ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1407/2019
30 Απριλίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 146 και 29 του Συντάγματος
Αναστάσιος Ζωπιάτης κ.α.
(των οποίων τα ονόματα εκτίθενται στον συνημμένο Πίνακα 1)
Αιτητές
Και
Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Αναστασία Παπαμιχαήλ, για Α & Α.Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε,. Δικηγόροι για Αιτητές
Χριστίνα Γεωργίου για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Οι Καθ’ ων η αίτηση ιδρύθηκαν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 (1) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2003 (Ν. 198(Ι)/2003, ως τροποποιήθηκε-εφεξής ο «Νόμος») και, σύμφωνα με το άρθρο 3 (3) του, αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Οι Αιτητές κατά πάντα για την παρούσα προσφυγή ουσιώδη χρόνο υπηρετούσαν ως μέλη του ακαδημαϊκού - διδακτικού προσωπικού (ΔΕΠ) των Καθ' ων η αίτηση στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή και Καθηγητή. Σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας και/ή τους όρους πρόσληψης των Αιτητών (Παράρτημα 2 σε ένσταση Καθ’ ων η αίτηση) προβλεπόταν ότι η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή (ως ήταν τότε) «μπορεί να εγκρίνει την καταβολή ειδικού επιδόματος, μέχρι του ποσού των €11.960,21 το χρόνο σε όσους εκλέγονται στη θέση του Καθηγητή και μέχρι του ποσού των €6.834,40 το χρόνο σε όσους εκλέγονται στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή».
Στους σχετικούς για τους Προϋπολογισμούς των Καθ’ ων η αίτηση νόμους μέχρι και το έτος 2012 επίσης προβλεπόταν ότι το Συμβούλιο των Καθ΄ων η αίτηση μπορεί να εγκρίνει την καταβολή ειδικού επιδόματος για του Καθηγητές και Αναπληρωτές Καθηγητές.
Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέβαλλαν στους Αιτητές το εν λόγω ειδικό επίδομα.
Στον περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2013 [Ν.44(ΙΙ)/2013, εφεξής ο «Νόμος ΠΤΕΠΑΚ 2013»] καθώς και στα μετέπειτα έτη, δεν συμπεριλήφθηκε πρόνοια για την καταβολή του ειδικού επιδόματος ως ίσχυε μέχρι το έτος 2012. Το εν λόγω ετήσιο επίδομα δεν χορηγείτο αυτομάτως με την λήψη ή την κατοχή της βαθμίδας του Καθηγητή ή του Αναπληρωτή Καθηγητή αλλά ήταν δυνητικό και επαφίετο στην διακριτική ευχέρεια της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής και μετέπειτα του Συμβουλίου.
Από το 2013 και μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας, δεν κατεβλήθη το ειδικό επίδομα στους Αιτητές.
Τα πιο πάνω αναφέρονται στην ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση.
Στις 28.12.2018 εξεδόθη η απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Πρ. Αρ. 6182/2013 Χατζηπαναγιώτη κ.α. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (εφεξής η «Πρωτόδικη Χατζηπαναγιώτη κ.α.»). Εκεί αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων (παρατίθεται απόσπασμα πρώτα της απόφασης Έντ. Καλλιγέρου, ΠΔΔ, ως ήταν τότε και ακολούθως του Εντ. Σεραφείμ, ΔΔΔ, ως ήταν τότε):
«Το επίδικο εδώ ειδικό επίδομα, που τερματίστηκε, αποτελούσε μέρος και σημαντικό ποσοστό 12.5% στο ύψος των απολαβών των αιτητών (βλ. αναφορές στο περιεχόμενο διοικητικού φακέλου) και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αφορούσε αμελητέα ή ασήμαντη αποκοπή ή το μη προστατευόμενο από το άρθρο 23 του Συντάγματος «ύψος του μισθού», κατά τον τρόπο και την έκταση που αναλύω ανωτέρω, ή/και «επουσιώδη» σε κάθε περίπτωση περιορισμό, ως στην απόφαση Χαραλάμπους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην απόφαση εκείνη είχαν επιβληθεί βάσει του εκεί νόμου, ποσοστά αποκοπών κλιμακωτά ξεκινώντας από 0%, 1.5%, 2.5% και καταλήγοντας σε 3.5% και επρόκειτο εκτός των άλλων όπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, για έκτακτο μέτρο.
Λαμβάνοντας αυτό το πραγματικό δεδομένο υπόψη στην παρούσα υπόθεση, το σημαντικό (και καθόλου αμελητέο ή ασήμαντο) ποσοστό αποκοπής από τις απολαβές των αιτητών, καθώς και το γεγονός ότι οι λόγοι που επιτρέπονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος για περιορισμό του περιουσιακού αυτού δικαιώματος δεν συνέτρεχαν, αφού όχι μόνο στο άρθρο 122 περί Προϋπολογισμού Νόμου, αλλά ούτε και στον ίδιο τον περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο δεν αναφέρονταν τέτοιοι επιτρεπτοί από το Σύνταγμα λόγοι για τον τερματισμό του ειδικού επιδόματος, (οι περικοπές για λόγους δημοσιονομικής εξυγίανσης ή για άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως η περιστολή των δαπανών του Πανεπιστημίου, για τους οποίους γίνεται λόγος στον διοικητικό φάκελο, δεν περιλαμβάνονται στους επιτρεπτούς περιορισμούς του άρθρου 23 του Συντάγματος), καταλήγω πως ο περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος του 2013 στο μέρος του - άρθρο 122 - που επέβαλλε τον τερματισμό του επίδικου ειδικού επιδόματος των αιτητών, είναι αντισυνταγματικός επειδή καταστρατηγεί το άρθρο 23 του Συντάγματος. Επέβαλε ανεπίτρεπτους, μη προβλεπόμενους στο άρθρο 23 του Συντάγματος, περιορισμούς στο περιουσιακό δικαίωμα των αιτητών.
(….)
(ακολουθεί η ξεχωριστή, επίσης ακυρωτική απόφαση του Εντ. Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε):
Έχοντας υπόψη και τα ανωτέρω νομολογηθέντα, εφαρμοζόμενα στην παρούσα συγκεκριμένη περίπτωση, αποφαίνομαι τα εξής:
- Η επίδικη πρόνοια του άρθρου 122 του Νόμου και η δια της επίδικης απόφασης εφαρμογή της, δεν συνιστά στέρηση, αλλά περιορισμό του δικαιώματος στις απολαβές των αιτητών, αφού η αποκοπή των ειδικών επιδομάτων δεν αποστερεί στην ολότητα τους τις απολαβές των αιτητών, αλλά συνιστά μείωση αυτών.
-Ούτε ο Νόμος, ούτε η αιτιολογική του έκθεση, εμπεριέχουν οποιαδήποτε ειδική επεξήγηση για την θέσπιση της επίδικης πρόνοιας αποκοπών των ειδικών επιδομάτων, ήτοι για το άρθρο 122 του Πρώτου Πίνακα-Δελτία Δαπανών του Νόμου, η οποία να αποδεικνύει υπαρκτή ανάγκη θέσπισης της, πόσον μάλλον τέτοια, να έχει πιεστικό κοινωνικό χαρακτήρα (βλ. απόφαση ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, supra). Αντίθετα, προκύπτει με σαφήνεια από τα γεγονότα, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο είχε εγκρίνει την καταβολή των επίδικων ειδικών επιδομάτων στους αιτητές, έστω με σχετική μείωση 20%, ως οι σχετικές επεξηγήσεις που ρητώς δίνονταν στο αρχικό κείμενο του προς ψήφιση προϋπολογισμού, αλλά και του προηγηθέντος ιστορικού της περίπτωσης (βλ. σχετικές αναφορές στα γεγονότα στο ομόφωνο μέρος της απόφασης στην παρούσα). Η επίδικη πρόνοια στο Νόμο για πλήρη αποκοπή των ειδικών επιδομάτων, αποτέλεσε αμιγώς απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία, βέβαια, σαφώς έχει αρμοδιότητα και δικαίωμα, υπό καλά γνωστές προϋποθέσεις, επιβολής τροποποιήσεων σε προτεινόμενο νομοσχέδιο, όμως τέτοια τροποποίηση, ως η παρούσα, θα έπρεπε να συνοδεύεται και με την αναγκαία επεξήγηση της στο Νόμο, η οποία, ως προαναφέρθηκε, να αποδεικνύει, για περιπτώσεις ως η παρούσα, την πιεστικού κοινωνικού χαρακτήρα ανάγκη θέσπισης της. Συνεπώς, η επίδικη πρόνοια αδιαμφισβήτητα φαντάζει, ως προς την θέσπιση της, όχι μόνο μην είχε αιτιολογηθεί ως επιτακτική κοινωνική ανάγκη, αλλά και να συγκρούεται και με τη δηλωθείσα θέση της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία προφανώς δεν θεώρησε ότι υπάρχει τέτοια ανάγκη, αφού το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την κατάθεση του νομοσχεδίου του προϋπολογισμού του καθ' ου η αίτηση για το 2013, διατηρώντας, έστω και μειωμένες, τις πληρωμές για τα επίδικα ειδικά επιδόματα. Συνεπώς, η επίδικη πρόνοια του Νόμου ήταν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αυθαίρετη. Αυτό επαρκεί από μόνο του, προς απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ως η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιτάσσει, ότι η επίδικη νομοθετική πρόνοια δεν πληροί τις απαιτήσεις της σχετικής προαναφερθείσας νομολογίας (ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, supra), όσον αφορά τη δυνατότητα περιορισμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην περίπτωση του άρθρου 23 του Συντάγματος».
Κατόπιν της Πρωτόδικης Χατζηπαναγιώτη κ.α., μεταξύ μηνών Φεβρουαρίου-Μαΐου 2019 οι Αιτητές απέστειλαν ατομικές επιστολές στους Καθ’ ων η αίτηση με το εξής αίτημα (παραπέμπω ενδεικτικώς στο κείμενο μιας από τις επιστολές, αυτή του Αιτητή 1, δεδομένου ότι τα ουσιώδη στοιχεία των επιστολών των Αιτητών είναι όμοια):
«Θέμα: Καταβολή Επιδόματος
Ως έχετε και έχω πληροφορηθεί, στις 28/12/2018 το Διοικητικό Δικαστήριο στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτη κ.α. κατά Πανεπιστημίου Κύπρου κ.α. Υποθ. 6182/13, έκρινε ότι η απόφαση για αποκοπή εκ της μισθοδοσίας των Αιτητών του Ειδικού Επιδόματος αντίθετα προς τους όρους εργοδότησής τους και το κεκτημένο δικαίωμά τους κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου βρισκόταν σε αντίθεση με το άρθρο 23 του Συντάγματος.
Ως γνωρίζετε ήμουν κατά τον ουσιώδη χρόνο Επίκουρος Καθηγητής στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και ανελίχθηκα στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή την 01/04/2017 και ως εκ τούτου στα πλαίσια της συμμόρφωσης της διοίκησης με ακυρωτικές αποφάσεις των δικαστηρίων και στα πλαίσια ίσης μεταχείρισης αιτούμαι όπως εξεταστεί και ικανοποιηθεί το αίτημά μου όπως: α) αρχίσει η καταβολή του επιδόματος προς εμένα, και β) μου καταβληθούν αναδρομικά τα επιδόματα που δεν μου είχαν καταβληθεί από την ημερομηνία ανέλιξης σε Αναπληρωτή Καθηγητή (01/04/2017) μέχρι σήμερα.
Σημειώνω ότι οι διοικητικές πράξεις που με αφορούν είναι όμοιου περιεχομένου με αυτές που ακυρώθηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο και είμαι θιγόμενο πρόσωπο από τις παράνομες πράξεις και ως εκ τούτου αιτούμαι από την διοίκηση όπως αρθούν όλες οι συνέπειες της ατομικής πράξης που με αφορούσε και που είχε όμοιο περιεχόμενο με την ακυρωθείσα.
Με την παρούσα σας αναφέρω πως αν δεν έχω απάντηση σας εντός 30 ημερών ως προς τα αιτήματά μου θα θεωρήσω την έλλειψη απάντησης εκ μέρους σας ως άρνηση και θα καταχωρήσω άμεσα προσφυγή εντός του Διοικητικού Δικαστηρίου».
Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απάντησαν στις επιστολές των Αιτητών με αποτέλεσμα να επανέλθουν με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 13.06.2019 στην οποία αναφέρθηκε:
«Οι πελάτες μας είχαν αποστείλει προς εσάς ατομικές επιστολές μεταξύ της περιόδου Φεβρουαρίου-Μαϊου του 2019 (συνημμένες στην παρούσα) με την οποία εξαιτούνται όπως στα πλαίσια της συμμόρφωσης της διοίκησης με ακυρωτικές αποφάσεις των δικαστηρίων, και εν προκειμένω με την απόφαση ημερ. 28/12/2019 στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτη κ.α. κατά Πανεπιστημίου Κύπρου κ.α. Υποθ. 6182/13, όπως:
α) αρχίσει η καταβολή του επιδόματος προς το μέλος του Ακαδημαϊκού προσωπικού, και
β) καταβληθούν αναδρομικά τα επιδόματα που δεν του είχαν καταβληθεί από την ημερομηνία εκλογής του μέχρι σήμερα.
Επειδή οι πελάτες μας δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση και επειδή οι διοικητικές πράξεις που αφορούν τους πελάτες μας είναι όμοιου περιεχομένου με αυτές που ακυρώθηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο και επειδή οι πελάτες μας είναι θιγόμενα πρόσωπα από τις παράνομες πράξεις, αιτούμαστε από την διοίκηση όπως αρθούν όλες οι συνέπειες της ατομικής πράξης που αφορούν τους πελάτες μας και που έχουν όμοιο περιεχόμενο με την ακυρωθείσα».
Κατόπιν της μη απάντησης των Καθ’ ων η αίτηση, οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα προσφυγή, με την οποία αιτούνται:
«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση των Καθ’ ων η Αίτησις να ικανοποιήσουν το αίτημα των Αιτητών ημερ. 13.6.2019 με το οποίο οι Αιτητές αιτούνταν όπως οι Καθ ων τους καταβάλουν το ειδικό Επίδομα την οποία απέκοπταν οι Καθ’ ων κατά παράβαση του α. 122 του Περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος στην βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση 6182/2013 ή και η συνεχιζόμενη παράλειψη χορήγησης προς τους Αιτητές των σωρευτικών ποσών των Ειδικών Επιδομάτων των Αιτητών τα οποία απέκοπταν οι Καθ’ ων αντίθετα προς τους όρους εργοδότησης των Αιτητών και το κεκτημένο δικαίωμα τους κατ’ εφαρμογή του α. 122 του Περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και ως εκ τούτου ότι παραλήφθηκε πρέπει να εκτελεστεί ή και η προσβαλλόμενη πράξη δέον όπως ακυρωθεί».
Τα γεγονότα όπως καταγράφονται στην αίτηση ακυρώσεως είναι τα ακόλουθα:
1. Οι Αιτητές είναι μέλη του Ακαδημαϊκού προσωπικού των Καθ ’ων η Αίτησις.
2. Οι Καθ΄ων η Αίτησις κατά παράβαση του α. 122 του Περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος στερούσαν από την μισθοδοσία των Αιτητών το Ειδικό Επίδομα κατά τον ίδιο τρόπο όπως και για τους Αιτητές στην υπόθεση 6182/13 και για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 28.12.2018, με την οποία η αποστέρηση κρίθηκε ως αντισυνταγματική.
Με επιστολή τους ημερ. 13.6.2019 οι Αιτητές, διά των δικηγόρων τους, αιτούνται από τους Καθ’ ων η Αίτησις όπως αρχίσει η καταβολή επιδόματος προς αυτούς και επιπλέον να ξεκινήσει η αναδρομική καταβολή των επιδομάτων που δεν είχαν καταβληθεί από την ημερομηνία εκλογής τους. Ακόμη οι Αιτητές αναφέρουν στην επιστολή πως αν δεν έχουν απάντηση εντός 30 ημερών ως προς την άμεση καταβολή του οφειλόμενου ειδικού επιδόματος το οποίο αποστερούσαν οι Καθ’ ων κατά παράβαση του α. 122 του Περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμος θα θεωρούσαν την έλλειψη απάντησης εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτησις ως άρνηση και θα καταχωρούσαν άμεσα προσφυγή εντός του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά της άρνησης να του καταβάλουν τα οφειλόμενα επιδόματα προς τους Αιτητές. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α.
4. Οι Καθ’ ων η Αίτησις δεν απάντησαν στην επιστολή των Αιτητών ή και με τον τρόπο αυτό αρνήθηκαν να καταβάλουν στους Αιτητές αναδρομικά την καταβολή των ακαθάριστων απολαβών τις οποίες απέκοπταν και παρέλειψαν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους».
Οι Καθ’ ων η αίτηση, πέραν της ένστασης επί της ουσίας, εγείρουν και τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις:
«Α. Ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει πρώτη προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή δεν καταχωρήθηκε εντός της συνταγματικής προθεσμίας των 75 ημερών και/ή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στο βαθμό που αφορά ακύρωση πράξεων που εκδόθηκαν πριν το έτος 2019 και/ή για πράξεις που εκδόθηκαν μέχρι τις 31/12/2018.
B. Άνευ βλάβης και/ή σε συνάρτηση με την πιο πάνω παρούσα ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει, δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας του αιτητικού της αφού δεν προσβάλλει συγκεκριμένη πράξη και/η δεν προσβάλλει εκτελεστή διοικητική πράξη.
Γ. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει τρίτη προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή εσφαλμένα στρέφεται εναντίον του δια το λόγο ότι αυτός έδρασε κατά δέσμια αρμοδιότητα και/ή δεν συνέπραξε στην έκδοση των επίδικων πράξεων και/ή νομοθεσιών και/ή αποφάσεων».
Σημειώνεται ότι η Πρωτόδικη Χατζηπαναγιώτη κ.α. επικυρώθηκε με την ΕΔΔ Αρ. 25/19 Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. 1. Ιουλίας Χατζηπαναγιώτη κ.α ημερ. 10.01.2025.
Εξέτασα τις εκατέρωθεν θέσεις, ως διατυπώθηκαν στις αναλυτικές αγορεύσεις των μερών και θεωρώ ότι η δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στις ΕΔΔ αρ. 143/2019 & 23/2020 & 166/2020 Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνος Λύρας ημερ. 08.10.2025 (εφεξής η Λύρας κ.α) καλύπτει την παρούσα προσφυγή. Εκεί αναφέρθηκε:
«Η απόφαση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου, η οποία προέκυψε μετά από προσφυγή μερικών εκ των επηρεαζόμενων αξιωματούχων, δεν αποτελεί νέο στοιχείο, υπό την έννοια της διεξαγωγής νέας έρευνας για έκδοση νέας διοικητικής πράξης, η οποία, υπό προϋποθέσεις, παρατείνει την προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αίτησης ακυρώσεως. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στη Διοίκηση παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, καθώς, σύμφωνα με τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959, σελ. 243, αυτή «δύναται να υπάρξει μόνον οσάκις δια σαφούς διατάξεως η Διοίκησις υποχρεούται εις συγκεκριμένην ενέργεια προς ρύθμισιν ωρισμένης σχέσεως. Της ενεργείας μη επιβαλλομένης ρητώς υπό του νόμου και συνεπώς μη ούσης υποχρεωτικής δια την Διοίκησιν, η παράλειψις της Διοικήσεως ίνα ενεργήση, και η εκ της παραλείψεως τεκμαιρομένη άρνησις δεν συνιστούν εκτελεστάς πράξεις, άλλως τεκμαίρεται ότι η ενέργεια ανήκει εις την διακριτική ευχέρειαν της διοικήσεως, εντός της σφαίρας της οποίας δεν είναι νοητή παράλειψις οφειλομένης ενεργείας.
Συνεπώς, ούτε και υπό αυτή τη θεώρηση είναι δυνατόν να προσμετρηθεί η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής, με αφετηρία την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης Κουτσελίνη-Ιωαννίδου (ανωτέρω)».
Είναι σαφές, κατά την αντίληψή μου, ότι με το Αιτητικό της προσφυγής, ως ειδικά το εξέθεσα πιο πάνω, δεν προσβάλλεται οποιαδήποτε κατάσταση μισθοδοσίας από την οποία έχει αφαιρεθεί το ειδικό επίδομα αλλά οι Αιτητές αξιώνουν ακύρωση της τεκμαιρόμενης άρνησης των Καθ΄ων η αίτηση να τους επιστρέψουν τα ποσά που είχαν αποκόψει βασικά μέχρι το 2018. Συνεπώς δε βλέπω πως θα μπορούσα να κρίνω το ζήτημα διαφορετικά από όσα αποφασίστηκαν στο ανωτέρω απόσπασμα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Δε συμφωνώ με τη θέση των Αιτητών ότι η παρούσα διακρίνεται με οποιονδήποτε ουσιώδη τρόπο από τη Λύρας κ.α. Δεν αμφιβάλλω ασφαλώς ότι ως προκύπτει και από τα γεγονότα της Λύρας κ.α, η διοίκηση εκεί είχε σταματήσει να εφαρμόζει την αντισυνταγματική διάταξη όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να διακρίνει την παρούσα καθότι και εδώ ζητείται να ακυρωθεί η άρνηση της διοίκησης να καταβάλει τα αναδρομικά έως το 2018 και όχι οποιαδήποτε συγκεκριμένη αποκοπή επί μισθοδοσίας ώστε να δυνηθεί το παρόν να κρίνει πλέον το νόμιμο μιας διοικητικής πράξης, η οποία προσβάλλεται εντός της συνταγματικής προθεσμίας ενώπιόν του. Με λίγα λόγια αν οι Αιτητές επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν όχι την τεκμαιρόμενη άρνηση καταβολής των όσων δεν είχαν καταβληθεί μέχρι το 2018 αλλά την αποκοπή του ειδικού επιδόματος πχ του 2018 ή οποιουδήποτε άλλου έτους, θα όφειλαν να είχαν ρητώς αμφισβητήσει την αποκοπή αυτή επισυνάπτοντας κατάσταση μισθοδοσίας και προσβάλλοντάς την εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από την κοινοποίησή της. Αυτό όμως δεν είναι εδώ επίδικο.
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δε διαλανθάνει της προσοχής μου ότι με την επιστολή τους οι Αιτητές αιτήθηκαν αφενός να αρχίσει η καταβολή του επιδόματος αφετέρου να καταβληθούν αναδρομικά τα επιδόματα που δεν τους είχαν καταβληθεί μέχρι τότε, όμως ούτε αυτό διαφοροποιεί τα δεδομένα.
Πρώτον και κυριότερο διότι το παρόν περιορίζεται να αποφασίσει επί του συγκεκριμένου αιτητικού που έχει ενώπιον του, στο οποίο εν προκειμένω οι Αιτητές παρά το ότι παραπέμπουν στην επιστολή τους ημερ. 13.06.2019, τελικώς αξιούν τα ποσά που «απέκοπταν» ή τα «σωρευτικά ποσά των Ειδικών Επιδομάτων των Αιτητών τα οποία απέκοπταν» άρα ζητούν να τους καταβληθούν τα αναδρομικά. Έτσι προσδιορίζουν το αίτημά τους και στην παράγραφο 4 των γεγονότων της αίτησης ακυρώσεως, στην οποία αναφέρεται ότι:
«Οι Καθ’ ων η Αίτησις δεν απάντησαν στην επιστολή των Αιτητών ή και με τον τρόπο αυτό αρνήθηκαν να καταβάλουν στους Αιτητές αναδρομικά την καταβολή των ακαθάριστων απολαβών τις οποίες απέκοπταν και παρέλειψαν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους».
Δεύτερο, ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί χάριν συζήτησης ότι στο Αιτητικό της προσφυγής ζητείται και ακύρωση της άρνησης ή παράλειψης των Καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν για το μέλλον το ειδικό επίδομα (ως η υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών στην παράγραφο 7 της απαντητικής της), η προσφυγή είναι επί του προκείμενου αόριστη διότι δεν τίθεται ενώπιόν μου το απαραίτητο υλικό (παρέπεμψα στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως) για διαπίστωση πότε ήταν καταβλητέο το ειδικό επίδομα για το διάστημα από 28.12.2018 (ημερομηνία έκδοσης της Πρωτόδικης Χατζηπαναγιώτη κ.α.) και εντεύθεν, ώστε να εντοπιστεί κατά πόσο όντως οι Καθ΄ων η αίτηση, κατόπιν της Πρωτόδικης Χατζηπαναγιώτη κ.α., παρέλειψαν στον χρόνο καταχώρισης της προσφυγής να εφαρμόσουν το ακυρωτικό της αποτέλεσμα και στους Αιτητές (αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτό επεκτείνεται και στους Αιτητές) για τους εφεξής χρόνους, ώστε να είχε συζητήσιμη βασιμότητα η υποτιθέμενη αυτή αξίωση.
Συναφώς, επ’ αυτού του τελευταίου, και λαμβάνοντας υπόψη «την κλασική διατύπωση του Φαίδωνος Βεγλερή «ο εκτελεστός χαρακτήρ της παραλείψεως οφείλει να αναζητηθεί εις τον εκτελεστόν χαρακτήρα της παραλειπόμενης πράξεως»[1], και το περιεχόμενο του αιτήματος των Αιτητών, προβληματίστηκα ως προς τη φύση της τεκμαιρόμενης άρνησης των Καθ’ ων η αίτηση λαμβάνοντας υπόψη αφενός τη θέση που διατυπώθηκε στην ένσταση ότι το ειδικό επίδομα καταβαλλόταν ετησίως αφετέρου ότι δεν προσδιορίζεται στα ενώπιόν μου γεγονότα (και επ’ αυτού το βάρος απόδειξης είναι επί των Αιτητών), ο χρόνος καταβολής του σε συνάρτηση με τον χρόνο υποβολής του αιτήματος των Αιτητών. Αν δηλαδή το ετήσιο επίδομα ήταν καταβλητέο στα τέλη Σεπτέμβρη ή/και τον Δεκέμβρη, πως μπορεί να γίνεται λόγος για παράλειψη ή κατά πλάσμα εκτελεστή άρνηση όταν οι πλείστοι εκ των Αιτητών υπέβαλαν το αίτημά τους προς τους Καθ΄ων η αίτηση τον Φεβρουάριο και όλοι με την επιστολή των δικηγόρων τους τον Ιούνιο και η προσφυγή τους καταχωρήθηκε στις 24 Σεπτέμβρη; Προφανώς η τεκμαιρόμενη άρνηση στην καταβολή των αναδρομικών βάσει της Λύρας κ.α δεν είναι εκτελεστή πράξη και βάσει του χρόνου καταχώρισης της προσφυγής είναι και εκπρόθεσμη. Τι φύση θα είχε όμως η τεκμαιρόμενη άρνηση να αρχίσει για το μέλλον, ως η θέση των Αιτητών, η καταβολή του επιδόματος προς τους Αιτητές;
Στην αντίληψή μου τούτο αν είχε απαντηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με το ούτως διατυπωθέν αίτημα και πάλι, κατά πάσα πιθανότητα, δε θα δημιουργούσε εκτελεστή πράξη ικανή να προσβληθεί στο παρόν Δικαστήριο αλλά θα ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα. Δε θα παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, αλλά θα εξαγγελόταν πρόθεση χειρισμού του θέματος από τη διοίκηση ή νομική θέση επί του αιτήματος. Σχετικές ως προς τις πληροφοριακής φύσεως πράξεις οι αποφάσεις στις Γεναγρίτης Αντώνης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 1029 και Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd (1994) 3 Α.Α.Δ. 26.
Η βούληση της διοίκησης σε πράξεις τις φύσεως ως η επίδικη εκδηλώνεται κατά κανόνα, ως προκύπτει από το σύνολο της νομολογίας (ΕΔΔ Αρ. 177/18 κ.α Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., ημερ. 10.04.2020, Προσφυγή 1551/11 Κουσελίνης v. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ημερ. 15.9.2015) στις καταστάσεις μισθοδοσίας και, εν πάση περιπτώσει με όσα, περιορισμένα τέθηκαν εξ απόψεως γεγονότων, δε θα μπορούσα να οδηγηθώ με επαρκή ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η τεκμαιρόμενη άρνηση των Καθ΄ων αίτηση να καταβάλουν στο εξής, σε μελλοντικές καταβολές, το ειδικό επίδομα, θα ήταν εκτελεστής φύσεως. Εξάλλου η τυχούσα μεταγενέστερη της καταχώρισης της προσφυγής υποχρέωση καταβολής του ειδικού επιδόματος (αν ήθελε πάντα υποτεθεί ότι υπάρχει ως προς τους Αιτητές) θα έφερνε στο προσκήνιο και ζήτημα εννόμου συμφέροντος κατά τον χρόνο καταχώρισης της προσφυγής, το οποίο επίσης πρέπει να υπάρχει για το παραδεκτό της [Μαυρουδής κ.α (1991) 3 ΑΑΔ 123 και ΑΕ 99/2012 Παπαθεοδώρου ν. ΣΥΛ ημερ. 16.10.2018].
Τα ανωτέρω με οδηγούν σε συμφωνία με τις υποβολές των Καθ’ ων η αίτηση σε αποδοχή των προδικαστικών ενστάσεων περί μη εκτελεστότητας, αορίστου αλλά και εκπρόθεσμου της προσφυγής.
Παρά την ως άνω κατάληξή μου, θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω και κάποιες περαιτέρω παρατηρήσεις, που άπτονται της ουσίας των λόγων ακύρωσης, που λόγω της φύσης της παρούσας διαφοράς συμπλέκονται με όσα εκτέθηκαν προηγουμένως και επίσης οδηγούν σε απόρριψη της προσφυγής. Συγκεκριμένα:
Τόσο στην γραπτή αγόρευση Αιτητών όσο και στην αίτηση ακυρώσεως, οι Αιτητές επικαλούνται την υποχρέωση προς συμμόρφωση των Καθ΄ ων η αίτηση λόγω της κρίσης από την τότε Πρωτόδικη Χατζηπαναγιώτη κ.α., περί της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 122 του Περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου. Για υποστήριξη των θέσεων τους επί των λόγων ακύρωσης (βλ πρώτος λόγος ακύρωσης) επικαλέστηκαν την απόφαση στη Δημοκρατία ν. Ιωάννη Μονογιού (2006)3 ΑΑΔ 133 και την πρωτόδικη τότε ακυρωτική απόφαση στις Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 99/2015 Λύρας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 28.06.2019 (εφεξής η «Πρωτόδικη Λύρας κ.α») όπου έγινε δεκτή η καινοτόμα νομολογιακή προσέγγιση της ΣτΕ 1175/2008.
Όλες οι πιο πάνω αποφάσεις στα γεγονότα τους πραγματεύτηκαν προηγηθείσες επιτυχούσες προσφυγές τρίτων επηρεαζομένων, οι οποίες όμως αφορούσαν τους ίδιους εκάστοτε νόμους που έθιγαν και τους ενώπιον τους (σε έκαστη προσφυγή) αιτητές. Στη Μονογιού ο Νόμος 8(II)/96 αφορούσε τόσο τους Αιτητές όσο και τους τρίτους που είχαν προσφύγει προηγουμένως και στην Πρωτόδικη Λύρας κ.α επίδικο σε αμφότερους επιτυχόντες στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πρ. αρ. 740/11 κ.α. Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 361 και σε εκεί αιτητές ήταν το άρθρο 3(β) του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου του 2011, (Ν.88(Ι)/2011). Στη ΣτΕ 1175/2008 τόσο η Αιτήτρια όσο και στην προηγηθείσα επιτυχούσα προσφυγή τρίτης αιτούσας, επίδικος ήταν ο ν. 2459/1997 (σχετική η παράγραφος 8 της εν λόγω απόφασης, η οποία για ευκολία μπορεί να εντοπιστεί στο κείμενο της Πρωτόδικης Λύρας κ.α) και μάλιστα έγινε ρητή αναφορά ότι η υποχρέωση ανάκλησης για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις, πρέπει να έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη, η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική.
Στην παρούσα δεν είναι αυτή η περίπτωση.
Οι Αιτητές διέπονται από τον Νόμο και ο ετήσιος προϋπολογισμός τους καθορίζεται από τον εκάστοτε (ενιαύσιο) περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο. Στη Πρωτόδικη Χατζηπαναγιώτη κ.α., σε αποσπάσματα της οποίας αναφέρθηκα πιο πάνω, κρίθηκε ως αντισυνταγματική η πρόνοια του άρθρου 122 του περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2013 (εφεξής ο «Νόμος ΠΠΚ 2013»). Έγινε μάλιστα συγκεκριμένη αναγωγή στα στοιχεία του φακέλου των εκεί αιτητών και στο ποσοστό επί των αποδοχών τους αφού είχε προηγηθεί απόφαση επί των προδικαστικών ενστάσεων όπου επεξηγήθηκε με βάση τα στοιχεία του φακέλου το ιστορικό που είχε προηγηθεί πάντα αναφορικά με την εκεί επίδικη νομοθεσία. Δεν αποτέλεσαν όμως πεδίο κρίσης τα δεδομένα των εδώ Αιτητών ή Καθ’ ων η αίτηση ούτε κρίθηκε ως αντισυνταγματικός οποιοσδήποτε νόμος που αφορά τον προϋπολογισμό των εδώ Καθ’ ων η αίτηση και δη ο Νόμος ΠΤΕΠΑΚ 2013.
Στην παρούσα, στα γεγονότα της προσφυγής, τα οποία παρέθεσα, ουδέν αναφέρεται ως προς τα ειδικότερα δεδομένα που αφορούν τους Αιτητές ή τι προηγήθηκε στους κόλπους της διοίκησης, την όποια συζήτηση στη βουλή αντιπροσώπων, τις αιτιολογικές εκθέσεις κτλ για την τροποποίηση στον Νόμο ΠΤΕΠΑΚ 2013, ενώ τόσο στο Αιτητικό της προσφυγής, στο οποίο επίσης αναφέρθηκα πιο πάνω όσο και στους λόγους ακύρωσης που δικογραφούνται στην αίτηση ακυρώσεως απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε αντισυνταγματικότητα του περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου (οποιουδήποτε έτους) αλλά γίνεται μόνο επίκληση της κριθείσας ως αντισυνταγματικής πρόνοιας του άρθρου 122 του Νόμου ΠΠΚ 2013, την οποία αυτή οι Αιτητές δικογραφούν ότι παραβιάζει η προσβαλλόμενη (βλ. νομικό σημείο 10 επί αίτησης ακυρώσεως).
Σωστά όμως, θεωρώ, θέτουν οι Καθ’ ων η αίτηση (πρώτη παράγραφος της σελ. 23 της αγόρευσής τους) ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ο νόμος αυτός αλλά ο Νόμος ΠΤΕΠΑΚ 2013.
Σημειώνω ότι στην απαντητική αγόρευση φαίνεται ότι οι Αιτητές στον δεύτερο και τρίτο λόγο ακύρωσης (σχετικοί οι τονισμένοι λόγοι ακύρωσης στις σελ. 18 και 23 της απαντητικής) ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 122 του περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου (όχι δηλαδή του άρθρου 122 του Νόμου ΠΠΚ). Όμως, και εδώ, σε συμφωνία με τους Καθ΄ων η αίτηση (προτελευταία παράγραφος της σελ. 25 της αγόρευσής τους) δε θεωρώ ότι έχει δικογραφηθεί δεόντως αντισυνταγματικότητα του άρθρου αυτού αλλά και γενικώς του Νόμου ΠΤΕΠΑΚ 2013 και η έγερση τέτοιων ισχυρισμών κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν εναρμονίζεται με την πάγια νομολογιακή γραμμή [Latomia Estate Ltd κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 672, Σταύρος Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671, Αναθ. Έφ. 156/2012 Mustafa Haghilo v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 27.02.2018], περί δέουσας δικογράφησης και δη επί ισχυρισμών που άπτονται αντισυνταγματικότητας νόμου, ως οι ισχυρισμοί του δεύτερου και τρίτου λόγου ακύρωσης (Άρθρα 23 και 26 Συντάγματος), κάτι το οποίο ακόμα κι αν δεν εγειρόταν από τους Καθ΄ων η αίτηση, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα.
Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με την παραπομπή στην παράγραφο 21 της απαντητικής αγόρευσης στις πρόνοιες των άρθρων 10 και 11 των περί Προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2012 και του περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2012, άρθρα τα οποία δεν κατέστησαν σε οποιοδήποτε σημείο επίδικα στην αίτηση ακύρωσης (ούτε επί της γραπτής αγόρευσης).
Ενώ δηλαδή, οι ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση από το 2013 και εντεύθεν ως προς το ειδικό επίδομα έγιναν βάσει του Νόμου ΠΤΕΠΑΚ 2013 και (ενδεχομένως) των νόμων περί προϋπολογισμού του ΤΕΠΑΚ των επόμενων ετών, δε δικογραφείται ότι η νομοθεσία αυτή παραβιάζει τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Η δικογράφηση του νομικού σημείου 10 αναφέρεται στον Νόμο ΠΠΚ (και ότι η προσβαλλόμενη τον νόμο αυτό παραβιάζει) χωρίς αυτό να μπορεί να αποδοθεί σε τυχαίο σφάλμα άλλωστε και στα υπόλοιπα σημεία της αίτησης ακυρώσεως (αιτητικό και γεγονότα), γίνεται επίκληση παράβασης του Νόμου ΠΠΚ. Άρα εκ των πραγμάτων το παρόν, ακόμα κι αν δεν κατέληγε πιο πάνω στο απαράδεκτο της προσφυγής, θα στερείτο δυνατότητας ελέγχου αντισυνταγματικότητας μιας ενέργειας της διοίκησης που τελέσθηκε δυνάμει νομοθεσίας, η οποία δικογραφικώς δε βάλλεται ως αντισυνταγματική.
Παρενθέτω δε καταληκτικά (και για ότι αξίζει δεδομένης της Λύρας κ.α), ότι μια άλλη ειδοποιός διαφορά με τη νομολογία, στην οποία οι Αιτητές παραπέμπουν είναι ότι εκεί, οι δικαστικές αποφάσεις που εξεδόθησαν στις προσφυγές των τρίτων προσώπων, ήταν αμετάκλητες, μη υποκείμενες σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, που εδώ δεν είναι επίσης η περίπτωση κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος των Αιτητών, αλλά η Πρωτόδικη Χατζηπαναγιώτη κ.α. τελεσιδίκησε μόλις στις 10.01.2025. Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ΣτΕ 1175/2008, ρητά αναφέρεται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του «δόγματος» (ανάκλησης) των ομοίων πράξεων όπως, η ακυρωτική απόφαση, η δίδουσα έρεισμα για υποβολή αιτήματος ανάκλησης ομοίων, είναι αμετάκλητη. Το επισημαίνει ο Καθ. Π. Δ. Δαγτόγλου στο Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 6η Έκδοση, σελ. 679 και ο Καθ. Αχ. Κ. Αιμιλιανίδης στο σύγγραμμα «Η Προθεσμία στη Διοικητική Δίκη, 2026, σελ.148. Υπενθυμίζεται ότι η αντίστοιχη απόφαση στις Πρ. αρ. 740/11 κ.α. Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 361, της οποίας έγινε επίκληση στα πλαίσια της Πρωτόδικης Λύρας κ.α, αν και απόφαση επί προσφυγών, κρίθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου άρα δεν υπόκειτο σε άλλα ένδικα μέσα.
Δεδομένων των πιο πάνω, καταλήγω στην απόρριψη της προσφυγής με 1.900 ευρώ έξοδα (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
2. Παντελή Κελίρη
3. Θεοπίστης Στυλιανού- Λαμπερή
4. Βασίλειος Ραφτόπουλος
5. Δημήτριου Σκαρλάτου
6. Ευάγγελου Ακύλα
7. Ανδρέας Βαρνάβας
8. Φαίδων Κυριακίδης
9. Κωνσταντίνου Βαρώτση
10. Γεώργιος Μαγγανάρης
11. Μαρία Καμπανάρου
12. Αικατερίνη Λαμπρινού
13. Ευριδίκης Παπασταύρου
14. Ανδρέα Λανίτη
15. Ελένης Κύζα
16. Σωτήρη Καλογήρου
17. Μαρίας Κραμβία Καπαρδή
18. Ευρυπίδη Ζαντίδη
19. Ανδρέας Πέτρου
20. Ασπασίας Παπαδήμα
21. Ανδρέα Χαραλάμπους
22. Βασιλείου Φωτοπούλου
23. Τάσου Γεωργιάδη
24. Νεόφυτου Λαμπερτίδη
25. Νίκου Μίττλετον
26. Νικόλα Τσαπατσούλη
27. Κακίας Πετεινού
28. Δημήτρη Τσάλτα
29. Αλεξάνδρου Χαραλαμπίδη
30. Ελισάβετ Παπαθανασόγλου
31. Χρήστου Σάββα
32. Τούλας Ονουφρίου
33. Γεώργιος Πανηγυράκης
34. Παναγιώτη Σαφείρη
35. Χριστιάνας Κούτα
36. Δέσποινας Μιλτιάδους
37. Στυλιανού Στυλιανού
38. Βάσος Σωτηρίου
[1] Κ. Γώγος, «Η δικαστική προσβολή παραλείψεων της διοίκησης», 2005, σελ 46 με παραπομπή σε σύγγραμμα Φ. Βεγλερή «Η συμμόρφωσις της διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, σ. 124
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο