ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1090/2020, 8/5/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1090/2020, 8/5/2026

                                               ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                         

  Υπόθεση Αρ. 1090/2020

                                                   8 Μαΐου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

                        ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

                                                 ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ

                                                                                                                      Αιτητής,

και

 

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

    Καθ' ου η Αίτηση.

   

 

 

Πάνος Παναγιώτου, δια Κωνσταντίνου Παναγιώτου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.

Μόνικα Δαμιανού, δια Σ. ΣΑΜΨΩΝ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση.

  

________________________________

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι, «η απόρριψη του αιτήματος του για την καταβολή σε αυτόν αναδρομικής αποζημίωσης από το 1993 που αυτός ασκούσε και/ή ασκεί καθήκοντα είτε Αναπληρωτή Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων, είτε Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων χωρίς να μεταβάλλεται η μισθοδοτική του κλίμακα, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και όπως η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται από τούδε και στο εξής μηνιαίως και για όσο χρόνο αυτός ασκεί καθήκοντα θέσης σε ψηλότερη μισθοδοτική κλίμακα, το οποίο αίτημα υποβλήθηκε με επιστολή των δικηγόρων ημερομηνίας 03.07.2020.»

 

Τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου αποτελούν τη μοναδική αποδεκτή μαρτυρία για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ενώ οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται μέσω της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναφορικά με τα γεγονότα και οι οποίοι βρίσκονται σε αντίθεση, δεν αποτελούν αποδεκτό μαρτυρικό υλικό ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταγράφονται με χρονολογική σειρά στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, συμφωνούν με τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού (ΚΟΑ) ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, και έχουν ως εξής.

 

1.      O αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού από το 1993 μέχρι και την 31.08.2020.

2.      Από τη 1.09.1993 οι Καθ' ων η Αίτηση διόρισαν τον αιτητή στη Θέση του «Συντηρητή» στο Κλειστό Γυμναστήριο ΟΛΥΜΠΙΑ Λεμεσού, στην κλίμακα Ε2 του Κυβερνητικού Ωρομίσθιου Προσωπικού.  

3.      Με επιστολή του ημερομηνίας 05.11.1993, ο αιτητής αποδέχτηκε τον διορισμό του στη Θέση του «Συντηρητή», όπως και τους όρους που του παρέθεσαν οι Καθ' ων η Αίτηση.  

4.      Το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση στη συνεδρία του ημερομηνίας 26.02.1994, αποφάσισε να τοποθετήσει προσωρινά τον αιτητή από την 1.03.1994 και για περίοδο 3 μηνών στη Θέση του Έκτακτου Εργάτη (Φροντιστή) στις αθλητικές εγκαταστάσεις Λεμεσού, στην κλίμακα Ε6 του Κυβερνητικού Ωρομίσθιου Προσωπικού. Οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στον αιτητή επιστολή ενημέρωσης ημερομηνίας 28.02.1994, επισυνάπτοντας τη σχετική επιστολή, με λεπτομέρειες μισθοδοσίας, ωφελημάτων και όρων και σε περίπτωση που αυτός αποδεχόταν, καλείτο να την υπογράψει.

5.      Την 21.07.2000, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν επιστολή στον αιτητή, ενημερώνοντας τον ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΑ στη συνεδρία του ημερομηνίας 06.07.2000, εξέτασε τα αιτήματα του αιτητή και αποφάσισε να αναβαθμίσει την κλίμακα του από Ε6 σε Ε7 του Κυβερνητικού Ωρομίσθιου Προσωπικού, από την 1 Ιουλίου 2000.  

6.      Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2001, ο αιτητής μετατέθηκε στην επαρχία Λάρνακας από τις 13.12.2001 με καθήκοντα συντονιστή εργασιών του προσωπικού στην επαρχία αυτή. Ενόψει της μετάθεσης του αιτητή, οι Καθ' ων η Αίτηση λαμβάνοντας υπόψη ότι η έδρα του αιτητή ήταν η Λεμεσός, αποφάσισαν να του παραχωρήσουν επιπλέον το ποσό των £150.- μηνιαίως ως οδοιπορικά.

7.      Το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση στη 17 συνεδρία του που διεξήχθη την 21η Μαΐου 2002, αποφάσισε τον διορισμό του αιτητή ως Acting (Αναπληρωτής) ΛΑΕ χωρίς αυτό να συνεπάγεται την αλλαγή της κλίμακας του και την οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του μισθού του.

8.      Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 04.06.2002. O αιτητής αποδέχτηκε τον διορισμό του ως Αναπληρωτής (Acting) ΛΑΕ και συνέχισε να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα και τις ευθύνες του.  

9.      Κατά ή περί το 2002, με επιστολή τους οι Καθ' ων η Αίτηση γνωστοποίησαν στον αιτητή την απόφαση τους, ημερομηνίας 29.08.2002 για μετάθεση του από τη Λάρνακα στη Λεμεσό για να αναλάβει τη διαχείριση του κολυμβητηρίου Λεμεσού και του Ιστιοπλοϊκού Κέντρου. O αιτητής αποδέχτηκε την απόφαση αυτή και ξεκίνησε να εργάζεται στο Κολυμβητήριο Λεμεσού από την 1.09.2002.  

10.    Η Επιτροπή Προσωπικού των Καθ' ων η Αίτηση με απόφαση της ημερομηνίας 03.03.2005, εισηγήθηκε την αναβάθμιση του αιτητή από την Ε7 στην Ε10 και μετάθεση του στη Θέση του Συντονιστή/ Επιστάτη στο Κλειστό Αθλητικό Κέντρο «Σπύρος Κυπριανού» με νέα καθήκοντα και ευθύνες, σε ημερομηνία που θα όριζε το Διοικητικό Συμβούλιο.

11.    Στη 15η συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΑ, ημερ. 22.03.2006, αποφασίστηκε η αναβάθμιση του αιτητή στην κλίμακα Ε10, την ανώτατη κλίμακα του Κυβερνητικού Ωρομίσθιου Προσωπικού, αναδρομικά από την 1.01.2006.  

12.    Την 16.09.2008, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν επιστολή στον αιτητή, με την οποία τον ενημέρωναν ότι λόγω απουσίας του Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων Λεμεσού Θα αναλάβει τα καθήκοντα που του καθόρισαν και αναγράφονται σε συνημμένο έγγραφο μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. O αιτητής αποδέχτηκε την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση και ανέλαβε καθήκοντα Συντονιστή/ Επιστάτη Λεμεσού.

13.    Κατά ή περί τις 23.03.2009, οι Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωσαν με επιστολή τους τον αιτητή ότι μετακινείται στο Ολυμπιακό Κολυμβητήριο Λεμεσού και ότι αναλαμβάνει ως Υπεύθυνος διαχείρισης του Κολυμβητηρίου υπό τις οδηγίες του ΛΑΕ Λεμεσού, επισυνάπτοντας αναλυτικά τα καθήκοντα και τις ευθύνες του. Την μετακίνηση αυτή αποδέχτηκε ο αιτητής και ανέλαβε τα καθήκοντα του ως Υπεύθυνος διαχείρισης του Κολυμβητηρίου Λεμεσού από τις 24.03.2009.

14.    Οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους προς τον αιτητή ημερομηνίας 3 Ιουλίου 2009, τον ενημέρωσαν για το ωράριο που θα πρέπει να τηρεί από την 6η Ιουλίου 2009, διευκρινίζοντας επίσης ότι η Υπηρεσία έχει την ευχέρεια τροποποίησης του ωραρίου του αιτητή αναλόγως των παρουσιαζόμενων αναγκών των Αθλητικών Χώρων.

15.    Την 26.09.2013, οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους, πληροφόρησαν τον αιτητή ότι λόγω απουσίας του Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων Λεμεσού θα αναλάβει τα καθήκοντα Συντονιστή/ Επιστάτη Λεμεσού. O αιτητής αποδέχτηκε και την απόφαση αυτή και ανέλαβε τα καθήκοντα που του όρισαν οι Καθ' ων η Αίτηση.

16.    O αιτητής απέστειλε στους Καθ' ων η Αίτηση επιστολή ημερομηνίας 30.10.2017, κατά την οποία ζητούσε την αναβάθμιση του από Αναπληρωτή Λειτουργό Αθλητικών Εγκαταστάσεων σε Λειτουργό Αθλητικών Εγκαταστάσεων Λεμεσού. Η άρνηση των Καθ' ων η Αίτηση στο αίτημα του αιτητή κοινοποιήθηκε σε αυτόν με την κατάσταση μισθοδοσίας του για το μήνα Νοέμβριο 2017, όπου η μηνιαία του απολαβή τόσο για τον μήνα Νοέμβριο όσο και τους επόμενους μήνες παρέμεινε ως είχε.

17.    Το Δ.Σ. των Καθ' ων η Αίτηση την 3.05.2018, αποφάσισε, κατά την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του αιτητή και εφόσον αυτός παραδέχτηκε ότι ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του, την επιβολή αυστηρής επίπληξης σε αυτόν και χρηματική ποινή ίση με τις απολαβές δεκαπέντε (15) ημερών από το μισθό του.

18.    Κατά και/ή περί τις 03.07.2020, ο αιτητής δια μέσου των δικηγόρων του απέστειλε στους Καθ' ων η Αίτηση επιστολή με την οποία ζητούσε την καταβολή αναδρομικής αποζημίωσης από το 1993 που ο αιτητής είχε εργοδοτηθεί στον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού. Η άρνηση της Διοίκησης των Καθ" ων η Αίτηση κοινοποιήθηκε στον αιτητή με την κατάσταση της μισθοδοσίας του για το μήνα Ιούλιο και Αύγουστο 2020, όπου οι μηνιαίες του απολαβές παρέμειναν ως είχαν χωρίς να προστεθεί οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης.  

19.    Κατά και/ή περί τις 02.10.2020, με ηλεκτρονικό μήνυμα, οι δικηγόροι του αιτητή απέστειλαν εκ νέου την επιστολή τους ημερομηνίας 03.07.2020, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος επαναλαμβάνοντας το αίτημα του αιτητή για καταβολή αναδρομικής αποζημίωσης, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε νέων στοιχείων.  

20.    O αιτητής έπαυσε να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση από τον Σεπτέμβριο του 2020 αφού αφυπηρέτησε την 31.08.2020.

 

Ακολούθησε στις 24.11.2020 η καταχώρηση από τον Αιτητή της παρούσας προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Ως αναφέρεται στο έντυπο της Αίτησης Ακυρώσεως, «η επίδικη παράλειψη και/ή άρνηση είναι άκυρη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος» για τους λόγους τους οποίους αναφέρει στο δικόγραφο. Συνεπώς, υποστηρίζει μέσω της γραπτής του αγόρευσης, από την ημέρα αποστολής της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 3.07.2020 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, δεδομένου ότι παρήλθαν 3 μήνες μέσα στους οποίους ο ΚΟΑ δεν ανταποκρίθηκε, ο αιτητής εξέλαβε ότι το σχετικό αίτημα του έτυχε απόρριψης. Σημειώνω ωστόσο ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής δεν γίνεται οιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 36 του Ν.158(Ι)/1999

 

Ο αιτητής, μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων του, προωθεί τους εξής λόγους προς επιτυχία της προσφυγής του:

«(α) Είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική καθότι προσκρούει στο Άρθρο 28 του Συντάγματος ενόψει του ότι ο Αιτητής υφίσταται δυσμενή και άνιση μεταχείριση σε σχέση με του υπόλοιπους εργαζομένους που τελούν υπό τις ίδια συνθήκες.

(β) Προσκρούει και/ή αντίκειται στο άρθρο 38 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/99·

(γ) Στερείται οποιασδήποτε επαρκούς και/ή νόμιμης και/ή ειδικής αιτιολογίας και/ή η αιτιολογία που δόθηκε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή είναι πράγματι ή νόμω αβάσιμη.

(δ) Δεν είναι δεόντως ή καθόλου αιτιολογημένη ούτως ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.

(ε) Δεν προηγήθηκε της εκδόσεως της η δέουσα ή οποιαδήποτε έρευνα, καθότι οι Καθ’ ων δεν διεξήγαγαν την δέουσα έρευνα σε σχέση με την πρόταση των Αιτητών

(στ) Δεν λήφθηκαν υπόψη γεγονότα, που έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη και/ή λήφθηκαν υπόψη γεγονότα, που δεν έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη και/ή δεν αποδόθηκε η προσήκουσα σημασία στα σχετικά με το θέμα γεγονότα.

(ζ) Είναι προϊόν νομικής και/ή πραγματικής πλάνης.

(η) Η επίδικη απόφαση παραβιάζει κάθε έννοια Χρηστής Διοίκησης, καλής πίστης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη προς τη Διοίκηση, εφόσον οι Καθ’ ων η Αίτηση απορρίπτουν παντελώς αναιτιολόγητα το αίτημα του αιτητή.

(θ) Παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς τη Διοίκηση.»

 

Εξετάζοντας καταρχήν το περιεχόμενο της Ένστασης των Καθ' ων η αίτηση, σημειώνω τις επτά προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται μέσω αυτής και οι οποίες τυγχάνουν εκτενούς σχολιασμού στις αγορεύσεις αμφότερων των δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω, αυτές αφορούν θέματα θεμελιακού χαρακτήρα τα οποία μπορούν να εξεταστούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Razis and Another ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 45, Georghiou ν. Republic (1982) 3 C.L.R. 828, Yiangou v. The Republic (1987) 3 C.L.R. 27, Hadjigeorghi ν. The Minister of Finance (1987) 3 C.L.R. 280).

 

Συγκεκριμένα, στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση καταγράφονται οι ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις (παραθέτω αυτούσιο το κείμενο):

 

1. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, καθότι η επιστολή ημερ. 03.07.2020, που απέστειλαν οι δικηγόροι του αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση περιέχει αιτήματα τα οποία είτε ικανοποιήθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση στο παρελθόν, είτε αν δεν ικανοποιήθηκαν, η μη ικανοποίηση τους έτυχε της αποδοχής του αιτητή και/ή ουδέποτε προσβλήθηκε από αυτόν εντός της συνταγματικώς προνοούμενης προθεσμίας των εβδομήντα πέντε (75) ημερών

2. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, καθότι ο αιτητής αποδέχτηκε και/ή παρέλειψε να προσβάλει εντός της συνταγματικώς προνοούμενης προθεσμίας των εβδομήντα πέντε (75) ημερών τις διάφορες αποφάσεις του ΚΟΑ που τον αφορούσαν από το 1993 και εντεύθεν, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

3. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο αιτητής στερείται ενεστώτος έννομου συμφέροντος να την καταχωρήσει και/ή να την προωθήσει, αφού σε κάθε ουσιώδη χρόνο ανάθεσης καθηκόντων στον αιτητή, ο αιτητής αναβαθμιζόταν μισθολογικά, με την τελευταία αναβάθμιση να έχει λάβει χώρα στις 22.03.2006, όταν με απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ο αιτητής αναβαθμίστηκε στην κλίμακα Ε10 του Κυβερνητικού Ωρομίσθιου Προσωπικού για τα καθήκοντα που εκτελούσε, την ανώτατη κλίμακα χρηματικής αποζημίωσης που δύναται να λάβει εργατικό προσωπικό, όπως τον αιτητή.

4. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο αιτητής, κατά το χρόνο καταχώρησης της προσφυγής βρισκόταν στην ανώτατη κλίμακα χρηματικής αποζημίωσης που δύναται να λάβει εργατικό προσωπικό και ως τούτο ο αιτητής δεν δύναται να ωφεληθεί περαιτέρω από οποιαδήποτε απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή το δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει στον αιτητή την αιτούμενη Θεραπεία.

5. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι η ισχυριζόμενη από τον αιτητή απόρριψη των αιτημάτων του σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν. 158(1)/1999, ως αυτά αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 03.07.2020, αποτελεί βεβαιωτική πράξη προηγούμενων πράξεων και/ή αποφάσεων που αφορούν στον αιτητή, οι οποίες ουδέποτε εμπρόθεσμα προβλήθηκαν από αυτόν.

6. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο αιτητής στερείται ενεστώτος έννομου συμφέροντος να την εγείρει και/ή να την προωθήσει, καθότι αυτός αποχώρησε από την υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση από τον Σεπτέμβριο του 2020.

7. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί καθότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα προσφυγή για καταβολή σε αυτόν αναδρομικής αποζημίωσης, εφόσον ο ίδιος ο αιτητής σε κάθε στάδιο και σε κάθε περίπτωση αποδεχόταν τις αποφάσεις των Καθ' ων η Αίτηση, ουδέποτε τις προσέβαλε και εξακολουθούσε να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα του.»

 

 

Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα της ύπαρξης του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος και η κρίση για την ύπαρξη ή έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πρέπει δε αυτό να εξετάζεται και να αποφασίζεται κατά προτεραιότητα, λόγω ακριβώς του θεμελιακού του ζητήματος (The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κοινοπραξίας Φυσικών και Νομικών Προσώπων Αντωνίου, Πίττα, Σκουρής, Μαραθοβουνιώτης, Μαύρου, Πίττας, Παπαχριστοφόρου, SKP Soteriou, Kyrzis Partners, Nicolaou & Konides Quantity Surveyors, εγγεγραμμένης ως ΕΡΓΟ ΣΥΝ - ΠΑΓΚ, Α.Ε. 139/2012, ημερ. 8.6.2018). Μάλιστα, η εξέταση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτητή προέχει της εξέτασης άλλων προδικαστικών ενστάσεων. Στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοδότης Χατζηβασιλείου, Ε.Δ.Δ. 24/2018, ημερ. 25.1.2024, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται από το Δικαστήριο, «ως πρώτο θέμα μεταξύ των λόγων που ερευνώνται, είτε αυτοί αφορούν την αρμοδιότητα ή την κακή σύνθεση ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Παπαδόπουλος κ.ά. ν. Ρ.Ι.Κ. κ.α. (1996) 3 ΑΑΔ 1, Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 797)».

 

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων ισχυρισμών για το απαράδεκτο της επίδικης προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Καθ' ου η Αίτηση επικαλούμενος το ιστορικό των γεγονότων της υπόθεσης προβάλει ότι ο αιτητής στερείται του απαραίτητου εννόμου συμφέροντος να εγείρει την παρούσα Προσφυγή, καθότι αυτός δεν νομιμοποιείται να ζητά μετά την αφυπηρέτηση του την καταβολή αναδρομικής αποζημίωσης από το 1993, εφόσον καθ’όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του αποδεχόταν τις αποφάσεις του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τα καθήκοντα που εκτελούσε και σε κάθε περίπτωση ουδέποτε προσέβαλε το ύψος της μισθοδοσίας που ελάμβανε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.  

 

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής ζητά την ακύρωση της «απόρριψης του αιτήματος του για την καταβολή σε αυτόν αναδρομικής αποζημίωσης από το 1993 που αυτός ασκούσε και/ ή ασκεί καθήκοντα είτε Αναπληρωτή Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων, είτε Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων χωρίς να μεταβάλλεται η μισθοδοτική του κλίμακα, και όπως η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται από τούδε και στο εξής μηνιαίως και για όσο χρόνο ασκεί καθήκοντα θέσης με ψηλότερη μισθοδοτική κλίμακα, το οποίο αίτημα υποβλήθηκε με επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερομηνίας 03.07.2020».

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και προβάλουν οι δικηγόροι του Καθ’ ου η αίτηση, ο αιτητής έχει επιδείξει ανεπιφύλακτη αποδοχή των διαδοχικών αποφάσεων του εργοδότη του (Κ.Ο.Α.) στην ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων μέσα από τα έτη, ήτοι από το 1993 μέχρι και την αφυπηρέτηση του τον Σεπτέμβριο του 2020, όπως και στην αντίστοιχη αποδοχή του μισθού του κατ’ εφαρμογή των αντίστοιχων Κλιμάκων Μισθοδοσίας, ως καταγραφόταν στις σχετικές Καταστάσεις Μισθοδοσίας οποίες του καταβάλλονταν ανελλιπώς κάθε μήνα. Επιπρόσθετα, υποδεικνύουν ότι αυτός ενημερωνόταν, χωρίς ποτέ να αντιδράσει, για συγκεκριμένες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΑ που τον αφορούσαν ως προς το ζήτημα των καθηκόντων και των αντίστοιχων απολαβών του. Τονίζουν δε, για τους σκοπούς των προδικαστικών ενστάσεων που προωθούν, ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, αφού ο αιτητής σε κάθε ουσιώδη χρόνο ανάθεσης καθηκόντων στον ίδιο, αυτός αναβαθμιζόταν μισθολογικά, με την τελευταία αναβάθμιση του να είχε λάβει χώρα στις 22.03.2006 οπότε τοποθετήθηκε στην ανώτατη κλίμακα χρηματικής αποζημίωσης που δύναται να λάβει εργατικό προσωπικό (Κλίμακα Ε10) και δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε ψηλότερη κλίμακα. Αυτή η τοποθέτηση εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση ότι ο αιτητής ως κυβερνητικό ωρομίσθιο προσωπικό έφθασε στο ανώτατο επίπεδο μισθοδοσίας, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού στην απαντητική του αγόρευση ο αιτητής αρκείτε να ισχυριστεί ότι θα μπορούσε να τύχει αναβάθμισης σε άλλη μισθοδοτική κλίμακα.

 

Όπως ακριβώς καταγράφεται στα γεγονότα της υπόθεσης και τονίζεται μέσω της αγόρευσης του Καθ’ ου η αίτηση, στην 17η Συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΑ, ημερ. 21.05.2002 αποφασίστηκε όπως ο αιτητής ονομασθεί σε «Acting ΛΑΕ», χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει οιαδήποτε αλλαγή της κλίμακας του και χωρίς οιαδήποτε αναπροσαρμογή του μισθού του. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή ημερ. 04.06.2002 και έτυχε της αποδοχής του. Μεταγενέστερα δε, με επιστολή ημερ. 18.12.2006, ο αιτητής πληροφορήθηκε ότι στα πλαίσια της 15ης Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΑ ημερ. 22.03.2006, αποφασίστηκε η τοποθέτηση του στη θέση Συντονιστή/Επιστάτη στην Κλίμακα Ε10, ήτοι την ανώτατη κλίμακα του κυβερνητικού ωρομίσθιου προσωπικού, την οποία επίσης και αποδέχτηκε. Αναφορικά δε με τα μετέπειτα αναφερόμενα από τους δικηγόρους του αιτητή καθήκοντα Αναπληρωτή Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων ή Λειτουργού Αθλητικών Εγκαταστάσεων, όπως αναφέρει ο Καθ’ ου η αίτηση, αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθότι ο Αιτητής αναπλήρωνε την θέση των εκάστοτε Λειτουργών ως Συντονιστής/ Επιστάτης ασκώντας τα καθήκοντα που έπρεπε με βάση την δική του θέση και καθήκοντα, κάτι το οποίο φαίνεται από τα γεγονότα όπως αυτά έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και τα οποία περιέχονται στον διοικητικό φάκελο.

 

Όπως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο, ο αιτητής είτε είχε ενημερωθεί συγκεκριμένα και ειδικά για αποφάσεις του εργοδότη του Κ.Ο.Α., είτε ελάμβανε ενημέρωση μέσω των Καταστάσεων Μισθοδοσίας τις οποίες λάμβανε από τον εργοδότη του κάθε μήνα, χωρίς να προσφύγει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας. Επομένως, θα συμφωνήσω με τον Καθ’ ου η αίτηση ότι, ο αιτητής δεν μπορεί να προσβάλει ετεροχρονισμένα και εκ των υστέρων και μετά πάροδο πολλών ετών απόφαση και/ή διαδοχικές αποφάσεις οι οποίες έγιναν ανεπιφύλαχτα και ελεύθερα αποδεκτές από τον ίδιο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποδοχή με ελεύθερη βούληση διοικητικής απόφασης στερεί τον διοικούμενο τού απαραίτητου εννόμου συμφέροντος για προσφυγή, (βλ. μεταξύ άλλων Piperis ν. R. (1967) 3 CLR 295, Tomboli ν. CYTA (1982) 3 CLR 149» Christodoulides ν. R. (1985) 3 CLR 1979 και The Onisi Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 202Α/10 ημερ. 13.02.17).

 

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του ημερομηνίας 24/04/2026 στις Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1213/2021 και 1214/2021, ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. Κ. Δ., ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου διαπίστωσε έλλειψη της απαιτούμενης νομιμοποίησης των εκεί αιτητριών προς καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών δεδομένης της ανεπιφύλαχτης και ελεύθερης αποδοχής της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα όπου γίνεται αναφορά στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία βρίσκει εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση.

 

«Δεδομένων των πιο πάνω, είναι σαφές ότι κατά τον χρόνο αποδοχής της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, οι αιτήτριες γνώριζαν για τα καθήκοντα και/ή τους όρους απασχόλησης και μισθοδοσίας τους, περιλαμβανομένης βεβαίως και της μισθολογικής κλίμακας της επίδικης θέσης (Κλίμακα Α5 κατ' ανώτατο όριο), την οποία και αυτές αποδέχθηκαν ελεύθερα και ανεπιφύλακτα. Αυτή δε ακριβώς η ανεπιφύλακτη, οικειοθελής και κατ' ελεύθερη βούληση αποδοχή των όρων της επιστολή και/ή της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, ημερομηνίας 27.5.2004 και 18.8.2009, αντίστοιχα, οδηγεί αναπόφευκτα στην εξάλειψη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος εκ μέρους των αιτητριών για καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών. Δια της ανεπιφύλακτης και ελεύθερης αποδοχής της απόφασης πρόσληψής τους, ως αυτή περιέχεται στις επιστολές προς τις αιτήτριες, ημερομηνίας 26.5.2004 και 31.7.2009, αντίστοιχα, οι αιτήτριες απέκοψαν τον ειδικό δεσμό, conditio sine qua non της ίδιας της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, μεταξύ αυτών και μιας νόμιμης κατάστασης, δυνάμει του οποίου θα μπορούσαν να αναμένουν και/ή να αντλήσουν ωφέλεια (βλ. Δώρα Ανδρέα Κούππα ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 151/06, ημερ. 2.4.2009 και απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην CYBARCO LTD-S.K. EUROMARKET LTD-MEKEL LTD AQWISE JV ν. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, Υποθ. Αρ. 272/2015, ημερ. 31.1.2019, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, καθώς και το σύγγραμμα Επ. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 5η έκδοση, σελ. 433).

 

Εν προκειμένω, η υπό των αιτητριών ανεπιφύλαχτη και ελεύθερη αποδοχή των όρων και/ή του περιεχομένου της επιστολής αποδοχής πρόσληψης στη θέση που τους προσφέρθηκε και/ή της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, απολήγει στην έλλειψη νομιμοποίησής τους προς καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών, εφόσον με αυτήν ακριβώς την ανεπιφύλαχτη και ελεύθερη αποδοχή, δεν υφίσταται πλέον το απαιτούμενο έννομο συμφέρον (Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltd κ.α. (2011) 3 Α.Α.Δ. 1).

 

Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στη Γεωργίου ν. Παναγή (1997) 3 Α.Α.Δ. 81 και επιβεβαιώθηκε στην ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθ. Αρ. 621/2008, ημερ. 16.7.2009, το έννομο συμφέρον πρέπει να εκπορεύεται από τα νομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν εξομοιώνεται με αγώγιμο δικαίωμα, ενώ συσχετίζεται με την ιδιαιτερότητα της θέσης του εκάστοτε προσφεύγοντος, εν προκειμένω των αιτητριών, οι οποίες δια της συμπεριφοράς τους και/ή των προεκτεθεισών ενεργειών τους, απώλεσαν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς αμφισβήτηση και προσβολή δια προσφυγής της επίδικης απόφασης (βλ. The Onisi Ltd, ανωτέρω).»

 

Επιπρόσθετα παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση ΖΑΝΤΗ ν. ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 850/2015, αποφ. ημερ. 31.08.2018, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά:

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποδοχή με ελεύθερη βούληση διοικητικής απόφασης στερεί τον διοικούμενο του απαραίτητου εννόμου συμφέροντος για προσφυγή, εκτός όπου επηρεάζονται θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. μεταξύ άλλων Piperis ν. R. (1967) 3 CLR 2 95, Tomboli ν. CYTA (19 82) 3 CLR 14 9, Christodoulides ν. R. (1985) 3 CLR 1979 και την The Onisi Ltd υ. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 202Α/10 ημερ. 13-2.17)· Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από το (ελληνικό) Συμβούλιο της Επικράτειας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929 - 1959 στη σελ. 26ο, 261), όπου σημειώνεται πως, γενικώς, δεν δημιουργείται έννομο συμφέρον οσάκις διαπιστώνεται ότι ο αϊτών συνήνεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της πράξης. Η γενόμενη τυχόν αποδοχή της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα καθιστά απαράδεκτη την κατ' αυτής στρεφόμενη αίτηση ακυρώσεως, ελλείψει συμφέροντος (βλ. Φρύνη Παπαδοπούλου και Άλλη ν. Ρ.Ι.Κ. (1987) 3 Α.Α.Δ. 1685, Κ.Ο.Α. ν. A. Kaminarides Ltd (2006) 3 Α.Α.Δ. 197Σχετικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 8η έκδοση 1997 του Ε. Σπηλιωτόπουλου στην παρ. 458, που συνοψίζει την ορθή νομική προσέγγιση επί του θέματος: «Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει, από αντικειμενικούς λόγους, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970'), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (ΣΕ 2612/1982). Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή, δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της (ΣΕ 432/1983, 3547/1987), όπως π.χ. είναι ανεπιφύλακτη συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης της πράξης (ΣΕ 1674, 2836/1987), Η αποδοχή πρέπει: i) να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη (ΣΕ 480/1970, 1745/1977), ii) να μην έγινε από νόμιμη υποχρέωση (ΣΕ 4528/1976, 4071/1990) ή λόγω οικονομικής ανάγκης (ΣΕ 2407/1970) ή λόγω παράνομης βίας ή απειλής (ΣΕ 2013/1959) ή διότι η παράλειψή της θα είχε για τον αιτούντα δυσμενείς συνέπειες (ΣΕ 1568/1960) και iii) να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 2087/1970) ή, όταν δεν είναι ρητή, να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις (ΣΕ 1341/1966)».

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι ο αιτητής μέσα από τα χρόνια εργασίας του στον ΚΟΑ, προέβη σε ρητή αποδοχή των καθηκόντων που εκτελούσε και σε κάθε περίπτωση μέσω της στάσης την οποίαν τήρησε διαπιστώνω σιωπηρή αποδοχή  των αποφάσεων του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τα καθήκοντα που εκτελούσε και το αντίστοιχο ύψος της μισθοδοσίας που ελάμβανε, η οποία συμπεριφορά του δεν τον νομιμοποιεί να ζητά σε ένα τόσο προχωρημένο χρονικό διάστημα, την καταβολή αναδρομικής αποζημίωσης από το έτος πρόσληψης του το1993.

 

Η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου, καθορίζει και το αποτέλεσμα της επίδικης προδικαστικής ένστασης περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτητή, η οποία και επιτυγχάνει. Δεδομένου αυτού του ευρήματος, η εξέταση των υπολοίπων προδικαστικών ενστάσεων, αναφορικά τόσο την φύση της προσβαλλόμενης πράξης και την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, όσο και το εκπρόθεσμο καταχώρησης της προσφυγής, παρέλκει.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται. Επιδικάζονται 1800 Ευρώ έξοδα, υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

                                                                 Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.       

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο