλα ορθά κατέληξαν στην απόρριψη της αίτησης του αιτητή, στηριζόμενοι στη διαπίστωση ότι αυτός δεν πληρούσε τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, ήτοι αυτές του Νόμου, και αφού προηγουμένως διενήργησαν τη δέουσα έρευνα και αιτιολόγησαν πλήρως την απόφασή τους. Η δε αιτιολογία, συνεχίζει η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, συμπληρώνεται από τα στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου. Προβάλλουν επίσης οι καθ’ ων η αίτηση ότι, κατά το στάδιο της εξέτασης της αίτησης του αιτητή, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι που δεν συνηγορούσαν υπέρ της παραχώρησης υπηκοότητας σε αυτόν.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Εν πρώτοις, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση: στο παράρτημα 7 της ένστασης και στην εκεί περιεχόμενη υποβληθείσα προς τον Υπουργό υπηρεσιακή έκθεση, εκτίθεται ξεκάθαρα, στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας αυτής, το όνομα και η υπογραφή του Υπουργού, καθώς και, αμέσως πάνω από την υπογραφή, χειρόγραφα η λέξη «απορρίπτεται» και η ημερομηνία λήψης της απόφασης (17.1.2023).  Συνεπώς, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι, πράγματι, η επίδικη απόφαση λήφθηκε από το αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο, ήτοι τον Υπουργό.

 

Στο άρθρο 111 του Νόμου προβλέπεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να χορηγήσει πιστοποιητικό πολιτογράφησης σε οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα, «ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα».

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου, που τιτλοφορείται «Προσόντα για Πολιτογράφηση», και στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 111 του Νόμου-

 

«1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα: 

[…]

(γ) είναι καλού χαρακτήρα [.].».

 

Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι, από την προεκτεθείσα διάταξη, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, η οποία πλειστάκις επιβεβαιώθηκε σε επίπεδο Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, αναφορικά με την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της. Πράγματι, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και επομένως το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat  v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Αυτός είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224). Στην ISSA E.E.ALYATIM ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 33/11, ημερ. 25.10.2016, τονίστηκε ότι το δικαίωμα αλλοδαπού να αποταθεί για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, δεν συνεπάγεται και απόλυτο δικαίωμα απόκτησης της υπηκοότητας και ότι, εφόσον η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν δύναται να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Κατά τα λοιπά, η κάθε υπόθεση εξετάζεται επί των γεγονότων της. Όπως τονίστηκε στην Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/12, ημερ. 24.10.2018, με αναφορά και στην Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005)  3 Α.Α.Δ. 307, εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας να επιλέξει τα άτομα στα οποία θα παράσχει την υπηκοότητά της, αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη, το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman, ανωτέρω). 

 

Συνεπώς, αυτό που εξετάζεται σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση είναι το κατά πόσον, η Διοίκηση κατά την ενάσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, ενεργεί καλόπιστα.

 

Εν προκειμένω, όπως έχει προαναφερθεί, οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση του αιτητή, καθότι αυτός είχε απασχολήσει στο παρελθόν την Αστυνομία για τα αδικήματα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και παράνομης απασχόλησης, χωρίς άδεια εργασίας, κατά τα έτη 2010 και 2011 αντίστοιχα, και της παράνομης εργοδότησης, κατά το έτος 2014, και, συνακόλουθα, κρίθηκε ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111, ήτοι δεν διαπιστώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός είναι άτομο καλού χαρακτήρα. Σχετική είναι η υπηρεσιακή έκθεση που υποβλήθηκε στον Υπουργό, ημερομηνίας 22.6.2022 (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης). Περαιτέρω, τα πιο πάνω προκύπτουν και από σχετική κατάθεση Αστυφύλακα της ΥΑΜ Πάφου, ημερομηνίας 20.7.2011, σχετικά μηνύματα της Αστυνομίας, ημερομηνίας 20.7.2011 και 7.9.2014, αντίστοιχα και δυο επιστολές προς τον Διοικητή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 22.11.2011 και 15.9.2014, αντίστοιχα (παράρτημα 4 στην ένσταση). Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο αιτητής αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνονται αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή ως προς την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την προϋπόθεση του καλού χαρακτήρα: ζητούμενο για τη Διοίκηση σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, είναι ο καλός χαρακτήρας του αιτούντος, ως κριτήριο που προβλέπεται ρητά στο Νόμο για σκοπούς παροχής υπηκοότητας και το οποίο δεν μπορεί να συναρτάται αποκλειστικά με το κατά πόσον τού επιβλήθηκε τελικά ποινή για τα υπ’ αυτού διαπραχθέντα αδικήματα, όπως επιχειρεί να πράξει η πλευρά του αιτητή. Το γεγονός ότι για τα πιο πάνω αδικήματα επιβλήθηκαν όροι στον αιτητή, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος, και όχι ποινή, δεν οδηγεί άνευ ετέρου στη διαπίστωση ότι ο αιτητής πληροί το κριτήριο του καλού χαρακτήρα. Εξάλλου, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής δεν σεβάστηκε τους νόμους της Δημοκρατίας, εισήλθε και παρέμεινε στη χώρα παράνομα, όπως παράνομα εργάστηκε σε αυτήν κατά το έτος 2011 και εργοδότησε άλλο πρόσωπο κατά το έτος 2014.

Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι ακόμα και η υφ' ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes, ανωτέρω) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66 και Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009). Πόσω δε μάλλον, όταν διαπιστώνεται ότι τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα προσόντα δεν πληρούνται από τον αιτούντα, ως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Επισημαίνεται περαιτέρω αυτό που χαρακτηριστικά λέχθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Eddine v. Δημοκρατία (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, ότι δηλαδή ακόμη και γενικές ενδείξεις μπορούν δικαιολογημένα να αιτιολογήσουν αρνητική απόφαση, η όποια δε αμφιβολία επενεργεί υπέρ της Δημοκρατίας, στα πλαίσια του προεξάρχοντος κυριαρχικού της δικαιώματος να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν  στο έδαφος της (Moyo v. Republic (1988) 3 C.L.R. 1203, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Svetoslav Stoyanov v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 718/2012, ημερ. 26.2.2014, ECLI:CY:AD:2014:D151 και Anghel Viorel v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1064/2012, ημερ. 20.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:D338). Εν προκειμένω, η διάπραξη των προαναφερθέντων αδικημάτων εκ μέρους του αιτητή συνιστά ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο όχι μόνο δύναται, αλλά και απαιτείται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του, υπό του Νόμου προβλεπόμενου, στοιχείου του καλού χαρακτήρα του αιτούντος πολιτογράφηση. Ο δε Υπουργός, πέραν από τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος, εξετάζει το δημόσιο συμφέρον και συνεκτιμά όλα τα ενώπιόν του στοιχεία, για να κρίνει αν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της πολιτείας. Πάντοτε μέσα στα πλαίσια του δικαιώματος κάθε κυρίαρχου κράτους να επιλέγει τους πολίτες του. Δεν επαρκεί μόνο να συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου (S.R. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 804/2021, ημερ. 9.12.2024). Εν προκειμένω, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, ως και αυτό της παράνομης απασχόλησης και εργοδότησης, σαφώς και συνιστούν  παράγοντες που, σύμφωνα και με τη νομολογία (Ήρωα, ανωτέρω, L.C.W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1343/2022 (i-Justice), ημερ. 7.4.2025), επιβάλλεται να διερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση στην τελική της κρίση επί αιτήσεων πολιτογράφησης, πέραν από τη διερεύνηση άλλων λόγων που ενδεχομένως να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή (βλ. και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην Iyad K. H. Aljaiab v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 734/2022 (i-Justice), ημερ. 10.11.2025). Το κράτος οφείλει μεν να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κάθε αίτησης, στη βάση όμως ομοιόμορφης πολιτικής, μετά από συνολική έρευνα, τόσο των προσωπικών συνθηκών ενός εκάστου αιτητή, περιλαμβανομένου και του μεταναστευτικού του προφίλ και της εξακρίβωσης των τυπικών προσόντων παραμονής (Wang v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1301/2017, ημερ. 28.11.2019).

 

Υπό το φως των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω και έχοντας βεβαίως ως αφετηρία ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης, τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή στη γραπτή του αγόρευση, ουδόλως μπορούν να προσθέσουν στην επιχειρηματολογία του περί απόφασης παράνομης και/ή πεπλανημένης, ενώ ούτε και εντοπίζεται κενό έρευνας. Ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος και δε διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στην τελική τους κατάληξη. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή καθίστανται αβάσιμοι και απορριπτέοι

 

Ούτε κενό έρευνας εντοπίζεται, ούτε και, συνακόλουθα, η εμφιλοχώρηση οποιασδήποτε πλάνης. Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατ' ορθήν ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, διενεργώντας τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης. Τα όσα δε αναφέρει η πλευρά του αιτητή, καθώς και η σχετική επιχειρηματολογία που προβάλλεται, δεν μπορούν να ανατρέψουν τα προηγηθέντα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έχουν προεκτεθεί, ούτε και τη διακριτική εξουσία της Διοίκησης, ως αυτή έχει εξηγηθεί ανωτέρω, η οποία και ασκήθηκε σύννομα και ορθά. Προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα παραρτήματα της ένστασης, ότι οι καθ' ων η αίτηση διενήργησαν ενδελεχή και, εν πάση περιπτώσει, επαρκή και/ή τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ενώπιον δε των καθ' ων η αίτηση είχαν τεθεί όλα τα απαιτούμενα και/ή σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η έρευνα αυτή να τεκμαίρεται ότι υπήρξε πλήρης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η μορφή της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Oleg Nagorny, ανωτέρω).

 

Περαιτέρω, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησής της. Εξετάζοντας την, περιεχόμενη στην επίδικη επιστολή, ημερομηνίας 17.3.2023, απόφαση, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270 L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Στην εν λόγω απόφαση, περιέχεται η νομική βάση, το σκεπτικό και οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή. Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, από τα οποία προκύπτουν με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης της αίτησής του από τη Διοίκηση (Σανταφιανός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 108/2015, ημερ. 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C227, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).

 

Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που έχει η Διοίκηση κατά την εξέταση αιτήσεως ως η υπό κρίση, καταλήγω ότι και στην παρούσα περίπτωση, οι προεκτεθείσες πληροφορίες που είχαν ενώπιον τους οι καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με το μεταναστευτικό ιστορικό και/ή τη συμπεριφορά του αιτητή κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία, αποτελούν επαρκή νομιμοποιητική βάση για την απόρριψη του αιτήματός του, εφαρμόζοντας εν προκειμένω τις διατάξεις του άρθρου 1 του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου.

 

Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κακόπιστα και δεν διαπιστώνεται να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη στην κρίση τους.

 

Τέλος, και προς ολοκλήρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ούτε η υπό του συνηγόρου του αιτητή επίκληση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην Oolad, ανωτέρω, μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην όλη επιχειρηματολογία του, ούτε και να διαφοροποιήσει την κατάληξή μου επί της παρούσας, τα δεδομένα της οποίας σαφώς και διαφοροποιούνται από αυτά της εν λόγω υπόθεσης: σε εκείνη την υπόθεση, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, καταλυτικό ρόλο στην απόφαση του Δικαστηρίου να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, διαδραμάτισε η πρόδηλη ασυνέπεια των καθ’ ων η αίτηση ως προς τους λόγους απόρριψης της αίτησης της αιτήτριας, η οποία απέληξε στη διαπίστωση περί πάσχουσας αιτιολογίας της απορριπτικής απόφασης. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την εν λόγω απόφαση (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):

 

«Το πρώτο που θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η δοθείσα αιτιολογία, όπως περιέχεται στην επίδικη επιστολή προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 5.3.2019, είναι προδήλως ανεπαρκής, μη δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον δεν προκύπτει στη βάση ποιων στοιχείων οι καθ' ων η αίτηση κατέληξαν στην κρίση ότι δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η αιτήτρια είναι άτομο καλού χαρακτήρα. Πέραν όμως τούτου, η δοθείσα αιτιολογία, έτσι όπως αποτυπώνεται στην επίδικη επιστολή, πάσχει και ως εκ του λόγου ότι δεν ανταποκρίνεται στο ίδιο το γράμμα του Νόμου αναφορικά με την υπό συζήτηση προϋπόθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1(γ) του άρθρου 1 του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου: αυτό που προβλέπεται ως απαιτούμενη προϋπόθεση στη συγκεκριμένη διάταξη είναι όπως ο αλλοδαπός που αιτείται πολιτογράφηση, «είναι καλού χαρακτήρα», χωρίς οποιοδήποτε περαιτέρω περιορισμό ή/και συγκεκριμενοποίηση. Ωστόσο, οι καθ' ων η αίτηση, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά ένα εξωγενές ποσοτικό κριτήριο, έκριναν ότι η αιτήτρια δεν είναι «πέραν πάσης αμφιβολίας» άτομο καλού χαρακτήρα. Πουθενά ο Νόμος δεν απαιτεί την πέραν πάσης αμφιβολίας διαπίστωση της Διοίκησης περί του καλού χαρακτήρα του αιτούντος πολιτογράφηση.

 

Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμα και αν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα αμέσως πιο πάνω δεν επιδρούν καταλυτικά στην εγκυρότητα της τελικής απόφασης, εφόσον αφορούν στα υπό του Νόμου προβλεπόμενα τυπικά προσόντα πολιτογράφησης, η κατοχή των οποίων δεν οδηγεί στην άνευ ετέρου έγκριση αιτήματος για πολιτογράφηση, διαπιστώνεται και έτερο πρόβλημα όσον αφορά στην αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, ούτως ώστε εύλογα να τίθεται ζήτημα καλόπιστης ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, στο Σημείωμα προς τον Υπουργό, ημερομηνίας 9.11.2018, παρατίθενται ως λόγοι της εισήγησης περί απόρριψης του αιτήματος της αιτήτριας για πολιτογράφηση το ότι (α) η αιτήτρια επανειλημμένα απασχόλησε τις Αρχές με παράνομες δραστηριότητες, (β) δεν σεβάστηκε τους Νόμους της Δημοκρατίας και (γ) η Δημοκρατία δεν έχει όφελος από την πολιτογράφηση της αιτήτριας και ούτε εξυπηρετείται με οποιοδήποτε τρόπο το δημόσιο συμφέρον. Αναφέρεται επίσης στο Σημείωμα ότι η (εκ μέρους της αιτήτριας) «ύπαρξη απλά των τυπικών προσόντων που καθορίζει ο Τρίτος Πίνακας του Νόμου 141(Ι)/2002 δεν πρέπει να εξυπακούει αυτόματα και την έγκριση της αίτησης για Πολιτογράφηση». Ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, τα όσα καταγράφονται στο εν λόγω Σημείωμα, αποτέλεσαν στη συνέχεια το περιεχόμενο της ίδιας της επίδικης απόφασης του Υπουργού.

 

Ωστόσο, και παρά τα ως αμέσως ανωτέρω καταγραφέντα, τα οποία αποτέλεσαν, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση, τους λόγους απόρριψης της αίτησης, στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 5.3.2019, που εστάλη στην αιτήτρια, εκτίθεται ως αιτιολογία απόρριψης της αίτησής της, ένας διαφορετικός λόγος, ο οποίος, σε αντίθεση με την απόφαση του Υπουργού, στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η αιτήτρια δεν πληροί τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και δη αυτό του καλού χαρακτήρα. Συνεπώς, εντοπίζεται ασυμφωνία μεταξύ της ίδιας της επίδικης απόφασης και των όσων περιέχονται στην εν λόγω επιστολή αναφορικά με τους λόγους απόρριψης της αίτησης της αιτήτριας, με αποτέλεσμα το τεκμήριο υπέρ της καλόπιστης ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να έχει κλονιστεί

 

Σαφώς και η παρούσα διαφοροποιείται και τα πιο πάνω δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Ολοκληρώνοντας, τονίζω εκ νέου ότι το υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση ζήτημα, αφορά σε απόρριψη αίτησης απόκτησης της Κυπριακής υπηκοότητας, για το οποίο η νομολογία είναι σαφής, πάγια και διαχρονική, αναγνωρίζοντας την ευρεία ευχέρεια και/ή διακριτική εξουσία της πολιτείας στον τομέα αυτό, ως έκφανση της κυριαρχίας της, και θέτοντας ως μόνη υποχρέωση της πολιτείας, κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας της, να ενεργεί με καλή πίστη.

 

Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι εν προκειμένω οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα, καλόπιστα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος.

 

Συνεπώς, δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο