ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1888/2022)
19 Μαΐου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ
Αιτητής
ν.
ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ
Καθ’ ου η Αίτηση
…………………………
Κ. Παναγιώτου (κα) για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση της οποίας έλαβε γνώση με επιστολή ημερομηνίας 29.9.2022 να επιβάλει στον αιτητή την πειθαρχική ποινή της απόλυσης.
Ο αιτητής ήταν υπάλληλος του καθ’ ου η αίτηση στη θέση του δημοτικού ταμία – οικονομικού διευθυντή. Στις 7.2.2020 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για τα αδικήματα «της συνωμοσίας προς καταδολίευση (κατηγορίες 1 και 91), του δεκασμού δημόσιου λειτουργού (κατηγορία 2), της δωροληψίας από δημόσιο αξιωματούχο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4 και του άρθρου 3 του Πίνακα του Πρώτου Μέρους της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Ποινικοποίηση της Διαφθοράς Νόμου 23(ΙΙΙ)/2000 (κατηγορία 3), της αθέμιτης απόκτησης περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμου 51(1)/04 (κατηγορία 4), της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση των άρθρων 101 και 29 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 5), της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 105 και 29 του Ποινικού Κώδικα, (κατηγορία 6), της δωροληψίας και επίδειξης εύνοιας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 102 του Ποινικού Κώδικα, (κατηγορία 7) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(iii)(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/07, (κατηγορία 8) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών». Κατόπιν νομικής γνωμάτευσης που έλαβε ο καθ’ ου η αίτηση περί του κατά πόσο τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, ο καθ’ ου η αίτηση ενημέρωσε τον αιτητή περί της πρόθεσής του μέσω επιστολής ημερομηνίας 16.9.2023 δίδοντάς του το δικαίωμα να υποβάλει τυχόν παραστάσεις, πράγμα που έπραξε ο αιτητής στις 23.9.2022. Σε συνεδρία του ημερομηνίας 26.9.2022 ο καθ’ ου η αίτηση έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο αιτητής εισηγείται ότι πάσχει η απόφαση επειδή βασίστηκε σε πάσχουσα και ελλιπή νομική γνωμάτευση, επειδή ο αιτητής στερήθηκε του δικαιώματός του σε ακρόαση προτού ληφθεί νομική γνωμάτευση, λόγω έλλειψης έρευνας και αιτιολογίας και λόγω παραβίασης της αρχής ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ δευτέρου για το ίδιο αδίκημα και της αρχής της αναλογικότητας.
Στον διοικητικό φάκελο Τεκμήριο 1 εντοπίζω επιστολή του νομικού συμβούλου του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 4.9.2022 η οποία απευθυνόμενη στον καθ’ ου η αίτηση απαντά σε ερωτήματα που τέθηκαν προς αυτόν (βλ. έγγραφο 136-134). Ουσιαστικά, στην εν λόγω επιστολή ο νομικός σύμβουλος αναφέρεται στους σχετικούς με το θέμα Κανονισμούς, τη διαδικασία που προνοείται σε αυτούς και τα ωφελήματα ή άλλες καταβολές που τυχόν δικαιούται ο υπάλληλος ή οι εξαρτώμενοί του. Στις 9.9.2022 ακολουθεί δεύτερη επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην οποία ο νομικός σύμβουλος αναφέρει τα ακόλουθα (βλ. έγγραφο 142):
«Έλαβα χθες την αιτιολογημένη Απόφαση του Εφετείου από την υπηρεσία σας και σας ευχαριστώ.
Από την μελέτη αυτής προκύπτουν τα εξής:
Δυστυχώς δεν είναι αρκετή από μονή της, η Απόφαση του Εφετείου, για να με βοηθήσει στην μελέτη μου περί της διάπραξης αδικημάτων που ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα. Η Απόφαση του Εφετείου πραγματεύεται τους λόγους εφέσεως χωρίς να αναφέρει γεγονότα τα οποία είναι ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στα οποία στηρίχθηκε η καταδίκη του Πατσαλίδη.
Τα έγγραφα τα οποία μου είναι απολύτως απαραίτητα για να μπορέσει να εξαχθεί αιτιολογημένο συμπέρασμα από εμένα, είναι το Κατηγορητήριο με βάση το οποίο καταδικάστηκε ο Πατσαλίδης και η Αιτιολογημένη Απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Όπως είναι γνωστό, το Εφετείο δεν υπεισέρχεται σε εκ βάθους μελέτη της μαρτυρίας επί των γεγονότων, αλλά μονό στον έλεγχο των λόγων έφεσης. Η αρμοδιότητα του είναι ο έλεγχος της νομιμότητας της πρωτόδικης απόφασης, στο μέτρο που αμφισβητείται αυτή από τους εφεσείοντες. Μπορεί να αποφαίνεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν επαρκούν για να ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση (όπως στην περίπτωση μας) αλλά δεν μπαίνει σε ιδιαίτερο βαθμό στην μαρτυρία.
Χωρίς λοιπόν το κατηγορητήριο, τα γεγονότα και τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορώ να μελετήσω και να καταλήξω σε ασφαλές και αιτιολογημένο συμπέρασμα.»
Η επτασέλιδη νομική γνωμάτευση δόθηκε στον καθ’ ου η αίτηση στις 15.9.2022 (βλ. έγγραφο 152-146). Σε αυτήν αναλύονται τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής, η διάρκεια της ποινής φυλάκισης για έκαστο αδίκημα και αναφορές σε νομικές αρχές σε σχέση με την έλλειψη τιμιότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρει τα ακόλουθα:
«Στην έλλειψης τιμιότητας υπάρχει σωρεία αναφορών, μελετών νομοθεσίας και νομολογίας. Η απάτη θεωρείται γενικά ότι απαιτεί υψηλότερο επίπεδο απόδειξης ως αποτέλεσμα της επικάλυψης της με το ποινικό δίκαιο στο οποίο το επίπεδο απόδειξης είναι «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας».
Στην υπόθεση Re Β (Children) 2009 AC 11. η Lady Hale (πρόεδρος του Αγγλικού Ανώτατου Δικαστηρίου), δήλωσε ότι το κατάλληλο πρότυπο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις που περιλαμβάνουν ανεντιμότητα «είναι η απλή ισορροπία πιθανοτήτων, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες».
Το Αγγλικό Εφετείο έχει καθορίσει ως το ποινικό βάρος απόδειξης σε υποθέσεις έλλειψης τιμιότητας την υπόθεση Ivey νς Genting Casinos (UK) [2017] (διαπραγμάτευση ως Cockfords Club) [2017] UKSC 67 γνωστό ως the Ivey test for dishonesty και όπου πρώτον θα πρέπει να ρωτηθεί εάν κατά την απόφασή της η καταγγελλόμενη συμπεριφορά ήταν ανέντιμη σύμφωνα με τα κοινά αντικειμενικά πρότυπα της συνήθους λογικής ενός ανθρώπου. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, πρέπει να τεθεί το ερώτημα, εάν ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει αντιληφθεί ότι οι απλοί έντιμοι άνθρωποι θα θεωρούσαν τη συμπεριφορά του ως ανέντιμη.
Στην υπόθεση Κώστας Γεωργιάδης- Εφεσείων Αιτητής νς Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (2000) 3 ΑΑΔ 515 - υπόθεση που αφορούσε Δημόσιο Υπάλληλο — Πειθαρχική Διαδικασία — Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 84 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου — Δεσμευτική για την ΕΔΥ, η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση και αναφορικά με την επιβλητέα πειθαρχική ποινή, η πλειοψηφία της σημείωσε τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και το ότι έχουν "έμμεση σχέση με την υπηρεσία του ως Λειτουργού στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, όπου η τιμιότητα και η ακεραιότητα χαρακτήρα, αποτελούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά του λειτουργού". Ο εφεσείων ήταν Βοηθός Φοροθέτης (Φόρου Εισοδήματος) στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Η ΕΔΥ, με απόφασή της ημερομηνίας 17.6.96, του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης από 18.6.96. Άσκησε προσφυγή κατά του κύρους της απόφασης πρωτοδίκως και η έφεση απερρίφθη. Αναφορικά με πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής Κωνσταντινίδη, επεσήμανε πως η απόφαση του Γ. Εισαγγελέα για αδικήματα απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, "συνιστούν ποινικά αδικήματα τα οποία ενέχουν έλλειψη τιμιότητας», προσθέτοντας πως με δικαστικές διαδικασίες, η απόφαση «αναδεικνύεται ορθή (...) απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις είναι, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, και ο σκοπός καταδολίευσης. Είναι νομίζω αυτόδηλο ότι αυτό σημαίνει έλλειψη τιμιότητας……..Ειδική αιτιολογία δεν χρειάζεται. Ο τρόπος με τον οποίο ο αιτητής συμμετείχε στη διάπραξη των αδικημάτων δεν αμβλύνει αυτό το στοιχείο».
Στην υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου νς Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 4 ΑΑΔ 399, Προσφυγή κατά πειθαρχικής ποινής σε δημόσιο υπάλληλο, ο αιτητής προσέφυγε κατά της σε βάρος του επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης. Η μη αποδοχή της παραίτησης του αιτητή αποτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής. Οι ισχυρισμοί που αφορούσαν στη στάση της ΕΔΥ έναντι του αιτήματος παραίτησης του αιτητή είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Το σεβαστό Δικαστήριο αποφάνθηκε πως ΕΔΥ ορθά έκρινε ότι δεσμευόταν, ως προς τη φύση του αδικήματος, από τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα και προχώρησε, χωρίς άλλες διατυπώσεις, όπως ορίζει το Άρθρο 84, στη διαδικασία επιβολής πειθαρχικής ποινής "την οποία θα δικαιολογούσαν οι περιστάσεις" και ανάμεσα στις προβλεπόμενες στο Άρθρο 79 ήταν, και αυτή της απόλυσης. Η ΕΔΥ έχει επομένως ενεργήσει νόμιμα κατά την ενάσκηση των εξουσιών της με βάση το Άρθρο 84. Η επιβολή της ποινής της απόλυσης προκύπτει από την ορθή εφαρμογή του Νόμου.
Στην υπόθεση αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος Στέλιος Μιχαήλ ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, η προσφυγή κρίθηκε χωρίς έρεισμα στη βάση των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Πειθαρχικός Κώδιξ Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου) Κανονισμούς του 1985, (Κ.Δ.Π. 109/85), όπου υπάλληλος της Α.Η.Κ. υπόκειται με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 2(1), σε πειθαρχική δίωξη εάν (α) διαπράξει ποινικό αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα και (β) εάν ενεργήσει ή παραλείψει τι κατά τρόπο που ισοδυναμεί προς παράβαση οποιωνδήποτε καθηκόντων του ως υπαλλήλου. Τα καθήκοντα αυτά, ως εξηγείται στο άρθρο 2(2), περιλαμβάνουν κάθε καθήκον ή υποχρέωση που επιβάλλεται στον υπάλληλο δυνάμει του Νόμου ή τους εκδοθέντες Κανονισμούς, εγκυκλίους, διαταγές ή οδηγίες. Η ενέργεια του υπαλλήλου ενείχε διπλή διάσταση, έλλειψη τιμιότητας και δυσφήμιση προς την υπηρεσία του. Η επιβληθείσα ποινή κρίθηκε ως απόφαση εντός της ευχέρειας του πειθαρχικού οργάνου, το οποίο συζήτησε την επιβολή και το είδος των ποινών, ενώ υπήρξε εισήγηση ακόμη και για απόλυση. Κατά την ετυμηγορία του, ο Δικαστής Ναθαναήλ ανάφερε μεταξύ άλλων ότι ένας υπάλληλος πρέπει να είναι νομοταγής γενικώς, αλλά και ειδικώς, στη βάση των όρων εργασίας του. Πρέπει να διακατέχεται από τις εγγενείς αρετές του ανθρώπου που είναι αυτονόητες για τη θέση του και που επαναλαμβάνονται στην ουσία σε κάθε σχετικό νομοθέτημα ή δευτερογενή πειθαρχική νομοθεσία. Εδώ, το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Α.Η.Κ., έλαβε κάθε τι υπόψη. Ό,τι λέχθηκε από το συνήγορο του αιτητή, το όλο ενώπιον του υλικό και τα τεκμήρια, το γεγονός ότι η μια κατηγορία περιείχε στοιχείο έλλειψης τιμιότητας και η δεύτερη στοιχείο εμπιστοσύνης του κοινού προς τον οργανισμό και το γεγονός της παραδοχής που λειτουργούσε ως ελέχθη, και ορθά, ως μετριαστικός παράγων. Περαιτέρω, και σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VI, κανονισμό 63— Πειθαρχικού Κώδικα της Αρχής (ΚΔΠ 114/97), υπάλληλος υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη (α) αν διαπράξει παράπτωμα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα και (β) αν ενεργήσει ή παραλείψει με τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση οποιουδήποτε από τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις υπαλλήλου. Με βάση τον κανονισμό 69, προβλέπεται απόλυση και συνεπάγεται απώλεια όλων των ωφελημάτων αφυπηρέτησης.
Το δεύτερο σκέλος αφορά την ηθική αισχρότητα, (κατά την αγγλική ορολογία, moral turpitude). Σύμφωνα με τους νομικούς Merriam-Webster, moral turpitude (ηθική αισχρότητα) (Malum in Se), is defined as an act or behavior that gravely violates the sentiment or accepted standard of the community. A quality of dishonesty or other immorality that is determined by a court to be present in the commission of a criminal offense a crime involving moral turpitude.
Η ηθική αισχρότητα μπορεί να συσχετιστεί με το Silva-Trevino rule, (A crime involving moral turpitude (“CIMT”) defined as a depraved or immoral act, or a violation of the basic duties owed to fellow man, or recently as a “reprehensible act” with a mens rea of at least recklessness - Matter of Silva-Trevino, 24 I&N Dec. 687 (AG 2008). Η ηθική αισχρότητα ορίζεται ως μια ανήθικη ή ανήθικη πράξη, ή παραβίαση των βασικών καθηκόντων που οφείλονται στον συνάνθρωπο, ή πρόσφατα ως μια «κατακριτέα πράξη» με ανθρώπινη λογική τουλάχιστον απερισκεψία
Παραδοσιακά, η ηθική αισχρότητα περιλαμβάνει πρόθεση διάπραξης απάτης, διάπραξης κλοπής με πρόθεση μόνιμης στέρησης του ιδιοκτήτη καθώς και ορισμένα απερίσκεπτα ή κακόβουλα αδικήματα και ορισμένα αδικήματα με πρόστυχη πρόθεση, (η αγγλική ορολογία «offence involving dishonesty or moral turpitude»).
Συνεπώς ο όρος «ηθική αισχρότητα» είναι κάτι διαφορετικό από τα εγκλήματα που σχετίζονται που αφορούν την προστασία της τιμιότητας, όπως απάτες, κλοπές, ψευδείς παραστάσεις κλπ, παρόλα αυτά, τέτοια αδικήματα δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται όμως, και στα αδικήματα του όρου «ηθικής αισχρότητας».
Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης στην μελέτη του «Δικηγορική Δεοντολογία εν Κύπρω Β' Έκδοση, σελίδα 13. Στον Blacks Law Dictionary 7th Edition η ερμηνεία που δίδεται είναι «συμπεριφορά η οποία είναι αντίθετη προς την δικαιοσύνη, την τιμή, ή την ηθική». Όπως επισημάνει, Αν και δεν υπάρχει ερμηνεία του συγκεκριμένου άρθρου από οιανδήποτε απόφαση του Ανώτατού Δικαστηρίου, ο όρος «ηθική αισχρότητα» δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Στην υπόθεση Αμερικανικού Εφετείου People νς. Chavez (2000) υποδεικνύεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλιφόρνιας έχει υποδιαιρέσει τα αδικήματα ηθικής αισχρότητας σε δυο κατηγορίες. Στην πρώτη συμπεριλαμβάνονται αδικήματα απάτης όπως ψευδορκία, απάτη γενικότερα κλπ και στη δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνονται αδικήματα τα οποία υποδεικνύουν μια γενική ετοιμότητα πρόκλησης κακού. Στην τελευταία κατηγορία είναι πράξεις οι οποίες συμπεριλαμβάνουν το στοιχείο της χυδαιότητας, της προστυχιάς και της ποταπότητα (baseness), αλλά και της παράβασης των καθηκόντων προς τους συμπολίτες του ενόχου ή στην κοινωνία γενικότερα. Άλλοι συγγραφείς συμπεριλαμβάνουν την ανθρωποκτονία στα αδικήματα «ηθικής αισχρότητας».
Στην απόφαση ATTORNEY-GENERAL OF THE REPUBLIC νς GEORGHIOS AFXENTIOU GEORGHIOU (1984) 2 CLR 251, Ο κατηγορούμενος, εν ενεργεία δικηγόρος και μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, καταδικάστηκε στις 30 Αυγούστου 1983 από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας για δύο κατηγορίες για πλαστογραφία και για δύο κατηγορίες για εκφορά ψευδούς εγγράφου και καταδικάστηκε σε ποινή ενός έτους φυλάκιση για καθεμία από υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες, με τις ποινές να συντρέχουν. Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 83, 71 και 64 του Συντάγματος, τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου το ερώτημα εάν η έδρα του κατηγορουμένου στη Βουλή των Αντιπροσώπων έμεινε κενή μετά την καταδίκη του ή αν εξακολουθούσε να θεωρείται μέλος. Με απόφαση των Δικαστών Τριανταφυλλίδη, Λώρη, και Στυλιανίδη, εφόσον ο εναγόμενος έχει καταδικαστεί για αδικήματα που συνεπάγονται ηθική αισχρότητα, η έδρα του οφείλει να εκκενωθεί μετά την καταδίκη του.
Κατά τον Δικαστή Πική, «Κατά την κρίση μου, οι καταδίκες είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια του αξιώματος. Ο κατηγορούμενος έπαψε να είναι Αντιπρόσωπος. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της δικαιοδοσίας για την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης βάσει του άρθρου 83.2. Δεν έχουμε διακριτική ευχέρεια στο θέμα. Ο νόμος πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο του και το ένταλμα φυλάκισης πρέπει να εκτελεστεί.»
Κατά τον Δικαστή Χατζηαναστασίου, «Κατά την κρίση μου, το αναπόφευκτο συμπέρασμα υπό το πρίσμα των υποχρεωτικών συνταγματικών διατάξεων είναι ότι σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα που συνεπάγεται ανεντιμότητα ή ηθική αυθαιρεσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο εκπρόσωπος χάνει την έδρα του.»
Συμπέρασμα
Με βάση τα πιο πάνω, χωρίς να χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αναφορά στην ιδιαιτερότητα κάθε αδικήματος στο οποίο ο Δ.Π. καταδικάστηκε, και η απόφαση έχει τελεσιδικήσει, βρίσκω χωρία καμία αμφιβολία ότι τα αδικήματα αυτά ενέχουν έλλειψη τιμιότητας.
Από μόνες τους οι έννοιες των λέξεων που χαρακτηρίζουν τα αδικήματα, όπως συνωμοσία προς καταδολίευση, δεκασμός, δωροληψία και λοιπά, είναι προφανές ότι ξεχειλίζουν από έλλειψη τιμιότητας. Ένας υπάλληλος πρέπει να είναι νομοταγής γενικώς, αλλά και ειδικώς, στη βάση των όρων εργασίας του. Πρέπει να διακατέχεται από τις εγγενείς αρετές του ανθρώπου που είναι αυτονόητες για τη θέση του και που επαναλαμβάνονται σε κάθε σχετικό νομοθέτημα ή δευτερογενή νομοθεσία. Η θέση του οικονομικού διευθυντή και οι πράξεις αυτού εξ’ ορισμού δεν συνάδουν. Είναι έκδηλη έλλειψη τιμιότητας του Δ.Π.
Είναι πρόδηλο και σαφές ότι τα ίδια αδικήματα εμπεριέχουν ηθική αισχρότητα εξ’ ορισμού, όπως από την πιο πάνω ανάλυση της νομολογίας και των δοθέντων ερμηνειών συνάγεται.
Η ηθική αισχρότητα των αδικημάτων του Δ.Π. προσδιορίζονται ως παραβίαση των βασικών καθηκόντων του, τα οποία οφείλονται στον συνάνθρωπο, την υπηρεσία του, την τοπική κοινωνία και το σύνολο της κοινωνίας μας ευρύτερα.
Τα διαπραχθέντα αδικήματα από τον Δ.Π. είναι πράξεις οι οποίες ενέχουν τα στοιχεία της ευτέλειας, της ελεεινότητας, του ηθικού και επαγγελματικού ξεπεσμού, της ποταπότητας και λοιπά συναφή. Η ένοχη σκέψη (mens rea) είναι διάχυτη στις πράξεις/ αδικοπραγίες του Δ.Π.
«Το educate a man in mind and not in morals is to educate a menace to society» (To να εκπαιδεύεις έναν άνθρωπο στο μυαλό και όχι στην ηθική, είναι σαν να εκπαιδεύεις μια απειλή για την κοινωνία) - Theodore Roosevelt 26ος Πρόεδρος των Η.Π.Α.
Η Τιμιότητα και άρα η ιδιότητα του τίμιου με αντίθεση την ατιμία, χαρακτηρίζει το πρόσωπο στις συναλλαγές του αλλά και την ευθύτητα να αναλάβει την ευθύνη των πράξεων του.
Είναι κατηγορηματικά καταφατική η γνωμοδότηση μου προς το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πάφου ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Δ. Π. ενέχουν έλλειψη τιμιότατος ή και ηθικής αισχρότητας.
Ως συνέπεια της παρούσας γνωμοδότησης μου, το Δημοτικό Συμβούλιο πρέπει να καλέσει τον Δ.Π. να υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις αυτός επιθυμεί ΚΔΠ 52/2000, άρθρο 71.(2).»
Όπως πρόδηλα προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές, μόνο ελλιπής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η νομική γνωμάτευση που δόθηκε προς τον καθ’ ου η αίτηση εφόσον και εντοπίζει τα καίρια θέματα και τα απαντά δεόντως.
Ούτε η εισήγηση του αιτητή ότι θα έπρεπε να ακουστεί προτού ο καθ’ ου η αίτηση αναζητήσει νομική συμβουλή ευσταθεί. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί Δημοτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του Δήμου Πάφου, Κ.Δ.Π. 52/2001, οι περί Δημοτικής Υπηρεσίας Κανονισμοί του Δήμου Λευκωσίας θεωρούνται ως κανονισμοί που εκδόθηκαν από τον Δήμο Πάφου και τυγχάνουν εφαρμογής. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Κανονισμό 71 των περί Δημοτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του Δήμου Λευκωσίας, Κ.Δ.Π. 71/2000 (στο εξής οι «Κανονισμοί):
71.—(1) Όταν δημοτικός υπάλληλος καταδικασθεί από αρμόδιο Δικαστήριο για αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα και η καταδίκη επικυρωθεί ύστερα από έφεση είτε δεν ασκηθεί έφεση, το Συμβούλιο λαμβάνει όσο γίνεται πιο γρήγορα αντίγραφο των πρακτικών της διαδικασίας του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση ή του δικαστηρίου στο οποίο τυχόν ασκήθηκε έφεση, ανάλογα με την περίπτωση.
(2) Μέσα σε προθεσμία που θα καθοριστεί, μέχρις ότου δε η προθεσμία αυτή καθοριστεί, μέσα σε δύο εβδομάδες από τη λήψη του αντίγραφου των πρακτικών της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο (1), το Συμβούλιο ζητά τις απόψεις του νομικού συμβούλου του Δήμου κατά πόσο το αδίκημα ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα. Ο νομικός σύμβουλος του Δήμου αποφαίνεται πάνω σ' αυτό το γρηγορότερο και σε περίπτωση καταφατικής γνωμοδότησης του, το Συμβούλιο χωρίς περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης και αφού δώσει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο την ευκαιρία να υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις αυτός επιθυμεί, προβαίνει στην επιβολή της πειθαρχικής ποινής την οποία θα δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.
(3) Υπάλληλος που καταδικάστηκε για τέτοιο ποινικό αδίκημα δε λαμβάνει οποιοδήποτε μέρος των απολαβών του από την ημερομηνία της καταδίκης του και μέχρι τη συμπλήρωση της εξέτασης της υπόθεσης του από το Συμβούλιο.»
Όπως με σαφήνεια προκύπτει από τον Κανονισμό 71, δεν απαιτείται από τον καθ’ ου η αίτηση να ακούσει τον αιτητή προτού αναζητήσει νομική γνωμάτευση αλλά μόνο αφού τη λάβει, πράγμα που έπραξε ο καθ’ ου η αίτηση. Ούτε η εισήγηση του αιτητή με αναφορά στο Άρθρο 43 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, με βρίσκει σύμφωνη. Προφανώς ο νόμος υπερισχύει ιεραρχικά της δευτερογενούς νομοθεσίας όμως το δικαίωμα που προστατεύει το Άρθρο 43 δεν παραβιάστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο επειδή δεν ζητήθηκε η άποψη του αιτητή πριν την αναζήτηση της νομικής γνωμάτευσης.
Ο αιτητής εισηγείται επίσης ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν προέβη σε δέουσα έρευνα σε σχέση με το περιεχόμενο της νομικής γνωμάτευσης αλλά την υιοθέτησε παθητικά. Η απάντηση δίδεται από τις ίδιες τις πρόνοιες του Κανονισμού 71 ο οποίος ακριβώς προνοεί για την αναζήτηση νομικής γνωμάτευσης από τον Δήμο κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο καταδικάζεται ένας υπάλληλος «ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα». Ο νομοθέτης θεωρεί ότι ένας νομικός είναι ο πλέον κατάλληλος για να γνωματεύσει επί αυτού του ζητήματος και επομένως, θα ήταν παράδοξο εάν ο καθ’ ου η αίτηση ερευνούσε περαιτέρω το ζήτημα ιδιαίτερα όταν η γνωμάτευση που έλαβε ήταν πλήρης. Ούτε αναιτιολόγητη μπορεί να λεχθεί ότι είναι η προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον τόσο από το κείμενο της νομικής γνωμάτευσης όσο και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που περιλαμβάνουν τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν τον αιτητή, γίνεται αντιληπτό στο Δικαστήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε εύλογα.
Η εισήγηση του αιτητή ότι μέσω της πειθαρχικής ποινής ο αιτητής τιμωρήθηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, μετά την τελεσιδικία της ποινικής καταδίκης του αιτητή αυτό που διερεύνησε ο καθ’ ου η αίτηση και έπραξε στη βάση των ευρημάτων του ήταν κατά πόσο από την εν λόγω καταδίκη προέκυπτε έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να συνοδεύουν ένα υπάλληλο που υπηρετεί σε δημόσια θέση. Ουδόλως πρόκειται για το ίδιο αδίκημα αλλά για τυχόν αποκάλυψη μέσω της ποινικής καταδίκης ιδιοτήτων που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου.
Τέλος, εισηγείται ο αιτητής ότι με τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής είναι εξαιρετικής σοβαρότητας και όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, δεν συνάδουν καθόλου με την ιδιότητα ενός υπαλλήλου που υπηρετεί στον δημόσιο τομέα. Δεν κρίνω ότι η πειθαρχική ποινή που του επιβλήθηκε ήταν δυσανάλογη των σοβαρών αδικημάτων – που άπτονται μάλιστα των εργασιακών του καθηκόντων – έτσι ώστε να αιτιολογείται η δικαστική παρέμβαση.
Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο