ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις
Αρ. 120/2021, 148/2021 και 198/2021
18 Μαΐου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Υπ. Αρ. 120/2021
Επί τοις αφορώσι τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος
Χριστόδουλου Κελίρη
Αιτητή
Και
Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου
Καθ' ου η Αίτηση
---
Υπ. Αρ. 148/2021
Επί τοις αφορώσι τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος
Κωνσταντίνος Αναξαγόρου
Αιτητή
Και
Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου
Καθ' ων η Αίτηση
---
Υπ. Αρ. 198/2021
Επί τοις αφορώσι το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Πάνου Μάρκου
Αιτητή
Και
Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕ.ΠΑ.Κ.)
Καθ' ου η Αίτηση
.........
Χριστάκης Θ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για Αιτητή σε Πρ. Αρ. 120/2021
Κ. Χρυσάνθου (κα) γι’ Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Δικηγόροι για Αιτητή σε Πρ. Αρ. 148/2021
Δημοσθένης Στεφανίδης, για Δημοσθένης Στεφανίδης ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή σε Πρ. Αρ. 198/2021
Χριστίνα Γεωργίου διά Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση
Κ. Αλεξίου γι’ Α. Μαραγκός & Α. Χατζηπαπά Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 Μαρία Τέκλου, 2 Κατερίνα Φραγκουλίδου, 4 Αντώνη Βρασίδα, 5 Γαβριήλ Πανή, 6 Διονύση Καζαμία και 7. Άντρια Καμιντζή
Ξένια Ευγενίου γι’ Ανδρέα Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Ενδιαφερόμενο Μέρος 3 Νεόφυτο Λουκαίδη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Το Συμβούλιο των Καθ’ ων η αίτηση κατά την 96Βη συνεδρίαση του ημερομηνίας 10.10.2019 αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την προκήρυξη επτά (7) θέσεων Ανώτερου Λειτουργού Πανεπιστημίου Α13 (εφεξής «επίδικες θέσεις»), την επαναβεβαίωση - έγκριση για το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης Ανώτερου Λειτουργού Πανεπιστημίου Α13 και τη σύσταση τριμελούς Συμβουλευτικής Επιτροπής Επιλογής (εφεξής «ΣΕΕ»). Σχετική προκήρυξη της θέσης δημοσιεύτηκε τόσο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όσο και στον εγχώριο τύπο και την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου.
Κατά την πρώτη της συνεδρίαση ημερομηνίας 13.01.2020, η ΣΕΕ αποφάσισε ότι θα διεξάγει γραπτές εξετάσεις για την πλήρωση των επίδικων θέσεων. Έπειτα, οι πρώτοι είκοσι οχτώ (28) επιτυχόντες υποψήφιοι θα κληθούν σε συνέντευξη από την ΣΕΕ και θα υποβάλλει στο Συμβούλιο συγκεντρωτικό κατάλογο κατά σειρά κατάταξης των υποψηφίων με τις βαθμολογίες που συγκέντρωσαν. Κατά τη δεύτερη συνεδρίαση της ΣΕΕ στις 14.02.2020 τα μέλη της ΣΕΕ αποφάσισαν ομόφωνα να υποβάλουν προς το Συμβούλιο την εισήγηση τους σχετικά με τη διεξαγωγή των γραπτών εξετάσεων και δύο προφορικών εξετάσεων για την πλήρωση των επίδικων θέσεων.
Κατά την 101η συνεδρία του Συμβουλίου των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 27.02.2020, το Συμβούλιο αποφάσισε όπως υιοθετήσει την απόφαση της ΣΕΕ σχετικά με τη διαδικασία διεξαγωγής των γραπτών εξετάσεων των επίδικων θέσεων και έπειτα δύο προφορικών εξετάσεων, η πρώτη ενώπιον της ΣΕΕ και η δεύτερη ενώπιον του Συμβουλίου ή της Επιτροπής Προσωπικού, Προσλήψεων και Προαγωγών και Κανονισμών και Κανόνων.
Στις 27.05.2020, με επιστολές τους οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν τους Αιτητές να λάβουν μέρος στις γραπτές εξετάσεις που αφορούσαν τις επίδικες θέσεις. Καθώς πέτυχαν στις γραπτές εξετάσεις, στις 24.09.2020 οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολές τους τους κάλεσε σε προφορική συνέντευξη η οποία θα πραγματοποιείτο στις 20.10.2020 ενώπιον της ΣΕΕ.
Κατά τις 19.10.2020, στην 3η συνεδρία της ΣΕΕ τα μέλη προέβησαν σε προετοιμασία των προφορικών συνεντεύξεων και διαμόρφωσαν τις ερωτήσεις που θα υποβάλλονταν στους υποψηφίους. Στις 20.10.2020 και 21.10.2020, η ΣΕΕ προέβη στις προφορικές συνεντεύξεις με τους υποψήφιους.
Κατά τη 110η συνεδρία του Συμβουλίου, ημερομηνίας 22.10.2020, το Συμβούλιο αποφάσισε να επαναβεβαιώσει την απόφαση του για διενέργεια δεύτερων συνεντεύξεων των υποψηφίων από το Συμβούλιο, οι οποίες θα λάμβαναν χώρα δύο διαδοχικές ημερομηνίες εντός Νοεμβρίου.
Με επιστολές τους ημερ. 27.10.2020 οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν τους Αιτητές σε δεύτερη προφορική συνέντευξη στις 13.11.2020.
Στις 10.11.2020, η ΣΕΕ κατέθεσε προς το Συμβούλιο την εισήγηση της προτείνοντας εννέα (9) υποψήφιους για τις επίδικες θέσεις. Οι Αιτητές δεν συμπεριλαμβανόταν στους εννέα υποψήφιους που πρότεινε η ΣΕΕ.
Στην 111η (Α+Β) Ειδική Συνεδρία του Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις 12.11.2020 και 13.11.2020, το Συμβούλιο διενήργησε στις τελικές προφορικές συνεντεύξεις με τους υποψήφιους για τις επίδικες θέσεις.
Κατά τις 25.11.2020 ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών (εφεξής ο «ΔΔΟ») ετοίμασε έκθεση αξιολόγησης των υποψήφιων την οποία απέστειλε στο Συμβούλιο.
Το Συμβούλιο των Καθ’ ων η αίτηση στις 26.11.2020, κατά την 112η του συνεδρία, αποφάσισε όπως προσφέρει διορισμό στα Ενδιαφερόμενα Μέρη (εφεξής τα «ΕΜ»). Οι Αιτητές ενημερώθηκαν για την απόφαση μη επιλογής τους και επιλογής των ΕΜ με επιστολές ημερομηνίας 23.12.2020.
Με τις υπό κρίση προσφυγές, οι Αιτητές προσβάλλουν την πιο πάνω απόφαση ημερ. 26.11.2020.
Με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών εγείρεται μεγάλος αριθμός λόγων ακύρωσης.
Στην προσφυγή 120/2021, εγείρεται, καταρχάς, ότι ήταν πάσχουσα η συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία της ΣΕΕ διότι έλαβε υπόψη της άκυρες αποφάσεις του Συμβουλίου στις υπό πάσχουσα σύνθεση 85η, 86η, 89η, 96Αη 96Βη και 101η(Α) Συνεδρίες του λόγω ότι οι απουσίες των μελών του δεν ήταν αιτιολογημένες. Συναφώς εγείρεται ότι έπασχε η σύνθεση και λειτουργία των συνεδριών του Συμβουλίου με αρ. 110 και 112 λόγω της τήρησης πρακτικών από δύο πρακτικογράφους αντί ενός.
Στην προσφυγή 148/2021 εγείρεται πλημμέλεια σύνθεσης λόγω μη συμμετοχής κωλυόμενου προσώπου και εκπροσώπου φοιτητών στις προφορικές συνεντεύξεις ενώ δεν έπρεπε να συμμετέχουν γενικώς βάσει του άρθρου 54 της ΚΔΠ 142/2011, παράλληλα τίθεται ότι τα απουσιάζοντα στις προφορικές συνεντεύξεις μέλη συμμετείχαν παράτυπα και κατά παράβαση του άρθρου 22 του Ν. 158(Ι)/1999 στην αποφασιστική συνεδρία των Καθ’ ων η αίτηση.
Εγείρεται συναφώς πλημμέλεια των πρακτικών λόγω ότι παραδόξως έλειπαν τα ίδια ακριβώς μέλη στις συνεδρίες ημερ. 12 και 13.11.2020 και επειδή είναι ανυπόγραφα.
Σε όλες τις προσφυγές εγείρονται επιμέρους πλημμέλειες νομιμότητας της όλης διαδικασίας και αιτιολογίας και έρευνας. Καταρχάς, εγείρεται ότι η αριθμοποίηση των πλεονεκτημάτων ήταν εσφαλμένη, ότι βαθμολογήθηκε με τις ίδιες μονάδες το μονοετές μάστερ με το (ανώτερο αυτού) διδακτορικό και αμφότερα αυτά με τη διετή πείρα ενώ δεν παρασχέθηκε ειδική αιτιολογία για παραγνώριση των πλεονεκτημάτων των Αιτητών έναντι κάποιων εκ των ΕΜ που δεν διέθεταν ανάλογα αλλά ούτε και ενασχόληση τους γενικά με τα πλεονεκτήματα. Ίδια «ισοπέδωση» μάστερ και διδακτορικών παρατηρείται στη βαθμολόγηση των «άλλων ακαδημαϊκών προσόντων». Εγείρεται επίσης ότι με επόμενη του Σχεδίου Υπηρεσίας απόφασή τους, οι Καθ΄ων η αίτηση βαθμολόγησαν την «επιπρόσθετη πείρα» με (έως) 5 μονάδες, δηλαδή όσο για τα πλεονεκτήματα, ενώ η πείρα αυτή δεν προβλεπόταν στο Σχέδιο Υπηρεσίας.
Η διαδικασία των προφορικών συνεντεύξεων επίσης βάλλεται ως πλημμελής τόσο καθότι δεν παρασχέθηκε δέουσα αιτιολογία ούτε η αιτιολογία και βαθμολόγηση εκάστου μέλους όσο και καθότι δεν ελήφθη υπόψη η πείρα του Αιτητή (στην 198/2021) ενώ για τα ΕΜ1 και ΕΜ2 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο η υφιστάμενη και γνωστή στους ερωτώντες εργοδότηση τους στους Καθ’ ων η αίτηση χωρίς να υπάρχει σχετική ερώτηση περί της εργοδότησης αυτής.
Πλήττεται συναφώς η αιτιολόγηση του συγκεντρωτικού πίνακα κατάταξης υποψηφίων όπου δεν γίνεται αντιληπτό, μεταξύ άλλων, ποια εργασία προσμέτρησε ως πείρα ενώ δεν προσμέτρησε η πείρα των Αιτητών και για ποιο λόγο δεν λήφθηκαν υπόψη προσόντα ως πλεονεκτήματα ούτε ως «άλλα ακαδημαϊκά προσόντα». Ο Αιτητής στην 120/2021 εγείρει συναφώς ότι δεν πιστώθηκαν τα δύο μεταπτυχιακά και ένα διδακτορικό του, ο Αιτητής στην 148/2021 εγείρει ότι στην αποφασιστική συνεδρία ημερ. 26.11.2020 δεν αναφέρθηκε κατά πόσο λήφθηκαν υπόψη τα πλεονεκτήματα των υποψηφίων γενικώς ενώ ο ίδιος διέθετε και τα τρία, ενώ ο Αιτητής στην 198/2021 θέτει ότι δεν εξετάστηκε κατά πόσο τα ΕΜ3,4,5,7 κατείχαν το απαιτούμενο προσόν των οκτώ ετών υπηρεσίας/πείρας.
Η σύσταση/έκθεση του ΔΔΟ επίσης βάλλεται από όλους τους Αιτητές τόσο γιατί έλαβε υπόψη την προφορική συνέντευξη των υποψηφίων όσο και ως προς τα επιμέρους στοιχεία, στα οποία εδράστηκε η αιτιολογία της.
Η τελική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση βάλλεται ως πλημμελής λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων πλημμελειών, της υπερβαθμολόγησης της πείρας και εκ των υστέρων προσμέτρηση της επιπρόσθετης πείρας και προφορικής συνέντευξης.
Με τη ενδελεχή αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνηγόρος των Καθ΄ων η αίτηση απαντά στους λόγους ακύρωσης παραπέμποντας σε νομολογία καθώς και σε έγγραφα και δη στο έγγραφο «Βαθμολογία Υποψηφίων για την πλήρωση θέσης Ανωτέρου Λειτουργού (Α13ii) με τοποθέτηση στη Λεμεσό», στους πίνακες «Αναλυτικές Βαθμολογίες Πλεονεκτημάτων Υποψηφίων» καθώς και πρακτικά των συνεδριών των Καθ΄ων η αίτηση από όπου φαίνεται το δέον της αξιολόγησης των σχετικών προσόντων των υποψηφίων και της αιτιολόγησης της όλης διοικητικής ενέργειας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για το ΕΜ 3, με τη δική τους αγόρευση θέτουν ότι κωλύεται ο Αιτητής στην 120/2021 να παραπονείται ως προς το πως οι Καθ΄ων η αίτηση καθόρισαν τα πλεονεκτήματα στο Σχέδιο Υπηρεσίας καθότι τα γνώριζε και τα αποδέχτηκε υποβάλλοντας αίτηση.
Απαντητικώς οι Αιτητές θέτουν ότι τα έγγραφα στα οποία παραπέμπουν οι Καθ΄ων η αίτηση ουσιαστικά επιτείνουν την πλημμέλεια αιτιολογίας και έρευνας καθότι για συγκεκριμένα από τα ΕΜ δεν αιτιολογείται πόθεν προκύπτει ότι κατείχαν το απαιτούμενο προσόν της οκταετούς υπηρεσίας, για άλλα προσμέτρησε η ίδια πείρα προς πίστωση τόσο των πλεονεκτημάτων όσο και της επιπρόσθετης πείρας χωρίς να αιτιολογείται ποια εργασία πιστώνεται για ποια πείρα ενώ υπερβαθμολογείται το μη προβλεπόμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας κριτήριο της «Επιπρόσθετης πείρας σχετικής με τα καθήκοντα».
Εξέτασα τα επιχειρήματα των μερών σε συνάρτηση με τους ογκώδεις διοικητικούς φακέλους και ιδιαίτερα τα έγγραφα, στα οποία με παρέπεμψαν τα μέρη. Καταλήγω στα ακόλουθα:
Ξεκινώντας θα απορρίψω τους λόγους ακύρωσης περί πλημμέλειας σύνθεσης/ συγκρότησης/λειτουργίας στη βάση του επιχειρήματος ότι η ΣΕΕ έλαβε υπόψη της άκυρες αποφάσεις του Συμβουλίου στις υπό πάσχουσα σύνθεση 85η, 86η, 89η, 96Αη 96Βη και 101η(Α) Συνεδρίες του καθότι οι απουσίες των μελών του «λόγω άλλων υποχρεώσεων» χωρίς εξειδίκευση της φύσης των υποχρεώσεων δεν είναι επαρκής. Ως πρώτο σχόλιο επί τούτων να σημειώσω ότι οι εν λόγω συνεδρίες δεν ήταν ουσιώδεις αλλά επί προκαταρκτικών ζητημάτων. Σχετικό το άρθρο 22 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/1999) άρα ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος για τον λόγο αυτό.
Σε κάθε περίπτωση δε διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια αιτιολόγησης δεδομένου ότι η απουσία «λόγω άλλων υποχρεώσεων», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της φύσεως των υποχρεώσεων έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ως δέουσα και επαρκής αιτιολογία. Στην απόφαση του Εφετείου στην ΕΔΔ Αρ. 24/2021 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. THOMAS SINCLAIR ημερ. 17.06.2025 στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση αναφέρθηκε:
«η μη παρουσία του μέλους κου Νησιώτη, δικαιολογήθηκε με τη δήλωση του οργάνου περί έκτακτης υποχρέωσης του μέλους. Συνεπώς δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία το όργανο δηλώνει γενικά και αόριστα ότι δικαιολογήθηκε η απουσία του μέλους, χωρίς ο λόγος της απουσίας να εξειδικεύεται. Πρόκειται για περίπτωση στην οποία υπάρχει ρητή καταγεγραμμένη στο πρακτικό, αιτιολογία της απουσίας του μέλους και δεν αναμένεται η περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση από το μέλος της έκτακτης του υποχρέωσης, ζητήματος που ενδεχομένως άπτεται του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων του ατόμου (δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής)
Κατ' επέκταση, καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος περί του δικαιολογημένου της απουσίας του συγκεκριμένου μέλους, εφόσον στο πρακτικό αναφέρεται ο λόγος της απουσίας του, η οποία κρίνεται εξ αντικειμένου δικαιολογημένη (βλ. Αντέννα Λτδ. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) - ανωτέρω)».
Συναφώς απορριπτέος είναι ο λόγος ακύρωσης ότι έπασχε η σύνθεση και λειτουργία των συνεδριών του Συμβουλίου με αρ. 110 και 112 λόγω της τήρησης πρακτικών από δύο πρακτικογράφους αντί ενός. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (έντ. Γ. Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε) στην Υπόθεση Αρ. 1135/2014 Παναγιώτη Αρμαμέντο ως εκκαθαριστή… ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερ. 31.08.2020 και η εκεί αναφερόμενη Αlpina Farm Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 4 ΑΑΔ 523, (απόφαση έντ. Γ. Κωνσταντινίδη, ΑΔ), το σκεπτικό των οποίων υιοθετώ.
Απορριπτέα κρίνεται και η ισχυριζόμενη πλημμέλεια σύνθεσης λόγω συμμετοχής κωλυόμενου προσώπου και εκπροσώπου φοιτητών. Από τα σχετικά πρακτικά των λίαν σημαντικών συνεδριών, όπου οι Καθ’ ων η αίτηση ασχολήθηκαν με τη διαδικασία των επίδικων θέσεων φαίνεται ότι τα δύο αυτά μέλη δεν απουσίαζαν μόνο από τις προφορικές συνεντεύξεις αλλά δε συμμετείχαν στη συζήτηση και λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα στη πρώτη σελίδα των αντίστοιχων πρακτικών των συνεδριών ημερ. 12-13.11.2020 (προφορικές συνεντεύξεις ενώπιον Συμβουλίου) και στη δεύτερη σελίδα (πρώτες δύο παράγραφοι) των πρακτικών της συνεδρίας 26.11.2020 (τα πρακτικά των συνεδριών ημερ. 12-13.11.2020 αποτελούν δέσμες εγγράφων υπό 8 και το πρακτικό της συνεδρίας ημερ. 26.11.2020 αποτελεί δέσμη εγγράφων υπό 9 στον διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 2 στις διευκρινίσεις) αναφέρεται με ρητή σημείωση η απουσία ή μη συμμετοχή στη συζήτηση του εν λόγω θέματος.
Ούτε με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός περί πλημμέλειας των πρακτικών λόγω ότι έλειπαν τα ίδια ακριβώς μέλη στις συνεδρίες ημερ. 12 και 13.11.2020 ή ότι είναι ανυπόγραφα. Τα πρακτικά είναι πλήρως υπογραμμένα και μάλιστα σε κάθε σελίδα, η δε απουσία για τον ίδιο λόγο μεταξύ των δύο ημερών δεν είναι παράλογη εφόσον οι λόγοι ασθενείας που επικαλέστηκαν όλα πλην δύο μελών ευλόγως μπορεί να ισχύουν για πέραν της μίας ημέρας ενώ η απουσία των δύο μελών για διδακτικές υποχρεώσεις επίσης δεν φαίνεται παράλογη δεδομένης των ημερομηνιών και ωρών των δύο συνεδριών.
Από την άλλη μεριά, με βρίσκει σύμφωνο και εκ των πραγμάτων οδηγεί σε ακύρωση την προσβαλλόμενη, ο ισχυρισμός ότι τα απουσιάζοντα στις προφορικές συνεντεύξεις μέλη συμμετείχαν παράτυπα και κατά παράβαση του άρθρου 22 του Ν. 158(Ι)/1999 στην αποφασιστική συνεδρία ημερ. 26.11.2020. Αυτό διότι είναι σαφές ότι οι συνεδρίες ημερ. 12 και 13.11.2020 όπου πραγματοποιήθηκαν οι προφορικές συνεντεύξεις, ήταν λίαν ουσιώδεις. Τα πρακτικά αποτύπωσαν το συμπέρασμα των παρισταμένων μελών από την προσωπική τους εντύπωση ως προς την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Και αυτή προσμέτρησε στην τελική βαθμολογία των υποψηφίων. Δε χωρεί αμφιβολία ως προς το ουσιώδες των συνεδριών αυτών. Ως όμως ανέφερα πιο πάνω, απουσίαζαν 6 μέλη, οι 4 λόγω υγείας και οι 2 λόγω διδακτικών υποχρεώσεων. Δε θα μπορούσαν άρα τα 6 αυτά μέλη να συμμετέχουν στην αποφασιστική συνεδρία ημερ. 26.11.2020 εφόσον η προσωπική εντύπωση που διαμόρφωσαν τα παριστάμενα μέλη και κατέγραψαν στα πρακτικά δε θα μπορούσε να τύχει ενημέρωσης από τα απουσιάζοντα μέλη. Οι εντυπώσεις αποτελούσαν την υποκειμενική εκτίμηση ή αντίδραση των προσώπων που συνέθεταν το συλλογικό όργανο και όχι αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία να μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του διοικητικού οργάνου [Republic v. Safirides (1985) 3 C.L.R. 163, Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Κατερίνας Κοντογιώργη (2001) 3 ΑΑΔ 1037].
Σχετική ως προς το ζήτημα είναι και η πρόσφατη απόφαση του ΑΔΣ στην ΕΔΔ Αρ. 122/21 Κυπριακή Δημοκρατία ν. Σταύρου Μουχλή ημερ. 18.02.2026 στην οποία ευθέως κρίθηκε ότι η συμμετοχή μέλους σε αποφασιστική συνεδρία ενώ απουσίαζε από προηγούμενη κριθείσα ως μη προκαταρκτική συνεδρία δεν ικανοποιεί την πρόνοια του άρθρου 22 του και οδηγεί σε ακύρωση την ληφθείσα στην αποφασιστική συνεδρία πράξη. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε (έμφαση του παρόντος):
Εφόσον το μέλος. Α.Π., δεν ήταν παρών στη συνεδρία, ημερομηνίας 29.11.2018, δεν συζήτησε και κατ' επέκταση δεν συνέδραμε στη λήψη των αποφάσεων που πάρθηκαν τότε, η απλή ενημέρωση του ως προς τα τεκταινόμενα, δεν ικανοποιεί την πρόνοια που επιβάλλει το άρθρο 22 του Νόμου ότι, " Η διαδικασία συζήτησης και λήψης απόφασης για ορισμένο θέμα πρέπει να διεξάγεται από την αρχή μέχρι το τέλος από τα ίδια μέλη του συλλογικού οργάνου". Ενόψει της απουσίας του, στις 29.11.2018, τυχόν συμμετοχή του στη συζήτηση για τη λήψη της επίδικης απόφασης, κατά την τελική συνεδρία, στις 30.11.2018, θα καθιστούσε την όλη σύνθετη διοικητική ενέργεια, ακυρωτέα. (Βλέπετε Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Π. Δ. Δαγτόγλου, 6η έκδοση, παρ. 574-577 και ΣτΕ 1308/54).
Παρά την επιτυχία του λόγου ακύρωσης, δεδομένου ότι η πλημμέλεια εντοπίζεται στην ίδια την προσβαλλόμενη πράξη και στη σύνθεση των Καθ΄ων η αίτηση κατά την τελευταία, αποφασιστική συνεδρία, δέον να εξεταστούν και οι λοιποί λόγοι ακύρωσης. Σημειώνω:
Οι Αιτητές βάλλουν κατά της αξιολόγησης βάσει της πολιτικής βαθμολόγησης και της μη προβλεπόμενης από το Σχέδιο Υπηρεσίας χρήσης του κριτηρίου «επιπρόσθετης πείρας». Θέτουν ότι δεν αιτιολογείται η επιμέτρηση των πλεονεκτημάτων ή η πείρα υπό τις διάφορες εκδοχές του Σχεδίου Υπηρεσίας, αλλού απαιτούμενη, αλλού πλεονέκτημα (σε σημεία Γ2 και Γ3 Σχεδίου Υπηρεσίας) και η ως άνω «επιπρόσθετη πείρα». Επίσης θέτουν ότι τα πλεονεκτήματα παραγνωρίστηκαν άνευ ειδικής αιτιολογίας και τέθηκαν σε παρόμοια ή υποδεέστερη μοίρα με το κριτήριο της εν λόγω «επιπρόσθετης πείρας».
Θεωρώ ότι και αυτοί οι ισχυρισμοί ευσταθούν. Παραπέμπω πρώτα για καλύτερη κατανόηση και αναφορά στο Σχέδιο Υπηρεσίας των επίδικων θέσεων. Αυτό προέβλεπε τα ακόλουθα (παρατίθενται όσα είναι σχετικά με τα επιχειρήματα των μερών και την παρούσα):
«Σύμφωνα με το εγκεκριμένο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθώς και τα απαιτούμενα προσόντα της υπό πλήρωση θέσης έχουν ως εξής:
Α. ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ:
Κάτω από την εποπτεία του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών ή/και του Οικείου Προϊστάμενου ή άλλου Αξιωματούχου που θα καθορίσει ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών;
1. Συμβάλλει στην αποστολή του Πανεπιστημίου μέσω της υποστήριξης των προσπαθειών για συνεισφορά στην επιστημονική έρευνα, διδασκαλία και τη διασύνδεση της επιστήμης με την κοινωνία.
2. Συμβάλλει στην ανάπτυξη και υλοποίηση των στόχων του τομέα της υπευθυνότητάς του.
3. Οργανώνει, διοικεί, συντονίζει, επιβλέπει και ελέγχει την εργασία και τον προγραμματισμό για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του/των Τομέα ή Τομέων που θα του ανατεθεί/ούν σε συνεννόηση με τον Οικείο Προϊστάμενο.
4. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και προβαίνει σε εισηγήσεις για βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών που ακολουθούνται στο τομέα του, με στόχο τη βέλτιστη εξυπηρέτησή της πανεπιστημιακής κοινότητας και τη βέλτιστη αξιοποίηση του προσωπικού που βρίσκεται υπό την εποπτεία του.
5. Εποπτεύει και συντονίζει την εφαρμογή και παρακολούθηση των σχετικών με τις αρμοδιότητες του Νομοθεσίας, Κανονισμών, πολιτικών, εγκυκλίων και οδηγιών του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου.
6. Ετοιμάζει και υποβάλλει σημειώματα, υπομνήματα, μελέτες και εκθέσεις, υποβάλλει εισηγήσεις, διεκπεραιώνει τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τα Σώματα του Πανεπιστημίου ή/και ανωτέρους του και διεξαγάγει τη συνεπαγόμενη αλληλογραφία για θέματα της αρμοδιότητας του/των Τομέα/Τομέων που θα του ανατεθεί/ούν.
7. Εποπτεύει, καθοδηγεί, ελέγχει, συντονίζει και εκπαιδεύει κατώτερο προσωπικό, καθώς επίσης καταρτίζει προγράμματα ανάπτυξης και μεριμνά για την επιμόρφωση του προσωπικού.
8. Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα συναφή καθήκοντα του/της ανατεθούν.
Β. ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ:
1. Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν.
2. Οκταετής τουλάχιστον υπηρεσία/πείρα σε θέση για την οποία απαιτείται στα σχέδια υπηρεσίας πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν, σχετική με τα πιο πάνω καθήκοντα και ευθύνες της θέσης.
3. Ακεραιότητα χαρακτήρα, οργανωτική και διοικητική ικανότητα, πρωτοβουλία, ευθυκρισία, υπευθυνότητα και ικανότητα αποτελεσματικής συνεργασίας.
4. Πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.
Γ. ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ:
1. Κατοχή Πανεπιστημιακού μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (επιπέδου Master) ή ισότιμου προσόντος, διάρκειας ενός τουλάχιστον έτους, ή/και διδακτορικού τίτλου σχετικών με τα καθήκοντα της θέσης.
2. Διετής εργασιακή πείρα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης, πέραν της πείρας που αναφέρεται στο σημείο Β2 πιο πάνω.
3. Πρόσθετη πείρα, τουλάχιστον δύο ετών, μετά την απόκτηση του πρώτου Πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών ή ισότιμου προσόντος, σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης σε Ίδρυμα Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Σημείωση: Τα έτη που αναφέρονται στα σημεία 2 και 3 των πλεονεκτημάτων δε μετρούν σωρευτικά, αλλά ανεξάρτητα και δεν μπορεί το ένα να επικαλύπτει το άλλο.
Νοείται ότι το Πανεπιστήμιο διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει πιστοποιητικά αναγνώρισης ή/και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα/πιστοποιητικά θεωρεί αναγκαία, προς επιβεβαίωση όλων των πιο πεινώ απαιτούμενων προσόντων και πλεονεκτημάτων».
Το Σχέδιο Υπηρεσίας είναι το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την επίδικη θέση (σχ. η πρόσφατη Ε.Δ.Δ 80/2020 Βραχίμης Ι. Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερ. 15.09.2025) και, στη βάση της αρχής της νομιμότητας, δεσμεύει τόσο τους διοικούμενους όσο και τη Διοίκηση. Σχετική η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1247/2016 Κέκκου κ.α. ν. Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερ. 07.08.2020 η οποία επικυρώθηκε με την ΕΔΔ Αρ. 148/2020 Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Κέκκου κ.α ημερ. 19.10.2021. Συμφωνώ βέβαια με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για το ΕΜ3 ότι δε μπορεί να τίθεται ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας ως προς τη θέση του μεταπτυχιακού και του διδακτορικού σε ισότιμη βάση εντός του Σχεδίου Υπηρεσίας (αμφότερα δηλαδή στην παράγραφο Γ1 τίθενται διαζευκτικώς ως πλεονέκτημα). Ως αναφέρθηκε στη Σαμουήλ ν. Aρχής Bιομηχανικής Kατάρτισης Kύπρου (και τώρα Aρχής Aνάπτυξης Aνθρώπινου Δυναμικού Kύπρου) (2003) 3 ΑΑΔ 513.
«Η αρχή είναι ότι, εφόσον το Σχέδιο Υπηρεσίας θέτει δύο ή περισσότερα προσόντα, ακαδημαϊκά/επαγγελματικά ή μη, επί ίσης βάσεως, δεν είναι νομικά επιτρεπτό στο διορίζον όργανο να θεωρήσει ότι το ένα ή το άλλο προσδίδει στον κάτοχό του οποιοδήποτε πλεονέκτημα, όπως π.χ. συνάφεια με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης».
Και περαιτέρω, φαίνεται ότι στον Αιτητή στην 120/2021 πιστώθηκε τόσο ο ένας τίτλος σπουδών μάστερ ως πλεονέκτημα (Γ1) και οι δύο άλλοι τίτλοι σπουδών (μάστερ και phd) ως επιπρόσθετα προσόντα.
Εκεί όμως που συμφωνώ με τους Αιτητές είναι ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας δεν προβλέπει οποιαδήποτε επιπρόσθετη πείρα της αναφερόμενης στο σημείο Β2 απαιτούμενης και Γ2-Γ3 πλεονεκτημάτων. Συνεπώς εσφαλμένα οι Καθ΄ων η αίτηση συμπεριέλαβαν ως κριτήριο βαθμολόγησης και την «επιπρόσθετη πείρα», στην οποία μάλιστα απέδωσαν έως 5 μονάδες με αποτέλεσμα σε πλείστες των περιπτώσεων να υπερκεράσει την κατοχή πλεονεκτήματος/πλεονεκτημάτων του Σχεδίου. Πέραν όμως αυτού, και σε κάθε περίπτωση, από τους πίνακες «Αναλυτικές Βαθμολογίες Πλεονεκτημάτων Υποψηφίων» προκύπτει ως εντελώς αναιτιολόγητος ο τρόπος βαθμολόγησης της εν λόγω «επιπρόσθετης πείρας» εφόσον πλησίον της αριθμητικής βαθμολογίας καταγράφονται σωρηδόν ημερομηνίες εργοδότησης σε έκαστη εργασία εκάστου υποψηφίου είτε σε μερική απασχόληση είτε σε πλήρη είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε σε δημόσιο ή πανεπιστημιακό, χωρίς όμως να γίνεται αντιληπτό ποια εργοδότηση προσμέτρησε ως «επιπρόσθετη πείρα» και γιατί δόθηκε η αντίστοιχη βαθμολογία. Παράλληλα η ίδια ακριβώς εργοδότηση καταγράφεται να πιστώνεται τόσο ως πλεονέκτημα όσο και ως «επιπρόσθετη πείρα».
Ενδεικτικώς αναφέρω ότι για τα ΕΜ1 και ΕΜ2 οι ίδιες ακριβώς καταγραφές προσμετρούν για πίστωση των πλεονεκτημάτων Γ2 και Γ3 (με αθροιστική βαθμολογία αυτών των δύο 3,33) καθώς και για την επιπρόσθετη πείρα λαμβάνοντας για την τελευταία το μάξιμουμ των 5 βαθμών. Παράλληλα και στα άλλα ΕΜ και στους Αιτητές η ίδια εργοδότηση πιστώνεται με διαφορετικές κάθε φορά (ή και καθόλου) μονάδες ως επιπρόσθετη πείρα και αλλού ως ένα πλεονέκτημα πείρας ή ακόμα και ως και τα δύο πλεονεκτήματα πείρας χωρίς να μπορεί να γίνει αντιληπτό ποια τελικά είναι η εργοδότηση που προσμέτρησε για την εκάστοτε πείρα (πλεονέκτημα/τα ή επιπρόσθετη)
Ορθή βρίσκω και τη θέση των Αιτητών περί της πλημμελούς αποτίμησης και υποβάθμισης των πλεονεκτημάτων τους. Καταρχάς ακόμα κι αν θεωρηθεί αντιληπτή η βαθμολόγηση καθαυτών των πλεονεκτημάτων των διαφόρων ανθυποψηφίων, δεν προκύπτει ειδική αιτιολογία για παραγνώριση των πλεονεκτημάτων των Αιτητών έναντι κάποιων εκ των ενδιαφερόμενων μερών. Για παράδειγμα, το ΕΜ1 πιστώθηκε με δύο πλεονεκτήματα (τα δύο της πείρας) και τα ΕΜ5 και ΕΜ7 από ένα ενώ ο Αιτητής στην 148/2021 και με τρία πλεονεκτήματα. Πως αιτιολογείται ειδικώς η επιλογή των ΕΜ1,ΕΜ5, ΕΜ7 έναντι του εφόσον κατέχει περισσότερα πλεονεκτήματα; Η πως αιτιολογείται η επιλογή των ΕΜ5 και ΕΜ7 έναντι των Αιτητών σε 120/2021 και 198/2021 που πιστώθηκαν με δύο πλεονεκτήματα; Σαφώς και η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αριθμοποίηση κριτηρίων δεν μπορεί να απολήγει σε παραγνώριση του καθήκοντος για ειδική αιτιολόγηση της επιλογής υποψηφίου μη κατέχοντος πλεονεκτήματος έναντι του κατέχοντος [ΑΕ Αρ. 153/2006 Δημοκρατία ν. Θεοδώρου κ.α (2008) 3 ΑΑΔ 149]. Το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έθεσαν τρία πλεονεκτήματα, όχι διαζευκτικά αλλά σωρευτικά, δεν εξαιρεί από το καθήκον για ειδική αιτιολόγηση στις περιπτώσεις που κάποιος υποψήφιος υπερτερεί στην κατοχή πλεονεκτημάτων. Είτε το Σχέδιο προνοούσε ένα πλεονέκτημα και ο επιλεγείς υποψήφιος δεν το κατέχει είτε προνοεί 3 πλεονεκτήματα και ο επιλεγείς κατέχει ολιγότερα από τον εκάστοτε ανθυποψήφιο του, το καθήκον για ειδική αιτιολόγηση παραμένει και δε παρακάμπτεται μέσω της αριθμοποίησης. Στην ΕΔΔ Αρ. 100/2020 Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας ημερ. 19.02.2025 όπου το επίδικο σχέδιο προνοούσε δύο πλεονεκτήματα το ΑΔ επιβεβαίωσε ότι απαιτείται ειδική αιτιολογία για επιλογή του υποψηφίου που κατείχε ένα έναντι αυτού που κατείχε δύο. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα (υπογράμμιση του παρόντος):
«Όπως με σαφήνεια προκύπτει από τα πρακτικά της Εφεσίβλητης ημερ. 16.5.2017 (ανωτέρω), έγινε ρητή αναφορά στα δύο πλεονεκτήματα των παρ. (3)(4) και (3)(7) του σχεδίου υπηρεσίας που κατέχει ο Εφεσείων, εν' αντιθέσει με το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο το οποίο κατείχε μόνο το πλεονέκτημα της παρ. (3)(4). Ωστόσο, η Εφεσίβλητη, με ειδική και λεπτομερή αιτιολογία, επεξήγησε και εξειδίκευσε ρητά τους λόγους για τους οποίους, παρά την κατοχή των δύο πλεονεκτημάτων από τον Εφεσείοντα, εν τούτοις επιλέγηκε το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο, οι οποίοι (λόγοι) αντισταθμίζουν το 2ο πλεονέκτημα του Εφεσείοντα.».
Συναφής πτυχή/λόγος ακύρωσης που με βρίσκει σύμφωνο είναι η αιτιολόγηση της κατοχής του απαιτούμενου προσόντος της 8ετούς πείρας. Ως εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή στην 198/2021 για συγκεκριμένα ΕΜ (ΕΜ 3,4,5,7) δεν προκύπτει πως πιστώθηκε η εν λόγω απαιτούμενη πείρα. Επί τούτου θα έλεγα ότι το πρόβλημα διατρέχει συνολικά την όλη διοικητική ενέργεια, εφόσον από πουθενά δεν διαπιστώνεται πως πιστώθηκε η πείρα αυτή. Αυτό διότι ως εργασιακή εμπειρία των Αιτητών και των ΕΜ στα διάφορα έγγραφα των διοικητικών φακέλων παρατίθεται η ίδια πάλι πείρα ως αυτή που καταγράφεται στους πίνακες «Αναλυτικές Βαθμολογίες Πλεονεκτημάτων Υποψηφίων», στους οποίους, ως ανέφερα, οι Καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν την πείρα/πείρες (Γ2 και Γ3 του Σχεδίου Υπηρεσίας) ως πλεονέκτημα και ως «επιπρόσθετη πείρα».
Με λίγα λόγια στο έγγραφο «Πρακτικό Συνεντεύξεων της ΣΕΕ» ημερ. 20&21 Οκτωβρίου 2020 (Παράρτημα 11 Ένστασης) αναφέρεται ως «Εργασιακή Εμπειρία» όλων των Αιτητών και ΕΜ η ίδια ακριβώς εργασιακή εμπειρία/πείρα ως αυτή που καταγράφεται στα Πρακτικά του Συμβουλίου των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 26.11.2020 (Παράρτημα 12 σε Ένσταση) και η ίδια ακριβώς στους πίνακες «Αναλυτικές Βαθμολογίες Πλεονεκτημάτων Υποψηφίων» καθιστώντας αδύνατο τον δικαστικό έλεγχο ποια προσμέτρησε ως η 8ετής απαιτούμενη και (ως ανέφερα ήδη) ποια προσμέτρησε ως πλεονέκτημα/πλεονεκτήματα και ποια ως η «επιπρόσθετη πείρα».
Εκ των πραγμάτων καθίσταται πλημμελής και αναιτιολόγητη και ευλόγως πεπλανημένη η αξιολόγηση/έκθεση του ΔΔΟ ημερ. 25.11.2021 (Παράρτημα 13 σε Ένσταση), στα πλαίσια της οποίας προς διαμόρφωσή της ανέφερε ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την πείρα και τα πλεονεκτήματα, τα οποία όμως, ως διαπίστωσα πιο πάνω δεν καταγράφονται επαρκώς ούτε αιτιολογούνται και άρα συμπαρασύρουν σε ακυρότητα ως αναιτιολόγητη και προϊόν πλάνης/ανεπαρκούς αιτιολογίας και τη αξιολόγηση/έκθεση του ΔΔΟ.
Συμφωνώ μάλιστα ότι υπάρχει πλημμέλεια και ως προς το ότι στην αξιολόγηση/έκθεση του ΔΔΟ λήφθηκαν υπόψη οι προφορικές συνεντεύξεις. Η νομολογία στην οποία παραπέμπομαι από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή στην Πρ. Αρ 148/2021 [Καφά v. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 12, Αναθ. Έφεση Αρ. 135/2013 Σολομωνίδης v. Kυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.2.2020 κτλ] αν και διαπιστώνω ότι αφορά τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας νόμο, εντούτοις δε συνδέεται με συγκεκριμένη απαγόρευση του νόμου αυτού [πχ το άρθρο 34(9) δεν προβλέπει ρητώς ότι είναι ανεπίτρεπτο ο προϊστάμενος να λαμβάνει υπόψη την απόδοση στις προφορικές εξετάσεις] και άρα, θεωρώ διατυπώνει τη γενική αρχή ότι η όποια εντύπωση από τη συνέντευξη συνιστά εξωγενή παράγοντα, αλλά η σύσταση θα πρέπει να στηρίζεται σε προηγούμενες εμπειρίες για τον συγκεκριμένο υποψήφιο/συστάσεις των άμεσων προϊσταμένων του (αν ασφαλώς υπάρχουν) και την εξέταση των υπηρεσιακών φακέλων. Ελλείψει παραπομπής σε νομοθετική πρόνοια που στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπει διαφορετική ερμηνεία, δε βλέπω πως μπορώ να παραβλέψω την ως άνω σαφή νομολογιακή κατεύθυνση.
Διευκρινίζω ότι, παρά τις εντοπισθείσες πλημμέλειες με αναφορά σε παραδείγματα συγκεκριμένων Αιτητών και ΕΜ, οι ως άνω λόγοι ακύρωσης αφορούν τη διοικητική ενέργεια επί του συνόλου των Αιτητών και ΕΜ και όχι κάποιους/κάποια επιμέρους εξ αυτών. Πέραν ασφαλώς της πλημμέλειας σύνθεσης, που εκ των πραγμάτων επεκτείνεται επί όλων, και οι πιο πάνω επιτυχείς λόγοι ακύρωσης αφορούν την αποτίμηση των κριτηρίων του Σχεδίου υπηρεσίας, τη βαρύτητα στην «επιπρόσθετη πείρα», την αιτιολόγηση και έρευνα που, ως φαίνεται, αφορά το σύνολο των προσώπων αυτών και χρήζει θεωρώ επανεξέτασης επί όλων των σημείων που εντοπίστηκαν.
Καταλήγοντας θα απορρίψω τους λόγους ακύρωσης ως προς πλημμέλειες στις προφορικές συνεντεύξεις. Η νομολογία στην οποία παραπέμπομαι από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών είτε είχε επίδικη την εφαρμογή νομοθεσιών που εδώ δεν είναι επίδικη, είτε διακρινόταν ουσιωδώς στα πραγματικά της περιστατικά.
Συγκεκριμένα, στην Πρ. Αρ. 2212/2006 Θεοδούλου ν ΤΕΠΑΚ ημερ. 29.06.2009 (υποβολή Αιτητή σε 120/2021) το ΑΔ ακύρωσε υποδεικνύοντας την αναγκαιότητα παράθεσης των ξεχωριστών βαθμολογιών των μελών της επιτροπής αξιολόγησης με παραπομπή στον εκεί εφαρμοστέο Νόμο περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία αρ. 6(1)/98, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 97(1)/06, που εδώ όμως δε κατέστη ούτε είναι επίδικος ώστε, η απουσία ξεχωριστών βαθμολογιών, να με οδηγήσει σε ακυρωτικό εύρημα.
Στην ΑΕ Αρ. 19/15, Δημοκρατία v. Χ΄Μιχαήλ ημερ. 14.07.2021 (υποβολή Αιτητή σε 198/2021) όπου εφαρμογής τύγχανε ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμος του 1969, το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με βάση την ακραία αξιολόγηση στην προφορική εξέταση όπου στον εκεί αιτητή δόθηκε σχεδόν μηδενική βαθμολογία, αντιφάσκουσα με την συνολική εικόνα του φακέλου τόσο αναφορικά με το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό του αιτητή όσο και την εμφανή διαφορά κρίσης του προϊσταμένου του, ο οποίος παριστάμενος στην ίδια προφορική εξέταση τον είχε αξιολογήσει με μικρή διαφορά μόλις 0,5 μονάδας έναντι του ΕΜ. Δεν είναι αυτή η περίπτωση στην παρούσα όπου σε καμία περίπτωση ο Αιτητής βαθμολογήθηκε σχεδόν σε μηδενική βάση ούτε υπήρχε τέτοια ακραία διαφορά μεταξύ αξιολόγησης σε σύσταση ΔΔΟ και προφορικών συνεντεύξεων των συλλογικών οργάνων των Καθ΄ων η αίτηση.
Με δεδομένα τα ως άνω συμπεράσματα, αλλά και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της αξιολόγησης επί των προφορικών συνεντεύξεων εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση (ΣΕΕ και Συμβουλίου), το οποίο δεν συνδέθηκε προς συναγωγή συμπερασμάτων με τα προσόντα/εμπειρία (τα οποία απλώς απαριθμήθηκαν) αλλά στηρίχθηκε αμιγώς στις απαντήσεις των υποψηφίων επί των ερωτήσεων, και εν πάση περιπτώσει στο μέτρο του νομολογημένου εύρους ελέγχου του παρόντος ως προς το περιεχόμενο ανάλογων προφορικών συνεντεύξεων [Ελισσαίου ν. Παντελή κ.α (2016) 3 ΑΑΔ 478] και την επικυρωτική κρίση του ΑΔ σε παρόμοιου περιεχομένου προφορικές συνεντεύξεις [ΑΕ Αρ. 121/2013 Ορθοδόξου ν. ΤΕ.ΠΑ.Κ. ημερ. 11.05.2020, ECLI:CY:AD:2020:C189 και Πρ.αρ. 1399/2008 Δρουσιώτης ν. ΤΕ.ΠΑ.Κ. ημερ. 22.06.2012], δε διαπιστώνεται πλημμέλεια τους ή της παρασχεθείσας αιτιολογίας των.
Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι ο σχολιασμός ως προς τις απαντήσεις κάποιων εκ των ΕΜ με αναφορά στην απασχόλησή τους εντός των Καθ΄ων η αίτηση δεν την εκλαμβάνω ότι δόθηκε προς άνιση υπερτίμηση τους έναντι υποψηφίων που εργάζονταν εκτός των Καθ΄ων η αίτηση αλλά ήταν μέρος των συμπερασμάτων επί σχετικών ερωτήσεων που άπτονταν του επαγγελματικού υποβάθρου των υποψηφίων. Διαπιστώνω ότι τα θετικά σχόλια ως προς τις δοθείσες απαντήσεις καταγράφονται τόσο για υποψηφίους που εργάζονταν όσο και που δεν εργάζονταν στους Καθ’ ων η αίτηση άρα δε βρίσκω πλημμέλεια επί της ειδικότερης αυτής πτυχής του ισχυρισμού του Αιτητή στην 198/2021.
Στη βάση των ανωτέρω οι προσφυγές επιτυγχάνουν. Η προσβαλλόμενη ακυρώνεται. Επιδικάζω έξοδα 2.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α υπέρ κάθε Αιτητή έκαστης προσφυγής και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο