ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1602/2023, 25/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1602/2023, 25/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 1602/2023)

 

25 Μαΐου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                         ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

                                                                             Αιτήτρια

                                                    ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Μ. Βαλανίδης και Α. Μακεδόνα (κα), για Α.Μ. Βαλανίδου Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια

Α Καλησπέρα (κα), για Γενικό Εισαγγελέα  της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση                                                                                                                      

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η αιτήτρια ζητεί-

 

«Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών που κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 16/06/2023 την οποία η Αιτήτρια παρέλαβε στις 10/07/2023, περί απόρριψης της αίτησής της για ένταξη στο Στεγαστικό Σχέδιο Αναζωογόνησης Ορεινών, Ακριτικών και Μειονεκτικών Περιοχών - 3η Προκήρυξη (Αρ. Πρωτ. ΑΜ. ΑΚΡ. 3.082 και ημερομηνία 15/12/2022) είναι άκυρη, αντίθετη στον νόμο και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».

 

Στις 15.12.2022, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου, για να της παρασχεθεί οικονομική ενίσχυση μέσω του Στεγαστικού Σχεδίου Αναζωογόνησης Ορεινών, Ακριτικών και Μειονεκτικών Περιοχών, στο Δήμο Δερύνειας («το Σχέδιο»).

 

Η αίτηση απορρίφθηκε και η απορριπτική απόφαση εστάλη στην αιτήτρια δι’ επιστολής της Επαρχιακής Διοίκησης Αμμοχώστου, ημερομηνίας 16.6.2023. Όπως αναφέρεται στην επίδικη επιστολή, η περίπτωση της αιτήτριας αξιολογήθηκε αρνητικά, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και όρους του Σχεδίου, καθότι διαπιστώθηκε ότι κατά την υποβολή της αίτησής της, η αιτήτρια εξακολουθούσε να είναι φοιτήτρια εξωτερικού, ενώ επέστρεψε αυτή μόνιμα στην Κύπρο από τον Οκτώβριο του έτους 2022, με αποτέλεσμα να μην πληροί το κριτήριο της μόνιμης και συνεχούς διαμονής στην Κύπρο ως μόνιμη κάτοικος ή ως επαναπατρισθείσα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Σχέδιο.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση, την 21.7.2023.

 

Στη συνεδρία της, ημερομηνίας 3.10.2023, η Τριμελής Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων αποφάσισε την αναβολή της εξέτασης της ένστασης της αιτήτριας και όπως αποταθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών για να ζητήσει την τροποποίηση σχετικών προνοιών του Σχεδίου.

 

Κατά της προηγηθείσας απορριπτικής απόφασης, ημερομηνίας 16.6.2023, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στις 22.9.2023.

 

Πριν από την εξέταση των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης που η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση ήγειρε δια του δικογράφου της ένστασής της και προώθησε περαιτέρω δια της γραπτής της αγόρευσης, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προπαρασκευαστική και/ή πρόωρη πράξη, η οποία, ως εκ τούτου, στερείται εκτελεστότητας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να προσβληθεί δια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, ως υποβάλλει η κα Καλησπέρα, η προσφυγή υπόκειται σε απόρριψη ως απαράδεκτη.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε επί του θέματος η θέση της αιτήτριας, η οποία υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη δια της προσφυγής πράξη είναι η μόνη που έχει εκδοθεί από τους καθ’ ων η αίτηση και είναι η τελική και εκτελεστή, εφόσον με αυτήν επήλθε το τελικό έννομο αποτέλεσμα, ήτοι η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας για ένταξή της στο Σχέδιο. Ούτε και μπορεί να γίνεται λόγος για συγχώνευση της προσβαλλόμενης πράξης σε δεύτερη και τελική πράξη, δεδομένου ότι ουδέποτε υπήρξε δεύτερη και τελική πράξη. 

 

Προέχει βεβαίως, ως εκ της φύσης της, αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, ως αφορώσας ευθέως στη φύση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Εν πρώτοις, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απορριπτική πράξη, ημερομηνίας 16.6.2023, έχει απορροφηθεί και/ή συγχωνευθεί, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει την αυτοτέλειά της και να μην μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Δεδομένου ότι στη συνεδρία της, ημερομηνίας 3.10.2023, η Τριμελής Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων δεν εξέτασε την ένσταση της αιτήτριας, αλλά αποφάσισε την αναβολή εξέτασης του θέματος, εύλογα τίθεται το ερώτημα σε ποιαν πράξη και/ή απόφαση έχει απορροφηθεί και/ή συγχωνευθεί η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 16.6.2023, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτηση της αιτήτριας για παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Προφανώς και δεν έχει υπάρξει ακόμα απόφαση και/ή πράξη μετά την απόφαση ημερομηνίας 16.6.2023, ούτως ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για απορρόφηση και/ή συγχώνευση σε αυτήν, της πράξης ημερομηνίας 16.6.2023. Ούτε και η νομολογία στην οποία αναφέρεται η κα Καλησπέρα μπορεί να υποστηρίξει τη θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση, η απορριπτική πράξη, ημερομηνίας 16.6.2023, έχει απορροφηθεί και/ή συγχωνευθεί, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει την αυτοτέλειά της. Αναφέρω χαρακτηριστικά την απόφαση στην CHRIKAR TRADING LIMITED κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 541, όπου παρατίθεται, μεταξύ άλλων, απόσπασμα από το σύγγραμμα του Η. Κυριακόπουλου «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», Γ. Ειδικό Μέρος, 4η Έκδοση, απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959 και απόσπασμα από την απόφαση στην Pavlos Varellas Trading Co. Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 615. Αξίζει να εκτεθεί το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση στην CHRIKAR TRADING LIMITED, ανωτέρω, στην οποία τονίζεται η αυτοτέλεια και εκτελεστότητα κάθε μιας από τις πράξεις που αποτελούν τη σύνθετη διοικητική ενέργεια, μέχρι την έκδοση της τελευταίας πράξης που αποτελεί την περάτωση της διοικητικής ενέργειας. Με την έκδοση, όμως, της τελευταίας αυτής πράξης, μόνη πράξη που μπορεί να προσβληθεί είναι η τελική και οι προηγηθείσες αποβάλλουν πλέον την αυτοτέλεια και/ή εκτελεστότητά τους (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):

 

«Στο σύγγραμμα Η. Κυριακόπουλος «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», Γ. Ειδικό Μέρος, 4η Έκδοση στη σελίδα 98:

 

«Επί συνθέτου διοικητικής ενεργείας προκύπτει το ζήτημα: ποία ή ποίαι εκ των πλειόνων πράξεων, αίτινες αποτελούσι την σύνθετον διοικητικήν ενέργειαν, είναι προσβληταί δι' αιτήσεως ακυρώσεως; Εφ' όσον αι πράξεις αύται, και διακεκριμένως λαμβανόμεναι, κέκτηνται το γνώρισμα της εκτελεστότητος, είναι δυνατή η απόσπασις και η προσβολή κεχωρισμένως και αυτοτελώς εκάστης τούτων, αλλά μόνον μέχρι της εκδόσεως της τελευταίας πράξεως, δι' ης περατούται η διοικητική ενέργεια. Μετά την περάτωσιν όμως ταύτης, μόνον η περατώσασα αυτήν πράξις υπόκειται εις προσβολήν επί ακυρώσει, ουχί δε και αυτοτελής, μεμονωμένη και ενδιάμεσος τις πράξις τούτο δε ισχύει και εν ή έτι περιπτώσει οι λόγοι ακυρώσεως αφορώσιν ουχί αμέσως εις την πράξιν ταύτην άλλ' εις ενδιάμεσον πράξιν, επειδή, μετά την επέλευσιν του τελικού αποτελέσματος, αι προηγηθείσαι πράξεις, συγχωνευόμεναι μετά της τελικής, αποβάλλουσι την ιδία των αυτοτέλειαν. Δια της προσβολής όμως της τελευταίας πράξεως, θεωρούνται και αι προηγηθείσαι αυτής συμπροσβαλλόμεναι, ελεγχομένης και της νομιμότητος τούτων.»

 

Διαβάζουμε τα πιο κάτω στην υπόθεση Pavlos Varellas Trading Co. Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 615, στη σελ. 637:

 

«Ακόμα και στην περίπτωση καθαρά ενδιάμεσων πράξεων που επιφέρουν δικό τους έννομο αποτέλεσμα, η εξήγηση της μη αναγνώρισης δυνατότητας αυτοτελούς προσβολής τους βρίσκεται στο γεγονός της ενσωμάτωσης-απορρόφησής τους στην τελική εκτελεστή πράξη. Οπότε, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της τελευταίας, της σύνθετης δηλαδή, ελέγχεται, ως προπαρασκευαστική της, και η ενδιάμεση.»

 

(Δέστε και Αγαθαγγέλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (1998) 3 Α.Α.Δ. 120, σελ. 125, Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884, σελ. 896, 897 (Πλήρης Ολομέλεια) και Κεραυνού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 398, σελ.400).»

 

Πέραν των πιο πάνω και επί του ιδίου θέματος στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959 σελ. 244 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Μετά την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως της αποτελούσης το τέρμα της όλης συνθέτου διοικητικής ενεργείας, αύτη αποτελεί έκτοτε ενιαίαν πράξιν, πλήρως συντελεσθείσαν, και συνεπώς εφεξής προσβλητή είναι μόνον η τελευταία πράξις, ουχί δε αυτοτελώς μεμονωμένη και ενδιάμεσος πράξις, ήτις απώλεσε την ιδίαν αυτής αυτοτέλειαν συγχωνευθείσα εις την τελικήν. Προσβαλλομένης όμως της τελικής πράξεως παραδεκτώς προβάλλονται και οι λόγοι αναγόμενοι εις τας μερικωτέρας και συγχωνευθείσας πράξεις, η διαπίστωσις δε της ακυρότητος τινός εξ αυτών επιφέρει την ακυρότητα των ακολουθησασών μερικωτέρων πράξεων, διά την έκδοσιν των οποίων η κριθείσα ως παράνομος αποτελεί νόμιμον προϋπόθεσιν.»

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα απορρόφησης και/ή συγχώνευσης της απορριπτικής απόφασης ημερομηνίας 16.6.2023, εφόσον δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη πράξη, στην οποία θα μπορούσε η εν λόγω απορριπτική απόφαση να είχε ενσωματωθεί.

 

Ζήτημα, όμως, υφίσταται ως προς το πρόωρο καταχώρησης της υπό κρίση προσφυγής. Με βάση τις πρόνοιες του Σχεδίου, η αιτήτρια, την 21.7.2023, υπέβαλε ένσταση κατά της απορριπτικής απόφασης ημερομηνίας 16.6.2023. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίας, ημερομηνίας 3.10.2023, η Τριμελής Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων αποφάσισε την αναβολή της εξέτασης της ένστασης της αιτήτριας, προκειμένου να αποταθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών για να ζητήσει την τροποποίηση συγκεκριμένης πρόνοιας του Σχεδίου. Συνεπώς, ουδεμία απόφαση υπήρξε επί της ένστασης της αιτήτριας, η εξέταση της οποίας εξακολουθεί να εκκρεμεί. Πρόκειται, συνεπώς, για πρόωρη, και συνακόλουθα απορριπτέα, προσφυγή, η οποία ασκήθηκε πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της ένστασης της αιτήτριας και τη λήψη απόφασης επ’ αυτής (Γεωργία Αλεξάνδρου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Γραφείου Ευημερίας, Υποθ. Αρ. 1701/2011, ημερ. 8.11.2013). Εκκρεμούσης της απόφασης επί της ένστασης, την οποία η αιτήτρια επέλεξε να καταχωρήσει, δεν υφίσταται εκτελεστή διοικητική πράξη, κατά της οποίας η υπό κρίση προσφυγή θα μπορούσε να στραφεί παραδεκτώς (Κολακίδης και Συνεταίροι ν Αρχής Λιμένων (2002) 4 Α.Α.Δ. 1122). Η πρόωρη άσκηση προσφυγής, εκκρεμούσης της εξέτασης υποβληθείσας, δυνάμει νομοθετικών ή/και κανονιστικών προνοιών, ένστασης, καθιστά αυτήν απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι εάν η εν λόγω υποβληθείσα ένσταση γίνει εν τέλει αποδεκτή και/ή επιτύχει, η εξέταση της ουσίας της προσφυγής θα είναι πλέον αχρείαστη (Ταμείο Προνοίας Τακτικού Έμμισθου Υπαλληλικού Προσωπικού ΚΕΟ Λτδ ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 1059).

Εφόσον δε η αιτήτρια παραπονείται ότι από 3.10.2023 ουδεμία απάντηση έλαβε ως προς την εξέταση της υποβληθείσας ένστασής της, είχε, και διατηρεί, τη δυνατότητα καταχώρησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος με την οποία να προσβάλλει την κατ’ ισχυρισμόν παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν και/ή να εξετάσουν την ένσταση και/ή το αίτημά της.

 

Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σφραγίζεται η τύχη της υπό κρίση προσφυγής και παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επιδικάζονται €1400 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο