ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1025/2022 (iJustice)
11 Μαΐου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
LOGICOM SOLUTIONS LIMITED
Αιτήτριας
και
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Αλέξανδρος Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, Δικηγόροι Αιτήτριας
Στεφανία Οδ. Χατζηστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Ά για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση
Ελένη Νεοπτολέμου για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε για Δήμο Πάφο
Αντώνης Κουμής για Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ.Ε.Π.Ε για Ολύμπιος Εμπορική Α.Ε.Ε
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Στις 10.02.2022 καταχωρίσθηκε από την Αιτήτρια στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών η Προσφυγή 06/2022 εναντίον της απόφασης του Δήμου Πάφου (εφεξής η «Αναθέτουσα Αρχή» ή «ΑΑ») να κατακυρώσει το Διαγωνισμό με αριθμό 24/2021 και με τίτλο «Supply, Installation, Commissioning and Maintenance of an Integrated Smart Water Management and Metering System for the Municipality of Paphos» (στο εξής «ο Διαγωνισμός») στην εταιρεία «Ολύμπιος Εμπορική Α.Ε.Ε.» («στο εξής «ο επιτυχών»). Αφού κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και η προσφυγή ακούστηκε για ακρόαση, στις 20.05.2022 οι Καθ’ ων η αίτηση εξέδωσαν την ομόφωνη απόφασή τους και απέρριψαν την προσφυγή επικυρώνοντας την απόφαση κατακύρωσης στον επιτυχόντα. Συγκεκριμένα, ως προς ό,τι εδώ ενδιαφέρει, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:
«Ενόψει των πιο πάνω προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατάληξη της Αναθέτουσας Αρχής υπό το φως του όρου 6.4(4) του Μέρους Α των εγγράφων του διαγωνισμού είναι εύλογη.
Αναφορικά με την ερμηνεία του νόμου, σημειώνεται ότι στη Southfields Ind. Ltd ν. Δήμου Λ/σίας (1995) 3 ΑΑΔ αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία ν. Ματθαίου, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990. Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τετάρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863- 873). Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία ν. Αντωνίου και Άλλων)».
Ανάλογα εφαρμόζονται και σε σχέση με την ερμηνεία όρων διαγωνισμού.
Ότι οι όροι δημόσιου διαγωνισμού σύμφωνα με τη νομολογία [G.P. Iron & Wood Makers ν. Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 1557] ερμηνεύονται αυστηρά ως θέμα δημόσιας τάξης και συνέπειας δεν χωρεί αμφιβολία. Άλλωστε σύμφωνα με τη Νικόλας Χαράλαμπος ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 583 διαφορετικός τρόπος ερμηνείας θα συνιστούσε αδικία για τους υπόλοιπους προσφοροδότες και παρέκκλιση από τη νομολογία. Η ερμηνεία όμως όρων διαγωνισμού δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να καταστρατηγεί την αρχή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων όπως αυτή είναι καταγραμμένη στο άρθρο 39(2) [(2) Οι τεχνικές προδιαγραφές εξασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση των οικονομικών φορέων στη διαδικασία σύναψης σύμβασης και δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αδικαιολόγητων εμποδίων στο άνοιγμα της σύμβασης στον ανταγωνισμό] του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016, Ν. 73(Ι)/2016. Με απλά λόγια οι όροι δημόσιου διαγωνισμού δεν μπορεί και δεν πρέπει να θέτουν εμπόδια στον ανταγωνισμό λόγω της διαφορετικότητας συστημάτων που εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες.
Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά, κρίνουμε, για τους λόγους που εξηγούμε πιο κάτω, ότι η ερμηνεία του όρου 6.4(4) του Μέρους Α από την Αναθέτουσα Αρχή και η κατάληξη της είναι καθόλα εύλογη.
Τα πτυχία των υπό αμφισβήτηση ειδικών Εμπειρογνωμόνων 2, 3 και 4 αποκτήθηκαν μετά το 2001 που τα ΤΕΙ Ελλάδος αναβαθμίστηκαν σε επίπεδο πανεπιστημίου. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν ότι τα πτυχία των εν λόγω εμπειρογνωμόνων είναι πτυχία ισότιμα με πτυχία πανεπιστημίου, αμφισβητούν όμως τη δυνατότητα αποδοχής τους προς ικανοποίηση του όρου για δύο λόγους.
Πρώτον, λόγω απουσίας στον όρο της φράσης και «η ισότιμο προσόν», και δεύτερο γιατί τα πτυχία δεν είχαν υποβληθεί πριν την υποβολή των προσφορών στο ΚΥΣΑΤΣ για αναγνώριση.
Με κάθε εκτίμηση προς τους Αιτητές από τη στιγμή που τα πτυχία των εν λόγω εμπειρογνωμόνων σύμφωνα με απόφαση του ΚΥΣΑΤΣ μπορούν να αναγνωριστούν ως ισότιμα, αυτό άλλωστε το δέχονται και οι Αιτητές, η παράλειψη σχετικής αναφοράς του στον όρο δεν εξουδετερώνει τη δυνατότητα αναγνώρισης τους από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο ως ισότιμα πτυχία πανεπιστημίου. Ως προς το χρόνο της αναγνώρισης δηλαδή εάν έπρεπε να αναγνωριστούν πριν από την υποβολή των προσφορών, ως ο ισχυρισμός των Αιτητών, αυτό από μόνο του εφόσον η αναγνώριση αποτελεί στην ουσία τυπική διαδικασία και αφορά σε ιστορικά στοιχεία δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της προσφοράς του επιτυχόντα.
Η αναγνώριση είναι ζήτημα τυπικό το οποίο η Αναθέτουσα Αρχή μπορεί να ελέγξει κατά την υπογραφή της σύμβασης για σκοπούς συμμόρφωσης με τον περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο του 1996, Ν. 68(Ι)/1996, όπως τροποποιήθηκε.
Ενόψει των πιο πάνω ούτε οι ισχυρισμοί για απουσία έρευνας και αιτιολογίας ευσταθούν».
Με την παρούσα προσφυγή, προσβάλλεται η ως άνω απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση.
Στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας εγείρεται καταρχάς λόγος ακύρωσης ότι η ερμηνεία των σχετικών όρων του διαγωνισμού εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση ήταν μη εύλογη, συνιστώσα έκδηλη και οφθαλμοφανή παράβαση των αρχών που διέπουν την ερμηνεία των όρων διαγωνισμών.
Εντός του λόγου αυτού εγείρεται πρώτα ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο εντός του διοικητικού φακέλου που να καταδείκνυε ότι η ΑΑ ερμήνευσε τον όρο 6.4(4) του Μέρους Α των εγγράφων του διαγωνισμού (εφεξής ο «επίδικος όρος[1]») κατά τον τρόπο που ερμήνευσαν οι Καθ΄ων η αίτηση και εσφαλμένα οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι αυτά αντανακλούσαν το σκεπτικό της ΑΑ. Αυτό παραβιάζει τη νομολογία ως προς την ερμηνεία των όρων δημοσίων διαγωνισμών. Επίσης εγείρεται (παρα. 14 αγόρευσης) ότι με δεδομένο ότι το ζήτημα του κατά πόσο οι τίτλοι σπουδών που οι Key Experts (εφεξής οι «Βασικοί Εμπειρογνώμονες» ή εν συντομία «ΒΕ») 2, 3 και 4 απέκτησαν από Τ.Ε.Ι. της Ελλάδας αποτελούσαν «Πτυχία Πανεπιστημίου» δεν απασχόλησε καθόλου την Επιτροπή Αξιολόγησης ή την Επιτροπή Προσφορών ή το Συμβούλιο Προσφορών της Αναθέτουσας Αρχής ή τους ιδιώτες συμβούλους που συμμετείχαν στη διαδικασία αξιολόγησης των προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο το επίδικου Διαγωνισμού αφού ουδεμία σχετική αναφορά υπήρχε σε οποιαδήποτε σχετική έκθεση αξιολόγησης ή σε οποιαδήποτε σχετικά πρακτικά, η απόφαση για κατακύρωση του Διαγωνισμού στον Επιτυχόντα ήταν, εν πάση περιπτώσει, παράνομη και ακυρωτέα ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη αλλά και λόγω παράλειψης διεξαγωγής της δέουσας έρευνας.
Σε κάθε δε περίπτωση υποβάλλεται ότι ο επίδικος όρος απαιτεί «University Degree» (κατά την εισήγηση, «Πτυχίο Πανεπιστημίου») και άρα οι προερχόμενοι από Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (εφεξής «ΤΕΙ») της Ελλάδας τίτλοι σπουδών των ΒΕ 2-4 του Επιτυχόντος, δεν πληρούσαν τον όρο αυτό, ο οποίος ήταν ουσιώδης. Παράλληλα εγείρουν ότι, βάσει σαφούς διευκρίνισης που δόθηκε από την ΑΑ (βλ. συμπληρωματικό έγγραφο αρ. 5), “the term University degree does not include post-graduate degrees” άρα ούτε η κατοχή μεταπτυχιακού του ΒΕ 2 μπορεί να προσμετρήσει ως εκ μέρους του κατοχή του προσόντος «University degree» του επίδικου όρου.
Συναφώς τίθεται ότι είναι υπό τα δεδομένα της κρινόμενης υπόθεσης, έκδηλα εσφαλμένο το μέρος της απόφασης των Καθ΄ων η αίτηση ότι «η ερμηνεία όμως όρων διαγωνισμού δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να καταστρατηγεί την αρχή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων όπως αυτή είναι καταγραμμένη στο άρθρο 39(2) του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016, Ν. 73(Ι)/2016. Με απλά λόγια οι όροι δημόσιου διαγωνισμού δεν μπορεί και δεν πρέπει να θέτουν εμπόδια στον ανταγωνισμό λόγω της διαφορετικότητας συστημάτων που εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες».
Με τον επόμενο λόγο ακύρωσης τίθεται ότι υπάρχει έκδηλο σφάλμα, που έρχεται σε αντίθεση με τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και στο μέρος της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με το ζήτημα (μη) αναγκαιότητας προηγούμενης αναγνώρισης της ισοτιμίας των τίτλων σπουδών των ΒΕ 2-4 από το ΚΥΣΑΤΣ.
Από την πλευρά τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ων η αίτηση, ΑΑ και επιτυχόντος, υποστηρίζουν την νομιμότητα της προσβαλλόμενης. Η επιχειρηματολογία όλων εδράζεται βασικά στο ότι η ερμηνεία της Αιτήτριας είναι στενή και αγνοεί την ισοτιμία μεταξύ πτυχίων Πανεπιστημίου και τίτλων σπουδών που απονέμουν τα ΤΕΙ καθώς και την λεξιλογική ερμηνεία της πρότασης University Degree. Εγείρεται μάλιστα καταληκτικά, εκ μέρους της ΑΑ και προδικαστική ένσταση περί εννόμου συμφέροντος της Αιτήτριας/αλυσιτέλειας της προσφυγής, καθότι ακόμα κι αν ήθελε κριθεί ότι οι ΒΕ 2-4 του επιτυχόντος δεν πληρούσαν τον επίδικο όρο, στην προσφορά του επιτυχόντος είχαν περιληφθεί και αντικαταστάτες εμπειρογνώμονες για κάθε ΒΕ, οι οποίοι τον πληρούσαν.
Εξέτασα προσεκτικά τους ισχυρισμούς των μερών στα πλαίσια της παρούσας καθώς και ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση και την προσβαλλόμενη απόφαση. Καταλήγω στα ακόλουθα:
Όλα τα μέρη συμφωνούν στο ουσιώδες του επίδικου όρου κάτι το οποίο δέχομαι ως ορθό. Είναι εμφανές ότι ο επίδικος όρος είναι πράγματι ουσιώδης στον Διαγωνισμό εφόσον αναφέρεται στα κατ’ ελάχιστον απαιτούμενα προσόντα των βασικών στελεχών της ομάδας έργου. Ο επίδικος όρος απαιτεί, ως προς το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει, όπως οι ΒΕ2-4 κατέχουν κατ’ ελάχιστο (the minimum) “University Degree”. Στα βιογραφικά (cv) των ΒΕ2-4 του επιτυχόντος αναφέρονται ως απόφοιτοι “Technological education institute” ήτοι «Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ίδρυμα» (στον ΒΕ3 αναφέρει ex TEI). Η ΑΑ προς πλήρωση του σχετικού όρου ανέφερε «οκ». Κατά την αντίληψή μου, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι αυτό αρκετό. Το παρόν στερείται τεχνικής κρίσης επί ισοτιμίας ή ισοτιμίας/αντιστοιχίας τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από το μονολεκτικό «οκ» αδυνατώ να εντοπίσω πως, ενώ στον τίτλο του ιδρύματος απονομής των προσόντων των ΒΕ 2-4 του επιτυχόντος δεν αναφέρεται η λέξη «University» ή η αντίστοιχη της λέξη σε άλλη γλώσσα, η ΑΑ κατέληξε στο αυτόματο συμπέρασμα της πλήρωσης της απαίτησης του επίδικου όρου περί κατοχής “University Degree”. Αυτό αφορά την απόφαση της ΑΑ. Έρχομαι τώρα στους Καθ΄ων η αίτηση.
Κατόπιν της ιεραρχικής προσφυγής της Αιτήτριας, το ζήτημα διαβιβάστηκε στους Καθ΄ων η αίτηση ώστε να αποφασίσουν ως προς τη νομιμότητα της πιο πάνω κρίσης της ΑΑ. Εγέρθησαν ισχυρισμοί ότι οι ΒΕ 2-4 του επιτυχόντος δεν πληρούσαν τον επίδικο όρο καθότι ήταν κάτοχοι τίτλου σπουδών ΤΕΙ, το δε όποιο μεταπτυχιακό (εν προκειμένω κατείχε ο ΒΕ 2) δε μπορούσε να θεωρηθεί ως university degree. Έγινε παραπομπή στο άρθρο 14Α(2) του περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο του 1996 (Ν. 68(I)/1996) και στους σχετικούς κανονισμούς αλλά και στον ελληνικό νόμο αρ. 4485/2017 (οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης) ως προς τη διάκριση Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Ταλιαδώρος Κωνσταντίνος Θ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2016) 3 ΑΑΔ 240 και πρωτόδικη αυτής, καθώς και στη Χαράλαμπος Νικόλας ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 583, στη Δημοκρατία ν. Σάββα Σαββιδη (2011) 3Α ΑΑΔ 43, και στη Πρ. Αρ. 75/2010 Εταιρεία ELNIA Kokkinos Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ημερ. 04.07.2011]. Τελικώς οι Καθ΄ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί πλημμέλειας αιτιολογίας και έρευνας στη βάση του συμπεράσματος ότι η ερμηνεία της ΑΑ επί του επίδικου όρου ήταν εύλογη.
Ως προς αυτή την πτυχή είναι, από τον διοικητικό φάκελο, σαφές ότι η όποια έρευνα ή αιτιολογία της ΑΑ ως προς τον επίδικο όρο περιορίζεται στην καταγραφή του «οκ». Στα πλαίσια της ιεραρχικής προσφυγής η πλευρά ΑΑ και επιτυχόντος ήγειρε βέβαια διάφορα επιχειρήματα που αναφέρονται στην λεξιλογική ερμηνεία του όρου «University» ή «Πανεπιστήμιο» καθώς και στον περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο και κανονισμούς και το άρθρο 39 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016 (Ν. 73(I)/2016).
Στην αιτιολόγηση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση όμως θεωρήθηκε ότι τα ΤΕΙ Ελλάδος αναβαθμίστηκαν από το 2001 σε επίπεδο πανεπιστημίου και εφόσον η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί ότι τα πτυχία των ΒΕ 2-4 είναι πτυχία ισότιμα με πτυχία πανεπιστημίου ή μπορούν να αναγνωριστούν ως ισότιμα από το ΚΥΣΑΤΣ, η παράλειψη σχετικής αναφοράς περί αποδοχής ισότιμων πτυχίων στον επίδικο όρο δεν εξουδετερώνει τη δυνατότητα αναγνώρισης τους από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο ως ισότιμα πτυχία πανεπιστημίου και άρα δεν υπήρχε ζήτημα πλημμέλειας έρευνας και αιτιολογίας της απόφασης της ΑΑ. Περαιτέρω ότι το άρθρο 39 του Ν. 73(I)/2016 υπαγορεύει όπως η ερμηνεία όρων διαγωνισμού δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να καταστρατηγεί την αρχή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων θέτωντας εμπόδια στον ανταγωνισμό λόγω της διαφορετικότητας συστημάτων που εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες.
Θεωρώ ότι ενόψει του λεκτικού του επίδικου όρου και των υποβολών των μερών, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και προϊόν πλημμελούς έρευνας για τους ακόλουθους λόγους:
Καταρχάς, δεν εντοπίζω από τον διοικητικό φάκελο ή με παραπομπή σε νομοθεσία, πόθεν προέκυψε το συμπέρασμα ότι τα ΤΕΙ αναβαθμίστηκαν από το 2001 σε επίπεδο πανεπιστημίου. Ουδεμία αναφορά σε νόμο ή έγγραφο γίνεται εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση επί του θέματος.
Περαιτέρω και συναφώς, δε διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια δέχθηκε, ως καταγράφεται στην προσβαλλόμενη, ότι τα πτυχία Πανεπιστημίου είναι ισότιμα με τους τίτλους σπουδών που απονέμουν τα ΤΕΙ. Αυτό που φαίνεται να δέχθηκε ήταν ότι δύνανται να αναγνωριστούν ως τίτλοι ισότιμοι με πανεπιστημιακού επιπέδου από το αρμόδιο περί τούτου όργανο, το ΚΥΣΑΤΣ. Στην υπό κρίση περίπτωση τέτοια αναγνώριση παραδεκτά δεν υπήρχε ως προς τους τίτλους σπουδών ΤΕΙ των ΒΕ 2-4.
Από την άλλη όμως, η Αιτήτρια επιχειρηματολόγησε ως προς τη διάκριση μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, η οποία, ελλείψει σχετικής πρόνοιας στα έγγραφα του διαγωνισμού, προέκυπτε κατά την εισήγησή της, από την ερμηνεία του άρθρου 14Α του περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμου και τη σχετική ελληνική νομοθεσία. Σε αυτήν τη νομοθεσία μάλιστα αναφέρθηκαν και η πλευρά της ΑΑ/Επιτυχόντος (και οι Καθ΄ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας).
Επί τούτων όμως καμία αναφορά γίνεται. Εδώ θεωρώ το ζήτημα έχριζε έρευνας και αιτιολογίας. Πως οδηγήθηκε αρχικά η ΑΑ και ακολούθως οι Καθ’ ων η αίτηση στο συμπέρασμα ότι η διατύπωση/απαίτηση περί «University degree» πληρούται με την κατοχή τίτλου σπουδών από ΤΕΙ; Η μόνη αναφορά έγινε στη βάση του αναιτιολόγητου συμπεράσματος περί αναβάθμισης το 2001 των ΤΕΙ σε επίπεδο πανεπιστημίου και της συμπεραινόμενης από τους Καθ΄ ων η αίτηση αποδοχής εκ μέρους της Αιτήτριας ότι μπορεί, εν δυνάμει, οι τίτλοι σπουδών ΤΕΙ να αναγνωριστούν ως ισότιμοι από το ΚΥΣΑΤΣ με το παράλληλο συμπέρασμα ότι μια αντίθετη ερμηνεία θα καταστρατηγούσε το άρθρο 39 του Ν. 73(I)/2016. Δε θεωρώ όμως ότι το ζήτημα θα μπορούσε να καλυφθεί από αυτό.
Καταρχάς, ως ανέφερα, το εύρημα ότι τα «πτυχία των υπό αμφισβήτηση ειδικών Εμπειρογνωμόνων 2, 3 και 4 αποκτήθηκαν μετά το 2001 που τα ΤΕΙ Ελλάδος αναβαθμίστηκαν σε επίπεδο πανεπιστημίου» είναι αναιτιολόγητο και δεν προκύπτει από καμία παραπομπή. Ακόμα κι αν δεχτώ ότι αυτό που εννοούσαν οι Καθ΄ων η αίτηση ήταν ότι από το 2001 τα ΤΕΙ έγιναν πλέον μέρος της ανώτατης και όχι ανώτερης εκπαίδευσης (που ούτε βέβαια αυτό προκύπτει από κάποια παραπομπή) αυτό δε θεωρώ ότι καθιστά αυτόματα τους απονεμηθέντες τίτλους σπουδών ΤΕΙ σε πτυχία Πανεπιστημίου. Περαιτέρω, τι θα πει ότι τίτλοι σπουδών μπορούν να αναγνωριστούν ως ισότιμοι από το ΚΥΣΑΤΣ; Και ως προς τι είναι ισότιμοι; Ο περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμος, στον οποίο αναφέρθηκαν οι πλευρές έχει διάφορες πρόνοιες. Ορίζει τα περί ισοτιμίας αλλά και τα περί ισοτιμίας και αντιστοιχίας. Υπάρχει και η πρόνοια του άρθρου 14Α του νόμου αυτού, η οποία αναφέρεται ρητώς στα ΤΕΙ και λέγει τα ακόλουθα:
«14.Α.-(1) Οι τίτλοι σπουδών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) της Ελλάδας, οι οποίοι εκδόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του υπ' αριθμόν 2916 Νόμου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας (Αρ. Φύλλου 114) στις 11 Ιουνίου 2001, τυγχάνουν της ίδιας αναγνώρισης με αυτήν που ίδιοι τίτλοι τυγχάνουν στην Ελλάδα.
(2) Αντίστοιχα με τους τίτλους σπουδών των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) της Ελλάδας, οι τίτλοι σπουδών του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κύπρου (ΑΤΙ) θεωρούνται ισότιμοι και αντίστοιχοι προς Βασικό Τίτλο Σπουδών Ανώτατης Εκπαίδευσης:
Νοείται ότι οι τίτλοι αυτοί μπορούν να γίνονται αποδεκτοί για εγγραφή σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στην Κύπρο και στο εξωτερικό».
Άρα, το πιο πάνω εδάφιο (1) του άρθρου 14Α παραπέμπει στην ελληνική νομοθεσία θέτοντας ότι τίτλοι σπουδών των ΤΕΙ πριν το 2001 τυγχάνουν της ίδιας αναγνώρισης με αυτήν που οι ίδιοι τίτλοι τυγχάνουν στην Ελλάδα. Ποια είναι η έρευνα ή αιτιολογία ως προς την ελληνική νομοθεσία ή την κατάσταση αναγνώρισης των τίτλων σπουδών ΤΕΙ στην Ελλάδα ή στην Κύπρο μετά το 2001 και πόθεν προκύπτει ότι μετά το έτος αυτό όποιος έλαβε τίτλο σπουδών ΤΕΙ πρέπει να θεωρείται ότι έλαβε University degree, δηλαδή Πανεπιστημίου ή Πανεπιστημιακό ή επιπέδου πανεπιστημίου. Αν ήταν ζήτημα νομοθεσίας, ως αναγνώρισαν οι Καθ΄ων η αίτηση για να δεχτούν την ενώπιόν τους κατάθεση επιχειρημάτων ως προς τη νομοθεσία, δεν έπρεπε το ζήτημα να διερευνηθεί και αιτιολογηθεί με αναφορά στην νομοθεσία αυτή; Η Αιτήτρια πχ έθεσε ότι το άρθρο 1 του νόμου αρ. 4485/2017 (Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης - Νομική μορφή των Α.Ε.Ι.), αναφέρει τα ακόλουθα:
«1. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.). Τα Α.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα και τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
2. Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο διακριτούς παράλληλους τομείς:
α) τον πανεπιστημιακό τομέα, που περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, τα οποία στο εξής αναφέρονται ως «Πανεπιστήμια»,
β) τον τεχνολογικό τομέα, που περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και την Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.), τα οποία στο εξής αναφέρονται ως «Τ.Ε.Ι.».
Άρα η πιο πάνω πρόνοια σίγουρα θεωρεί τα ΤΕΙ και τα ΑΕΙ ως μέρος της ανώτατης εκπαίδευσης όμως φαίνεται να εισάγει διάκριση μεταξύ από τη μία μεριά, Πανεπιστημίων, Πολυτεχνείων και Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, τα οποία αυτά αναφέρονται ως Πανεπιστήμια και από την άλλη μεριά, τον τεχνολογικό τομέα που περιλαμβάνει βασικά τα ΤΕΙ και την Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. Ουδεμία αναφορά επί τούτων έγινε.
Υποδεικνύω ότι το ζήτημα των τίτλων σπουδών των ΤΕΙ απασχόλησε την νομολογία που παρέπεμψε η Αιτήτρια και μάλιστα σχολιάστηκε και η ελληνική νομοθεσία του 2001 (ενδεχομένως αυτή που εννοούσαν οι Καθ΄ων η αίτηση), ήτοι ο ελληνικός Νόμος 2916/2001 αλλά και το επίπεδο/διάκριση τίτλων σπουδών ΤΕΙ και πανεπιστημιακού τίτλου. Συγκεκριμένα στην Υπόθεση Αρ. 1419/2008 Κ. Θ. Ταλιαδώρος ν. Επιτροπής Εκπαιδευτική Υπηρεσίας ημερ. 30.06.2010 η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση [Ταλιαδώρος Κωνσταντίνος Θ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2016) 3 ΑΑΔ 240] αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):
«Οι καθ΄ ων έχοντας την ευθύνη ερμηνείας του σχεδίου υπηρεσίας, στην οποία το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εάν η ερμηνεία είναι ευλόγως επιτρεπτή, (δέστε Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 517), έκριναν στη βάση της έρευνας τους και της απάντησης που αρμοδίως έλαβαν, ότι ο τίτλος του αιτητή, ο οποίος στην πορεία εξισώθηκε με πτυχίο ΤΕΙ, δεν ήταν «πανεπιστημιακού» επιπέδου, ούτε ήταν ισότιμος με πανεπιστημιακό προσόν, έστω και αν ανήκε στην ευρύτερη ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα με τη νέα νομοθετική ρύθμιση μετά το 2001. Η θέση αυτή των καθ΄ ων εύλογα απορρέει από τα εξηγηθέντα στην επιστολή ημερ. 8.5.08 από την Ελλάδα, όπου σημειώνεται ότι «στον πανεπιστημιακό τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης», στα αποκαλούμενα «Πανεπιστήμια» (δέστε παρ. (γ) της επιστολής), περιλαμβάνονται και τα Πολυτεχνεία (παρ. (α) της επιστολής), διακρινόμενα έτσι από τα υπόλοιπα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Και εφόσον το σχέδιο υπηρεσίας προέβλεπε για πανεπιστημιακό τίτλο ή άλλο ισότιμο προσόν, η κρίση των καθ΄ων βασισμένη στα όσα εξηγήθηκαν από την Ελλάδα, αλλά και στα πλαίσια της διερεύνησης του όλου θέματος, ήταν επιτρεπτή.
(…)
Ενόψει των ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα ή ανεπάρκεια έρευνας ή αναιτιολόγητη κρίση. Αυτό γιατί οι καθ΄ ων διερεύνησαν αυτή τη φορά τον τίτλο του αιτητή ακριβώς με αναφορά στο Νόμο 2916/2001 της Ελλάδας, έλαβαν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από τα πλέον αρμόδια όργανα και προχώρησαν στην κρίση τους κατά τρόπο που ευλόγως επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο. Η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, με πλήρη εξήγηση και διαφάνεια της σκέψης που οδήγησε στην απόφαση. Ο αιτητής τόσο στην αρχική, όσο και στην απαντητική του αγόρευση εισηγείται, λανθασμένα, ότι υπάρχει εξομοίωση του πανεπιστημιακού με τον τεχνολογικό τομέα, εξομοίωση που δεν μπορεί να αναδύεται από τα «συμφραζόμενα» (ως αναφέρεται στην παρ. 7 της απαντητικής), όταν το λεκτικό της ίδιας της νομοθεσίας 2916/2001, υποδεικνύει σαφώς διαφορετική ρύθμιση, όπως εξηγήθηκε προηγουμένως».
Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε δημοσιοϋπαλληλικό ζήτημα και η ΕΕΥ διενήργησε έρευνα αποτεινόμενη στην αρμόδια αρχή της Ελλάδας και από την απάντησή της, κατέληξε ότι το προσόν του εκεί αιτητή δεν πληροί την απαίτηση για προσόν «πανεπιστημιακού διπλώματος ή ισοτίμου τίτλου». Το ότι εδώ το ζήτημα άπτεται δημοσίου διαγωνισμού και όχι δημοσιοϋπαλληλικό δε σημαίνει ότι η διοίκηση δεν όφειλε να διερευνήσει το θέμα. Στην παρούσα, όχι απλά η διοίκηση δεν αποτάθηκε στις αρχές της Ελλάδας αλλά ούτε σε οποιαδήποτε αρχή στη Δημοκρατία όπως στο ΚΥΣΑΤΣ ούτε φαίνεται να την απασχόλησε το ζήτημα.
Το μόνο που διαπιστώνεται, και αυτό στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας στις αγορεύσεις ενώπιον της ΑΑΠ και δη αυτή της Αιτήτριας (όχι δηλαδή σε έρευνα της ΑΑ) είναι ότι παρατέθηκε απόσπασμα από την ιστοσελίδα του ΚΥΣΑΤΣ όπου αναφέρεται ότι (υπογράμμιση του παρόντος):
«Ερώτηση 7: Τίτλοι Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) Ελλάδας
Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι τίτλοι σπουδών που χορηγούν τα ΤΕΙ μπορούν να αναγνωριστούν ως τίτλοι ισότιμοι προς Πτυχία πανεπιστημιακού επιπέδου.
Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι εν λόγω τίτλοι σπουδών δεν μπορούν να τύχουν αναγνώρισης ως τίτλοι ισότιμοι και αντίστοιχοι προς Πτυχία πανεπιστημιακού επιπέδου, διότι τα προγράμματα σπουδών που προσφέρουν διαφοροποιούνται από τα προγράμματα που προσφέρουν τα πανεπιστήμια ως προς τη φυσιογνωμία τους, καθώς εκείνα των πανεπιστημίων έχουν ακαδημαϊκό προσανατολισμό ενώ εκείνα των ΤΕΙ έχουν επαγγελματικό προσανατολισμό».
Άρα το ίδιο το ΚΥΣΑΤΣ, στην συνοπτική του εξήγηση επί της ιστοσελίδας του, δεν ομιλεί για αυτόματη αναγνώριση αλλά για δυνητική αναγνώριση ισοτιμίας και μόνο (και όχι ισοτιμίας και αντιστοιχίας) λόγω διαφοροποίησης προσανατολισμού μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Και σίγουρα πουθενά στην ιστοσελίδα δεν αναφέρεται ότι ένας τίτλος σπουδών από ΤΕΙ δέον να θεωρηθεί ως Πανεπιστημίου.
Από την άλλη μεριά ούτε η αναφορά στο άρθρο 39 του Ν. 73(I)/2016 αιτιολογεί την προσβαλλόμενη ούτε μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο οδηγεί σε παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού ή καταστρατηγεί την αρχή του ενωσιακού δικαίου μια ερμηνεία που θα αποδεχόταν ότι για την πλήρωση του επίδικου όρου πρέπει να κατέχεται πανεπιστημιακό πτυχίο ή πτυχίο πανεπιστημίου ή University degree ως προτείνεται από την Αιτήτρια και όχι τίτλος σπουδών ΤΕΙ. Διάκριση, τουλάχιστον θεματική ή προσανατολισμού, μεταξύ Πανεπιστημίου και ΤΕΙ υπάρχει ήδη και αυτό προκύπτει τόσο από την ίδια την ελληνική νομοθεσία αλλά και την παραδοχή του ΚΥΣΑΤΣ, στην οποία αναφέρθηκα. Για ποιο λόγο όμως κρίνεται ότι μια τέτοια ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες ανταγωνισμού; Αφού από την ίδια τη χώρα καταγωγής των ΤΕΙ προέρχονται και πτυχία Πανεπιστημίου και είναι η χώρα αυτή που, από την νομοθεσία στην οποία παρέπεμψα (την οποία σχολιάζει και η πιο πάνω νομολογία) φαίνεται να διακρίνει μεταξύ των δύο. Και αυτό πρόκυπτε από τα ίδια τα ενώπιόν των Καθ΄ων η αίτηση στοιχεία, δεδομένου ότι ο Επιτυχών είχε θέσει το επιχείρημα ότι στην προσφορά του περιέλαβε και άλλους βοηθούς/αναπληρωματικούς εμπειρογνώμονες που κατείχαν πτυχία Πανεπιστημίου, πλείστα εξ αυτών μάλιστα από την Ελλάδα. Πως άρα έρχεται καν στην εικόνα ζήτημα ερμηνείας που προσκρούει στο ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού;
Από τα ανωτέρω, θεωρώ ότι είναι ορθό το παράπονο της Αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας και άρα ότι η, ούτως δοθείσα ερμηνεία ως προς την πλήρωση του επίδικου όρου, δεν ήταν εύλογη και άρα είναι ακυρωτέα για τον λόγο αυτό.
Ως προς τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, θα συμφωνήσω με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι εσφαλμένη η κρίση των Καθ΄ων η αίτηση ότι η αναγνώριση είναι θέμα «τυπικό». Τυπικό θέμα δεν είναι και σίγουρα η νομολογία στην οποία παραπέμπει η Αιτήτρια [βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Σάββα Σαββίδη (2011) 3 ΑΑΔ 43, μεταξύ άλλων] ουσιαστικά καλύπτει το ζήτημα και στην παρούσα και έχει αναφέρει ότι δεν είναι αυτόματη η αναγνώριση από το ΚΥΣΑΤΣ. Στο που διαφωνώ με την Αιτήτρια είναι ότι προκειμένου να μπορούσε η ΑΑ να λάβει υπόψη και αξιολογήσει τους τίτλους σπουδών ΤΕΙ για τους σκοπούς του Διαγωνισμού θα έπρεπε να παρασχεθεί αναγνώριση από το ΚΥΣΑΤΣ στα πλαίσια της προσφοράς του Επιτυχόντος. Διαφωνώ καθότι κάτι τέτοιο όχι μόνο δε τίθεται στους όρους τους διαγωνισμού αλλά θα ήταν ιδιαίτερα δυσμενές (για οποιονδήποτε προσφοροδότη ιδίως από κράτη μέλη της ΕΕ ή αλλοδαπής) υπό τις στενές προθεσμίες υποβολής προσφορών, ο επίδικος όρος να ερμηνεύεται ως θέτων υποχρέωση για παροχή πιστοποιητικού αναγνώρισης των τίτλων σπουδών από διοικητικές αρχές της Δημοκρατίας. Παραμένει ασφαλώς το ζήτημα που κρίθηκε στα πλαίσια του πρώτου λόγου ακύρωσης, ότι δηλαδή έπρεπε πριν την κατακύρωση, να αιτιολογηθεί και διερευνηθεί δεόντως το κατά πόσο η διατύπωση του επίδικου όρου «University Degree» δύναται να ερμηνευθεί ότι περικλείει και τους απονεμηθέντες τίτλους σπουδών των ΒΕ2-4. Κάτι που δεν έγινε.
Καταλήγοντας να αναφέρω ότι το επιχείρημα περί μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος/αλυσιτέλεια προσφυγής δε με βρίσκει σύμφωνο. Ο επίδικος όρος προβλέπει για συγκεκριμένους ΒΕ χωρίς την πρόβλεψη για αντικαταστάτες ή βοηθούς τους, αλλά μόνο για άλλους experts που θα επιβοηθήσουν για την επιτυχή ολοκλήρωση του αντικειμένου του διαγωνισμού («In addition to the above key experts, Tenderers may also include in the Project Team other experts, if they deem that necessary for the successful implementation of the Contract Scope»). Δε θεωρώ άρα ότι η απόφαση του επιτυχόντος να περιλάβει Assistant/substitutes (βοηθούς/αναπληρωτές) εμπειρογνώμονες καθιστά την προσφυγή αλυσιτελή ή το έννομο συμφέρον της Αιτήτριας απωλεσθέν. Η πλημμέλεια που εντοπίστηκε ανωτέρω απαιτεί κινητοποίηση της διοικητικής μηχανής ώστε να αξιολογηθεί, με τις αντίστοιχες αναλόγως συνέπειες, η πλήρωση του επίδικου όρου από τον επιτυχόντα.
Για τους ως άνω λόγους, καταλήγω στην αποδοχή της προσφυγής και στην ακύρωση της προσβαλλόμενης με έξοδα 2.100 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] «6.4 Technical and professional ability
[…]
4. They must include in the proposed Project Team which will be responsible for the implementation of the Contract Scope, as key experts, personnel whose qualifications cover the minimum required as listed below:
Key Expert 2: Site Manager
• University degree in Engineering, Technology or other Physical or Applied Science.
• At least 5 years of experience in Site Management.
• Proven experience in participating at least one completed similar project (SCADA/AMR/Leak Detection).
Key expert 3: Automation Engineer
• University degree in Engineering, Technology or other Physical or Applied Science.
• Ate least 5 years of experience in installation and commissioning of equipment for SCADA or similar automation systems.
• Proven experience in participating at least one completed similar project (SCADA/AMR/Leak Detection).
Key Expert 4: Civil/Mechanical Engineer
• University Degree in Civil or Mechanical Engineering.
• At least 5 years of experience in installation and commissioning of equipment for SCADA and/or AMR systems.
• Proven experience in participating at least one completed similar project (SCADA/AMR/Leak Detection).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο