Wael Abbara ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 1239/2019, 7/5/2026
print
Τίτλος:
Wael Abbara ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 1239/2019, 7/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 1239/2019

                                             

       7 Μαΐου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τo Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

   Wael Abbara, από τη Συρία και τώρα στη Λευκωσία

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης

Καθ' ων η Αίτηση

.........

 

Νικολέττα Χαραλαμπίδου για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι Σύριος υπήκοος. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 08.11.2003 με άδεια εισόδου με σκοπό την εργασία και του δόθηκε η σχετική άδεια μέχρι τις 29.10.2004.

Έκτοτε ανανέωνε την παραμονή του στη Δημοκρατία. Για κάποια έτη ήταν κάτοχος μη διπλωματικής ταυτότητας για σκοπούς εργασίας στην Συριακή Πρεσβεία και στην Πρεσβεία του Κατάρ. Στις 20.02.2010 ήρθε στην Κύπρο η γυναίκα του, με την οποία είχε ήδη τελέσει γάμο στην Συρία, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά.

 

Στη 02.08.2012 με επιστολή του το Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε ότι η μη διπλωματική ταυτότητα που κατείχε ο Αιτητής ακυρώθηκε για τον λόγο ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι αυτός απασχολείτο στον ιδιωτικό τομέα και στις 09.10.2012 σύμφωνα με κατάθεση αστυνομικού φαίνεται να συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης εργασίας.

 

Στις 05.04.2011 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν πληρούσε τα τυπικά προσόντα. Στις 21.07.2014 υπέβαλε δεύτερη αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Στο πλαίσιο της συλλογής απόψεων και πληροφοριών από τις αρμόδιες Υπηρεσίες διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν απόρρητες πληροφορίες που δεν συνηγορούσαν στην παραχώρηση υπηκοότητας στον Αιτητή. Ο Αιτητής ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 29.11.2016 ότι δεν πληροί το κριτήριο καλού χαρακτήρα λόγω εμπλοκής του σε παράνομες δραστηριότητες.

 

Στις 04.04.2017 υπέβαλε για τρίτη φορά αίτηση για απόκτηση Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση (εφεξής η «επίδικη αίτηση»), η οποία απορρίφθηκε και η σχετική απόφαση του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 05.06.2019 όπου του αναφέρθηκε:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 05.04.2017 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν πληροίτε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα άρθρο 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, δηλαδή δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είστε άτομο καλού χαρακτήρα. Συνεπώς, αποφάσισε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για την πολιτογράφηση σας ως Κύπριου πολίτη».

 

Την εν λόγω απόφαση, με την οποία η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε, ο Αιτητής προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

 

Δια της ευπαίδευτης συνηγόρου του εγείρει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, των ορίων διακριτικής ευχέρειας και γενικών αρχών διοικητικού δικαίου, ότι είναι προϊόν πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα, ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας, ότι παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασης, την αρχή καλής πίστης και τα Άρθρα 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς επίσης και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

 

Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, διά της αγόρευσής της, απορρίπτει τις θέσεις του Αιτητή υποστηρίζοντας πλήρως τη νομιμότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και απόφασης.

 

Έχω εξετάσει το σύνολο των ισχυρισμών των μερών και των φακέλων και εγγράφων που ετέθησαν υπόψη μου.

 

Τα βασικό παράπονο του Αιτητή, είναι ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης, οι Καθ΄ ων η αίτηση στηρίχθηκαν σε αόριστες πληροφορίες της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ), τις οποίες δε διερεύνησαν παρά τις θετικές περί του χαρακτήρα του συστάσεις κυπρίων πολιτών και του ότι η αστυνομία δεν είχε αναφέρει κάτι αρνητικό (αλλά και ούτε διώχθηκε ποινικά) αλλά και χωρίς να του δώσουν δικαίωμα ακρόασης ώστε να τοποθετηθεί επ’ αυτών. Συναφώς θέτει ότι εξέδωσαν την προσβαλλόμενη ενώ δεν υπάρχει απαίτηση για διαπίστωση «πέραν πάσης αμφιβολίας» καλού χαρακτήρα και αναιτιολόγητα χωρίς να διευκρινίσουν κατά πόσο οι πληροφορίες της ΚΥΠ ήταν οι ίδιες ή διαφορετικές με αυτές που είχαν χρησιμοποιηθεί προς απόρριψη της προηγούμενης αίτησής του για πολιτογράφηση και τελικά αστόχησαν να εξισορροπήσουν το δικαίωμα του στην ιδιωτική/οικογενειακή ζωή και την εδραίωσή του στη Δημοκρατία λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του.

 

Δε θεωρώ ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή είναι βάσιμοι και εξηγώ:

 

Καταρχάς οι πληροφορίες της ΚΥΠ δε βρίσκω να είναι αόριστες. Στο απόρρητο έγγραφο ημερ. 18.05.2018 (φάκελος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στις διευκρινίσεις), το οποίο κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, αναφέρθηκε με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία ότι ο Αιτητής «διαθέτει Αριθμό Ποινικού Μητρώου (4487/12) καθώς έχει απασχολήσει την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα. Επί του προκειμένου προτρέπεστε να αποταθείτε στην Αστυνομία για περισσότερες λεπτομέρειες, αν το κρίνετε αναγκαίο. 3. Σημειώνεται ότι ο έλεγχος που διενεργεί η ΚΥΠ, ως ανεξάρτητη αρχή, δεν υποκαθιστά οποιοδήποτε έλεγχο που πρέπει αν γίνεται από την Αστυνομία, στο πλαίσιο της δικής της αποστολής και αρμοδιοτήτων». Περαιτέρω, στην επιστολή ημερ. 11.08.2016, η οποία επίσης κατέστη γνωστή στον Αιτητή και Παράρτημα 1 στην αγόρευση, αναφέρεται ότι: «Σύμφωνα με πληροφορία μας, ο πιο πάνω ο οποίος εργάζεται στην Πρεσβεία του Κατάρ, στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις σε αφίξεις λαθρομεταναστών από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Επίσης με τα διπλωματικά οχήματα του Κατάρ έφερνε αδασμολόγητα είδη από τα κατεχόμενα και τα πωλούσε στις ελεύθερες περιοχές».

 

Οι ανωτέρω πληροφορίες είναι θεωρώ αρκούντως κατατοπιστικές και επαρκείς ώστε να εδράσουν με επαρκές αιτιολογικό έρεισμα το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση για τον χαρακτήρα του Αιτητή, πάντα για τους σκοπούς της επίδικης αίτησης, η οποία αφορά πολιτογράφηση του.

 

Συναφώς δε επί τούτων, διαφωνώ με τη θέση του Αιτητή ότι οι πληροφορίες της ΚΥΠ έρχονται σε αντίθεση ή αντιφάσκουν με την πληροφόρηση της αστυνομίας ή τις συστάσεις των Κυπρίων πολιτών που υποστήριξαν την επίδικη αίτηση. Η ίδια η πληροφόρηση της ΚΥΠ (παρέπεμψα πιο πάνω σε μέρος του κειμένου της) ακριβώς αναφέρει ότι η κάθε ανεξάρτητη αρχή λειτουργεί εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων της και ότι η ΚΥΠ δεν υποκαθιστά την αστυνομία, κάτι που είναι ορθό.

 

Ασφαλώς είναι εντελώς διαφορετική η φύση της πληροφόρησης της ΚΥΠ ως προς παρελθόντα γεγονότα με αυτή της πληροφόρησης της αστυνομίας, στην οποία παραπέμπει η συνήγορος του Αιτητή (Ερ. 213 σε Τεκμήριο 4) όπου στην επιστολή ημερ. 24.07.2018 αναφέρεται ότι «δεν διερευνάται οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του» Αιτητή στη Δημοκρατία άρα πληροφορεί για την τρέχουσα/υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και όχι για το παρελθόν. Άρα δε θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα αντιφατικότητας μεταξύ των δύο ούτε οτιδήποτε που έχριζε περαιτέρω αιτιολόγησης ή διερεύνησης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ούτε βέβαια η θετική σύσταση οποιοδήποτε προσώπου, το οποίο μπορεί να έχει φιλική/κοινωνική σχέση με τον Αιτητή, είναι αντιφατική πληροφόρηση με τα όσα κατέχει η ΚΥΠ, που εμπίπτουν στη δική της αρμοδιότητα και γνώση και δεν αναμένεται να τα γνωρίζει το πρόσωπο που συστήνει τον Αιτητή ή ακόμα κι αν τα γνώριζε ότι θα ήταν ικανά να αλλάξουν τη σύσταση ή φιλική σχέση του.

 

Προφανώς οι Καθ΄ων η αίτηση οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο της πληροφόρησης ως προς το χαρακτήρα όμως επαφίεται στην ευρεία διακριτική τους ευχέρεια η παραχώρηση υπηκοότητας (ως έχει καθοριστεί από διαχρονική πλέον νομολογία), με πεδίο δικαστικής παρέμβασης μόνο εάν διαπιστώνεται κακή πίστη, πλάνη και πλημμέλεια έρευνας και αιτιολογίας κατά την άσκησή της ευρείας αυτής εξουσίας [Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66]. Από τα δεδομένα λοιπόν που είχαν ενώπιόν τους, τα οποία ουδόλως ήταν αντιφατικά ή αόριστα, δε μπορώ να οδηγηθώ σε συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη ήταν αναιτιολόγητη, προϊόν πλάνης ή πλημμελούς έρευνας ή ότι η αρμοδιότητα των Καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε κακόπιστα.

 

Στο στάδιο αυτό σημειώνω ότι η πληροφόρηση της ΚΥΠ, στην οποία παρέπεμψα πιο πάνω, η οποία διατυπώθηκε τόσο στην επιστολή έτους 2016 όσο και έτους 2018, ως καθόρισα πιο πάνω, αναφέρεται σε παρελθόντα γεγονότα. Ακόμα κι αν λοιπόν κάποια ή και όλα όσα εκεί του καταλογίζονται δεν οδήγησαν σε καταχώριση ποινικής υπόθεσης και καταδίκη του, είναι σαφές ότι στη βάση της νομολογίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ΕΔΔ 141/2018 Hamdan v. Δημοκρατίας ημερ. 06.03.2024 και ΕΔΔ Αρ. 119/2020 Majid Rahimzadeh v. Δημοκρατίας ημερ. 25.02.2025 τούτο (ακολουθεί απόσπασμα από την ανωτέρω Hamdan):

 

«Δεν αποτελεί απαρεγκλίτως κριτήριο αξιοπιστίας και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών, η απόφαση τους να διώξουν, ή όχι, ποινικά έναν αιτητή ή μια αιτήτρια, σε παρόμοιες ή όμοιες περιστάσεις, ενώ εξετάζουν αίτημα απόκτησης της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση».

 

Άρα ούτε η μη έγερση ποινικής υπόθεση ή καταδίκης είναι κριτήριο πλημμέλειας της προσβαλλόμενης. Σχετική είναι και η απόφαση στην Πρ. Αρ. 1111/2020 M.J.A v. Δημοκρατίας ημερ. 05.11.2024 όπου, με παραπομπή στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είχα αναφέρει:

 

«Άρα ουδόλως αποτελούν «φημολογίες αστήριχτες» ή «αβάσιμες πληροφορίες», ούτε άλλωστε οι Καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν μόνον πιστοποιητικά ποινικού μητρώου να είχαν λάβει υπόψη για την κρίση του (καλού) χαρακτήρα του Αιτητή. Στην κρίση τους αυτή μπορούν να οδηγηθούν και από πληροφόρηση ή δεδομένα άλλα, πέραν ή ασχέτως δηλαδή μιας ενδεχόμενης ποινικής καταδίκης και η Νομολογία έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα της διοίκησης να αποφαίνεται επ' αυτού χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη καν ποινικής υπόθεσης, πόσο μάλλον καταδίκης ή το πιστοποιητικό ποινικού μητρώου.  Σχετική η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Aναθ. Έφ. Αρ. 59/2007 Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18 όπου επίσης επίδικη ήταν απόρριψη αίτησης πολιτογράφησης και εγέρθησαν ισχυρισμοί περί πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου του εκεί αιτητή.

 

Ούτε θεωρώ ότι όφειλαν οι Καθ΄ων η αίτηση να είχαν διευκρινίσει επί της επιστολής ημερ. 05.06.2019 αν η πληροφόρηση των Καθ΄ ων η αίτηση ήταν νεότερη ή μεταγενέστερη της απόρριψης της δεύτερης αίτησης του Αιτητή για πολιτογράφηση. Αυτό δεν αποτελεί ουσιώδη πληροφόρηση για σκοπούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης, άλλωστε, από τα έγγραφα, στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, των οποίων ο Αιτητής έλαβε γνώση, προκύπτει ότι η όλη πληροφόρηση για τη συμπεριφορά του Αιτητή αφορούσε παρελθόντα έτη, άρα η αιτιολογία επί τούτου συμπληρώνεται. Σε κάθε περίπτωση η επίδικη αίτηση ακολούθησε πολύ σύντομα την απόρριψη, για τον ίδιο λόγο (μη διαπίστωση καλού χαρακτήρα λόγω εμπλοκής σε παράνομες δραστηριότητες) της δεύτερης αίτησής του (περίπου 4 μήνες μετά) όπου στο σχετικό προπαρασκευαστικό σημείωμα (Παράρτημα 26 Ένστασης) είχε αναφερθεί η καταδίκη του Αιτητή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας λόγω παράνομης εργοδότησης και τα σχετικά με τις πληροφορίες ότι στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις σε αφίξεις λαθρομεταναστών από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές και ότι έφερνε αδασμολόγητα είδη από τα κατεχόμενα και τα πωλούσε στις ελεύθερες περιοχές και άρα θεωρώ ότι ήταν προσιτή και ευχερώς αντιληπτή η ειδικότερη αυτή πληροφόρηση η οποία οδήγησε στην απορριπτική επίδικη απόφασή τους.

 

Ούτε η αναφορά των Καθ΄ων η αίτηση περί μη διαπίστωσης «πέραν πάσης αμφιβολίας» καλού χαρακτήρα του Αιτητή αποτελεί ολίσθημα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρωτικό εύρημα. Είναι προφανές ότι η εν λόγω φράση διατυπώνεται κατά τη συνήθη έννοια της, εκφράζοντας την άποψη των Καθ’ ων η αίτηση ότι από τα στοιχεία που έχουν δεν πείσθηκαν ότι πληρείται η προϋπόθεση καλού χαρακτήρα. Δε εισάγει νομοθετική διατύπωση ούτε, θεωρώ, είναι με οποιονδήποτε τρόπο επιβλαβής για τον Αιτητή εφόσον ουσιαστικά μεταδίδει μια εικόνα ύπαρξης θετικών στοιχείων στην επίδικη αίτηση που όμως κλονίζεται από τα στοιχεία αμφιβολίας, τα οποία ασφαλώς έχω ήδη κρίνει ως εύλογα για να στηρίξουν επαρκώς και αιτιολογημένα την προσβαλλόμενη. Ως προς την παραπομπή στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΔΔΔ, ως ήταν τότε) στην Υποθ. Αρ. 730/2019 Rosy Oolad v. Δημοκρατίας ημερ. 27.06.2022, παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του ιδίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΠΔΔ) στην Υπόθεση Αρ. 768/2023 MD JAHIDUL ISLAM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, 24/3/2026, όπου επικυρώθηκε ανάλογη αναφορά περί  μη διαπίστωσης «πέραν πάσης αμφιβολίας» καλού χαρακτήρα του εκεί αιτητή αφού επεξηγήθηκε το πλαίσιο κρίσης της Oolad, με τα εξής:

 

«Τέλος, και προς ολοκλήρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ούτε η υπό του συνηγόρου του αιτητή επίκληση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην Oolad, ανωτέρω, μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην όλη επιχειρηματολογία του, ούτε και να διαφοροποιήσει την κατάληξή μου επί της παρούσας, τα δεδομένα της οποίας σαφώς και διαφοροποιούνται από αυτά της εν λόγω υπόθεσης: σε εκείνη την υπόθεση, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, καταλυτικό ρόλο στην απόφαση του Δικαστηρίου να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, διαδραμάτισε η πρόδηλη ασυνέπεια των καθ' ων η αίτηση ως προς τους λόγους απόρριψης της αίτησης της αιτήτριας, η οποία απέληξε στη διαπίστωση περί πάσχουσας αιτιολογίας της απορριπτικής απόφασης.

 

Στη βάση άρα όλων των πιο πάνω δε θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη είναι πεπλανημένη αλλά κρίνω ότι αποτελεί προϊόν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και ορθής και καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Συνεχίζοντας, απορριπτέο κρίνω και τον ισχυρισμό για μη παροχή δικαιώματος ακρόασης. Έχει καθοριστεί διαχρονικώς από τη νομολογία ότι η διαδικασία ως η υπό κρίση δεν περιλαμβάνει παροχή δικαιώματος ακρόασης. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Majid Rahimzadeh (ανωτέρω).

 

Επίσης απορριπτέος είναι ο λόγος ακύρωσης ότι η μη πολιτογράφησή του Αιτητή ως Κύπριου πολίτη είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματός του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή κατά παράβαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς επίσης ότι κατά παράβαση του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, ήταν θύμα διάκρισης στην απόλαυση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή με βάση το Άρθρο 8.

 

Η νομολογία έχει υποδείξει ότι δε χωρεί παράβαση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ούτε ακόμα και σε περιπτώσεις απέλασης, όπου υπάρχει πιο δραστική διοικητική παρέμβαση, εφόσον η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχιστεί σε άλλη χώρα. Πόσο μάλλον στην παρούσα που δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Σχετικές οι αποφάσεις Balalas a.o. v. Republic (1988) 3 C.L.R. 2127 και Jashiashvili Lali κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 4 ΑΑΔ 7.

 

Η σύσταση-Recommendation Rec (2000) 15  of the Committee of Ministers to member states concerning the security of residence of long-term migrants (Adopted by the Committee of Ministers on 13 September 2000 at the 720th meeting of the Ministers’ Deputies) και η απόφαση στην Genovese v Malta Application No 5314/09, στις οποίες με παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, δε θέτουν κάτι διαφορετικό σε σχέση με όσα έχει καθορίσει η εγχώρια νομολογία. Στη σύσταση ρητώς προβλέπεται ότι η υπηκοότητα θα δίδεται σε μακροχρόνια διαμένοντες μετανάστες σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του κράτους υποδοχής (παράγραφος 2 της σύστασης[1]) η δε Genovese ρητώς καθορίζει ότι το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν εγγυάται δικαίωμα απόκτησης συγκεκριμένης υπηκοότητας αλλά απλά ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μια αυθαίρετη (arbitrary) άρνηση πολιτογράφησης μπορεί υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να εγείρει ισχυρισμό περί παράβασης του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[2].

 

Υπό τα δεδομένα που έχω διαπιστώσει και εκθέσει πιο πάνω δε θεωρώ ότι η παρούσα αποτελεί έκνομη ούτε αυθαίρετη ή αναιτιολόγητη διοικητική κρίση επί της αίτησης του Αιτητή και άρα δε θεωρώ ότι παραβιάζει το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ούτε άρα ότι αποτελεί δυσμενή διάκριση, δυνάμει του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, το οποίο εν πάση περιπτώσει, είναι συμπληρωματικό των ουσιαστικών διατάξεων της ΕΣΔΑ και διαπιστώνεται εφόσον τεκμηριωθεί παράβαση μιας τέτοιας διάταξης της ΕΣΔΑ[3]

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί παράβασης της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, καταρχάς διαπιστώνω ότι είναι γενικός και χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη και άρα φυσιολογικά απορριπτέος για τον λόγο αυτό. Εν πάση περιπτώσει από τα όσα συνοπτικά τίθενται, δε θεωρώ ότι μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση των δικαιωμάτων των παιδιών του Αιτητή λόγω απόρριψης της επίδικης αίτησης ούτε το Άρθρο 3(1) της εν λόγω Σύμβασης μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που, για πράξη ως η επίδικη, πρέπει να γίνει ειδική μνεία του συμφέροντος των παιδιών. Άλλωστε το εν λόγω εδάφιο αναφέρεται σε «αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά» το δε εδάφιο (2) του ιδίου Άρθρου θέτει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των γονέων επίσης λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή αποφάσεων που αφορούν την ευημερία, προστασία και φροντίδα των τέκνων, που σε καμία περίπτωση είναι η υπό κρίση προσβαλλόμενη. Υπενθυμίζεται ότι ακόμα και σε περιπτώσεις απελάσεων, πιο παρεμβατικών δηλαδή διοικητικών πράξεων, η νομολογία [ΑΕ Αρ. 89/2015 Α.Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 03.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:C233] έχει απορρίψει ισχυρισμούς περί παραβίασης άρθρων (περιλαμβανομένου του άρθρου 3) της εν λόγω Σύμβασης.

 

Ως εκ τούτου απορρίπτεται και ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης.

 

Νοείται ότι στα πλαίσια του πρώτου λόγου ακύρωσης (κεφάλαιο Γ1 σε Αγόρευση Αιτητή), εγείρεται, σε ένα γενικό πλαίσιο, ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας, τα όρια διακριτικής ευχέρειας και τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου. Ουσιαστικά εγείρεται, παραβίαση των αρχών που διατυπώνονται στο κεφαλαίο «Β. Νομικό πλαίσιο και αρχές που διέπουν την πολιτογράφηση», το οποίο προηγείται της ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης όπου παρατίθενται δικαστικές αποφάσεις και νομοθετικές (και μη) πρόνοιες, περιλαμβανομένων του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου [Ν. 141(Ι)/2002], του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, της Σύστασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω και τη νομολογία του ΔΕΕ (πχ. C-135/08 Rottman, C- 11/70 Solange I), και του ΕΔΑΔ (Genovese v Malta Appl. No 53124/09).

 

Λόγω της κάλυψης των πιο πάνω θεματικών, από τους λόγους ακύρωσης που αναπτύχθηκαν αναλυτικά στους επόμενους λόγους ακύρωσης της αγόρευσης του Αιτητή (κεφάλαια Γ2-Γ6 σε αγόρευση Αιτητή), στην ανάλυση των οποίων και ο Αιτητής παραπέμπει στο εν λόγω κεφάλαιο Γ1 (παράγραφος 40) και επί των οποίων έχω ήδη αποφασίσει πιο πάνω, θεωρώ ότι τα όσα ανέφερα στα πλαίσια αυτών, καλύπτουν και τους ισχυρισμούς του κεφαλαίου Γ1. Δε θεωρώ άρα ότι μπορεί να υποστηριχθεί παραβίαση της αρχής της νομιμότητας ή των λοιπών αρχών διοικητικού δικαίου ή των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ΄ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη εναρμονίζεται με την κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία και νομοθεσία και softlaw

 

Δεδομένων των πιο πάνω, δε διαπιστώνω βασιμότητα των λόγων ακύρωσης. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα 1.800 Ευρώ εναντίον του Aιτητή.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ

 

 



[1] Εκεί αναφέρθηκε:

 

«2. As regards the acquisition of nationality

 

Each member state should facilitate the acquisition of its nationality for long-term immigrants in accordance with its internal law».

 

[2] Στην παράγραφο 30 της εν λόγω Απόφασης Genovese αναφέρεται (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος):

 «30.  The Court also reiterates that the concept of “private life” is a broad term not susceptible to exhaustive definition. It covers the physical and psychological integrity of a person. It can therefore embrace multiple aspects of the person’s physical and social identity (see Dadouch v. Malta, no. 38816/07, § 47, ECHR 2010... (extracts)). The provisions of Article 8 do not, however, guarantee a right to acquire a particular nationality or citizenship. Nevertheless, the Court has previously stated that it cannot be ruled out that an arbitrary denial of citizenship might in certain circumstances raise an issue under Article 8 of the Convention because of the impact of such a denial on the private life of the individual (see Karassev v. Finland (dec.), no. 31414/96, ECHR 1999-II, and Slivenko v. Latvia (dec.) [GC], no. 48321/99, § 77, ECHR 2002-II.

 

[3] Στην παράγραφο 30 της εν λόγω Απόφασης Genovese αναφέρεται (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος):

 

31.  With regard to Article 14, the Court reiterates that it only complements the other substantive provisions of the Convention and the Protocols thereto. It has no independent existence since it has effect solely in relation to “the enjoyment of the rights and freedoms” safeguarded by those provisions (see, among many other authorities, Sahin v. Germany [GC], no. 30943/96, § 85, ECHR 2003-VIII). The application of Article 14 does not necessarily presuppose the violation of one of the substantive rights protected by the Convention. It is necessary but it is also sufficient for the facts of the case to fall “within the ambit” of one or more of the Articles of the Convention (see Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. the United Kingdom, 28 May 1985, § 71, Series A no. 94; Karlheinz Schmidt v. Germany, 18 July 1994, § 22, Series A no. 291-B; and Petrovic v. Austria, 27 March 1998, § 22, Reports 1998-II).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο